Πέμπτη, 19 Ιουλίου 2018

Η συνειδηση και η γνωση του εαυτου μας

«Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερος νικητής στήν γῆ, παρά ἐκεῖνος, πού ἐνίκησε τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του καί κυριαρχεῖ ἐπάνω στά πάθη του».
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΜΠΟΚΑ
Νά μήν εἶσαι φοβισμένος ἐξ αἰτίας κάποιου, οὔτε φυσικά καί ἀπό τόν ἴδιο τόν ἑαυτό σου. Στά βάθη τῆς ὑπαρξεώς μας ζῆ ἕνα κριτής, ὁ ὁποῖος δέν μᾶς ἐξαπατᾶ καί ἡ φωνή του εἶναι πολύ σπουδαιότερη ἀπό τήν γνώμη ὅλου τοῦ κόσμου.
Στήν ψυχή τοῦ ἁμαρτωλοῦ, ὁ ὁποῖος δέν ἐλέγχεται ἀπό τήν συνεί­δησί του, ἐνωρίτερα ἤ ἀργότερα, θά ἔλθουν ὅμως στιγμές, πού ἡ φωνή τῆς συνειδήσεώς του θά διαμαρτυρηθῆ μέ ὅλη τήν δύναμί της. Αὐτές εἶναι στιγμές βασανιστικές, στιγμές οἱ ὁποῖες θά κρατήσουν χρόνια καί οἱ ὁποῖες θά εἶναι μόνο ἡ ἀρχή, χωρίς τέλος. Ἀλλοίμονο σ᾿ ἐκεῖνον, ὁ ὁποῖος κλίνει περισσότερο πρός τό κακό καί στό βάθος τῆς ψυχῆς του φωλιάζει ἡ ἁμαρτία.
Ἄνθρωπος λέγεται μόνο ἐκεῖνος πού ξέρει τόν ἑαυτό του. Γιά νά γνωρίσης τόν ἑαυτό σου, εἶναι ἡ δυσκολώτερη καί ἡ ὠφελιμώτερη γνῶσις. Ὁ ἐγωϊσμός μεγαλύνει πάντοτε, ἐσφαλμένα βέβαια, τόν ἑαυτό μας καί τά χαρίσματά μας πρῶτα στά ἰδικά μας μάτια! Δέν εἶναι τίποτε εὐκολώτερο ἀπό τό νά ἀπατᾶσαι ἀπό τόν ἴδιο τόν ἑαυτό σου καί καπνιζόμενος μέ τήν κενοδοξία νά νομίζης ὅτι εἶσαι κάτι, ἐνῶ δέν εἶσαι τίποτε.
Μή καταπιάνεσαι νά κρίνης τούς ἄλλους, ὅσο νά ἐξετάζης τόν ἴδιο τόν ἑαυτό σου...δεκαπλασίασε τό κλᾶμμα καί τόν στεναγμό τῆς καρδίας σου γιά τίς ἁμαρτίες σου, διότι εἶναι δυνατόν αὐτές νά εἶναι δέκα φορές χειρότερες ἀπό ὅ,τι ἐσύ πιστεύεις καί ταπείνωσε ἑκατό φορές τήν δῆθεν καλωσύνη τῶν καλῶν σου ἔργων, διότι ἴσως πράγματι νά εἶναι ἔτσι. Αὐτή ἡ διδασκαλία περιλήφθηκε ἀπό τόν ἅγιο Μακάριο τόν Αἰγύπτιο.
Βίαζε νά γνωρίσης τόν ἑαυτό σου καί τότε θά γνωρίσης πολλά πράγματα. Ὅποιος βλέπει τίς ἁμαρτίες του θά ἰδῆ νά μπαίνη μέσα του ἡ εἰρήνη τοῦ Θεοῦ. Πολλοί θέλουν νά ξέρουν τί γίνεται στίς ξένες χῶρες, ἀλλά τί εὑρίσκεται στήν ψυχή τους δέν θέλουν νά ἐξετάσουν.
Δέν ὑπάρχει τίποτε μεγαλύτερο ἀπό τό νά γνωρίζης τήν ἀδυναμία καί ἀμάθειά σου. Τό πρῶτο σημεῖο τῆς σοφίας σου εἶναι νά ἀναγνωρίσης τά λάθη σου. Ἡ γνῶσις τοῦ ἑαυτοῦ μας καί τῶν σφαλμάτων μας εἶναι ἡ ἀρχή τῆς σωτηρίας μας. Ὅποιος ἐγνώρισε τίς ἁμαρτίες του, ἔφθασε στό μέσον τοῦ δρόμου γιά τήν δικαίωσί του, ἀλλά ὅποιος ὅμως δέν τίς ἐγνώρισε, ἐκεῖνος ἀκόμη δέν ἄρχισε οὔτε τήν νηστεία, οὔτε τήν προσευχή.
Γιά νά γνωρίσουμε τόν ἑαυτό μας, πρέπει νά καλοῦμε κάθε ἡμέρα τήν ψυχή μας σέ δικαστήριο καί νά ζητοῦμε λογαριασμό γιά τήν ζωή καί τήν συμπεριφορά του ἀπέναντί μας, ἀπέναντι τοῦ κόσμου καί ἀπέναντι τοῦ Θεοῦ. Νά μή κοιμούμεθα, προτοῦ νά σκεφθοῦμε τίς ἁμαρτίες τίς ὁποῖες ἐπετελέσαμε στόν διάβα τῆς ζωῆς μας.
Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερος νικητής στήν γῆ, παρά ἐκεῖνος, πού ἐνίκησε τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του καί κυριαρχεῖ ἐπάνω στά πάθη του.
Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερος ἐχθρός γιά τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν ἴδιο τόν ἄνθρωπο καί ἀπό τίποτε δέν πρέπει νά φοβᾶται ὁ ἄνθρωπος, ὅσο ἀπό τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του. Ὅποιος ἐξουσιάζει τίς αἰσθήσεις του, αὐτός διέρχεται τήν ζωή του μέ εἰρήνη.
Ἡ ἀπόκτησις τῆς εἰρήνης δέν πρέπει νά ἀναζητηθῆ πρῶτα μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, ἀλλά πρῶτα στό σῶμα σου, στό πνεῦμα σου καί στήν ψυχή σου. Ἐάν δέν γίνης βασιλεύς ἐπάνω στίς ἐπιθυμίες καί τούς λογι­σμούς σου, δέν θά κληρονομήσης τήν Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.
Ἐπειδή δημιουργήθηκες ἐλεύθερος καί κλήθηκες στήν ἐλευθερία, μήν ἀνέχεσαι νά γίνης δοῦλος τῶν ἀκαθάρτων παθῶν σου.
από το βιβλίο: «ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΡΙΑ»
ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΡΣΕΝΙΟΥ ΜΠΟΚΑ, ΡΟΥΜΑΝΟΥ ΙΕΡΟΜΟΝΑΧΟΥ, (1910-1989)

Η αιτία της παρακμής της κοινωνίας

Ρωμ. 12,2 καὶ μὴ συσχηματίζεσθαι τῷ αἰῶνι τούτῳ, ἀλλὰ μεταμορφοῦσθαι τῇ ἀνακαινώσει τοῦ νοὸς ὑμῶν, εἰς τὸ δοκιμάζειν ὑμᾶς τί τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, τὸ ἀγαθὸν καὶ εὐάρεστον καὶ τέλειον.
Η αιτία της παρακμής της κοινωνίας
Όλοι παραδεχόμαστε ότι κάτι δεν πάει καλά στον κόσμο που από ηθική άποψη είναι βαριά άρρωστος. Οι διάφοροι μεγαλόσχημοι σωτήρες προτείνουν διάφορα φάρμακα για την θεραπεία: Περισσότερη μόρφωση, καλύτερη ιατρική περίθαλψη, άνοδο του βιοτικού επιπέδου….
Όλα αυτά είναι καλά, αλλά στην πραγματικότητα μοιάζουν με έμπλαστρο σε ξύλινο πόδι. Σήμερα το επείγον πρόβλημα της κοινωνίας μας, που χρειάζεται θεραπεία, είναι να τοποθετηθεί η οικογενειακή ζωή εκ νέου στη σωστή της βάση.
Άλλοι πάλι φρονούν ότι η θεραπεία των δεινών της ανθρωπότητας μπορεί να έρθει από τις κυβερνήσεις, τους επιστήμονες, τους πανεπιστημιακούς, τους ανθρώπους του πνεύματος, την εκκλησία.
Όλα αυτά μπορεί να παίξουν κάποιον ρόλο, αλλά εκείνο που πραγματικά κατεργάζεται το μέλλον της ανθρωπότητας είναι η οικογένεια, που είναι το τελευταίο προπύργιο της τάξης, της κοινωνίας, του κράτους, της θρησκείας.
Χρειαζόμαστε επιτακτικά οικογένειες που η λειτουργία τους θα στηρίζεται στις αρχές του Ευαγγελίου και στις διδασκαλίες των Αγίων Πατέρων. Το κέντρο ζωής τους θα είναι ο Ιησούς Χριστός, που ευλόγησε τον γάμο. (στην Κανά)
Κύριε μας, προσπαθήσαμε να δώσουμε λύση στα προβλήματά μας με δικούς μας τρόπους και δικές μας μεθόδους αλλά όλα αποδείχτηκαν ανεπαρκή. Μόνο αν ως άτομα και ως οικογένειες στραφούμε σ’ Εσένα και σ’ ανακηρύξουμε Σωτήρα και Κύριο της ζωής μας όλα θα βρούν την σωστή θέση τους.
Jorge Melissas

