Τρίτη 14 Απριλίου 2026

Άγιοι Ραφαήλ, Νικόλαος και Ειρήνη: Οι νεοφανείς ένδοξοι Νεομάρτυρες

Τὴ τῶν Μαρτύρων θαυμαστὴ προστασία, τῶν ἐν Θερμῇ ἠμὶν ἀρτίως φανέντων, ἀπὸ ψυχῆς προσπέσωμεν κραυγάζοντες· Ραφαὴλ μακάριε, καὶ Νικόλαε θεῖε, καὶ Εἰρήνη πάνσεμνε, πάσης ρύσασθε βλάβης, καὶ ἀναγκῶν καὶ πάσης ἀπειλῇς, τοὺς τὴ πρεσβεία ὑμῶν καταφεύγοντας.

Ένα από τα μεγαλύτερα προσκυνήματα στη χώρα μας είναι και αυτό της Θέρμης Μυτιλήνης, όπου τιμώνται τρεις νεοφανείς Μάρτυρες της Εκκλησίας μας, οι άγιοι Ραφαήλ, Νικόλαος και Ειρήνη. Εκεί στην περίφημη Ιερά Μονή του Αγίου Ραφαήλ, βρέθηκαν, ύστερα από θαυμαστά γεγονότα, τα ιερά τους λείψανα, όπου και φυλάσσονται, αγιάζοντας τους πολυάριθμους προσκυνητές.

Πρόκειται για ένδοξους Νεομάρτυρες, οι οποίοι μαρτύρησαν αμέσως σχεδόν μετά την πτώση της Κωνσταντινουπόλεως στους Τούρκους. Ελάχιστα πράγματα γνωρίζουμε για τους βίους τους.

Ο Άγιος Ραφαήλ καταγόταν από το χωριό Μύλοι της Ιθάκης, όπου γεννήθηκε το έτος 1410. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Γεώργιος και το επώνυμό του Λάσκαρης ή Λακαρίδης. Ο πατέρας ονομαζόταν Διονύσιος. Κατατάχτηκε στον βυζαντινό στρατό, όπου αποφάσισε να κάνει καριέρα στρατιωτικού. Έφτασε μάλιστα και σε μεγάλο αξίωμα. Όμως η γνωριμία του με κάποιον άγιο ασκητή, ονόματι Ιωάννη, τον μύησε στην πνευματική ζωή και στην κατά Χριστόν βιωτή.

Κάποια Χριστούγεννα ο άγιος ασκητής γέροντας είχε πάει στο στρατόπεδο να λειτουργήσει, να κηρύξει και να εξομολογήσει τους στρατιώτες, ο Γεώργιος, τριανταπέντε χρονών τότε, ενθουσιάστηκε από τα λόγια του γέροντα και πήρε την απόφαση να εγκαταλείψει τη στρατιωτική καριέρα και να αφοσιωθεί στην Εκκλησία. Μάλιστα λίγες ημέρες μετά, κατά την εορτή των Θεοφανείων, όταν ο γέροντας είχε επισκεφτεί και πάλι το στρατόπεδο, αποχαιρέτησε τους συναδέλφους του και ακολούθησε τον μοναχό. Αποφάσισε να γίνει μοναχός και έλαβε το όνομα Ραφαήλ. Ήρθε στην Αθήνα, όπου η επιθυμία του πραγματοποιήθηκε και μάλιστα του προτάθηκε να χειροτονηθεί πρεσβύτερος. Αργότερα του απονεμήθηκε και το οφίκιο του αρχιμανδρίτη.

Λίγο πριν την άλωση, επισκέφτηκε την Κωνσταντινούπολη όπου τον δέχτηκε ο Οικουμενικός Πατριάρχης, ο οποίος τον έστειλε στη Γαλλία, στην πόλη Μορλαί, για θεολογικές σπουδές. Αργότερα ήρθε ξανά στην Αθήνα, ως ιεροκήρυκας. Λειτουργούσε στο ναό του Αγίου Δημητρίου Λουμπαδιάρη και συνήθιζε να κηρύττει στο λόφο του Φιλοπάππου. Περί το 1450 έφυγε για τη Μακεδονία, όπου περιπλανιόταν, κηρύττοντας το Ευαγγέλιο και ενθαρρύνοντας τους πιστούς, από τα επερχόμενα δεινά. Αποφάσισε τελικά να μονάσει σε κάποιο μέρος της Θράκης, που δεν γνωρίζουμε.

