Παρασκευή 30 Απριλίου 2021

«Σήμερον κρεμάται επί ξύλου, ο εν ύδασι την γην κρεμάσας..»

Αποσπάσματα:

«Ἅγια, σωτηριώδη καί φοβερά ὀνομάζει ἡ Ἐκκλησία τά Πάθη τοῦ Κυρίου.

Ἅγια, διότι Αὐτός πού τά ὑπέμεινε εἶναι ὁ Ἅγιος τῶν Ἁγίων, αὐτή ἡ ἴδια ἡ Ἁγιότης· σωτηριώδη, διότι αὐτά εἶναι ἡ τιμή μέ τήν ὁποία ὁ Κύριος ἀγόρασε τό ἀνθρώπινο γένος ἀπό τήν δουλεία τῆς ἁμαρτίας· φοβερά, διότι τίποτε δέν εἶναι τόσο φοβερό καί ἀποτρόπαιο ἀπό τήν λοιδορία καί χλεύη, καί ἐξευτελισμό καί γελοιοποίησι, τά ὁποῖα ὑπέμεινε ὁ Ποιητής καί Σωτήρας μας μέχρι θανάτου, προσευχόμενος γιά τούς σταυρωτές Του. Καί αὐτή ἀκόμη ἡ ἄψυχη φύσις σείσθηκε καί ἀγανάκτησε μπροστά σ᾿ αὐτή τήν ἀνομολόγητη ἀνομία.

Ὁ Μυστικός Δεῖπνος τοῦ ὑπερώου εἶναι συγχρόνως καί δεῖπνος τοῦ ἀποχωρισμοῦ: «Τοῦτο ποιεῖτε εἰς τήν ἐμήν ἀνάμνησιν». Ἀπό τώρα ὁ Κύριος δέν θά γεύεται πλέον παρά μόνο χολή καί ὄξος καί ἀπό τήν γεῦσι τους θά πεθάνη· καί δέν θ᾿ ἀναπαυθῆ πλέον παρά μόνο τό Μέγα Σάββατο στόν τάφο.

Μετά τό Δεῖπνο ὁ Σωτήρ θά κατέβη μέ τούς Μαθητές Του στόν δρόμο γιά νά φθάση στήν κοιλάδα τῶν κέδρων, στόν κῆπο τῆς Γεθσημανῆ, ὅπου συχνά ἐπήγαινε καί προσευχόταν.»

+++

«Σήμερον κρεμᾶται ἐπί ξύλου, ὁ ἐν ὕδασι τήν γῆν κρεμάσας· στέφανον ἐξ ἀκανθῶν περιτίθεται, ὁ τῶν ἀγγέλων Βασιλεύς. Ψευδῆ πορφύραν περιβάλλεται, ὁ περιβάλλων τόν οὐρανόν ἐν νεφέλαις· (15ον Ἀντίφωνο).

«Ἕκαστος μέλος τῆς ἁγίας σου σαρκός ἀτιμίαν δι᾿ ἡμᾶς ὑπέμεινεν· τάς ἀκάνθας ἡ κεφαλή· ἡ ὄψις τά ἐμπτύσματα· αἱ σιαγόνες τά ραπίσματα· τό στόμα τήν ἐν ὄψει κερασθεῖσαν χολήν τῇ γεύσει· τά ὦτα τάς δυσσεβεῖς βλασφημίας· ὁ νῶτος τήν φραγγέλωσιν καί ἡ χείρ τόν κάλαμον· αἱ τοῦ ὅλου σώματος ἐκτάσεις ἐν τῷ σταυρῷ· Τά ἄρθρα τούς ἥλους καί ἡ πλευρά τήν λόγχην…»῾ ( Ἰδιόμελο τῶν Αἴνων).

Γι᾿ αὐτό «πᾶσα ἡ κτῖσις ἠλλοιοῦτο φόβῳ, θεωροῦσα σε ἐν σταυρῷ κρεμάμενον· ὁ ἥλιος ἐσκοτίζετο, καί γῆς τά θεμέλια συνεταράττετο, τά πάντα συνέπασχον τῷ τά πάντα κτίσαντι…».

Ἀλλά ὑπέρ τό μέτρον πληγώθηκε ἡ καρδία τῆς Παναχράντου Μητέρας Του, «θεωροῦσα τόν Ἄρνα, ἑλκόμενον πρός σφαγήν ἠκολούθει…ταῦτα βοῶσα: «Ποῦ πορεύῃ τέκνον; Τίνος χάριν, τόν ταχύν δρόμον τελεῖς; Μή ἕτερος γάμος πάλιν ἐν Κανᾶ; κακεῖ νῦν σπεύδεις, ἵν᾿ ἐξ ὕδατος αὐτοῖς οἶνον ποιήσεις; Δός μοι λόγον Λόγε, μή σιγῶν παρέλθῃς με…» (Οἶκος).

Οἱ νομοθέτες τοῦ Ἰσραήλ ὅμως καί ὁ ἄπιστος λαός φάνηκαν σκληρότεροι καί ἀπό τίς πέτρες καί «προσήλωσαν τῷ σταυρῷ τόν Κύριον, τόν διατεμόντα τήν θάλασσαν ράβδῳ καί διαγαγόντα αὐτούς ἐν ἐρήμῳ…καί χολήν ἐπότισαν, τόν μάννα, τροφήν αὐτοῖς ὀμβρήσαντα (6ον Ἀντίφωνο). Ὁ Ἴδιος ὁ Κύριος τούς ἐρώτησε μέ παράπονο καί ἀπορία: «Λαός μου, τί ἐποίησά σοι ἤ τί σοι παρηνώχλησα;…ἀντί τοῦ μάννα χολήν· ἀντί τοῦ ὕδατος ὄξος· ἀντί τοῦ ἀγαπᾶν με, σταυρῷ με προσηλώσατε (12ον Ἀντίφωνο). Καί τελειώνει: «Δύο καί πονηρά ἐποίησεν ὁ πρωτότοκος υἱός μου Ἰσραήλ· ἐμέ ἐγκατέλιπε, πηγήν ὕδατος ζωῆς, καί ὤρυξεν ἑαυτῷ φρέαρ συντετριμμένον· ἐμέ ἐπί ξύλου ἐσταύρωσε, τόν δέ Βαραββᾶν ἠτήσατο καί ἀπέλυσεν…«(Ἰδιόμελο τῶν Αἴνων). «Οὐκέτι στέγω λοιπόν· καλέσω μου τά ἔθνη, κακεῖνα με δοξάσουσι…»(12ον Ἀντίφωνο).

Παρακολουθώντας τά 12 Εὐαγγέλια μέ φόβο καί λύπη, ἡ Ἐκκλησία μᾶς προτρέπει νά ἀκολουθήσουμε τόν μετανοοῦντα ληστή καί μέ πίστι νά κράξουμε: «Μνήσθητί μου Κύριε, ἐν τῇ Βασιλείᾳ Σου». 

Νά προσκομίσουμε τήν καθαρότητα τῶν αἰσθήσεών μας ἐνώπιον τοῦ Χριστοῦ, γιά νά μή καταπνιγοῦμε μέ τίς βιοτικές φροντίδες, σάν τόν Ἰούδα· νά μή ἑορτάσουμε τό Πάσχα μας σάν τούς Ἰουδαίους, ἀλλά, ἀφοῦ καθαριστοῦμε ἀπ᾿ ὅλους τούς μολυσμούς, νά προσευχηθοῦμε καθαροί ἐνώπιόν Του…».

Ἀντικρύζοντας ὅμως μέ θαυμασμό αὐτή τήν ἀνέκφραστη ταπείνωσι τοῦ Σωτῆρος, τήν ὁποία Αὐτός ἑκούσια χάριν ἡμῶν ἔλαβε, ἡ λύπη τῆς Ἐκκλησίας μας δέν ἀπολήγει σέ ἀπελπισία, ἀλλά εἶναι γεμάτη ἀπό αἰσιοδοξία μπροστά στήν ἀπέραντη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ δι᾿ ἡμᾶς.

Στήν Ἁγία καί μεγάλη Παρασκευή δέν τελεῖται Θεία Λειτουργία, διότι ὁ Ἴδιος ὁ Ἀμνός τοῦ Θεοῦ θυσιάζεται τώρα· εἶναι ἡμέρα τελείας νηστείας, διότι ὁ Νυμφίος ἀναχωρεῖ ἀπό κοντά μας, καθώς ὁ Ἴδιος εἶπε: (Ματ.9,15).

Οἱ βασιλικές Ὧρες ἐπίσης παρουσιάζουν ἐνώπιόν μας τήν ἀσύλληπτη στόν νοῦ κένωσι καί ταπείνωσι τοῦ Κυρίου, τόν τρόμο καί φόβο ὁλοκλήρου τῆς κτίσεως, τόν ζωοποιό Σταυρό, τήν πίστι τοῦ ληστοῦ, ἀπό τήν ὁποία μᾶς προσφέρονται ἀρκετές διδαχές μεγάλης ἀξίας γιά τήν σωτηρία μας.