Δευτέρα, 16 Ιουλίου 2018

Το ΜΥΣΤΗΡΙΟ όσων γεννήθηκαν έως το 1985…


Ήμαστε μια γενιά σε αναμονή: περάσαμε την παιδική μας ηλικία περιμένοντας.
Έπρεπε να περιμένουμε δύο ώρες μετά το φαγητό πριν κολυμπήσουμε, δύο ώρες μεσημεριανό ύπνο για να ξεκουραστούμε και τις Κυριακές έπρεπε να…μείνουμε νηστικοί όλο το πρωί για να κοινωνήσουμε.
Ακόμα και οι πόνοι περνούσαν με την αναμονή.. Κοιτάζοντας πίσω, είναι δύσκολο να πιστέψουμε ότι είμαστε ακόμα ζωντανοί.. Εμείς ταξιδεύαμε σε αυτοκίνητα χωρίς ζώνες ασφαλείας και αερόσακους.
Κάναμε ταξίδια 10 και 12 ωρών, πέντε άτομα σε ένα Φιατάκι και δεν υποφέραμε από το «σύνδρομο της τουριστικής θέσης». Δεν είχαμε πόρτες, παράθυρα, ντουλάπια και μπουκάλια φαρμάκων ασφαλείας για τα παιδιά..
Ανεβαίναμε στα ποδήλατα χωρίς κράνη και προστατευτικά, κάναμε ωτο-στοπ, καβαλάγαμε μοτοσικλέτες χωρίς δίπλωμα.
Οι κούνιες ήταν φτιαγμένες από μέταλλο και είχαν κοφτερές γωνίες. Ακόμα και τα παιχνίδια μας ήταν βίαια.
Περνάγαμε ώρες κατασκευάζοντας αυτοσχέδια αυτοκίνητα για να κάνουμε κόντρες κατρακυλώντας σε κάποια κατηφόρα και μόνο τότε ανακαλύπταμε ότι είχαμε ξεχάσει να βάλουμε φρένα. Παίζαμε «μακριά γαϊδούρα» και κανείς μας δεν έπαθε κήλη ή εξάρθρωση..
Βγαίναμε από το σπίτι τρέχοντας το πρωί, παίζαμε όλη τη μέρα και δεν γυρνούσαμε στο σπίτι παρά μόνο αφού είχαν ανάψει τα φώτα στους δρόμους. Κανείς δεν μπορούσε να μάς βρει.
Τότε δεν υπήρχαν κινητά. Σπάζαμε τα κόκαλα και τα δόντια μας και δεν υπήρχε κανένας νόμος για να τιμωρήσει τους «υπεύθυνους»
Ανοίγανε κεφάλια όταν παίζαμε πόλεμο με πέτρες και ξύλα και δεν έτρεχε τίποτα. Ήταν κάτι συνηθισμένο για παιδιά και όλα θεραπεύονταν με λίγο ιώδιο ή μερικά ράμματα.. Δεν υπήρχε κάποιος να κατηγορήσεις παρά μόνο ο εαυτός σου.
Είχαμε καυγάδες και κάναμε καζούρα ο ένας στον άλλος και μάθαμε να το ξεπερνάμε.Τρώγαμε γλυκά και πίναμε αναψυκτικά, αλλά δεν ήμασταν παχύσαρκοι. Ίσως κάποιος από εμάς να ήταν χοντρός και αυτό ήταν όλο.
Μοιραζόμασταν μπουκάλια νερό ή αναψυκτικά ή οποιοδήποτε ποτό και κανένας μας δεν έπαθε τίποτα. Καμιά φορά κολλάγαμε ψείρες στο σχολείο και οι μητέρες μας το αντιμετώπιζαν πλένοντας μας το κεφάλι με ζεστό ξύδι..
Δεν είχαμε Playstations, Nintendo 64, 99 τηλεοπτικά κανάλια, βιντεοταινίες με ήχο surround, υπολογιστές ή Ιnternet. Εμείς είχαμε φίλους.. Κανονίζαμε να βγούμε μαζί τους και βγαίναμε..
Καμιά φορά δεν κανονίζαμε τίποτα, απλά βγαίναμε στο δρόμο και εκεί συναντιόμασταν για να παίξουμε κυνηγητό, κρυφτό, αμπάριζα… μέχρι εκεί έφτανε η τεχνολογία.
Περνούσαμε τη μέρα μας έξω, τρέχοντας και παίζοντας. Φτιάχναμε παιχνίδια μόνοι μας από ξύλα.. Χάσαμε χιλιάδες greekmagazino.com μπάλες ποδοσφαίρου. Πίναμε νερό κατευθείαν από τη βρύση, όχι εμφιαλωμένο, και κάποιοι έβαζαν τα χείλη τους πάνω στη βρύση.
Κυνηγούσαμε σαύρες και πουλιά με αεροβόλα στην εξοχή, παρά το ότι ήμασταν ανήλικοι και δεν υπήρχαν ενήλικοι για να μας επιβλέπουν.
Πηγαίναμε με το ποδήλατο ή περπατώντας μέχρι τα σπίτια των φίλων και τους φωνάζαμε από την πόρτα. Φανταστείτε το! Χωρίς να ζητήσουμε άδεια από τους γονείς μας, ολομόναχοι εκεί έξω στο σκληρό αυτό κόσμο! Χωρίς κανέναν υπεύθυνο! Πώς τα καταφέραμε;
Στα σχολικά παιχνίδια συμμετείχαν όλοι και όσοι δεν έπαιρναν μέρος έπρεπε να συμβιβαστούν με την απογοήτευση. Κάποιοι δεν ήταν τόσο καλοί μαθητές όσο άλλοι και έπρεπε να μείνουν στην ίδια τάξη.
Δεν υπήρχαν ειδικά τεστ για να περάσουν όλοι.. Τι φρίκη! Κάναμε διακοπές τρεις μήνες τα καλοκαίρια και περνούσαμε ατέλειωτες ώρες στην παραλία χωρίς αντηλιακή κρέμα με δείκτη προστασίας 30 και χωρίς μαθήματα ιστιοπλοΐας, τένις ή γκολφ..
Φτιάχναμε όμως φανταστικά κάστρα στην άμμο και ψαρεύαμε με ένα αγκίστρι και μια πετονιά. Ρίχναμε τα κορίτσια κυνηγώντας τα, όχι πιάνοντας κουβέντα σε κάποιο chat room και γράφοντας ; ) : D : P
Είχαμε ελευθερία, αποτυχία, επιτυχία και υπευθυνότητα και μέσα από όλα αυτά μάθαμε και ωριμάσαμε. Αν εσύ είσαι από τους «παλιούς»… συγχαρητήρια!
Είχες την τύχη να μεγαλώσεις σαν παιδί…»!!!
Πηγή: entypwsiako.com, spicy-news.gr

Το πιθηκίζειν και παπαγαλίζειν στην θεολογία

Θεολογία χωρίς κάθαρση είναι υποκρισία
Σεβ. Μητροπολίτης Ναυπάκτου και Αγ. Βλασίου Ιερόθεος
Πηγή: Εκκλησιατική παρέμβασις, Ιούνιος 2012.
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής (580-662) είναι ένας μεγάλος Πατέρας της Εκκλησίας, ο οποίος ακολουθώντας τους προγενεστέρους Πατέρες, αντιμετώπισε, μεταξύ των άλλων, την αίρεση του Μονοθελητισμού. Θεόπνευστα είναι τα κείμενά του «περί αγάπης», οι σχολιασμοί του στα έργα του αγίου Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, οι απαντήσεις σε διάφορες απορίες, τα «200 κεφάλαια περί θεολογίας», η ερμηνεία στο «Πάτερ ημών», η «Μυσταγωγία», οι επιστολές του, τα δογματικά και τα αντιρρητικά του έργα κλπ. Είναι ένας εμπειρικός θεολόγος με ευσύνοπτο λόγο, ο οποίος απαντούσε στις θεολογικές απόψεις της εποχής του, με θαυμάσιο τρόπο.