Μαζί του είχε και τον πιστό υποτακτικό του Νικόλαο, τον οποίο είχε γνωρίσει στη Γαλλία και ο οποίος γεννήθηκε, άγνωστο πότε, στη Θεσσαλονίκη ή κατ’ άλλους στους Ράγους της Μηδίας της Μ. Ασίας και ήρθε μικρός, με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη, όπου μεγάλωσε και σπούδασε. Από μικρός είχε τη λαχτάρα να ενδυθεί το μοναχικό σχήμα και να υπηρετήσει την Εκκλησία. Εκάρη μοναχός και αργότερα χειροτονήθηκε διάκονος και ουδέποτε εγκατέλειψε τον Ραφαήλ.

Από την ιστορία γνωρίζουμε πως η κατάκτηση του ελλαδικού χώρου από τους ασιάτες Οθωμανούς γινόταν σταδιακά από τις αρχές του 15ου αιώνα. Η τραγική πτώση και άλωση της Βασιλεύουσας υπήρξε ο τυπικός επίλογος και το τέλος της ένδοξης χιλιόχρονης βυζαντινής αυτοκρατορίας (για να κυριολεκτούμε: η κατάλυση του Ανατολικού Ρωμαϊκού Κράτους). Οι πρώην ελεύθεροι λαοί της χριστιανικής αυτοκρατορίας, οι οποίοι απολάμβαναν την ελευθερία και την ασφάλεια του θεόσωστου Κράτους, τώρα βρίσκονται κάτω από στυγνή τυραννία. Το χειρότερο κακό ήταν ότι οι βάρβαροι ασιάτες μουσουλμάνοι Οθωμανοί δεν σέβονταν την Ορθόδοξη πίστη των κατακτημένων Ρωμιών και ασκούσαν πιέσεις και μαρτύρια προκειμένου να τους αναγκάσουν να εξισλαμιστούν και άρα να τουρκέψουν, αφού ο κύριος συνδετικός κρίκος τους με την Ρωμαίικη συνείδησή τους ήταν η Ορθόδοξη Πίστη.

Ο Ραφαήλ, μαζί με τη συνοδεία του, μπροστά σε αυτή την δραματική κατάσταση, πήραν τη μεγάλη απόφαση να φύγουν από τη Θράκη, διότι εκεί κινδύνευαν περισσότερο. Αποφάσισαν να μετακομίσουν στην νήσο Λέσβο, η οποία δεν είχε πέσει ακόμα στα χέρια των Τούρκων. Από το λιμάνι της Αλεξανδρουπόλεως πήραν το καράβι για τη Μυτιλήνη. Διάλεξαν την παλαιά Ιερά Μονή του Γενεσίου της Θεοτόκου να εγκατασταθούν και να μονάσουν. Η Μονή βρισκόταν στο χωριό Θέρμη, στις πρόποδες του λόφου Καρυές στην οποία υπήρχε ένας γέρος μοναχός, ονόματι Ρουβείμ. Στα 1235 είχαν επιδράμει στη Μονή Σαρακηνοί πειρατές, οι οποίοι, αφού τη λεηλάτησαν, σκότωσαν, με φρικτά βασανιστήρια και απερίγραπτες βιαιότητες τις μοναχές, με επικεφαλής την ηγουμένη Ολυμπία, στις 11 Μαΐου του ιδίου έτους και είχαν κάψει τη Μονή. Αφού, λοιπόν ανακαίνισαν την παλιά γυναικεία Μονή, εξέλεγη ηγούμενος ο Ραφαήλ και ζούσαν θεοφιλώς.

Αλλά το έτος 1463 η Λέσβος έπεσε και αυτή στα χέρια των Οθωμανών κατακτητών. Ακολούθησαν άγριες σφαγές και λεηλασίες. Κάποτε έφτασαν και στη Μονή των Καρυών. Ήταν το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης. Συνέλαβαν τον Ραφαήλ και τον Νικόλαο, τους οποίους υπέβαλαν σε απάνθρωπα βασανιστήρια και ταπεινώσεις. Τον Ραφαήλ τον πήραν τραβώντας από τα μαλλιά και τα γένια, τον κρέμασαν σε ένα δένδρο και τον τρυπούσαν με τα αιχμηρά όπλα τους. Κατόπιν άναψαν φωτιά και τον έκαιγαν σιγά – σιγά. Στο τέλος του πριόνισαν το στόμα και έτσι παρέδωσε την ψυχή του ο ηρωικός Μάρτυρας του Χριστού. Ο Νικόλαος πέθανε από συγκοπή καρδιάς από τους βασανισμούς, δεμένος σε ένα δένδρο.