Ὁ δυστυχής πωλητής τοῦ Κυρίου καί ἀνάξιος μαθητής θά σκανδαλίση γιά πάντα τόν κόσμο. Ἡ Ἐκκλησία θά καταδικάση, χωρίς ἐλαφρυντικά τόν παράνομο Ἰούδα, ὁ ὁποῖος δέν ἤθελε νά καταλάβη τίποτε ἀπό τά τόσα θαύματα καί ἀπ᾿ ὅλες τίς διδασκαλίες, πού ἄκουσε ἀπό τόν Διδάσκαλο. Ἔτσι Τόν ἐπώλησε, χάριν τῶν τριάκοντα ἀργυρίων καί ἐκέρδισε διά τῆς ἀγχόνης τόν αἰώνιο θάνατο τῆς ψυχῆς του. Γιά ποιά αἰτία τόν ἐρώτησε ὁ θάνατος, ἐπώλησες τόν Σωτῆρα σου; Μήπως σ᾿ ἔδιωξε ἀπό τήν χορεία τῶν Ἀποστόλων Του; Μήπως σοῦ ἐστέρησε τό χάρισμα τῆς θαυματουργίας; Μήπως  δέν σοῦ ἔπλυνε καί σένα τά πόδια;

Ὤ, πόσα μεγάλα κακά καί παράλογα ἔργα προκάλεσε ἡ φιλαργυρία, ἡ ὁποία ὡδήγησε τόν Δίκαιο Κριτή, στούς  ἀνόμους κριτές! Ἔκανε τόν μαθητή ν᾿ ἀρνηθῆ τόν Διδάσκαλο καί νά προσκολληθῆ στόν διάβολο, νά ἐκπέση ἀπό τό φῶς στό αἰώνιο σκοτάδι.

Ἀντίθετα, ἡ ἀνύψωσις τοῦ συσταυρωθέντος ληστοῦ, δεξιά τοῦ Δεσπότου Χριστοῦ, μᾶς γεμίζει τήν ψυχή ἀπό ἐλπίδα. Στήν ἀρχή τῆς ἑβδομάδος, ὅταν εἴμασταν στήν προσμονή τῆς ἐλεύσεως τοῦ Νυμφίου, εἴχαμε λύπη καί φόβο, μήπως μείνουμε ἔξω τοῦ Νυμφῶνος, μή ἔχοντας ἔνδυμα γάμου. «Τόν Νυμφῶνα σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον καί ἔνδυμα οὐκ ἔχω, ἵνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ…». 

Τώρα ὅμως ὁ Νυμφίος ἦλθε καί ὁ πρῶτος πού εἰσῆλθε στόν νυμφῶνα τοῦ γάμου ἦτο ὁ ληστής: «Σήμερον ἔσει μετ᾿ ἐμοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ»! Ποιό ἦτο ἄραγε τό ἔνδυμα τοῦ γάμου, ὥστε ἀξιώθηκε αὐτῆς τῆς Χάριτος;

Ἡ μυστική φωνή τῆς πίστεως καί ταπεινώσεως πρός τόν Κύριο, μέ τόν Ὁποῖον ἔπαθε τόσα βάσανα ἐπί τοῦ σταυροῦ, αὐτή ἡ δυάς τῶν ἀρετῶν πού ἐδικαίωσαν τόν τελώνη, αὐτές ἄνοιξαν καί γιά τόν ληστή τόν παράδεισο!

Ἀλλά τό γεγονός αὐτό πρέπει νά τό ἐξετάσουμε πιό προσεκτικά: Ἡ Μεγάλη Παρασκευή εἶναι ἡ ἡμέρα τῶν σκανδάλων καί ἀποτυχιῶν. Ὁ περιούσιος λαός χάνει τήν δόξα καί τήν δικαιοσύνη τοῦ πρωτοτόκου υἱοῦ, λόγῳ τῆς ἀπιστίας καί τῶν ἀτίμων ἔργων του πρός τόν Θεό· ὁ Ἰούδας ἀπό μαθητής καί ὑποψήφιος τῆς Βασιλείας Του, κληρονομεῖ τήν κόλασι, λόγῳ τῆς φιλαργυρίας του· ὁ μαθητής Του Πέτρος ἀρνεῖται τόν Διδάσκαλο ἀπό μία ἀδιάκριτη ἐμπιστοσύνη στόν ἑαυτό του καί μόνο μέ τά καυτά δάκρυά του, ἠμπόρεσε νά ξεπλύνη τό σφάλμα του· ἡ ἀκόλαστη γυναῖκα γίνεται μυροφόρος καί ὅλος ὁ κόσμος στούς αἰῶνες θά διηγῆται τήν ταπείνωσι καί τήν μετάνοιά της, ἐνῶ ὁ ληστής μέ τόσα κακά καί φόνους, εἰσέρχεται πρῶτος στόν παράδεισο μέ πίστι καί ταπείνωσι!

Ὅλες αὐτές οἱ ἀπροσδόκητες μεταλλαγές μᾶς γεμίζουν ἀπό τρόμο καί ἐλπίδα συγχρόνως. Τά ἔργα μας λοιπόν, ὅσο ἀναγκαῖα καί ὠφέλιμα κι ἄν εἶναι, δέν μᾶς ἐπαρκοῦν γιά τήν σωτηρία μας. Ἐάν δέν ὑπῆρχε σωτηρία, δέν θά ἦτο ἀνάγκη νά ἔλθη καί ὑποστῆ τά πάνδεινα ὁ Χριστός. Ὅμως ὁ κόσμος δέν ἠμπορεῖ νά σωθῆ δίχως Αὐτόν. Ἡ ἁμαρτία εἶναι μιά βαθειά καί ἀθεράπευτη πληγή· μόνο ὁ Θεός ἠμποροῦσε νά τήν θεραπεύση καί μόνο «τῷ μώλωπι αὐτοῦ ἡμεῖς ἰάθημεν».

Ὁ ἄνθρωπος πρέπει νά ἀναγνωρίζη τό μέγεθος τῶν ἀδυναμιῶν του καί μέ ταπεινή καρδιά νά πλησιάζη τόν Χριστό, γνωρίζοντας ὅτι μόνο ἀπ᾿ Αὐτόν ἔρχεται ἡ σωτηρία. «Μνήσθητί μου, Κύριε….» καί θ᾿ ἀκούση μέ τόν ληστή: «Σήμερον ἔσῃ μετ᾿ ἐμοῦ ἐν τῷ παραδείσῳ».

από το βιβλίο: «ΟΙ ΠΥΛΕΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ» Γέροντος ἱερομ. Πετρωνίου Τανάσε Δικαίου Ρουμανικῆς Σκήτης Τιμίου Προδρόμου Ἁγίου Ὄρους

πηγή

Τι (Δεν) είναι Πάσχα...

Αποσπάσματα:

·      Πάσχα δεν είναι το αρνί, δεν είναι το κόκκινο αυγό, δεν είναι το τσουρέκι, δεν είναι η λαμπάδα, δεν είναι τα καινούρια ρούχα.

·      Πάσχα δεν είναι η παρουσία μας στην Εκκλησία μόνο δέκα λεπτά πριν το «Χριστός Ανέστη» και ένα λεπτό μετά.

·      Πάσχα δεν είναι η λατρεία του φαγητού, το πανηγύρι, ο χορός και το ποτό.

·      Πάσχα δεν είναι οι σούβλες στο δρόμο, δεν είναι η ανταλλαγή ευχών, δεν είναι η επιστροφή στο χωριό. Ή, τουλάχιστον, δεν είναι μόνο αυτά.

+++

«Πάσχα άλλωστε είναι η συντριβή του έσχατου εχθρού της ανθρώπινης φύσης, που είναι ο θάνατος: Θανάτω θάνατον πατήσας…»

+++

«Δεν γίνεται να λέμε ότι πιστεύουμε στα μηνύματα του Χριστού και να επικαλούμαστε αυτή την ιδιότητα μας και να συντρίβουμε λαούς, υπολήψεις, συνειδήσεις, συνανθρώπους, πλησίον, αδελφούς μας. 

Δεν γίνεται να κάνουμε Πάσχα με κακία για τους άλλους, όποιοι κι αν είναι αυτοί, ό,τι κι αν μας έχουν κάνει!»

Πηγή: εφημερίδα Διψώ, τ. 77

πηγή

«Δεῦτε οὖν καὶ ἡμεῖς, κεκαθαρμέναις διανοίαις, συμπορευθῶμεν αὐτῷ, καὶ συσταυρωθῶμεν, καὶ νεκρωθῶμεν δι' αὐτόν, ταῖς τοῦ βίου ἡδοναῖς»

Φτάσαμε, με τη χάρη του Θεού, στην Αγία Μεγάλη εβδομάδα. Μεγάλη, γιατί τα γεγονότα που εξιστορεί είναι μεγαλειώδη και τα νοήματα που εμπεριέχει , ζωτικής σημασίας για την σωτηρία μας. Το απόσπασμα από το τροπάριο που παραθέτουμε, και περιέχεται στην ακολουθία της Μεγάλης Δευτέρας μας καλεί να ακολουθήσουμε το Χριστό και να  σταυρωθούμε κι εμείς μαζί του.
Όχι φυσικά κυριολεκτικά, όπως λανθασμένα κάποιοι το ερμηνεύουν και οδηγούνται, σε χώρες παραδείγματος χάριν όπως η Νότια Αμερική ή οι Φιλιππίνες, στο να καρφωθούν πάνω σε σταυρό νομίζοντας πως έτσι συμμετέχουν στο πάθος του Κυρίου.

Όχι φυσικά κυριολεκτικά, όπως λανθασμένα κάποιοι το ερμηνεύουν και οδηγούνται, σε χώρες παραδείγματος χάριν όπως η Νότια Αμερική ή οι Φιλιππίνες, στο να καρφωθούν πάνω σε σταυρό νομίζοντας πως έτσι συμμετέχουν στο πάθος του Κυρίου.

Ο Χριστός δεν θέλει αυτό από εμάς. Θέλει κάτι πολύ πιο σημαντικό και ασύγκριτα πιο δύσκολο.
Κατ αρχήν, θέλει από εμάς να καθαρίσουμε το νου μας από λογισμούς. «Δεύτε ουν και ημείς, κεκαθαρμένες διανοίαις, συμπορευθώμεν αυτώ». Οι λογισμοί βασανίζουν άλλοτε λιγότερο και άλλοτε περισσότερο τη σκέψη μας. Λογισμοί πονηροί (μίσος, κακία, κατάκριση, ζήλεια), λογισμοί σαρκικοί (γαστριμαργία, φιλαργυρία, φιλαυτία), λογισμοί βλάσφημοι.