Το βασικό του γνώρισμα είναι ότι συνδέει στενά την ησυχία με την ομολογία, δηλαδή τον ησυχαστικό τρόπο ζωής τής ορθοδόξου θεολογίας με την ομολογία της πίστεως. Το κεντρικό του σχήμα είναι: πρακτική φιλοσοφία η κάθαρση, φυσική θεωρία η φωτισμός και μυστική θεολογία ή θέωση. Όποιος αγνοεί αυτήν την διδασκαλία του αγνοεί την ουσία της ορθοδόξου θεολογίας του.
Μερικοί θεολόγοι της εποχής μας ανακάλυψαν την θεολογία του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, την χρησιμοποιούν επιλεκτικά για να κατοχυρώσουν την δική τους θεολογική σκέψη, την αναλύουν κατά τρόπον στοχαστικό, αλλά αγνοούν το βάθος της.
Με τις σκέψεις που ακολουθούν θα παρουσιασθή συνοπτικώς η διδασκαλία του για την θεολογία και τον αληθινό θεολόγο, και νομίζω στο σημείο αυτό κρύβεται η ουσία της θεολογίας του και η διάκριση μεταξύ της θεολογίας του Αγίου Πνεύματος και της θεολογίας των δαιμόνων ή της δαιμονικής θεολογίας.
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής σε μια επιστολή του ασχολείται με το θέμα τι είναι η σωτηρία του ανθρώπου και ποια είναι η αληθινή θεολογία.
Στην αρχή γράφει με μεγάλη ταπείνωση ότι, επειδή φοβάται να μην κατακριθή από τον Θεό για τους λόγους του, που έχουν νεκρωθή από την απραξία των αγαθών έργων και δεν έχουν την δύναμη να προσφέρουν την ζωή σε όσους τους ακούνε, γι’ αυτό σκέφθηκε να προσλάβη «την σιωπήν σύνοικον», δηλαδή προτιμούσε να σιωπά και να μη ομιλή. Όμως, στην παρούσα περίπτωση και απαντώντας στην παράκληση του επιστολογράφου του, τού μοναχού Μαρίνου, θα υπερβή την σιωπή και θα ομιλήση.
Αρχίζει την επιστολή του με το χωρίο του Προφητάνακτος Δαυΐδ: «Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου, σύνεσις δε αγαθή πάσι τοις ποιούσιν αυτήν» (Ψαλ. ρι', 10). Με τον στίχο αυτόν του ψαλμού θέλει να υποδείξη «την αληθώς γνωστικήν οδόν των θείων αρετών» και να ανοίξη «την έμπρακτον της γνώσεως θύραν» σε αυτούς που προτίθενται να αγαπούν τον Θεό και προτιμούν «πάντων των επί γης την ένθεον σωτηρίαν». Είναι βασικό έργο να αποκτά κανείς την έμπρακτη και όχι την θεωρητική γνώση. Έτσι, υποδεικνύει σε όσους θέλουν την «ένθεον σωτηρίαν» να αποκτήσουν τον φόβο του Θεού και την αγαθή σύνεση.
Ο φόβος του Θεού είναι απαραίτητος για να αποφύγουμε τους μολυσμούς με την προσδοκία των αιωνίων κολάσεων, η δε αγαθή σύνεση είναι αναγκαία για να εφαρμόσουμε όλα τα θεία θελήματα και να διακρίνουμε τα πρόσκαιρα από τα αιώνια, και να αποκτήσουμε την αληθινή γνώση. Όπως ο φόβος γίνεται αναιρέτης των ακαθάρτων παθών, έτσι και η σύνεση των πραγματικά συνετών γίνεται δημιουργός των αρετών.
Ο φόβος δεν πρέπει να περιορίζεται στα εξωτερικά ήθη με την κατήφεια, αλλά συνδέεται με την διάθεση της ψυχής και την ταπείνωση της καρδίας, η οποία κατασφαλίζεται με τους πυκνούς στεναγμούς στο βάθος της καρδίας, και με το μαστίγιο της μνήμης των προαμαρτημένων που την κτυπά αφανώς κατά την συνείδηση. Όμως, όποιος υποκρίνεται ότι έχει τον φόβο του Θεού μόνον εξωτερικά στους τρόπους της συμπεριφοράς, δεν διαφέρει σε τίποτε από τον πίθηκο που μιμείται τα ήθη και τα σχήματα των ανθρώπων, ενώ δεν είναι άνθρωπος. Αυτό το ζώο, μεταξύ των τετραπόδων, που διακρίνεται πολύ από τους ανθρώπους ως προς την φύση, ομοιάζει με αυτούς με την μίμηση της εξωτερικής συμπεριφοράς.
Το ίδιο συμβαίνει με εκείνον που μιμείται εξωτερικά αυτούς που φοβούνται πραγματικά τον Κύριο, είναι δηλαδή σαν τον Σαδδουκαίο ή τον Γραμματέα που σώζει το σχήμα της ευλάβειας με εξωτερική ευπρέπεια, «παντελώς δε του πράγματος δια την ακάθαρτον εν τω βάθει που κειμένην της ψυχής προς το πάθος φιλίαν απολειπόμενος», δηλαδή στερείται παντελώς της αλήθειας, γιατί μέσα στα βάθη της ψυχής έχει κρυμμένη την φιλία προς το πάθος.
Ο άγιος Μάξιμος θέλει εδώ να πη ότι η αληθινή ευλάβεια φαίνεται στον αγώνα του ανθρώπου για την απαλλαγή του από τα πάθη και την ακαθαρσία που βρίσκεται στα βάθη της ψυχής, γιατί σε διαφορετική περίπτωση ο άνθρωπος ομοιάζει με τον πίθηκο, που υποκρίνεται τον άνθρωπο, ενώ είναι ζώο. Επομένως, όποιος θέλει να σωθή και να θεολογή αληθινά πρέπει να έχη φόβο Θεού και με αυτόν να καθαρίζη την καρδιά από τα πάθη και όχι απλώς να χρησιμοποιή τους λόγους των αγίων.
Από την άλλη μεριά δεν πρέπει να επιδεικνύουμε την θεία γνώση διατυπώνοντας «μόνη προφορά λόγων προς κάλλος απεξεσμένων», δηλαδή να προφέρουμε λόγους φτιαγμένους με καλλιέπεια, ούτε να ορίζουμε την αγαθή σύνεση με το να μιλάμε μόνον χωρίς να εφαρμόζουμε αυτά που λέμε, αλλά θα πρέπει η σύνεση να είναι εμποτισμένη με την διάθεση της ψυχής κατά την πράξη των αρετών!
Οπότε, η σύνεση πρέπει με την πράξη να λαμπρύνη το φέγγος της γνώσεως, και με την γνώση να φαιδρύνη την ένταση της πράξεως, και έτσι ο φόβος πρέπει να συμβαδίζη με τον πόθο του Θεού. Ο άνθρωπος με τον φόβο του Θεού απέχει από το κακό και με την αγαθή σύνεση τελειοποιείται στην πράξη-εφαρμογή των εντολών.
Όποιος συνδέει την σύνεση μόνο με την απλή προφορά των θείων λόγων ομοιάζει με τον παπαγάλο (ψιττακό) που μιμείται τα ανθρώπινα λόγια, χωρίς να είναι άνθρωπος. Ο παπαγάλος, ενώ δεν έχει τίποτα το ανθρώπινο στην φύση του, εν τούτοις από όλα τα πουλιά διδάσκεται και υποκρίνεται τα ανθρώπινα λόγια. Το ίδιο συμβαίνει και με τον άνθρωπο που μιμείται εξωτερικά τα λόγια των αληθινών συνετών –των αληθινών αγίων– με μια απλή εκφώνηση για να καταπλήξη αυτούς που τον ακούνε, «την δε της γνώσεως έξιν ουκ έχων τη πράξει των αρετών πεποιωμένην», δηλαδή δεν έχει την έξη της γνώσεως εμποτισμένη με την πράξη των αρετών.
Ο άνθρωπος αυτός είναι ένας Φαρισαίος ή ψεκτός ιερεύς που υποκρίνεται, ενώ στερείται της σοφίας που υπάρχει στα έργα, και με την μεγάλη ιδέα του εαυτού του και την αλαζονεία της οιήσεως που τρέφει την υπερηφάνεια του νου του, ορθώνεται εναντίον του λόγου της αληθείας, αγνοώντας «ότι δαιμόνων θεολογία προδήλως η των επ’ αυτή δια φιλοδοξίαν μέγα φυσιώντων καθέστηκε δίχα πράξεως γνώσις». Με άλλα λόγια, είναι δαιμονική θεολογία αυτή που προέρχεται από τον άνθρωπο που κυριαρχείται από τα πάθη και δεν έχει αποκτήσει την γνώση μέσα από την πράξη, δηλαδή θεολογεί χωρίς την κάθαρση της καρδίας.
Με αυτόν τον λόγο ο άγιος Μάξιμος θέλει να τονίση ότι η ορθόδοξη θεολογία είναι καρπός της καθάρσεως της καρδιάς από τα πάθη και αποτέλεσμα της εσωτερικής καθαρότητας, διαφορετικά ο άνθρωπος που προσπαθεί να θεολογή ομοιάζει με έναν παπαγάλο, που παριστάνει τον θεολόγο, παπαγαλίζοντας, ενώ κυριαρχείται από τα πάθη. Μια τέτοια θεολογία είναι δαιμονική, δηλαδή υπαγορεύεται από τους δαίμονας που ενεργούν με τα πάθη.
Στο τέλος της επιστολής του ο άγιος Μάξιμος καταλήγει ότι πρέπει να απαλλάξουμε τον εαυτό μας από κάθε ρύπο της σαρκός και του πνεύματος, να μη επιτρέπουμε να επαναστατή ο νόμος της σάρκας εναντίον του νόμου του πνεύματος και να μη περιορίζουμε την έκφραση του φόβου στην εξωτερική συμπεριφορά, αλλά να φροντίζουμε για την καταστολή «της εντός κατά ψυχήν καλής διαθέσεως», ώστε να αποφύγουμε «την μέλλουσαν του πυρός απειλήν». Έτσι, δεν πρέπει να ομιλούμε για την κόλαση και σε τι ακριβώς συνίσταται, αλλά θα πρέπει να κάνουμε τα πάντα για να αποφύγουμε την μέλλουσα απειλή του πυρός της κολάσεως, με τον φόβο του Θεού.
Συγχρόνως, θα πρέπει να κατακοσμήσουμε τους εαυτούς μας με την αγαθή σύνεση κατά την πράξη των εντολών και «εμπράκτους τους θείους λόγους ποιήσωμεν», δηλαδή να κάνουμε τους λόγους μας έμπρακτους, να επιδιώκουμε την βίωση όλων των αρετών, ήτοι την χρηστότητα, την πραότητα, την μακροθυμία, την ανοχή σε όλα, την υπακοή, την ευχαρίστηση σε όσα συμβαίνουν, να δεχόμαστε τις θείες παραχωρήσεις της Πρόνοιας του Θεού με τις οποίες διευθύνει την ζωή μας προς το συμφέρον.
Στην εποχή μας πολλοί θεολογούν χωρίς προϋποθέσεις, χωρίς την κάθαρση της καρδίας, τον φωτισμό του νου και την εμπειρία της θείας Χάριτος, αλλά με μόνο εφόδιο τις διανοητικές ικανότητες, την απομνημόνευση των χωρίων και τον στοχασμό, και έτσι ομοιάζουν με τον πίθηκο και τον παπαγάλο, κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, δηλαδή θεολογώντας πιθηκίζουν και παπαγαλίζουν, όταν το βάθος της καρδιάς είναι γεμάτο από τα πάθη.
Αλλά μία τέτοια θεολογία που είναι ανεξάρτητη από την καθαρότητα της καρδίας, που πιθηκίζει και παπαγαλίζει, όσο κι αν φαίνεται ωραία, έξυπνη και στοχαστική, δεν ωφελεί την Εκκλησία. Η αληθινή θεολογία και η επίτευξη της σωτηρίας γίνεται με τον φόβο του Θεού, που καθαρίζει την καρδιά από τα πάθη, και την αγαθή σύνεση που κοσμεί τον άνθρωπο από αρετές.
Πάντως, μια θεολογία που έχει αποδεσμευθή από την ησυχαστική παράδοση της Εκκλησίας είναι «δαιμόνων θεολογία», αφού ο στοχασμός και η φαντασία είναι καλός αγωγός σατανικής ενέργειας.–

Η αναισθησία:

1. Αναισθησία και στα σώματα και στις ψυχές είναι απονεκρωμένη αίσθησις, η οποία από χρονία ασθένεια και αμέλεια κατέληξε να αναισθητοποιηθή.
2. Η αναλγησία είναι πολυκαιρισμένη και μονιμοποιημένη αμέλεια, ναρκωμένη σκέψις, γέννημα των «προλήψεων». Είναι παγίδα της πνευματικής προθυμίας, βρόχος της ανδρείας, άγνοια της κατανύξεως, θύρα της απογνώσεως. Είναι μητέρα της λήθης, (λησμοσύνης του Θεού και των εντολών του), και εν συνεχεία θυγατέρα της ιδικής της θυγατέρας (*). Είναι ακόμη απόκρουσις από την ψυχή του φόβου του Θεού.
3. Ο ανάλγητος είναι άφρων φιλόσοφος. Είναι αυτός που εξηγεί το θέλημα του Θεού στους άλλους πρός ιδική του κατάκρισι. Αυτός που φιλολογεί εις βάρος του εαυτού του. Αυτός που είναι τυφλός, και διδάσκει τους άλλους πως να βλέπουν. Ομιλεί στους άλλους για την θεραπεία του τραύματός των, ενώ συνεχώς ερεθίζει και χειροτερεύει το ιδικό του. Ομιλεί εναντίον του πάθους, και συνεχώς τρέφεται με όσα το προκαλούν. Εναντίον του πάθους προσεύχεται, και αμέσως σπεύδει να το ικανοποιήση. Ικανοποιώντας το εξοργίζεται κατά του εαυτού του και δεν εντρέπεται τα λόγια του ο ταλαίπωρος.
«Άσχημα κάνω» φωνάζει, και με ευχαρίστησι επιμένει στην αμαρτία. Το στόμα προσεύχεται εναντίον του πάθους, αλλά το σώμα υπέρ αυτού αγωνίζεται. Περί θανάτου φιλοσοφεί, και συμπεριφέρεται σαν αθάνατος. Για τον χωρισμό στενάζει, και σαν να είναι αιώνιος αμελεί και νυστάζει. Ομιλεί για την εγκράτεια, και δίνει αγώνες για την γαστριμαργία. Μακαρίζει την υπακοή, και πρώτος αυτός παρακούει.
Επαινεί τους απροσπαθείς και δεν εντρέπεται να μνησικακή και να φιλονεική για ένα κουρέλι. Παρασυρόμενος στην οργή πικραίνεται, και εν συνεχεία οργίζεται πάλι επειδή πικράθηκε. Και έτσι προσθέτει ήττα στην ήττα χωρίς να το αισθάνεται.
Διαβάζει για την Κρίσι, και αρχίζει να χαμογελά. Για την κενοδοξία, και κενοδοξεί την ώρα της αναγνώσεως. Αποστηθίζει λόγους περί αγρυπνίας, και παρευθύς καταβυθίζεται στον ύπνο. Εγκωμιάζει την προσευχή, και την αποφεύγει σαν μαστίγιο. Μόλις χορτάσει φαγητό μετανοεί, και ύστερα από λίγο τρώει και χορταίνει περισσότερο. Μακαρίζει την σιωπή, και την εγκωμιάζει με πολυλογία. Διδάσκει περί πραότητος, και πολλές φορές οργίζεται την ώρα της διδασκαλίας. Μόλις συνήλθε από το σφάλμα του εστέναξε, και αφού κούνησε το κεφάλι πάλι υπέκυψε στο πάθος του.
Κατηγορεί το γέλιο και χαμογελαστός διδάσκει περί πένθους. Κατηγορεί πολύ εμπρός σε άλλους τον εαυτόν του ως κενόδοξο, και με την κατηγορία αυτή κοιτάζει να προσπορίση στον εαυτόν του δόξα. Με εμπάθεια ατενίζει στα ευειδή πρόσωπα, και ομιλεί περί σωφροσύνης και αγνότητος. Επαινεί τους ερημίτας και τους ησυχαστάς, ενώ περνά τον καιρό του στον κόσμο, και δεν αντιλαμβάνεται ότι έτσι εξευτελίζει τον εαυτό του. Επαινεί και δοξάζει τους ελεήμονας, αλλά υβρίζει τους πτωχούς. Πάντοτε γίνεται κατήγορος του εαυτού του, αλλά να συνέλθη δεν θέλει, για να μην ειπώ δεν μπορεί.
4. Έτυχε να ιδώ πολλούς τέτοιους που εδάκρυζαν ακούοντας περί θανάτου και περί της φοβεράς κρίσεως, και με τα δάκρυα ακόμη στα μάτια έτρεχαν γρήγορα στην τράπεζα. Και εδοκίμασα θαυμασμό, πως κατώρθωσε η δέσποινα αυτή και οζοθήκη, δηλαδή η κοιλία, δυναμωμένη από την πολλή αναλγησία, να κατατροπώση και το πένθος ακόμη.
5. Με την μικρή γνώσι και την ικανότητα που διαθέτω, απεγύμνωσα τις δολιότητες και τις πληγές της πετρώδους αυτής και αποκρήμνου και μανιώδους και ανοήτου αναισθησίας. Δεν έχω διάθεσι να φιλολογώ περισσότερο εις βάρος της. Όποιος όμως δύναται με την βοήθεια του Κυρίου να παρουσιάση από πείρα και δοκιμασία κατάλληλα φάρμακα για τις πληγές αυτές, ας μη διστάξη να το κάνη. Εγώ δεν το θεωρώ εντροπή να προβάλω αδυναμία, αφού είμαι τόσο πολύ αιχμαλωτισμένος από αυτή. Αλλ᾿ ούτε και τις δολιότητές της και τα τεχνάσματά της κατώρθωσα να καταλάβω μόνος μου· παρά μόνο αφού κάπου την συνέλαβα και την εκράτησα διά της βίας και την εβασάνισα και την εμαστίγωσα με το μαστίγιο του θείου φόβου και της αδιαλείπτου προσευχής, την ανάγκασα να ομολογήση όσα προανέφερα.
Μού φαινόταν δε ότι έλεγε η τυραννική και κακούργος: «Οι ιδικοί μου σύντροφοι ενώ βλέπουν νεκρούς, γελούν. Ενώ παρίστανται στην προσευχή, είναι εξ ολοκλήρου πετρώδεις και σκληροί και σκοτεινοί. Ενώ αντικρύζουν την αγία Τράπεζα, μένουν αναίσθητοι. Ενώ μεταλαμβάνουν από τα άγια Δώρα, είναι σαν να εγεύθησαν απλώς ψωμί. Εγώ, όταν τους βλέπω να κατανύσσωνται, τους καταγελώ. Εγώ έχω μάθει από τον πατέρα που με εγέννησε, να φονεύω ό,τι καλό γεννάται από την ανδρεία της ψυχής και τον ευσεβή πόθο. Εγώ είμαι μητέρα του γέλωτος, εγώ τροφός του ύπνου, εγώ φίλη του χορτασμού. Εγώ, όταν ελέγχωμαι δεν πονώ. Εγώ είμαι σφικτά αγκαλιασμένη με την ψευτοευλάβεια».
Κατάπληκτος δε εγώ από τα λόγια αυτής της παράφρονος, ερωτούσα το όνομα αυτού που την εγέννησε. Και εκείνη μου απήντησε:
«Εγώ δεν έχω μία μόνο γέννησι. Η δε κυοφόρησίς μου είναι κάπως ποικίλη και άστατη. Εμένα με ενδυναμώνει ο χορτασμός της κοιλίας. Εμένα με αύξησε η πολυκαιρία. Εμένα με έχει παγιώσει η κακή συνήθεια· και όποιος την απέκτησε, ποτέ δεν πρόκειται να απαλλαγή από εμένα. Εάν μελετάς επίμονα και με πολλή αγρυπνία την αιωνία Κρίσι, ίσως με κάνης να χαλαρώσω ολίγο. Κοίταξε από ποιά αιτία γεννώμαι σ᾿ εσένα -δέν έχω σε όλους την ίδια αιτία-, και αγωνίζου εναντίον της μητέρας μου αυτής. Να προσεύχεσαι συχνά στους τάφους, ζωγραφίζοντας ανεξίτηλα την εικόνα τους στη καρδιά σου. Εάν μάλιστα αυτή δεν ζωγραφισθή με τον χρωστήρα της νηστείας, δεν πρόκειται να με νικήσης εις τον αιώνα».
Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος
(*) Από την αναλγησία δηλαδή γεννάται η λήθη και από την λήθη γεννάται πάλι η αναλγησία.
Πηγή: Κλίμαξ, Λόγος 17, περί Αναισθησίας agiazoni.gr 

Παρασκευή, 13 Ιουλίου 2018

«Εδω, στη γη, ολα τα καλα και τα κακα καποτε τελειωνουν»

Κοίτα πόσα κάστρα καί παλάτια βασιλιάδων, ἡγεμόνων καί ἀρχόντων εἶναι σωριασμένα σέ ἐρείπια! Σκέψου πόση δύναμη καί πόσο πλοῦτο εἶχαν κάποτε!
Τώρα ἔχουν ξεχαστεῖ καί τά ὀνόματά τους. Λέει ἡ Γραφή: «Πολλοί ἄρχοντες ἔχασαν τήν ἐξουσία τους καί κάθησαν στό χῶμα, κι ἕνας ἄσημος, πού κανείς δέν φανταζόταν ὅτι θά γίνει βασιλιᾶς, φόρεσε στέμμα».
Δέν σοῦ φτάνουν αὐτά; Συλλογίσου τότε, ποιά εἶναι ἡ ἀξία σου ὅταν κοιμᾶσαι; Μήπως δέν μπορεῖ κι ἕνα ζωύφιο νά σέ θανατώσει;
Ναί, πολλοί πέθαναν ἔτσι στόν ὕπνο τους. Ἀλήθεια, ἀπό μιά κλωστή κρέμεται ἡ ζωή μας! Κόβεται ἡ κλωστή καί τελειώνουν ὅλα.
Ἔτσι νά φιλοσοφεῖς καί νά μή σαγηνεύεσαι ἀπό τήν ὀμορφιά, τά πλούτη, τή δόξα, τίς ἀπολαύσεις.
Ἕνα μόνο νά σέ ἀπασχολεῖ: Ποῦ τελειώνουν ὅλα αὐτά. Θαυμάζεις ὅσα βλέπεις ἐδῶ στή γῆ; Πιό ἀξιοθαύμαστα, ὅμως, εἶναι ἐκεῖνα πού ἀναφέρονται στίς Ἅγιες Γραφές.
Δεῖξε μου ἕναν ἀγέρωχο ἄρχοντα ἤ ἕναν λαμπροντυμένο πλούσιο, ὅταν ψήνεται ἀπό τόν πυρετό, ὅταν ψυχομαχεῖ, καί τότε θά σέ ρωτήσω:
«Ποῦ εἶναι ἐκεῖνος, πού περνοῦσε ἀπό τήν ἀγορά καμαρωτός καί περήφανος μέ ἀκολούθους καί σωματοφύλακες;
Ποῦ εἶναι ἐκεῖνος, πού φοροῦσε πανάκριβα ροῦχα;
Ποῦ εἶναι ἡ χλιδή τῆς ζωῆς του, ἡ πολυτέλεια τῶν συμποσίων του, οἱ ὑπηρέτες, οἱ παρατρεχάμενοι, τά γέλια, οἱ ἀνέσεις, οἱ σπατάλες;».
Ὅλα ἔφυγαν καί πέταξαν. Τί ἀπέγινε τό σῶμα, πού ἀπολάμβανε τόση ἡδονή; Πλησίασε στόν τάφο καί κοίτα τή σκόνη, τή σαπίλα, τά σκουλήκια. Κοίτα καί στέναξε πικρά.
Καί μακάρι τό κακό νά περιοριζόταν σέ τούτη τή σκόνη πού βλέπεις. Ἀπό τόν τάφο καί τά σκουλήκια φέρε τή σκέψη σου στό ἀκοίμητο σκουλήκι τῆς ἄλλης ζωῆς, στό τρίξιμο τῶν δοντιῶν, στό αἰώνιο σκοτάδι, στήν ἄσβεστη φωτιά, στίς πικρές καί ἀφόρητες ἐκεῖνες τιμωρίες, πού δέν θά ἔχουν τέλος.
Ἐδῶ, στή γῆ, καί τά καλά καί τά κακά κάποτε, ἀργά ἤ γρήγορα, τελειώνουν, ἐκεῖ, ὅμως, καί τά δύο διαρκοῦν αἰώνια.
Καί διαφέρουν ὡς πρός τήν ποιότητα ἀπό τά καλά καί τά κακά τοῦ κόσμου τούτου τόσο, πού δέν εἶναι δυνατόν νά τό ἐκφράσει κανείς μέ λόγια.
Τί ἔγιναν, λοιπόν, ὅλα ἐκεῖνα τά μεγαλεῖα; Τί ἔγιναν τά χρήματα καί τά κτήματα; Ποιός ἄνεμος φύσηξε καί τά πήρε καί τά σκόρπισε;
Τί θέλει, πάλι, κι αὐτή ἡ ἀνώφελη δαπάνη γιά τήν κηδεία, πού καί τόν νεκρό δέν ὠφελεῖ καί τούς οἰκείους του ζημιώνει; Ὁ Χριστός ἀναστήθηκε γυμνός ἀπό τόν τάφο.
Ἄς μή γίνεται, λοιπόν, ἡ κηδεία ἀφορμή ἱκανοποιήσεως τῆς μανίας μας γιά ἐπίδειξη.
Ὁ Κύριος εἶπε:
«Πείνασα καί μοῦ δώσατε νά φάω, δίψασα καί μοῦ δώσατε νά πιῶ, ἤμουνα γυμνός καί μέ ντύσατε».
Ὅμως δέν εἶπε:
«Ἤμουνα νεκρός καί μέ θάψατε». Γιατί, ἄν μᾶς παραγγέλλει νά μήν ἔχουμε τίποτα περισσότερο ἀπό ἕνα σκέπασμα, ὅταν ζοῦμε, πολύ περισσότερο ὅταν πεθάνουμε.
Ποιάν ἀπολογία θά δώσουμε στόν Θεό, λοιπόν, ὅταν ξοδεύουμε τεράστια ποσά γιά νά κηδέψουμε ἕνα νεκρό σῶμα, τή στιγμή πού ὁ Χριστός, μέ τή μορφή τῶν φτωχῶν συνανθρώπων μας, τριγυρνάει πεινασμένος καί γυμνός, κι ἐμεῖς ἀδιαφοροῦμε γι’ αὐτό;
Ὅλα ὅσα σᾶς λέω, βέβαια, εἶναι ανώφελα γιά κείνους πού ἔχουν ἤδη πεθάνει. Ἄς τ’ ἀκούσουν, ὅμως, οἱ ζωντανοί καί ἄς συνέλθουν, ἄς λογικευτοῦν, ἄς διορθωθοῦν. Ὅπου νά ’ναι θά ἔρθει καί ἡ δική τους ὥρα.
Δέν θ’ ἀργήσουν νά βρεθοῦν κι αὐτοί, δέν θ’ ἀργήσουμε νά βρεθοῦμε ὅλοι μας, μπροστά στό φοβερό Κριτήριο, ὅπου θά δώσουμε λόγο γιά τίς πράξεις μας.
Ἄς ἀγωνιστοῦμε, λοιπόν, νά γίνουμε καλύτεροι, ἐγκαταλείποντας τήν ἁμαρτία καί ἀκολουθώντας τήν ἀρετή, γιά νά μή χάσουμε τή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν, γιά ν’ ἀποκτήσουμε τά ἄφθαρτα ἀγαθά, πού ἔχει ἑτοιμάσει γιά μᾶς ὁ φιλάνθρωπος Κύριος.
Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου

Ο ξεχασμένος στόχος της Χριστιανικής Οδού

«Εγώ, λοιπόν, έτσι τρέχω, όχι σαν χωρίς στόχο· έτσι πυγμαχώ, όχι σαν να χτυπάω τον αέρα· αλλά, δαμάζω το σώμα μου και το δουλαγωγώ, μήπως, ενώ κήρυξα σε άλλους, εγώ γίνω αδόκιμος».(Α΄ Κορινθίους 9: 26,27).
1. Γρονθοκοπώντας τον αέρα
Σκεφθείτε ένα στάδιο, όπου ένα φορτηγό «αδειάζει» ανθρώπους, και τους λέει: «να αθληθούν». Όμως κανείς δεν τους εξηγεί «ποιο ακριβώς είναι το άθλημα». Κανείς δεν τους λέει «ποιος είναι ο στόχος». Ο καθένας βάζει το δικό του στόχο, και θεωρεί ότι όλοι οι άλλοι οφείλουν να συμμορφωθούν με αυτόν.
Σκεφθείτε επίσης κάποιους αθλητές σκοποβολής, που κανείς δεν τους έχει εξηγήσει πού ακριβώς βρίσκεται ο στόχος, με αποτέλεσμα να ρίχνουν «στο γάμο τού Καραγκιόζη»!
Αστείο; Δυστυχώς όχι! Τραγικό! Γιατί στο θέμα τής Ορθόδοξης πίστης μας, αυτό δυστυχώς συμβαίνει με τους περισσότερους Χριστιανούς!
Είναι σύνηθες να ακούμε τη λέξη: «αμαρτία» σε θρησκευτικά ζητήματα. Πόσοι όμως έμαθαν ότι η λέξη: «αμαρτία» σημαίνει «αστοχία»;
Και όταν μιλάμε για «αστοχία», υπονοείται ένας στόχος! Πόσοι όμως διδάχθηκαν, ποιος είναι ο Χριστιανικός στόχος;
Οι περισσότεροι βλέπουν τον Θεό ως έναν Δικαστή, που κρατάει λογαριασμό για τις αμαρτίες τους, για να τους τιμωρήσει στο τέλος, στην τελική κρίση. Και ως αμαρτίες, αντιλαμβάνονται «πράγματα ανήθικα και απαγορευμένα».
Δηλαδή βλέπουν το θέμα «δικανικά». Και υποθέτουν ότι ο στόχος τής θρησκείας, είναι «να σε κάνει καλύτερο άνθρωπο».
Πόσο λάθος κάνουν!
Οι περισσότεροι άνθρωποι στην αρχή τής ζωής τους, «πληροφορούνται» ότι «πιστεύουν» στο τάδε «πακέτο δογμάτων», και έχουν το προνόμιο να γεννηθούν στην «αληθινή θρησκεία». Και οι περισσότεροι από αυτούς, ως το τέλος τής ζωής τους, δεν καταφέρνουν να μάθουν τι… «πιστεύουν»!
Αντιμετωπίζουν έναν θεό – μπαμπούλα που κρατάει λογαριασμό για κάθε τους κίνηση, και που έχει θέσει αυθαίρετους κανόνες, τους οποίους συχνά δεν κατανοούν γιατί τους έθεσε!
Μα, τότε, αν δεν γνωρίζει κάποιος τα δόγματα τής «πίστης» του, πώς μπορεί να λέει ότι «πιστεύει»; Πώς πιστεύει σε κάτι το οποίο ΔΕΝ έμαθε; Μάλιστα πώς μπορεί να λέει: «πιστεύω στη θρησκεία μας, … αλλά με κάποια πράγματα δεν συμφωνώ»;
Τι πίστη είναι αυτή, σε κάτι άγνωστο και… ασύμφωνο;
Πόσοι έμαθαν ότι η Χριστιανική πίστη, εξ αρχής ονομάσθηκε «Οδός»; Και πόσοι σκέφθηκαν ότι μια «οδός» υπονοεί βάδισμα; Και αν βαδίζει κάποιος στον «Οδό», προς ποιο στόχο βαδίζει;
Όταν λέει: «αμάρτησα» = «αστόχησα», για ποιο στόχο μιλάει; Ποιος είναι ο στόχος τού κάθε Χριστιανού;
Θλιβερά ερωτήματα για θλιβερούς ανθρώπους, που περνούν τη ζωή τους ανυποψίαστοι για το μεγαλείο τής Χριστιανικής ΠΟΡΕΙΑΣ και ΣΤΟΧΟΥ!
2. Μην αμελούμε να εξηγούμε τον Χριστιανικό στόχο
Όσοι έχουμε εμβαθύνει στα ζητήματα τής Χριστιανικής Οδού και Στοχοθεσίας, αυτό είναι ένα ζήτημα που πρέπει να το προσέξουμε! Αυτά που για κάποιους είναι αυτονόητα και «γνωστά», δυστυχώς για τον περισσότερο κόσμο είναι εντελώς άγνωστα!
Όσοι έχουμε ευλογία στην ευαγγελιστική διακονία τών συνανθρώπων μας, ας κάνουμε τη διακονία μας σωστά! Ας μην αρχίζουμε να οικοδομούμε από τα κεραμμύδια, αλλά ας ξεκινήσουμε σωστά, από τις βάσεις τού οικοδομήματος τής πίστης τών κατηχουμένων!
Ευθύς εξ αρχής, θα πρέπει να τους εξηγήσουμε κάποια βασικά πράγματα, δηλαδή «τους στόχους του αθλήματος» τής Χριστιανικής ζωής. Μην το αμελήσουμε!
Ας τους εξηγήσουμε, ότι η Χριστιανική πίστη είναι μία «Οδός», ένας δρόμος, με συγκεκριμένη κατεύθυνση και τερματισμό.
Ας τους εξηγήσουμε, ότι σε έναν δρόμο, για να παραμένεις σε «Οδό» και όχι σε «Χώρο», πρέπει να κινείσαι. Η στάση ισοδυναμεί με ακύρωση τής «Οδού».
Ας τους εξηγήσουμε, ότι η Χριστιανική άθληση, ΔΕΝ έχει ως στόχο το «να γίνουμε καλύτεροι άνθρωποι», αλλά την ΠΡΟΣΩΠΙΚΗ ΓΝΩΡΙΜΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΘΕΟ. Στόχο έχει την επίτευξη τής Βασιλείας  τών Ουρανών, που ΔΕΝ είναι κάτι αόριστο, αλλά κάτι συγκεκριμένο και σαφώς διατυπωμένο: Η μετοχή στη Βασιλεία τού Θεού, είναι η μετοχή στις Αγιαστικές Άκτιστες Ενέργειες τού Θεού.
Ο κανόνας τού αθλήματος είναι απλός: «Να μοιάσουμε με τον Χριστό», γινόμενοι έτσι «όμοιοι με Αυτόν», ή «καθ’ ομοίωσιν Θεού». Και τότε θα γίνουμε ΚΑΙ «καλύτεροι άνθρωποι». Όμως ΔΕΝ είναι αυτός ο στόχος. Αυτό είναι το αποτέλεσμα τής ευστοχίας μας!
Ας εξηγήσουμε στους ανθρώπους που ευαγγελίζουμε, ότι κάθε τι που μας φέρνει κοντύτερα στη Βασιλεία τού Θεού, είναι ΕΥΣΤΟΧΙΑ, και κάθε τι που μας απομακρύνει από αυτό το στόχο, είναι ΑΣΤΟΧΙΑ = ΑΜΑΡΤΙΑ. Ας τους εξηγήσουμε ότι αμαρτία ΔΕΝ είναι η παράβαση μιας σειράς κανόνων και νόμων, αλλά η αποτυχία μας να ομοιάσουμε με τον Χριστό!
Ας τους εξηγήσουμε ότι ο Θεός ΔΕΝ είναι ένας Δικαστής, αλλά ένας Γιατρός, που σκοπό έχει να μας καθαρίσει από τα πάθη μας, ώστε να ομοιάσουμε με τον Ιησού Χριστό, και έτσι να μετάσχουμε κατά Χάριν, στις ίδιες με Αυτόν κατά Φύσιν Άκτιστες Ενέργειες.
Η απάντηση για το «πού οδεύει ο Χριστιανός», υπάρχει στην προς Εφεσίους επιστολή του αποστόλου Παύλου:
«Μέχρι καταντήσωμεν οι πάντες εις την ενότητα της πίστεως και της επιγνώσεως του υιού του Θεού, εις άνδρα τέλειον, εις μέτρον ηλικίας του πληρώματος του Χριστού, ίνα μηκέτι ώμεν νήπιοι…» -Εφεσίους 4/δ΄ 13,14.
Ο στόχος μας λοιπόν, είναι να φθάσουμε από τη νηπιακή μας κατάσταση (που είναι η δουλεία μας στα στοιχεία του κόσμου, την αμαρτία), στο «μέτρο ηλικίας του πληρώματος του Χριστού».  Να μοιάσουμε δηλαδή στον Χριστό. Τότε θα είμαστε «τέλειοι άνδρες».
Να λοιπόν ο στόχος, να το τέλος του δρόμου για «όλους» τους Χριστιανούς.  Να γίνουμε «τέλειοι», να γίνουμε «Χριστός» κατά χάριν.
Όσο περισσότερο μοιάζουμε στο Χριστό, τόσο περισσότερο ενηλικιωνόμαστε και τελειοποιούμαστε.  Η Χριστιανική πορεία, είναι «οδός», και όχι θρησκευτικός «χώρος» να στεκόμαστε.  Πρέπει συνεχώς να βαδίζουμε, εάν θέλουμε να συνεχίσουμε να είμαστε στη Χριστιανική οδό.  Γι’ αυτό, και η Χριστιανική πίστη στον καιρό των αποστόλων, ονομαζόταν: «η οδός».  (Πράξεις 19/ιθ΄ 9,23).
Είναι μία οδός, στην οποία οι άγιοι «πάντες ανακεκαλυμμένω προσώπω την δόξαν Κυρίου κατοπτριζόμενοι την αυτήν εικόνα, μεταμορφούμεθα από δόξης εις δόξαν» – Β΄ Κορινθίους 3/γ΄ 18.
Οι άγιοι μεταμορφώνονται «από δόξης εις δόξαν», ομοιάζοντας όλο και περισσότερο με τον Κύριο Ιησού.  Αντανακλούν τη δόξα, το φως του Κυρίου όλο και πιο πολύ.  Γυμνάζουν τα αισθητήριά τους, ώστε να διακρίνουν το καλό και το κακό, και να ακολουθούν το παράδειγμα του Κυρίου Ιησού.
«πας γαρ ο μετέχων γάλακτος, άπειρος λόγου δικαιοσύνης, νήπιος γαρ εστιν. Τελείων δε εστιν η στερεά τροφή, των δια την έξιν τα αισθητήρια γεγυμνασμένα εχόντων προς διάκρισιν καλού τε και κακού.  Διο, αφέντες τον της αρχής Χριστού λόγον, επί την τελειότητα φερώμεθα…»
Ο στόχος του Χριστιανού, είναι να φθάσει στην τελειότητα, δηλαδή τον «αγιασμό».  Ας το δούμε αυτό, όπως περιγράφεται στην Αγία Γραφή:
«ίνα γένησθε άμεμπτοι και ακέραιοι…» -Φιλιππισίους 2/β΄ 15.
«ίνα παραστήσωμεν πάντα άνθρωπον τέλειον…» -Κολοσαείς 1/α΄ 28.
«ίνα σταθείτε τέλειοι και πεπληροφορημένοι… θελήματι Θεου». -Κολοσαείς 4/δ΄ 12.
«θέλημα του Θεού ο αγιασμός υμών». -Α΄ Θεσσαλονικείς 4/δ΄ 3.
«ειρήνην διώκετε και τον αγιασμόν» [χωρις τον οποίον κανείς δεν θα δει τον Θεό]. -Εβραίους 12/ιβ΄ 14.
«ίνα ήτε τέλειοι και ολόκληροι εν μηδενί λειπόμενοι». -Ιάκωβος 1/α΄ 4.
«για να είναι τέλειος ο άνθρωπος του Θεού… εις παν έργον αγαθόν». -Β΄ Τιμόθεον 3/γ΄ 16.
Αυτός ο στόχος, επιτυγχάνεται μόνο με τη μίμηση του Θεού:
«τέλειοι καθώς ο Πατήρ σας…»  -Ματθαίος 5/ε΄ 48.
«Γίνεσε λοιπόν μιμηταί του Θεού ως τέκνα αγαπητά». -Εφεσίους 5/ε΄ 1.
«ενδυσάμενοι τον νέον (άνθρωπον), τον ανακαινούμενον εις επίγνωσιν κατ’ εικόνα του κτίσαντος αυτόν». -Κολοσσαείς 3/γ΄ 10.
«κατά τον καλέσαντα υμάς άγιον, και αυτοί άγιοι…» -Α΄ Πέτρου 1/α΄ 15.
«και πας ο έχων την ελπίδα ταύτην (να Τον δει και να είναι όμοιος με Αυτόν), επ’ αυτώ αγνίζει εαυτόν, καθώς εκείνος αγνός εστιν». -Α΄ Ιωάννου 3/γ΄ 3.
Μόνο ο Χριστός ήταν άνθρωπος που έζησε χωρίς παρέκληση από τον αρχικό του προορισμό.  Γι’ αυτό ο Θεός τους σωζομένους «προώρισε συμμόρφους της εικόνας του Γιού Του»  (Ρωμαίους 8/η΄ 29), «ος εστιν εικών του Θεού του αοράτου» (Κολοσσαείς 1/α΄ 15.  Β΄ Κορινθίους 4/δ΄ 4).
Άγιος λοιπόν, δεν είναι εκείνος που απλώς βαπτίσθηκε στο «όνομα του Ιησού Χριστού», αλλά αυτός που έφθασε να μοιάζει με αυτόν.
«όσους προεγνώρισε, προώρισε συμμόρφους της εικόνος του Υιού Αυτού». -Ρωμαίους 8/η΄ 29.
«ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί ο Χριστός.  ο δε νυν ζω εν σαρκί, εν πίστει ζω τη του Υιού του Θεού…» -Γαλάτας 2/β΄ 20.
Έτσι, με τον αγιασμό, ο άνθρωπος θα δει τον Θεό.
«ότι πάντες ειδήσουσίν με από μικρού έως μεγάλου αυτών» -Εβραίους 8/η΄ 10,11.
«…αγιασμόν, ου χωρίς, ουδείς όψεται τον Κύριον». -Εβραίους 12/ιβ΄ 14.
«και πας ο έχων την ελπίδα ταύτην (να Τον δει και να είναι όμοιος με Αυτόν), επ’ αυτώ αγνίζει εαυτόν, καθώς εκείνος αγνός εστιν». -Α΄ Ιωάννου 3/γ΄ 3.
Φυσικά, ο στόχος είναι να γίνουμε στον κατάλληλο καιρό «όμοιοι με τον Χριστό» και στο σώμα:
«ος μετασχηματίσει το σώμα ημών σύμμορφον τω σώματι της δόξης αυτού». -Φιλιππισίους 3/γ΄ 21.
«όμοιοι με αυτόν». -Α΄ Ιωάννου 3/γ΄ 2,3.
Η Αγία Γραφή λοιπόν είναι γεμάτη με αυτή τη σημαντική πληροφορία για τον Χριστιανικό στόχο. Γι’ αυτό θα είμαστε αδικαιολόγητοι αν αποτύχουμε να τον εξηγήσουμε εγκαίρως και σωστά, στους ανθρώπους που κατηχούμε.
«Επειδή, αν η σάλπιγγα δώσει ασαφή φωνή, ποιος θα ετοιμαστεί για πόλεμο;» (Α΄ Κορινθίους 14: 8).