Ο Χριστός, μας ζητάει να προσπαθήσουμε, με τη χάρη και τη βοήθεια των μυστηρίων της εκκλησίας μας, να απαλλαγούμε από αυτούς. Αλλά, εκτός από τα τρία αυτά είδη  λογισμών, ο Χριστός θέλει να διώξουμε από μέσα μας και ένα ακόμα. Τους άχρηστους λογισμούς. Τους ανούσιους λογισμούς που απασχολούν το μυαλό μας κλέβοντας μας πολύτιμο χρόνο και ψυχική δύναμη τα οποία θα μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε για την πνευματική μας ωφέλεια.
Αντί να ασχολούμαστε με το τι μας είπαν, τι μας έκαναν και πως θα ανταποδώσουμε κακό στο κακό που μας προκάλεσαν διαιωνίζοντας αρρωστημένες καταστάσεις, ας βάλουμε αρχή να διορθώσουμε τους εαυτούς μας.

Ας δούμε τον Ιησού πάνω στον σταυρό. Θα μπορούσε πολύ εύκολα να φύγει. Δεν το έκανε. Έμεινε ακίνητος κι έγινε θυσία για να σωθούμε εμείς. Ας μείνουμε κι εμείς ακίνητοι. Ακίνητοι απέναντι στην πρόκληση της αμαρτίας. Ας μην πέσουμε στις παγίδες της.

Ας βάλουμε στόχο να είμαστε αρεστοί στον Χριστό και όχι στους ανθρώπους. Κι ας μην ντραπούμε γι αυτό. Όπως ο Ιωσήφ ο Πάγκαλος, την μνήμη του οποίου τιμούμε σήμερα, που όχι μόνο δεν συγκατατέθηκε στην αμαρτία που του πρότεινε η γυναίκα του Πετεφρή, αλλά προτίμησε να φύγει μακριά, έστω και γυμνός, προκειμένου να μείνει πιστός σε αυτό που ο θεός ήθελε από εκείνον. Και δεν ντράπηκε για τη γύμνια του σώματος του γιατί είχε για ένδυμά του την αρετή.
Το θέλημα του Θεού ήταν και δικό του θέλημα. Εμείς πολλές φορές βάζουμε τις επιθυμίες μας πάνω απ΄ όλα. Ο εαυτούλης μας πάνω από όλους και όλα. Ακόμη και πάνω από τον ίδιο τον Θεό. «Και συσταυρωθώμεν  και νεκρωθώμεν δι αυτόν ταις του βίου ηδοναίς».

Τι σημαίνει τελικά το να σταυρωθούμε μαζί Του; Μα τι άλλο, εκτός από το να σταυρώσουμε τα πάθη μας; Τα πάθη μας, που ξεκινούν όπως λέει ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος από το «εγώ»μας.
Να σταματήσουμε να έχουμε σαν κέντρο της ζωής μας τον εαυτό μας. Να σταματήσουμε να τριγυρίζουμε συνεχώς γύρω από τα πάθη μας. Και ένας μόνο τρόπος υπάρχει για να γίνει αυτό. Να αγαπήσουμε τον Χριστό. Τον Χριστό που στέκεται απέναντι μας σήμερα.
Στο κεφάλι τουΤου, δεν έχει βασιλικό στέμμα αλλά ακάνθινο στεφάνι. Στα χέρια του Του δεν έχει χρυσές αλυσίδες αλλά σχοινιά. Δεν καλοπερνάει, θυσιάζεται. Αυτό θέλει κι από μας. Να θυσιάσουμε για χάρη Του τα πάθη μας. Να θυσιάσουμε τις ηδονές μας. Τις ηδονές που μας οδηγούν στην αμαρτία και άρα μακριά του. Ας αγαπήσουμε τον Χριστό. Κι ας μην προτιμήσουμε τίποτα περισσότερο από την αγάπη Του.

Σταυρούλα - Αναβάσεις

Αναρτήθηκε από byzantio

πηγή 

Μύκονος: Κορονοπάρτι δίχως αύριο – Γέμισαν τα σοκάκια στα Ματογιάννια από νέους

Νύχτες καλοκαιριού προ καραντίνας θυμίζουν τα Ματογιάννια της Μυκόνου, που γέμισαν από νεολαία Μεγάλη Πέμπτη βράδυ για να πιουν το ποτό τους.

Παρόλο που η εστίαση ανοίγει την ερχόμενη Δευτέρα, πολλοί αξιοποιούν τις υπηρεσίες των μαγαζιών που λειτουργούν με take away και διοργανώνουν το δικό τους κορονοπάρτι στο δρόμο.

Τα σοκάκια της Μυκόνου έχουν γεμίζει νεαρόκοσμο που με το ποτό στο χέρι κάθονται έξω και γύρω από τα ανοικτά μαγαζιά.

Όπως φαίνεται στη φωτογραφία και στο βίντεο που φιλοξενεί το Πρώτο Θέμα, αρκετοί είναι εκείνοι που δεν φορούν μάσκα ενώ άλλοι την έχουν κατεβασμένη στο πηγούνι τους. 

Βλέποντας τον συνωστισμό οι Μυκονιάτες ανησυχούν για διασπορά του ιού ενώ αναπάντητο και κρίσιμο ερώτημα είναι πώς κατάφεραν οι συγκεκριμένοι άνθρωποι να φτάσουν στο νησί, τη στιγμή που απαγορεύονται οι μετακινήσεις εκτός νομού.

πηγή, πηγή

ΠΡΟΣΚΥΝΟΥΜΕΝ ΣΟΥ ΤΑ ΠΑΘΗ, ΧΡΙΣΤΕ…(γ. Παϊσίου)

- «Γέροντα, πώς θα αποκτήσω ευλάβεια στα Πάθη του Χριστού;

-Κατ’ αρχάς να σκέφτεσαι τη θυσία του Χριστού και τη δική σου αχαριστία και αμαρτωλότητα. Ένα σχετικό πατερικό κείμενο θα σε βοηθήσει λίγο και αυτό. Αλλά αυτό που θα σε βοηθήσει περισσότερο είναι το ίδιο το Πάθος, η θυσία του Κυρίου. Ο  Χριστός δεν δίδαξε απλώς μερικά πράγματα, αλλά θυσιάστηκε για το ανθρώπινο γένος, βασανίστηκε, σταυρώθηκε, υπέμεινε τόσα.

-Ο σταυρικός θάνατος, Γέροντα, ήταν ατιμωτικός;

-Ναι, ο πιο ατιμωτικός. Είναι φοβερό! Όλοι οι Προφήτες να προφητεύουν για τον Χριστό, και τελικά οι Εβραίοι να Τον δέρνουν, να Τον φτύνουν, να τον εμπαίζουν, να Τον σταυρώνουν!

 Όλα αυτά συγκλονίζουν τον άνθρωπο, αν τα σκεφτεί. Ακόμα και στον πιο αδιάφορο, αν έχει λίγη καλή διάθεση και τα σκεφτεί, κινούν το ενδιαφέρον το πνευματικό.”

Εύχομαι καλή  δύναμη , για να ανεβoύμε στον Γολγοθά κοντά στον Χριστό, μαζί με την Παναγία και τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο, και να συμμετάσχουμε στο φρικτό Πάθος του Κυρίου μας. Αμήν.

(από το βιβλίο Γέροντος Παΐσιου Λόγοι, τ.ΣΤ, σ.200)

antexoume.wordpress 

Από την μια το θυμιατό και από την άλλη το πούρο

Πως να μιλήσουμε για τα πνευματικά, όταν η ζωή μας είναι τόσο ρυπαρή;
Κι όμως το κάνουμε. Και το κάνουμε φωνακτά, το κάνουμε επιδεικτικά, να δείξουμε σε όλους ότι ενδιαφερόμαστε για τα αιώνια ενώ συγχρόνως εμμένουμε στα πρόσκαιρα. 

Μιλούμε για την αγάπη και την ταπείνωση του Θεού ενώ συγχρόνως επιζητούμε πρωτοκαθεδρίες και δικαιώματα. Προβάλλουμε τον Χριστό και συγχρόνως ρίχνουμε λάσπη στο πρόσωπό Του με την αμετανοησία μας. Μιλούμε για πνευματική ζωή ενώ παραμένουμε χωρίς πνευματικό, χωρίς άσκηση, χωρίς συγχώρεση.

Μιλούμε λοιπόν για πνευματική ζωή. Ποια ζωή; Γι’ αυτήν που καταναλώνουμε διαδικτυακά; γι’ αυτήν που καταναλώνουμε σε μπαρ, σε διασκεδάσεις, σε αθλητικούς αγώνες;

+++

Ποια ζωή ποθούμε τελικά;
Και σ’ αυτήν την ερώτηση απαντούμε, “την εν Χριστώ ζωή”.

Κι όμως δεν κάνουμε τίποτα για να την ζήσουμε. Πηγαίνουμε στον πνευματικό γιατί «πρέπει», και δεν νιώθουμε να μας ελέγχει τίποτα, δεν έχουμε κάτι να του πούμε. Γιατί;

Διότι ή ζωή μας είναι ήσυχη, χωρίς ταραχές, χωρίς απρόοπτα, χωρίς προβλήματα, αλλά συνάμα είναι χωρίς πνευματική προσπάθεια. Δεν νιώθουμε την αμαρτία μας γιατί η συνείδησή μας είναι χοντρή, θολωμένη. Δεν μπαίνουμε στην διαδικασία του πνευματικού αγώνος. Μένουμε στην επιφάνεια των πραγμάτων.

Δεν νιώθουμε την αμαρτία μας γιατί έχουμε πάθει ένα είδος ανοσίας σ’ αυτήν.