Το πνεύμα της Αποστασίας στους έσχατους καιρούς κατά την ερμηνεία του Αγίου Επισκόπου Θεοφάνους του Εγκλείστου

Ο Απόστολος ὁμιλεῖ σαφῶς περὶ τῆς Ἀποστασίας, ἡ ὁποία θὰ συμβῆ στὶς ἔσχατες ἡμέρες, πρὶν ἀπὸ τὴν Δευτέρα Παρουσία τοῦ Κυρίου. Περὶ αὐτῆς ἀναφέρεται καὶ σὲ ἄλλες Ἐπιστολές του.
Στὴν Πρώτη πρὸς Τιμόθεον γράφει: «Τὸ δὲ Πνεῦμα ῥητῶς λέγει ὅτι ἐν ὑστέροις καιροῖς ἀποστήσονταί τινες τῆς πίστεως, προσέχοντες πνεύμασι πλάνοις καὶ διδασκαλίαις δαιμονίων» (Α’ Τιμ. δ’ 1). Ὁμοίως γράφει ὁ αὐτὸς στὴν Β’ Τιμ. γ’ 1 καὶ ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Πέτρος στὴν Β’ Πέτρ. γ’ 1.
Ὁ Ἅγιος Ἀπόστολος Ἰούδας μαρτυρεῖ, ὅτι ὅλοι οἱ Ἀπόστολοι ὡμίλησαν περὶ αὐτοῦ μὲ τὸν ἴδιο τρόπο: «Μνήσθητε τῶν ρημάτων τῶν προειρημένων ὑπὸ τῶν ἀποστόλων καὶ τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὅτι ἔλεγον ὑμῖν ὅτι ἐν ἐσχάτῳ χρόνῳ ἔσονται ἐμπαῖκται κατὰ τὰς ἑαυτῶν ἐπιθυμίας πορευόμενοι τῶν ἀσεβειῶν. Οὗτοί εἰσιν οἱ ἀποδιορίζοντες, ψυχικοί, Πνεῦμα μὴ ἔχοντες» (Ἰούδ. 17—19).
Καὶ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος προεῖπε, ὅτι στὸ τέλος τοῦ κόσμου «πολλοὶ ψευδοπροφῆται ἐγερθήσονται καὶ πλανήσουσι πολλούς, καὶ διὰ τὸ πληθυνθῆναι τὴν ἀνομίαν ψυγήσεται ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν» (Ματθ. κδ’ 11—12), καὶ ὅτι ὅταν θὰ ἔλθη «ἆρα εὑρήσει τὴν πίστιν ἐπὶ τῆς γῆς;» (Λουκ. ιη’ 8).
Σύμφωνα μὲ αὐτὲς τὶς διαβεβαιώσεις, διαγράφεται στὸν νοῦ μας μία ἐντελῶς ἀπογοητευτικὴ εἰκόνα τῆς ἠθικοθρησκευτικῆς καταστάσεως τῶν ἀνθρώπων τοῦ ἐσχάτου καιροῦ. Τὸ Εὐαγγέλιο θὰ εἶναι γνωστὸ σὲ ὅλους. Καὶ ἕνα μὲν μέρος τοῦ κόσμου θὰ μείνη στὴν ἀπιστία, τὸ ἄλλο δὲ μέρος θὰ δημιουργήση κυρίως αἱρέσεις, ποὺ δὲν θὰ ἀκολουθοῦν τὴν θεοπαράδοτη διδασκαλία καὶ θὰ κτίζουν μία δική τους πίστι βασισμένη στὴν δική τους φαντασία, ἄν καὶ [φαινομενικὰ στηριγμένη] στὴν βάσι τῶν λόγων τῆς Ἁγίας Γραφῆς.
Αὐτὲς οἱ αὐτο-επινοημένες πίστεις θὰ γίνωνται ἀναρίθμητες. Τὴν ἀρχή τους ἔθεσε ὁ Πάπας. Συνέχισαν τὸ ἔργο του ὁ Λούθηρος καὶ ὁ Καλβῖνος. Τὸ θεμέλιο, τὸ ὁποῖο ἔθεσαν αὐτοί, τὴν προσωπικὴ δηλαδὴ ἐπίτευξι τῆς πίστεως μόνον ἐπὶ τῆς Γραφῆς, ἔδωσε ἰσχυρὴ ὤθησι γιὰ τὴν ἐπινόησι πίστεων.
Καὶ τώρα [δεύτερο μισὸ τοῦ ΙΘ’ αἰ.] ὑπάρχουν πάρα πολλὲς Ὁμολογίες, οἱ ὁποῖες θὰ γίνουν περισσότερες. Κάθε κράτος θὰ ἔχη τὴν δική του πίστι, ὕστερα κάθε νομός, κάθε πόλις καὶ στὸ τέλος πιθανὸν κάθε μυαλὸ θὰ ἔχη τὴν δική του ὁμολογία. Διότι ὅταν οἱ ἄνθρωποι δὲν δέχωνται τὴν θεοπαράδοτη πίστι, φτιάχνουν τὴν δική τους, διαφορετικὰ δὲν γίνεται.
Καὶ ὅλοι θὰ ὀνομάζωνται «Χριστιανοί». Ἕνα μόνον μέρος θὰ κρατήση τὴν γνήσια πίστι, ὅπως τὴν παρέδωσαν οἱ Ἅγιοι Ἀπόστολοι καὶ τὴν διατηρεῖ ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία. Ἀλλὰ καὶ ἀπὸ αὐτοὺς οἱ περισσότεροι θὰ εἶναι Ὀρθόδοξοι μόνον κατ΄ ὄνομα. Στὴν καρδιά τους ὅμως δὲν θὰ ἔχουν τὴν τάξι (κατάστασι/διάθεσι), τὴν ὁποίαν ἀπαιτεῖ ἡ πίστις, διότι θὰ ἔχουν ἀγαπήσει τὸν παρόντα αἰῶνα. Αὐτὸς θὰ εἶναι ὁ εὐρύτατος χῶρος τῆς ἀποστασίας.
Παντοῦ θὰ εἶναι ἀκουστὸ τὸ ὄνομα Χριστιανός. Παντοῦ θὰ ὑπάρχουν Ναοὶ καὶ ἱερὲς Ἀκολουθίες τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ θὰ εἶναι μόνον στὴν ἐπιφάνεια. Ἐντὸς αὐτῶν θὰ ὑπάρχη τελεία ἀποστασία. Στὸ ἔδαφος αὐτὸ θὰ γεννηθῆ καὶ θὰ αὐξηθῆ ὁ Ἀντίχριστος, μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἐπιφανειακότητος, χωρὶς τὴν οὐσία τοῦ πράγματος.
(…) ΔΕΝ θὰ τοποθετήσουν τὴν εἰκόνα τοῦ Θηρίου καὶ στοὺς ναούς; Ἐννοεῖται, ὅτι ἐφ΄ ὅσον θὰ γίνη εὐρυτάτη ἀποστασία ἀπὸ τὸν Χριστιανισμό, μαζὶ μὲ τοὺς Χριστιανοὺς θὰ καταλάβουν καὶ τοὺς ναούς, ὥστε σὲ αὐτοὺς θὰ εἶναι ἀδύνατον πλέον νὰ παραμείνη ἡ τάξις καὶ ἡ κατάστασις τῶν Χριστιανῶν. Ἑπομένως, θὰ τοποθετήσουν κάτι νέο, σύμφωνα μὲ τὸ πνεῦμα τοῦ νέου θεοῦ. Καὶ πρῶτα ἀπ΄ ὅλα τοῦτο σημαίνει τὴν ἐνθρόνισι τοῦ Ἀντιχρίστου στὸν ναό. Ὅπου αὐτὸς θὰ ἐμφανισθῆ προσωπικῶς, ἐκεῖ καὶ θὰ ἐνθρονισθῆ σὰν θεός.
«Μή τις ὑμᾶς ἐξαπατήσῃ κατὰ μηδένα τρόπον, ὅτι ἐὰν μὴ ἔλθῃ
ἡ ἀποστασία πρῶτον καὶ ἀποκαλυφθῇ ὁ ἄνθρωπος τῆς ἁμαρτίας, ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ὁ ἀντικείμενος καὶ ὑπεραιρόμενος ἐπὶ πάντα λεγόμενον Θεὸν ἤ σέβασμα, ὥστε αὐτὸν εἰς τὸν ναὸν τοῦ Θεοῦ καθίσαι, ἀποδεικνύντα ἑαυτὸν ὅτι ἐστὶ Θεός»
(Β’ Θεσ. β’ 3—4)
(*) Μετάφρασις ἀπὸ τὸ ρωσικὸ πρωτότυπο: Ἐπισκόπου Θεοφάνους, Ἑρμνηνεία Ἐπιστολῶν Ἁγίου Ἀποστόλου Παύλου Πρὸς Φιλιππησίους καὶ Θεσσαλονικεῖς Α’ καὶ Β’, β’ ἔκδοσις, Μόσχα 1895, σελ. 491-492, 497.