Νομίζουμε ότι πνευματική ζωή είναι ο εκκλησιασμός, η ήρεμη ζωή, το να μην πέφτεις σε μεγάλα αμαρτήματα (κυρίως σαρκικά), η νηστεία.

Ποιος προσεύχεται όμως; Ποιος γονατίζει καθημερινά; Ποιος αγαθοποιεί αγνώστους; Ποιος μελετά τις Γραφές, ποιος εξετάζει σε βάθος τον εαυτό του;

Δεν τα κάνουμε αυτά, κι όμως νομίζουμε ότι είμαστε καλά πνευματικά.

Εάν αυτό δεν είναι υποκρισία, τότε τί είναι; Εάν αυτό δεν είναι πώρωση καρδιάς τότε τί είναι;

Και ενώ βρισκόμαστε μέσα στο λιμάνι ναυαγούμε.

+++

Το πιο επικίνδυνο στην πνευματική ζωή είναι η ασφάλεια. Η ασφάλεια της ηρεμίας μας, του μισθού μας, της οικογένειάς μας, της ζωής μας. Νιώθουμε ασφαλείς και ξεχνούμε να απασφαλίσουμε τα πνευματικά μας όπλα, αυτά τα όπλα που δίνει η Εκκλησία, που μας έχουν δώσει οι Θεοφόροι Πατέρες μας τα οποία είναι η προσευχή, η μετάνοια, το χαροποιό πένθος, η σιωπή, η ανεξικακία, η αγαθότητα, η καθαρότητα βίου, η νηστεία, η αγρυπνία, η μετοχή στα Μυστήρια, η μνήμη θανάτου, η υπακοή.
Νιώθουμε ασφαλείς και ξεχνούμε τον Θεό ως τον κύριο στόχο της ζωή μας. Γι’ αυτό και την κάθε μας αστοχία δεν την θεωρούμε αμαρτία μα κάτι το δεδομένο, φυσιολογικό, αποδεχτό. Έχουμε συνθηκολογήσει με την αμαρτία, γι’ αυτό και η πνευματική μας ζωή είναι νεκρή.

+++

Δεν είμαι απαισιόδοξος, απλά μία διαπίστωση κάνω.
Συνεχώς ξερνούμε και μετά γυρίζουμε και τρώμε τα ξερατά μας. Αμαρτάνουμε και πριν καλά καλά η μεταμέλεια μας κτυπήσει την πόρτα ξαναμαρτάνουμε. Και το φοβερό είναι ότι δεν θεωρούμε ότι σφάλαμε, δεν θεωρούμε ότι αδικήσαμε, δεν θεωρούμε ότι παρεκκλίναμε του σκοπού της ζωή μας. Εάν πέσουμε μία φορά δεν σταματούμε, δεν τρέχουμε αμέσως στο πετραχήλι του πνευματικού μας για να αναστηθούμε αλλά λέμε με το λογισμό μας «αφού έπεσα μία φορά τώρα δεν πειράζει...ας ξαναπέσω. Όταν θα ξαναεπισκεφτώ τον πνευματικό μου τότε θα σταματήσω».

Έχουμε δηλαδή την πτώση μας σχεδιασμένη. Όμως δεν ξέρουμε φίλοι μου πότε θα μας βρει ο θάνατος. Εάν πέσαμε μία φορά δεν χρειάζεται να πέφτουμε συνέχεια, ας σταματήσουμε στην μία φορά. Γιατί αν συνηθίσουμε να πέφτουμε με την δικαιολογία ότι "λερωθήκαμε λίγο άρα ποια η διαφορά του λίγο με το πολύ", τότε θα χάσουμε κάθε αίσθηση της πτώσης μας και με την πάροδο του χρόνου θα την θεωρούμε την φυσική μας κατάσταση.

+++

Το να έχουμε αδελφοί μου εμπιστοσύνη στην αγάπη του Θεού δεν σημαίνει ότι μπορούμε να παραμένουμε ράθυμοι, αμελείς, αμετανόητοι. Η ουσία της χριστιανικής ελπίδος είναι ενεργητική, αυτό σημαίνει αγώνα και προσπάθεια στο στίβο των αρετών. Η ελπίδα χωρίς προσωπικό αγώνα είναι πλάνη και όλεθρος διότι οδηγεί τον άνθρωπο στην αιώνια απώλεια.
Χωρίς πραγματικό αγώνα και δίψα για τον Θεό, θα κοινωποιούμε το πρωί το συναξάρι της ημέρας και το βράδυ θα ποστάρουμε την φωτογραφία μας σε κάποιο μπαρ μ' ένα ποτό στο χέρι.
Από την μια το θυμιατό και από την άλλη το πούρο.

Και όλα αυτά θα γίνονται χωρίς κανέναν ενδοιασμό. Θα μας είναι πολύ φυσικό και το ένα και το άλλο. Ίδια αξία για μας θα έχει η αγρυπνία σε ένα μοναστήρι και το ξενύχτι μας σε ένα κέντρο διασκέδασης.

Θα κάνουμε κηρύγματα περί Ορθοδόξου πνεύματος και συγχρόνως με την συμπεριφορά μας θα διχάζουμε, θα κατακρίνουμε, θα αυτοπροβαλόμαστε, χωρίς υπακοή, χωρίς ταπεινό και εκκλησιαστικό φρόνημα, χωρίς διάθεση για ομόνοια και ειρήνη. Θα "ορθοδοξούμε" πολεμώντας και θα νομίζουμε ότι είμαστε και "μάρτυρες της αληθείας", ενώ είμαστε φερέφωνα του διαβόλου.
Πώς είναι δυνατόν να μιλάς για τα πνευματικά ενώ συγχρόνως το μόνο που σε ενδιαφέρει είναι ο τραπεζικός σου λογαριασμός, η ομορφιά του προσώπου σου, τα μοδάτα ρούχα σου, η αίγλη της κοινωνικής σου ζωής;

+++

Φυσικά η πνευματική μας πρόοδο και σωτηρία πραγματώνεται δια της Χάριτος του Παρακλήτου όμως η Χάρις δεν έρχεται ουρανοκατέβατα, μαγικά, αλλά ενεργοποιείται δια της προσωπική μας προσπάθειας.

Ο Παράκλητος σκηνώνει μέσα μας όταν βρίσκει χώρο να το κάνει. Εάν δεν αδειάσουμε τον εαυτό μας απ΄ όλα αυτά τα περριτά και μάταια ο Παράκλητος θα παραμένει εξόριστος.

Πως να μιλήσουμε για τα πνευματικά, όταν η ζωή μας είναι τόσο ρυπαρή;

αρχιμ. Παύλος Παπαδόπουλος

πηγή 

Ὁ Νικητής τοῦ θανάτου. Ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος

Σήμερα λοιπὸν ὁ Κύριός μας περιοδεύει στὸν Ἅδη. Σήμερα συνέτριψε τὶς χάλκινες πύλες καὶ τοὺς σιδερένιους μοχλούς του. Πρόσεξε τὴν ἀκριβολογία. Δὲν εἶπε, ἄνοιξε τὶς πύλες, ἀλλὰ «συνέτριψε τὶς χάλκινες πύλες», γιὰ νὰ ἀχρηστεύσει τὸ δεσμωτήριο.
Δὲν ἀφαίρεσε τοὺς μοχλούς, ἀλλὰ τοὺς συνέτριψε, γιὰ νὰ ἀχρηστεύσει τὴ φυλακή. Ὅπου βέβαια δὲν ὑπάρχει οὔτε μοχλὸς οὔτε θύρα, καὶ ἂν κάποιος εἰσέλθει, δὲν ἐμποδίζεται νὰ ἐξέλθει. Ὅταν λοιπὸν συντρίψει ὁ Χριστός, ποιὸς θὰ μπορέσει νὰ διορθώσει;
 Οἱ βασιλεῖς ὅταν πρόκειται νὰ ἀφήσουν ἐλεύθερους τούς φυλακισμένους, δὲν κάνουν αὐτὸ ποὺ ἔκανε ὁ Χριστός, ἀλλὰ δίνουν διαταγὲς καὶ ἀφήνουν στὴ θέση τους καὶ τὶς πόρτες καὶ τοὺς φύλακες, δείχνοντας μ’ αὐτὸ πῶς θὰ χρειαστεῖ νὰ μποῦν πάλι ἐκεῖ μέσα ἢ ἐκεῖνοι ποὺ ἀποφυλακίστηκαν ἢ κάποιοι ἄλλοι στὴ θέση τους.
Ἀλλὰ ὁ Χριστὸς δὲν ἐνεργεῖ μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο. Θέλοντας νὰ δείξει ὅτι καταργήθηκε ὁ θάνατος, συνέτριψε τὶς χάλκινες πύλες του. Καὶ τὶς ὀνόμασε χάλκινες ὄχι ἐπειδὴ ἦταν ἀπὸ χαλκό, ἀλλὰ γιὰ νὰ δηλώσει τὴ σκληρότητα καὶ τὴν ἀδιαλλαξία τοῦ θανάτου.

Καὶ γιὰ νὰ μάθεις ὅτι χαλκὸς καὶ σίδηρος ἐκφράζουν τὴν ἀκαμψία καὶ τὴ σκληρότητα, ἄκουσε τί λέει σὲ κάποιον ἀδιάντροπο: «Τὰ νεῦρα σου εἶναι ἀπὸ σίδηρο καὶ τράχηλος καὶ τὸ μέτωπό σου ἀπὸ χαλκό».
Καὶ ἐκφράστηκε ἔτσι ὄχι διότι εἶχε σιδερένια νεῦρα ἢ χάλκινο μέτωπο, ἀλλὰ ἐπειδὴ ἔδειχνε πὼς εἶναι αὐστηρός, ἀδιάντροπος καὶ σκληρός.
Θέλεις νὰ μάθεις πόσο αὐστηρὸς καὶ ἄκαμπτος καὶ ἀσυγκίνητος εἶναι ὁ θάνατος; Κανένας δὲν τὸν κατάφερε ποτὲ ν’ ἀφήσει ἐλεύθερο κάποιον ἀπὸ τοὺς αἰχμαλώτους του, ἕως ὅτου ἦρθε καὶ τὸν ἀνάγκασε ὁ Κύριος τῶν ἀγγέλων. Πρῶτα λοιπὸν συνέλαβε καὶ φυλάκισε ἐκεῖνον (τὸ θάνατο) καὶ ὕστερα τοῦ πῆρε ὅ,τι τοῦ ἀνῆκε. Γι’ αὐτὸ προσθέτει: «Θησαυροὶ ποὺ βρίσκονται στὸ σκοτάδι καὶ εἶναι κρυμμένοι καὶ δὲν φαίνονται».

Ἂν καὶ ἀναφέρεται σὲ ἕνα πράγμα, ἡ σημασία του εἶναι διπλή. Ὑπάρχουν, δηλαδή, τόποι σκοτεινοί, οἱ ὁποῖοι μπορεῖ πολλὲς φορὲς νὰ φωτιστοῦν, ἂν τοποθετήσουμε μέσα τοὺς λυχνία καὶ φῶς. Οἱ χῶροι ὅμως τοῦ Ἅδη ἦταν πολὺ σκοτεινοὶ καὶ θλιβεροὶ καὶ ποτὲ δὲν μπῆκαν μέσα τοῦ ἀκτίνες φωτός, γι’ αὐτὸ καὶ τοὺς χαρακτήρισε σκοτεινοὺς καὶ ἀόρατους.
Ἐπειδὴ ἦταν στὴν πραγματικότητα σκοτεινοὶ μέχρι τὴ στιγμὴ ποὺ κατέβηκε σ’ αὐτοὺς ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης καὶ τοὺς κατελάμπρυνε μὲ τὸ φῶς του καὶ ἔκανε τὸν Ἅδη οὐρανό. Γιατί ὅπου βρίσκεται ὁ Χριστός, ὁ τόπος μεταβάλλεται σὲ οὐρανό.
Εὔλογα ὀνομάζει τὸν Ἅδη σκοτεινὸ θησαυροφυλάκιο, γιατί ἐκεῖ ὑπῆρχε σωρευμένος πολὺς πλοῦτος. Πραγματικά, ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος ποὺ ἀποτελοῦσε πλοῦτο τοῦ Θεοῦ ληστεύτηκε ἀπὸ τὸν διάβολο ποὺ ἐξαπάτησε τὸν πρωτόπλαστο καὶ τὸν ὑποδούλωσε στὸ θάνατο.

Τὸ ὅτι τὸ ἀνθρώπινο γένος ἀποτελοῦσε πλοῦτο τοῦ Θεοῦ, τὸ ἀποδεικνύει καὶ Παῦλος μὲ ὅσα λέει: « Κύριος εἶναι πλούσιος σὲ ὅλους καὶ ἰδιαίτερα σἐκεῖνον ποὺ τὸν ἐπικαλεῖται». Ὅπως, λοιπόν, ἕνας βασιλιάς, ὅταν συλλάβει κάποιον ληστή, ποὺ λήστευε τὶς πόλεις, ποὺ ἅρπαζε ἀπὸ παντοῦ, ποὺ κρυβόταν μέσα σὲ σπηλιὲς καὶ ἀποθήκευε ἐκεῖ τὰ κλεμμένα πλούτη, ἀφοῦ φυλακίσει τὸν ληστή, ἐκεῖνον μὲν τὸν παραδίνει σὲ τιμωρία, τοὺς δὲ θησαυροὺς του μεταφέρει στὰ βασιλικὰ ταμεῖα, ἔτσι ἔκανε καὶ ὁ Χριστός, μὲ τὸ θάνατό Του φυλάκισε τὸν ληστὴ καὶ τὸν δεσμοφύλακα, δηλαδὴ τὸν διάβολο καὶ τὸ θάνατο, καὶ μετέφερε ὅλα τὰ πλούτη, ἐννοῶ τὸ ἀνθρώπινο γένος, στὰ βασιλικὰ ταμεῖα.

Αὐτὸ δηλώνει καὶ Παῦλος λέγοντας: « Κύριος μᾶς λύτρωσε ἀπτὴν ὑποδούλωσή μας στὸ σκοτάδι καὶ μᾶς μετέφερε στὸ βασίλειο τῆς ἀγάπης του». Καὶ τὸ πιὸ σπουδαῖο εἶναι ὅτι ἀσχολήθηκε μὲ τὸ γεγονὸς αὐτὸ ὁ Ἴδιος ὁ βασιλιάς, τὴ στιγμὴ ποὺ κανένας ἄλλος βασιλιὰς δὲν καταδέχτηκε νὰ κάνει κάτι παρόμοιο, ἀλλὰ δίνει ἐντολὴ στοὺς ὑπηρέτες του νὰ ἐλευθερώσουν τοὺς φυλακισμένους. Ἐδῶ ὅμως δὲν συνέβη ἔτσι, ἀλλὰ ἦρθε ὁ Ἴδιος ὁ βασιλιὰς στοὺς φυλακισμένους καὶ δὲν ντράπηκε οὔτε τὴ φυλακὴ οὔτε τοὺς φυλακισμένους. Γιατί ἦταν ἀδύνατο νὰ ντραπεῖ τὸ πλάσμα Του.
Καὶ συνέτριψε τὶς πύλες καὶ διέλυσε τοὺς μοχλοὺς καὶ κυριάρχησε στὸν Ἅδη καὶ ἐξαφάνισε ὅλη τὴ φρουρὰ καί, ἀφοῦ συνέλαβε δέσμιο τὸν δεσμοφύλακα (τὸν θάνατο), ἐπανῆλθε σ’ ἐμᾶς. Ὁ τύραννος μεταφέρθηκε αἰχμάλωτος, ὁ ἰσχυρὸς δεμένος. Ὁ ἴδιος ὁ θάνατος πέταξε τὰ ὅπλα του καὶ ἔτρεξε ἄοπλος καὶ δήλωσε ὑποταγὴ στὸ βασιλιά.
Εἶδες τί ἀξιοθαύμαστη νίκη; Εἶδες τὰ κατορθώματα τοῦ σταυροῦ; Νὰ σοῦ πῶ καὶ κάτι ἄλλο πιὸ ἀξιοθαύμαστο; Ἂν μάθεις μὲ ποιὸν τρόπο νίκησε ὁ Χριστός, ὁ θαυμασμός σου θὰ γίνει μεγαλύτερος. Μὲ τὰ ὅπλα δηλαδὴ ποὺ νίκησε ὁ διάβολος, μὲ τὰ ἴδια τὸν ὑπέταξε ὁ Χριστός. Ἀφοῦ τοῦ ἅρπαξε (ὁ Χριστὸς) τὰ ὅπλα του, μὲ ἐκεῖνα τὸν κατετρόπωσε.

Καὶ ἄκουσε πῶς; Παρθένος, ξύλο καὶ θάνατος ἦταν τὰ σύμβολα τῆς ἥττας μας. Παρθένος ἦταν ἡ Εὔα, γιατί δὲν εἶχε γνωρίσει ἀκόμα τὸν ἄνδρα της. ξύλο ἦταν τὸ δέντρο καὶ θάνατος ἡ τιμωρία τοῦ Ἀδάμ. Ἀλλὰ νά, καὶ πάλι Παρθένος καὶ ξύλο καὶ θάνατος, αὐτὰ τὰ σύμβολα τῆς ἥττας ἔγιναν σύμβολα τῆς νίκης.
Γιατί ἀντὶ τῆς Εὔας ἔχουμε τὴ Μαρία, ἀντὶ τοῦ ξύλου τῆς γνώσεως τοῦ καλοῦ καὶ τοῦ κακοῦ, τὸ ξύλο τοῦ σταυροῦ, καὶ ἀντὶ τοῦ θανάτου ὡς τιμωρία τοῦ Ἀδάμ, τὸ θάνατο τοῦ Χριστοῦ. Βλέπεις ὅτι ὁ διάβολος νικήθηκε μὲ τὰ ὅπλα πού νίκησε ἄλλοτε; Τὸν Ἀδὰμ πολέμησε ὁ διάβολος καὶ τὸν νίκησε κοντὰ στὸ δέντρο, τὸν διάβολο νίκησε ὁ Χριστὸς πάνω στὸ σταυρό.
Τὸ ξύλο τὴν πρώτη φορὰ ἔστελνε ἀπ’ τὸν Ἅδη στὴ ζωὴ ἀκόμη κι ὅσους εἶχαν πάει ἐκεῖ. Τὸ ξύλο ἐπίσης τὴν πρώτη φορὰ ἔκρυψε τὸν αἰχμάλωτο ποὺ ἦταν γυμνός, τὴ δεύτερη ἔδειχνε σ’ ὅλους γυμνὸ τὸ νικητὴ (τὸ Χριστὸ) ποὺ ἦταν κρεμασμένος ψηλά.

Καὶ ἀκόμη, πρῶτος θάνατος (τοῦ Ἀδὰμ) καταδίκασε κι ὅλους ἐκείνους ποὺ γεννήθηκαν μετὰ ἀπὸ αὐτόν, ἐνῶ δεύτερος (τοῦ Χριστοῦ) ἀνάστησε κι ἐκείνους ἀκόμη ποὺ ἔζησαν πρὶν ἀπὸ Ἐκεῖνον. «Ποιὸς μπορεῖ νὰ περιγράψει μὲ λόγια τὴ δύναμη τοῦ Κυρίου; Ἀπὸ νεκροὶ ποὺ ἤμασταν, γίναμε ἀθάνατοι. Αὐτὰ εἶναι τὰ κατορθώματα τοῦ σταυροῦ.
Ἔμαθες γιὰ τὴ νίκη; Ἔμαθες μὲ ποιὸν τρόπο ἐπιτεύχθηκε; Δὲς τώρα πῶς ἐπιτεύχθηκε χωρὶς κόπο. Δὲν βάψαμε τὰ ὅπλα μας στὸ αἷμα, δὲν παραταχθήκαμε σὲ θέση μάχης, δὲν τραυματιστήκαμε, οὔτε εἴδαμε κανέναν πόλεμο, κι ὅμως νικήσαμε.