Να σηκώνουμε τον Σταυρό μας

Να σηκώνουμε τον Σταυρό μας
Καθώς βρισκόμαστε στο μέσο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, η Εκκλησία μας προβάλλει στους ιερούς Ναούς μας τον Τίμιο Σταυρό του Κυρίου και μας καλεί να τον προσκυνήσουμε με δέος και πίστη και να πάρουμε χάρη πολλή και δύναμη για τον πνευματικό αγώνα που διεξάγουμε την περίοδο αυτή.
Τι θα πει αυταπάρνηση
Λίγες εβδομάδες πριν από το πάθος του ο Κύριος κάλεσε τους μαθητές του και τα πλήθη του λαού για να τους πει λόγια βαρυσήμαντα για τη ζωή τους και τη ζωή όλων μας. Όποιος θέλει, είπε, να με ακολουθήσει και να γίνει μαθητής μου, ας απαρνηθεί τον εαυτό του κι ας πάρει τη σταθερή απόφαση να υποστεί για μένα όχι μόνο κάθε θλίψη και δοκιμασία αλλά και θάνατο σταυρικό, και τότε ας με ακολουθεί.
Τι σημαίνει όμως «απαρνούμαι τον εαυτό μου»; Σημαίνει δυο πράγματα. Πρώτα ότι νεκρώνω τον παλαιό εαυτό που κρύβω μέσα μου, τον διαγράφω από τη ζωή μου. Παύω να υπάρχω γι’ αυτόν. Αρνούμαι δηλαδή και νεκρώνω τα θελήματα, τις επιθυμίες και τις ροπές του παλαιού ανθρώπου. Ακόμη κι αν τον δω να επαναστατεί, να αντιδρά, να επιζητεί με μανία και επιμονή καθετί αμαρτωλό, εγώ δεν υποκύπτω, δεν του δίνω σημασία. Έχω αρνηθεί όχι μόνο κάτι από τον εαυτό μου αλλά όλο τον παλαιό εαυτό μου.
Αρνούμαι τον παλαιό εαυτό μου σημαίνει ταυτόχρονα ότι υποτάσσομαι στο άγιο θέλημα του Θεού. Αυτό σημαίνει ότι ακολουθώ τον Κύριο όπου με οδηγεί. Και υπομένω όλες τις θλίψεις που επιτρέπει στη ζωή μου για τον εξαγιασμό μου. Μέχρι του σημείου να περιφρονώ ακόμη και το θάνατο. Διότι αυτό σημαίνει να σηκώνω διαρκώς τον σταυρό των θλίψεων και της θυσίας.
Όπως κάθε κατάδικος σήκωνε ως μελλοθάνατος τον σταυρό του, έτσι κι εγώ πρέπει να σηκώνω τον δικό μου σταυρό περιμένοντας το μαρτύριο. Με την απόφαση να είμαι έτοιμος σε κάθε στιγμή, αργά ή γρήγορα, να πεθάνω, αν μου το ζητήσει ο Κύριος. Και να προχωρώ με τέτοια διάθεση όχι για λίγο αλλά σε όλη μου τη ζωή.
Να σηκώνω τον σταυρό των θλίψεων όχι αναγκαστικά, επειδή δεν μπορώ να κάνω αλλιώς, αλλά με χαρά κι ελπίδα, με τη συναίσθηση ότι ο δρόμος της υποταγής στο θέλημα του Θεού, τον οποίο βαδίζω σηκώνοντας τον σταυρό των θλίψεων, είναι ο μοναδικός δρόμος που οδηγεί στη σωτηρία μου, στον Παράδεισο.
Όλη η ζωή του Κυρίου άλλωστε ήταν μία διαρκής αυταπάρνηση, προσφορά και θυσία, που κορυφώθηκε και ολοκληρώθηκε στη σταυρική θυσία. Κι επειδή αυτός πρώτος εφάρμοσε την τέλεια αυταπάρνηση, ζητά κι από μας ν’ ακολουθήσουμε ολόψυχα το παράδειγμά του.
Πόσο αξίζει μια ψυχή
Ο Κύριος συνέχισε τη διδασκαλία του λέγοντας: όποιος θέλει να σώσει την επίγεια ζωή του, θα χάσει την αιώνια. Όποιος όμως θυσιάσει τη ζωή του για μένα και το Ευαγγέλιό μου, αυτός θα σώσει την ψυχή του. Διότι τι θα ωφελήσει τον άνθρωπο εάν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο και χάσει την ψυχή του; Και τι μπορεί να δώσει ως αντάλλαγμα για να την εξαγοράσει; Όποιος ντραπεί εμένα και τους λόγους μου επειδή φοβάται τους χλευασμούς των ανθρώπων της αποστατημένης και αμαρτωλής αυτής γενιάς, αυτόν θα τον αποκηρύξω κι εγώ όταν θα έλθω μέσα στη θεϊκή δόξα μου μαζί με τους αγίους αγγέλους.
Και ο Κύριος επισφράγισε τους λόγους του λέγοντας: Πολλοί από σας, πριν πεθάνουν, θα δουν να θεμελιώνεται με δύναμη ακαταγώνιστη η Βασιλεία του Θεού στη γη, δηλαδή η Εκκλησία μου.
*****
Σ’ όλη αυτή τη διδασκαλία του ο Κύριος τονίζει την αξία της ψυχής μας. Και τι λέει; Πόσο αξίζει η ψυχή μας; Ανυπολόγιστα. Δεν συγκρίνεται με όλα τα αγαθά του κόσμου αυτού. Έχει ασυγκρίτως ανώτερη αξία από όλα τα πλούτη, τις τιμές και τις απολαύσεις αυτής της ζωής. Γι’ αυτήν ο Θεός έγινε άνθρωπος, γι’ αυτήν έχυσε το αίμα του επάνω στο σταυρό και μας εξαγόρασε με το τίμιο Αίμα του. Κι αν εμείς περιφρονήσουμε το πολυτιμότατο αυτό λύτρο που έδωσε ο Χριστός για την ψυχή μας, η καταστροφή μας θα είναι ανεπανόρθωτη. Διότι, όταν εμείς αμαρτάνουμε συστηματικά και ασύστολα, κινδυνεύουμε να χάσουμε την ψυχή μας για πάντα στην αιώνια κόλαση. Εκεί η ψυχή θα χωρισθεί αιωνίως από τον Θεό, τη χάρη του και την αγάπη του και θα βυθισθεί στο αιώνιο σκοτάδι.
Γι’ αυτό λέει ο Κύριος ότι το χειρότερο κακό που μπορούμε να πάθουμε οι άνθρωποι, είναι το να χάσουμε την ψυχή μας. Και αν χάσουμε την ψυχή μας, χάσαμε τον Θεό, χάσαμε τον εαυτό μας, χάσαμε τα πάντα. Κι αυτή η απώλεια είναι αμετάκλητη. Μήπως έχουμε και άλλη ψυχή, ώστε να δώσουμε μία στον σατανά και μία στον Θεό; Ή να δώσουμε τη μία αντάλλαγμα για την απώλεια της άλλης; Τα χρήματα και τα κτήματα και τα σπίτια μπορούμε να τα ανταλλάξουμε. Την ψυχή όμως ποτέ.
Και δεν είναι δύσκολο να τη χάσουμε. Σ’ αυτή τη ζωή φοβερός πόλεμος διεξάγεται. Με λύσσα οι δαίμονες ζητούν να αρπάξουν και να κατασπαράξουν την ψυχή μας. Ας αντισταθούμε λοιπόν κι ας αγωνισθούμε. Ώστε, όταν κλείσουμε τα μάτια μας, να παραλάβουν την ψυχή μας οι παμφώτεινοι άγγελοι στην αγκαλιά του Θεού.