Ἀγωνίστηκε ὁ Κύριος καὶ μεῖς στεφανωθήκαμε. Ἐπειδὴ λοιπὸν εἶναι καὶ δική μας ἡ νίκη, ἂς ψάλλουμε ὅλοι σήμερα σὰν στρατιῶτες ὕμνο ἐπινίκιο: «Κατανικήθηκε ὁ θάνατος καὶ κατατροπώθηκε. Ποῦ εἶναι θάνατε ἡ νίκη σου; Ποῦ εἶναι Ἅδη τὸ κεντρί σου;».

πηγή, πηγή

«ΤΗ ΜΥΣΤΙΚΗ ΕΝ ΦΟΒΩ ΤΡΑΠΕΖΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΑΝΤΕΣ ΠΑΝΤΕΣ» (το περιεχόμενο και το νόημα της Μεγάλης Πέμπτης)

«Τη Αγία και Μεγάλη Πέμπτη οι τα πάντα καλώς διαταξάμενοι θείοι Πατέρες, αλληλοδιαδόχως εκ τε των θείων Αποστόλων και των ιερών Ευαγγελίων παραδεδώκασιν ημίν τέσσερά τινα εορτάζειν΄ τον ιερόν Νιπτήρα, τον Μυστικόν Δείπνον (δηλαδή την παράδοσιν των καθ’ ημάς  φρικτών Μυστηρίων), την υπερφυά Προσευχήν και την Προδοσίαν αυτήν». 

Αυτό είναι το συναξάρι της Μεγάλης Πέμπτης. Η αγία μας Εκκλησία τιμά την αγία αυτή ημέρα όσα έλαβαν χώρα στο υπερώο της Ιερουσαλήμ και όσα ακολούθησαν μετά το Μυστικό Δείπνο.

Το Θείο Δράμα οδεύει προς την ολοκλήρωσή του. Ο εκουσίως και αδίκως Παθών για τη δική μας σωτηρία Κύριος γνωρίζει ότι έφτασε το τέλος της επί γης παρουσίας Του. Η προδοσία του αγνώμονα μαθητή, η σύλληψη, οι εξευτελισμοί, η καταδίκη και ο σταυρικός θάνατος είναι θέμα ωρών. Ως άνθρωπος αισθανόταν το δια της θυσίας Του βαρύ φορτίο της απολυτρώσεως του ανθρωπίνου γένους και γι’ αυτό αγωνιούσε υπερβαλλόντως. Δεν τον ενδιέφερε το δικό Του μαρτύριο και ο θάνατος, αλλά η συνέχιση του σωτηριώδους έργου Του.

Γι’ αυτό λοιπόν αφιέρωσε το βράδυ της προπαραμονής του επικείμενου ιουδαϊκού Πάσχα και παραμονή της δικής Του σταυρικής θανής στους αγαπημένους Του μαθητές. «Επιθυμία επεθύμησα τούτο το πάσχα φαγείν μεθ΄ υμών προ του με παθείν» (Λουκ.22:15) τους είπε. Ήθελε να φάγει για τελευταία φορά μαζί τους. Μα το σπουδαιότερο να τους αφήσει τις τελευταίες παρακαταθήκες Του και πάνω απ’ όλα να τελέσει τον Μυστικό Δείπνο, να παραδώσει την υπερφυά Θεία Ευχαριστία, η οποία θα τελείται στο διηνεκές ως η αέναη παρουσία Του στην Εκκλησία.

Στο υπερώο της Ιερουσαλήμ μέσα σε ατμόσφαιρα έντονης συγκινήσεως και σε ένδειξη πραγματικής και άδολης αγάπης, ως δούλος ο Κύριος έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του. Με την πράξη Του αυτή ήθελε να αφήσει την ύψιστη εντολή της αλληλοδιακονίας των ανθρώπων. «ο μείζων εν υμίν γινέσθω ως ο νεώτερος, και ο ηγούμενος ως ο διακονών» (Λουκ.22:25).

Κατόπιν κάθισαν στο τραπέζι του δείπνου. Ο Κύριος θέλησε κατ’ αρχήν να ξεκαθαρίσει την υπόθεση του προδότη μαθητή. Δεν ήταν δυνατόν να καθίσει ο άνομος εκείνος μαζί τους στην παράδοση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας, πολλώ δε μάλλον να κοινωνήσει σε αυτό. Λέγει λοιπόν «Εις εξ’ υμών παραδώσει με, ο εσθίων μετ’ εμού» (Μάρκ.14:18, Ιωάν.13:22). Τα λόγια αυτά έφεραν αναστάτωση στους μαθητές. Δεν περίμεναν να ακούσουν τέτοια φοβερή αγγελία και άρχισαν να διερωτώνται ποιος είναι αυτός. Ο αγαπημένος μαθητής Ιωάννης πέφτοντας στον τράχηλο του Διδασκάλου ρώτησε εξ’ ονόματος όλων: «Κύριε τις εστιν»; και ο Κύριος απάντησε: «Εκείνος εστιν ω εγώ βάψας το ψωμίον επιδώσω» (Ιωάν.13:26). Και βουτώντας τεμάχιο άρτου στο φαγητό το έδωσε στον Ιούδα. Αυτός το έφαγε και μετά από αυτό «εισήλθεν εις εκείνον ο Σατανάς» (Ιωάν.13:27). Ο Ιησούς του είπε: «ό ποιείς, ποίησον τάχιον» (Ιωάν.13:27). Ο προδότης μαθητής έφυγε βιαστικά, απομακρυνθείς για πάντα από τη χορεία των μαθητών και από την κοινωνία του Θείου Διδασκάλου. «Ην δε νύξ» προσθέτει ο Ιωάννης. «Νυξ πραγματική, τονίζει σύγχρονος συγγραφέας, αλλά και νυξ πνευματική εν τη ψυχή του Ιούδα, εν η το φως του θείου Πνεύματος δια παντός εσβέσθη».

Μετά από αυτό ο Κύριος προέβη στη σύσταση του Μυστηρίου της Θείας Ευχαριστίας. Έλαβε άρτο και αφού ευχαρίστησε έκοψε αυτόν σε τεμάχια και έδωκε στους μαθητές του λέγοντας: «Λάβετε, φάγετε, τούτο εστι το σώμα μου», το αληθινό το πραγματικό, «το υπέρ υμών διδόμενον» (Λουκ.22:19). Ύστερα πήρε το ποτήριο της ευλογίας, που ήταν γεμάτο με οίνο και αφού ανέπεμψε ευχαριστήριο δέηση στο Θεό Πατέρα έδωκε στους μαθητές Του λέγοντας: «Πίετε εξ αυτού πάντες΄ τούτο γαρ εστι το αίμα μου, το της Καινής Διαθήκης, το περί πολλών εκχυνόμενον εις άφεσιν αμαρτιών» (Ματθ.26:28, Μάρκ.14:24).

Αφού κοινώνησαν όλοι και έφαγαν, ο Κύριος μίλησε και απεύθυνε την τελευταία αποχαιρετιστήρια ομιλία Του στους μαθητές Του. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης διασώζει στο Ευαγγέλιό Του ολόκληρη αυτή την εκτενή ομιλία στα κεφάλαια 13-16. Ο τρόπος της ομιλίας προδίδει στον Κύριο δραματική έκφραση. Ως άνθρωπος μπροστά στο μαρτύριο, το οποίο γνωρίζει ως Θεός αγωνιά και λυπάται. Αρχίζει με το «Νυν εδοξάσθη ο υιός του ανθρώπου και ο Θεός εδοξάσθη εν αυτώ» (Ιωάν.13:31). Τα παθήματα που θα ακολουθήσουν και η ταπείνωση θα είναι η δόξα του Υιού και συνάμα αυτή θα είναι η δόξα του Πατέρα. Οι αλήθειες και οι ηθικές ιδέες της ομιλίας την καθιστούν πραγματικά μοναδική. Η τρυφερότητα προς τους μαθητές Του είναι έκδηλη, τους αποκαλεί «τεκνία». Κύριο χαρακτηριστικό της ομιλίας είναι η προτροπή για ενότητα και αγάπη μεταξύ των μαθητών και κατ’ επέκταση όλων των ανθρώπων. «Εντολήν καινήν δίδωμι υμίν ίνα αγαπάτε αλλήλους» (Ιωάν.13:3) και «Ειρήνην αφίημι υμίν, ειρήνην την εμήν δίδωμι υμίν» (Ιωάν.14:27).

Μετά ακολούθησε η περίφημη αρχιερατική προσευχή του Κυρίου. Προσεύχεται στον Ουράνιο Πατέρα για την ενότητα των μαθητών Του. Δεν εύχεται να τους άρει από τον κόσμο, αλλά να τους διαφυλάξει από τον πονηρό και τα έργα του.

Αφού περατώθηκε και η προσευχή η νύχτα είχε προχωρήσει αρκετά. Ο Ιησούς πήρε τους μαθητές Του και πήγε στο Όρος των Ελαιών. Εκεί υπήρχε κήπος στον οποίο μπήκε με τους μαθητές Του για να προσευχηθεί (Ιωάν.18:1). Ο τρόπος της προσευχής ήταν δραματικός. Ως άνθρωπος και πάλι αγωνιούσε για το επερχόμενο πάθος. «Περίλυπός εστιν η ψυχή μου έως θανάτου» (Ματθ.26:38) είπε στους μαθητές Του. «Παρελθέτω απ’ εμού το ποτήριον τούτο» (Ματθ.26:39) παρακαλούσε τον Πατέρα και «εγένετο δε ο ιδρώς αυτού ωσεί θρόμβοι αίματος καταβαίνοντος επί την γην» (Λουκ.22:45).

Κάποια στιγμή ακούστηκαν φωνές και θόρυβος πολύς. Έφτασαν οι στρατιώτες με οδηγό τον Ιούδα για να συλλάβουν τον Ιησού. Χαρακτηριστικό σύνθημα ο ασπασμός του Διδασκάλου από τον Προδότη (Λουκ.22:48). Ο Πέτρος χρησιμοποιεί βία, κόβει το αφτί του στρατιώτη Μάλχου (Ιωάν.18:11). Παρ’ όλα αυτά η σύλληψη πραγματοποιείται. Ο Κύριος δέσμιος οδηγείται σε ολονύκτιες ψεύτικες δίκες για να καταδικαστεί και να σταυρωθεί.

Τα γεγονότα που έλαβαν χώρα τη Μεγάλη Πέμπτη έχουν τεράστια σωτηριολογική σημασία για μας. Πρώτ’ απ’ όλα η εκούσια πορεία του Κυρίου προς το Πάθος φανερώνει την άμετρη θεία ευσπλαχνία και αγάπη για τον πεσόντα άνθρωπο. Η ολοκληρωτική νίκη της αμαρτίας, της φθοράς και του θανάτου μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο με τον σταυρικό θάνατο του αναμάρτητου Χριστού. Μόνο το τίμιο αίμα του Μεγάλου Αθώου μπορούσε να καθαρίσει κάθε ρύπο αμαρτίας σε όλους τους ανθρώπους όλων των εποχών. Μόνο αυτό μπορούσε να φέρει την καταλλαγή και την ισορροπία, που είχε διαταράξει σοβαρά το κακό και η αμαρτία.

Αυτή η Μεγάλη Θυσία μπορεί να έχει πρακτικά αποτελέσματα στην Εκκλησία, μέσω της Θείας Ευχαριστίας, την οποία παρέδωσε ο Κύριος τη σημερινή ημέρα στους μαθητές Του και μέσω αυτών στην Εκκλησία.

Η απολυτρωτική Θυσία του Σταυρού συνεχίζεται στο διηνεκές στις άγιες Τράπεζες των ναών, ως την κυριότερη αγιαστική πράξη της Εκκλησίας μας.

Ο Κύριος είναι παρών στην Εκκλησία Του μέσω του ιερού Μυστηρίου τη Θείας Ευχαριστίας. Εμείς γινόμαστε οργανικά, πραγματικά, μέλη του μυστικού Του Σώματος με την Κοινωνία του αγίου Σώματός Του. Έτσι συντελείται η σωτηρία μας.

πηγή: Αποστολική Διακονία

antexoume.wordpress 

Πέμπτη 29 Απριλίου 2021

Γιατί ο Χριστός δεν άλλαξε τον Ιούδα;

«Τότε, αφού πήγε στους αρχιερείς ένας από τους δώδεκα, ο Ιούδας ο Ισκαριώτης, είπε, τι θέλετε να μου δώσετε για να σας τον παραδώσω;»[…]

Καί ακριβώς όταν η πόρνη μετανοούσε, όταν καταφιλούσε τα πόδια του Κυρίου, τότε πρόδιδε το Δάσκαλο ο μαθητής. Γι’ αυτό είπε «τότε», για να μην κατηγορήσεις για αδυναμία το Δάσκαλο, όταν βλέπεις τον μαθητή του να τον προδίδει. Γιατί τόσο μεγάλη ήταν η δύναμη του Δασκάλου, ώστε να πείθει να Τον ακολουθούν ακόμη και οι πόρνες.

Θά αναρωτιόταν όμως κανείς, Εκείνος που είχε τη δύναμη να μεταστρέφει τις πόρνες και να τις κάνει να Τον ακολουθούν, δεν κατάφερε να κερδίσει την αγάπη του μαθητή του; Είχε τη δύναμη να κερδίσει το μαθητή, αλλά δεν επιθυμούσε να τον μεταβάλει αναγκαστικά στο καλό, ούτε με τη βία να τον προσελκύσει κοντά Του. «Τότε, αφού πήγε». Και το «αφού πήγε» αυτό δεν στερείται κάποιας σημασίας. 
Γιατί δεν κάλεσαν οι αρχιερείς τον Ιούδα, ούτε αναγκάστηκε, ούτε υποχρεώθηκε, αλλά ο ίδιος μόνος του κι ελεύθερα γέννησε την πονηρή αυτή σκέψη κι έβγαλε αυτή την απόφαση, χωρίς να έχει κανέναν σύμβουλο σ’ αυτό το πονηρό του έργο. «Τότε, αφού πήγε …; ένας από τους δώδεκα».

Τί σημαίνει το «ένας από τους δώδεκα»; Και αυτός ο λόγος «ένας από τους δώδεκα» δείχνει πως η κατηγορία του Ιούδα είναι πολύ μεγάλη. Γιατί ο Ιησούς είχε και άλλους μαθητές, εβδομήντα συνολικά. Αλλά εκείνοι βρίσκονταν σε δεύτερη θέση και δεν απολάμβαναν τόση τιμή, ούτε είχαν τόση οικειότητα με τον Διδάσκαλο, ούτε γνώριζαν τόσο τα μυστικά Του όσο οι δώδεκα. Αυτοί προπάντων ήταν οι εκλεκτοί, αυτοί αποτελούσαν τον στενό κύκλο του Βασιλιά, αυτοί αποτελούσαν την ομάδα που ήταν κοντά στο Δάσκαλο, και από αυτήν ξεπήδησε ο Ιούδας.
Γιά να μάθεις, λοιπόν, ότι δεν Τον πρόδωσε απλώς κάποιος από τους μαθητές Του, αλλά ένας από τους εκλεκτούς Του, γι’ αυτό αναφέρει ο Ευαγγελιστής το «ένας από τους δώδεκα». Και δε ντρέπεται ο Ματθαίος να το αναφέρει. Αλλά για ποιό λόγο να ντραπεί; Το αναφέρει για να μάθεις πως παντού και πάντα λένε οι Ευαγγελιστές την αλήθεια και δεν αποκρύπτουν τίποτα, ακόμη και αυτά που θεωρούνται αξιοκατάκριτα. 

Γιατί αυτά που φαίνονται πως είναι αξιοκατάκριτα, αυτά αποδεικνύουν τη φιλανθρωπία του Κυρίου. Ότι δηλαδή προσέφερε τόσα πολλά αγαθά στον προδότη, το ληστή, τον κλέφτη (τόν Ιούδα) και συνέχιζε μέχρι την τελευταία στιγμή να τον έχει κοντά Του. Και μάλιστα τον νουθετούσε και τον συμβούλευε και τον φρόντιζε με κάθε τρόπο.
Άν εκείνος δεν έδινε σημασία, δεν φταίει ο Κύριος. Και μάρτυρας είναι η πόρνη, και μη πολυπαίρνεις θάρρος προσέχοντας τον Ιούδα. Γιατί και τα δύο αυτά είναι ολέθρια, και το υπέρμετρο θάρρος και η απελπισία (απόγνωση). Γιατί το υπέρμετρο θάρρος κάνει να πέσει κάτω αυτός που στέκεται όρθιος, και η απελπισία εμποδίζει να σηκωθεί αυτός που έχει πέσει. Γι’ αυτό και ο Παύλος συμβούλευε λέγοντας: «Αυτός που νομίζει πως στέκεται, ας προσέχει μην πέσει».

Έχεις τα παραδείγματα και των δύο πως έπεσε δηλαδή ο μαθητής, που νόμιζε πως στεκόταν όρθιος, και πως σηκώθηκε η πόρνη που είχε πέσει. Η σκέψη μας εύκολα παρασύρεται και η θέλησή μας είναι ευμετάβλητη. Γι’ αυτό πρέπει να διαφυλάσσουμε και να οχυρώνουμε τον εαυτό μας από παντού.[…]

«Τί θέλετε να μου δώσετε, κι εγώ θα σας Τον παραδώσω». Πές μου Ιούδα, αυτά σου έμαθε ο Χριστός; Γι’ αυτό το λόγο δεν έλεγε, «μήν αποκτήσετε χρυσά νομίσματα, ούτε ασημένια, ούτε χάλκινα που να τα φυλάγετε στις ζώνες σας», θέλοντας να περιορίσει από πιό μπροστά τη φιλαργυρία σου;[…]
«Τί θέλετε να μου δώσετε, κι εγώ θα σας Τον παραδώσω». Πολύ σκληρά είναι τα λόγια αυτά. Πές μου, μπορείς εσύ να παραδώσεις Εκείνον που συγκρατεί τα πάντα, που εξουσιάζει τους δαίμονες, που διατάσσει τη θάλασσα και είναι ο Κύριος όλων όσων υπάρχουν στη φύση; Για να περιορίσει λοιπόν τη παραφροσύνη του και για να δείξει πως αν δεν ήθελε, δεν θα προδιδόταν, άκουσε τι κάνει.
Κατά την ώρα ακριβώς της προδοσίας, όταν ήρθαν εναντίον Του κρατώντας ξύλα, λαμπάδες και πυρσούς, τους λέει: «Ποιόν ζητάτε;» και δεν γνώριζαν Εκείνον που επρόκειτο να συλλάβουν. Τόσο πολύ έλειπε η δύναμη από τον Ιούδα στο να παραδώσει τον Κύριο, ώστε δεν Τον έβλεπε τη στιγμή που επρόκειτο να Τον παραδώσει, ενώ ήταν παρών, και όλα αυτά τη στιγμή που υπήρχαν τόσες λαμπάδες και τόση φωτοχυσία.