Πέμπτη, 12 Ιουλίου 2018

Άγιος Παΐσιος ο Αγιορείτης. Πώς να μην τον χαριτώσει ο Θεός;


«Τῶν Φαράσων τὸν γόνον, καὶ τοῦ Ἄθωνος κλέϊσμα, καὶ τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος ὁσίων, μιμητὴν καὶ ἰσότιμον, Παΐσιον τιμήσωμεν πιστοί, τὸ σκεῦος χαρισμάτων τὸ μεστόν, ὡς φυλάσσοντα ἐκ πάντων τῶν λυπηρῶν, τοὺς πίστει ἀνακράζοντας, δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα».
Γέροντας Μωυσής Αγιορείτης (†)
~ Ο ευλαβής Γέροντας υπεραγαπούσε την ευλάβεια, τη θεική δικαιοσύνη, και προτιμούσε να αδικείται και να χαίρεται και ποτέ να μην αδικεί. Έλεγε διδακτικά: «Οι ωραιότερες στιγμές που έζησα ήταν της αδικίας. Όποιος δέχεται τον άδικο, δέχεται τον αδικημένο Χριστό στην καρδιά του». Τα λόγια αυτά δεν είναι απλά ωραία λόγια, αλλά είναι καρπός μακράς εργασίας και κατασκήνωση στην απάθεια.
Ήταν ένας φιλότιμος αγωνιστής και γι’ αυτό μιλούσε πολύ για φιλότιμο, μια λέξη που δεν υπάρχει σε κανένα ξένο λεξικό. Κατά τον Γέροντα, φιλότιμο είναι «ευλαβικό απόσταγμα της καλωσύνης, η λαμπικαρισμένη αγάπη του ταπεινού ανθρώπου». Έλεγε χαρακτηριστικά κι εύστοχα: «Ο φιλότιμος βομβαρδίζεται από ευλογία, ενώ ο γκρινιάρης γεννά κακομοιριά. Η καρδιά δεν καθαρίζεται με απορρυπαντικό, αλλά με φιλότιμο». Πάντα αγωνιζόταν φιλότιμα και όχι καθηκοντολογικά. Ο καθωσπρεπισμός, η τυπικότητα, η ξερή ευγένεια, του ήταν ξένα και άγνωστα.
Η βαθειά του πίστη τον έκαναν πάντοτε να έχει βέβαιη ελπίδα και μεγάλη εμπιστοσύνη στον Θεό, που ποτέ δεν τον απογοήτευσε η μεγαλόδωρη θεία του πρόνοια. Γι’ αυτό ήταν πάντοτε ευγνώμων, ευχαριστών και δοξολογών τον Πανάγαθο, Πολυεύσπλαχνο και Πανοικτίρμονα. Είχε πίστη θερμή, ζωντανή, αδιακύμαντη. Όλα τα συζητώ, έλεγε, εκτός από το θέμα περί υπάρξεως Θεού.
Ίδιον του απαθούς και ταπεινού ανθρώπου είναι η ειρήνη, που είναι καρπός του Αγίου Πνεύματος, της προσευχής και της ζωντανής σχέσεως του ανθρώπου με τον ειρηνάρχη και ειρηνοδότη Θεό. Ο Άγιος Σεραφείμ του Σάρωφ έλεγε: «Βρες την ειρήνη στην καρδιά σου και χιλιάδες κόσμος θα σωθεί». Αυτή την ειρήνη είχε και μετέδιδε ο ειρηνικός κι ευλογημένος π. Παΐσιος λέγοντας στους πολλούς επισκέπτες του: «Η πραγματική ειρήνη έρχεται, αν τακτοποιηθεί εσωτερικά ο άνθρωπος και προσέχει να μη δίνει δικαιώματα, γιατί ο πειρασμός προσπαθεί να του αφαιρέσει την ειρήνη με αιφνιδιασμούς. Έτσι πράγματι είναι αγαπητοί μου αδελφοί. Ειρήνη έχει κυρίως ο απαθής. Μια ειρήνη “υπέρ πάντα νούν” ».
Η καθαρότητά του και η εγνωσμένη αρετή του τον έκαναν να είναι μέγας ψυχοανατόμος και ψυχαναλυτής όπως ο Όσιος Ιωάννης της Κλίμακος. Η πείρα του και κυρίως η πλούσια χάρη του Θεού που κατοικούσε εντός του, τον έκανε διακριτικό πατέρα. Πρέπει να ομολογήσουμε πως η διάκριση είναι μια αρετή που πολύ απουσιάζει από τη δύσκολη εποχή μας. Τη διάκριση χρησιμοποιούσε διακριτικά προς ακριβή βοήθεια των ταλαιπωρημένων από αμφιβολίες, διχασμούς και μειονεξίες ανθρώπων. Ήταν ένας καλός ακτινολόγος με ένα πολύ καλό ακτινογραφικό μηχάνημα, που από τις ακτινογραφίες του έκανε άριστες διαγνώσεις προς σωτηρία ψυχών. Ένα ακτινολογικό ιατρείο που εφημέρευε καθημερινά επί χρόνια, έδινε στον καθένα τις κατάλληλες «βιταμίνες» που είχε ανάγκη, καθώς έλεγε.
Η ζωή του όλη ήταν μία αδιάλειπτη προσευχή. Έψαχνε συνεχώς να βρίσκει τρόπους να συνομιλεί εγκάρδια, ολόψυχα και ολόθερμα με τον Θεό. Να επικαλείται τον Χριστό, να ζητά τις πρεσβείες της Θεοτόκου και των Αγίων, να επιχέει το έλεός του ο Κύριος σε όλους τους αναγκεμένους, τους πονεμένους, τους δυστυχισμένους και τους αβοήθητους κεκοιμημένους. Ήταν αλήθεια ένας τίμιος, αξεκούραστος εργάτης της προσευχής. Ζούσε για να προσεύχεται. Ανέπνεε για να προσεύχεται. Δεν μετρούσε την προσευχή. Δεν υπολόγιζε τον κόπο. Δεν ζύγιαζε το κουράγιο. Η προσευχή τον αναπτέρωνε. Με το όνομα του Ιησού μάστιζε τους πολέμιους και του ήταν μόνιμη γλυκειά τροφή «υπέρ μέλι και κηρίον».
Η ταπεινοφροσύνη του δεν επέτρεπε στις τιμές να καυχιέται και στις συκοφαντίες να στενοχωρείται, δείγμα της απάθειας, αφού κατά τον Αββά Ισαάκ τον Σύρο «ο αληθινός Μοναχός πρέπει τον έπαινο και την κατηγορία να ακούει με το ίδιο αυτί». Το ήθος του, η στάση του, η τάξη του ήταν ένα ανοιχτό βιβλίο. Δίδασκε σιωπών.
Η χριστιανική αγάπη είναι πάντα διφυής· προς Θεό και άνθρωπο. Δεν μπορεί να αγαπάς τον Θεό και να μην αγαπάς τον άνθρωπο και το αντίθετο. Ο όλος αγάπη άνθρωπος του Θεού Παίσιος, πίστευε ακράδαντα πως, «όταν παίρνεις κάτι, δέχεσαι ανθρώπινη χαρά. Το πνευματικό πάρσιμο γίνεται με το δόσιμο». Άλλοτε έλεγε: «Οι κοσμικοί λένε το δώρο δεν δωρίζεται. Εμείς ταπεινωνόμαστε και παίρνουμε το δώρο και μετά το δωρίζουμε σε κάποιον κι έχουμε διπλή χαρά» και είναι μεγάλη η αλήθεια επίσης που έλεγε: «Ο εγωισμός και η αγάπη δεν μπορούν να συμβαδίσουν. Η αγάπη και η ταπείνωση είναι δύο δίδυμα αδελφάκια σφιχταγκαλιασμένα. Όποιος έχει αγάπη έχει και ταπείνωση κι όποιος έχει ταπείνωση έχει και αγάπη». Ήθελε αν μπορούσε να κόψει κομματάκια την καρδιά του να τη μοιράσει στον πονεμένο κόσμο από αγάπη. Γι’ αυτό προσευχόταν πολύ για τον κόσμο. Πόσο πάσχει ο κόσμος από την έλλειψη αυτής της αληθινής αγάπης.
Αγαπώντας τον Θεό πολύ, τον αγάπησε κι ο Θεός πολύ και τον πλούτισε με χαρίσματα, που τους πιστούς δεν εκπλήσσουν, αλλά θεωρούνται φυσικά φαινόμενα της δαψιλούς επισκέψεως της θείας Χάριτος. Τον έβλεπαν να μην πατά στη γη, να διέρχεται αθέατος, να συνομιλεί φιλικά με τα άγρια ζώα και να του κάνουν υπακοή, να καίγεται για όλους, να μιλά ακούραστα, να παλεύει με τους δαίμονες αξεκούραστα, να εκπέμπει άρρητη ευωδία, να συνεννοείται άνετα με αλλοδαπούς, να θαυματουργούν οι προσευχές του, να αποκαλύπτει την κατάσταση των κεκοιμημένων, να θαυμάζουν πολλοί την πλούσια διορατικότητα και προορατικότητά του, να συνομιλεί με Αγίους, να τον λούζει το Άκτιστο Φως.
Ο Γέροντας Παΐσιος δεν ήταν άτλας, γίγαντας, υπεράνθρωπος, αλάνθαστος, ξύλινος ή σιδερένιος, γρανιτένιος, απρόσιτος, κατηφής κι απλησίαστος. Γινόταν πλαστελίνη στα χέρια του Θεού και για χάρη των πονεμένων ανθρώπων, έχοντας εγκολπωθεί τη χριστομίμητη αγάπη και την υψοποιό ταπείνωση. Δεν ήταν μορφωμένος, επιστήμονας, ψυχολόγος, θεολόγος διπλωματούχος, κοινωνικός λειτουργός, ιατρός και ιεροκήρυκας υψηλού άμβωνος με πύρηνα κηρύγματα. Ήταν ολιγογράμματος πατέρας, αδελφός και φίλος, που πάντα σού άφηνε χώρο, καθόταν πιο χάμω. Αποσυρόταν στην αντίδραση. Βοηθούσε πιο πολύ με την προσευχή του, με τη σιωπή του, με το ζωντανό παράδειγμά του. Τα λόγια του ήταν εγκάρδια, αληθινά ζυμωμένα με δάκρυα, γι’ αυτό ανέπαυαν, παραμυθούσαν, εμψύχωναν, οδηγούσαν στη μετάνοια. Έγινε δάσκαλος οικουμενικός, με αμέτρητους μαθητές μικρούς και μεγάλους, Μοναχούς και λαϊκούς, μένοντας πάντα ησυχαστής, ασκητής, γνήσιος Αγιορείτης. Ο μικροκαμωμένος, φιλάσθενος, αδύναμος, αδύνατος, κοκκαλιάρης πατήρ, έγινε ιατρός και βοηθός πολλών. Νοιαζόταν πιο πολύ για τους άλλους, παρά για τον εαυτό του. Πως να μην τον χαριτώσει ο Θεός; Πως να μην τον λαμπρύνει ο Ήλιος της δικαιοσύνης;
Ευχαριστούμε τον Θεό που μας τον έφερε κοντά μας για να μας νουθετήσει κι ελέγξει με την αρετή του. Τον ευγνωμονούμε για τα δώρα του.
Υποκλινόμενοι στη μακρά κι αδιάκοπη άσκησή του, που σημαίνει ολοκληρωτική αφιέρωση και γενναία ψυχή, περισσότερο από τα τεκμηριωμένα χαρίσματά του, τον παρακαλούμε θερμά να εύχεται, να ευλογεί, να πρεσβεύει…
Πηγή: Σύγχρονες Οσιακές Μορφές, Έκδοσις Ιεράς Μητροπόλεως Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας, 2017

Η συνειδηση και η γνωση του εαυτου μας

«Δέν ὑπάρχει μεγαλύτερος νικητής στήν γῆ, παρά ἐκεῖνος, πού ἐνίκησε τόν ἴδιο τόν ἑαυτό του καί κυριαρχεῖ ἐπάνω στά πάθη του». ΓΕΡΟΝΤΟΣ ΑΡ...