Αυτό βέβαια υπαινίχθηκε και ο Ευαγγελιστής λέγοντας ότι είχαν λαμπάδες και πυρσούς και δεν τον έβλεπαν. Και κάθε ημέρα του το υπενθύμιζε και με λόγια και με έργα, ότι δηλαδή δεν θα μπορέσει να Τον προδώσει στα κρυφά. Και μάλιστα δεν του έκανε (ο Κύριος) παρατηρήσεις φανερά μπροστά σε άλλους, για να μην τον κάνει πιό αδιάντροπο, ούτε πάλι αποσιωπούσε τα σφάλματά του, για να μην νομίζει ότι περνούν απαρατήρητα και επιχειρήσει άφοβα την προδοσία, αλλά διαρκώς έλεγε: «Ένας από εσάς θα με παραδώσει», δεν τον φανέρωσε όμως.

Είπε πολλά (ο Κύριος) και για την κόλαση, πολλά και για τη Βασιλεία των ουρανών και απέδειξε τη δύναμη που είχε και για τα δύο, και για να τιμωρεί τους αμαρτωλούς και για να ανταμείβει τους δικαίους. Αλλά εκείνος (ο Ιούδας) όλα αυτά τα περιφρόνησε, ο Θεός όμως δεν τον ανακάλεσε με τη βία από αυτό που αποφάσισε. Επειδή λοιπόν μας δημιούργησε ελεύθερους να διαλέγουμε τις κακές ή τις ενάρετες πράξεις, επιθυμεί να είμαστε καλοί με τη θέλησή μας. Γι’ αυτό αν εμείς δεν θέλουμε, ούτε μας πιέζει ούτε μας αναγκάζει.

Επειδή αυτός που γίνεται με τη βία ενάρετος, δεν είναι δυνατόν να είναι ενάρετος. Αφού λοιπόν κι εκείνος ήταν ελεύθερος να διαλέξει και ήταν σε θέση να μην υποστεί βία για να κλίνει πρός τη φιλαργυρία, γι’ αυτό τυφλώθηκε η σκέψη του, πρόδωσε τη σωτηρία του και είπε: «Τί θέλετε να μου δώσετε, κι εγώ θα σας Τον παραδώσω». Επικρίνοντας τη διανοητική του τύφλωση και την αναισθησία, ο Ευαγγελιστής λέει ότι την ώρα που πήγαν να συλλάβουν τον Κύριο, βρισκόταν μαζί τους και ο Ιούδας, εκείνος που είπε «τί θέλετε να μου δώσετε, κι εγώ θα σας Τον παραδώσω».

Καί όχι μόνο από αυτό είναι δυνατόν να δούμε τη δύναμη του Χριστού, αλλά και απ’ ότι μόλις Εκείνος απλώς μίλησε, απομακρύνθηκαν κι έπεσαν κάτω.

Επειδή όμως ούτε μ’ αυτόν τον τρόπο δεν σταμάτησαν το επαίσχυντο έργο τους, παραδίνεται αμέσως σαν να έλεγε: Εγώ έκανα το καθήκον μου, αποκάλυψα τη δύναμή μου και απέδειξα ότι επιχειρείτε πράγματα ακατόρθωτα. Θέλησα να περιορίσω την κακία σας, αλλά επειδή εσείς δεν θελήσατε και επιμένετε στην παραφροσύνη σας, νά, σας παραδίνομαι.
Τά ανέφερα όλα αυτά, για να μην κατηγορήσουν μερικοί τον Χριστό, και πούν: γιατί δεν μετέστρεψε τον Ιούδα;

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος

πηγή, πηγή

synaxipalaiochoriou.blogspot 

“Ω, Κύριέ μας! Γιατί κλαις τώρα, όταν όλος ο λαός χαίρεται;” (Λόγος εις την Κυριακήν των Βαΐων )

Αγ. Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας

Η Ιερουσαλήμ ήταν γεμάτη κόσμο που ήλθε από παντού για να γιορτάσει τη μεγάλη γιορτή του Πάσχα. Όλη η πόλη μιλούσε για τον μεγάλο προφήτη και θαυματουργό από τη Ναζαρέτ, ο οποίος μόλις τώρα έκανε το μεγαλύτερο από όλα τα άλλα αμέτρητα θαύματά Του, ανέστησε τον Λάζαρο, ο οποίος τέσσερεις ολόκληρες ημέρες βρισκόταν στον τάφο. Τον περίμεναν να έλθει στην πόλη και προετοιμάζονταν για τη θερμή υποδοχή Του.

Αυτός, συνοδευόμενος από τους μαθητές Του, δεν περπατούσε πεζός, όπως πάντα, αλλά, ξεκινώντας από τη Βηθσφαγή, ανέβηκε σ’ ένα θηλυκό γαϊδούρι και το πουλάρι του, για να πληρωθεί το ρηθέν του προφήτη Ζαχαρία: «Χαίρε σφόδρα, θύγατερ Σιών κήρυσσε, θύγατερ Ιερουσαλήμ• ιδού ο βασιλεύς σου έρχεταί σοι, δίκαιος και σώζων αυτός, πραϋς και επιβεβηκώς επί υποζύγιον και πώλον νέον» (Ζαχ. 9, 9). Οι απόστολοι έβαλαν πάνω στο γαϊδούρι και το πουλάρι του τα ρούχα τους, ενώ ο λαός πήρε κλαδιά φοινίκων και έστρωνε τα ρούχα του στον δρόμο, στα πόδια των ζώων, κραυγάζοντας με μεγάλη χαρά: «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, βασιλεύς του Ισραήλ».

Οι Αρχιερείς, οι Φαρισαίοι και οι Γραμματείς άκουγαν με τρόμο τις κραυγές αυτές, που προανάγγελλαν την πτώση της πνευματικής τους εξουσίας στον λαό. Ας στρέψουμε και εμείς τώρα το βλέμμα μας και ας δούμε τον Κύριο Ιησού Χριστό τη στιγμή αυτή. Με έκπληξη θα δούμε ότι  δεν χαίρεται την πανηγυρική αυτή υποδοχή. Αντίθετα σκύβει το κεφάλι Του και κλαίει με λυγμούς. Ω, Κύριέ μας! Γιατί κλαις τώρα, όταν όλος ο λαός χαίρεται; Το ήξερε μόνο Αυτός ο Παντογνώστης. Δεν έκλαιγε για τον Εαυτό Του αλλά για τον λαό Του. Για το ότι δεν πίστεψε στον Μεσσία Χριστό, ο οποίος ήλθε γι’ αυτόν, για το ότι σκότωνε τους προφήτες που έστελνε σ’ αυτόν και για το ότι πέντε μέρες μετά από αυτή την υποδοχή ως Βασιλιά, θα ζητήσει από τον Πιλάτο να Τον σταυρώσει! για όλα αυτά, θα τον βρουν τον λαό αυτό πολλά δεινά.

Άραγε ο Θεός, που είναι Βασιλιάς όλου του κόσμου, διεκδικούσε την εξουσία και προσδοκούσε να γίνει βασιλιάς του μικρού αυτού και σκληροτράχηλου λαού του Ισραήλ, ο οποίος δεν γνώρισε και δεν δέχθηκε τον Μεσσία του και τώρα ετοιμαζόταν να Τον παραδώσει στο φρικτό και βασανιστικότατο σταυρικό θάνατο; Όλες οι αγίες επουράνιες ασώματες δυνάμεις θα θρηνούσαν κατά την πανηγυρική Του είσοδο στην Ιερουσαλήμ, αν ήξεραν για τον φρικτό σταυρό που Του ετοιμαζόταν στον Γολγοθά.

Μόνο για τους σύγχρονούς Του Εβραίους έκλαιγε ο Κύριος Ιησούς Χριστός; Ασφαλώς όχι! Αυτός ο Παντογνώστης ήξερε ακόμα και αυτά που βλέπουμε εμείς στις ημέρες μας. Ήξερε ότι με το πέρασμα των αιώνων το ανθρώπινο γένος όλο και περισσότερο θα Τον ξεχνούσε, ότι θα Τον βλασφημούσε και θα έβριζε το άγιο όνομά Του. Το ήξερε, γι’ αυτό και έλεγε ότι ο Υιός του ανθρώπου, όταν θα έλθει για δεύτερη φορά, πιθανώς, δεν θα βρει την πίστη πάνω στη γη.

Πρέπει να κλαίμε και εμείς που τόσο συχνά ξεχνάμε τον σταυρό του Χριστού και ιδιαίτερα αυτοί για τους οποίους λέει ο απόστολος Παύλος: «ο τον Υιόν του Θεού καταπατήσας και το αίμα της διαθήκης κοινόν ηγησάμενος, εν ω ηγιάσθη, και το Πνεύμα της χάριτος ενυβρίσας!» (Έβρ. 10, 29). Και τόσο πολλοί, και σε ποιο τρομερό βαθμό, υπάρχουν μεταξύ μας τέτοιοι κακότυχοι αδελφοί μας!

Σώσε τους, Κύριε!

Σώσε τους, Κύριε!

Σώσε τους, Κύριε!

Αμήν.

(Από την συλλογή: «Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας, Λόγοι και ομιλίες που εκφωνήθηκαν στην Συμφερούπολη κατά την περίοδο 1955-1957.» τόμος Α. Σελ. 126 – 128. Μετάφραση από τα ρωσικά. ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ», Θεσσαλονίκη. επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)

antexoume.wordpress 

Θεούμενος και Μετάνθρωπος (Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου Ιερόθεος)

Καθημερινά διαβάζουμε τά σχετικά μέ τήν ἐξέλιξη τῆς ρομποτικῆς καί τῆς «τεχνητῆς εὐφυῒας-νοημοσύνης», τό πῶς οἱ ἄνθρωποι μαγεμένοι ἀπό τήν ἐ...