Μαζί τους μαρτύρησε και η δωδεκάχρονη Ειρήνη, κόρη του προεστού της Θέρμης Βασιλείου. Της έκοψαν το χέρι και την έκλεισαν σε πιθάρι και την έκαψαν, μπροστά στα μάτια των γονέων της. Μετά Μαρτύρησαν ο πατέρας της Βασίλειος, η μητέρα της Μαρία, το πέντε ετών παιδί τους Ραφαήλ, η ανεψιά τους Ελένη, ο δάσκαλος Θεόδωρος και ο ιατρός Αλέξανδρος. Το μαρτύριό τους έγινε στις 9 Απριλίου του 1463, την Τρίτη της Διακαινησίμου. Τα σώματά τους έμειναν άταφα για μέρες και κατόπιν κάποιοι ευσεβείς τα έθαψαν εντός της Μονής.

Τα ιερά τους λείψανα βρέθηκαν κατόπιν θαυματουργικών οραμάτων στη Θέρμη της Μυτιλήνης το 1959 και το 1960. Η μνήμη τους εορτάζεται την Τρίτη της Διακαινησίμου.

Λάμπρος Σκόντζος, Θεολόγος

simeiakairwn.gr 

Γέροντας Κλεόπας Ηλίε. Γιατί υπάρχει τόσος πόνος;

Γιατί υπάρχει τόσος πόνος στον κόσμο;

Λέγει ο δίκαιος Ιώβ: “Αλλά άνθρωπος γεννάται κόπω” (Ιώβ 5,7).

Ο Απόστολος Παύλος λέγει ότι όλα τα έργα γίνονται με κόπο και πόνο (Ρωμ. 8, 21).

Ο πόνος στον κόσμο είναι καρπός της πτώσεως του ανθρώπου από τον παράδεισο (Πράξ. 3, 16). Είναι καρπός της αμαρτίας (Ψαλμ. 7, 14-16). Αλλ’ όμως, εάν δεχόμεθα κάθε πόνο με υπομονή και ευχαρίστηση, λαμβάνουμε μεγάλη πνευματική ωφέλεια πολύτιμη για την σωτηρία της ψυχής μας.

Γενικά βλέπουμε ότι, όσο πολλαπλασιάζεται η αμαρτία και η πλάνη στον κόσμο, τόσο αυξάνεται και ο πόνος, δηλαδή η πείνα, η σύγχυση, οι πόλεμοι, οι παντός είδους ασθένειες και ο θάνατος.

Η φροντίδα ημών των χριστιανών είναι να εγκαταλείψουμε την αμαρτία, να συμφιλιωθούμε με τον Θεό, να αποκτήσουμε τον φόβο του Θεού, την ταπείνωση, την υπομονή και τότε όλα τα βάσανά μας θα λιγοστέψουν και θα έλθει μεγάλη ωφέλεια στις ψυχές μας.

Ο πόνος είναι αρραβώνας των αιωνίων βασάνων ή το αντίλυτρο των αμαρτιών μας; Ποιος είναι ο σκοπός της υπάρξεως του πόνου;

Ο σκοπός του πόνου για τους χριστιανούς είναι ένας και μοναδικός:

Η συγχώρησης των αμαρτιών εδώ στην γη με κάθε είδους ασθένειες, στενοχώριες και θλίψεις, επίσης ο εξαγνισμός και η σωτηρία της ψυχής μας.

Γι` αυτούς που δεν θέλουν να διορθωθούν και να μετανοήσουν, ο πόνος είναι ο αρραβώνας των αιωνίων βασάνων. Ενώ αυτοί πού δέχονται τον πόνο με υπομονή και με ευχαριστία στον Θεό και ζουν με μετάνοια, τότε είναι γι’ αυτούς ο καλλίτερος δρόμος για την διόρθωση και συγχώρηση των αμαρτιών των, διότι λυτρώνονται από τις αιώνιες θλίψεις της κολάσεως.

Βλέπουμε ότι εδώ στην γη αυτοί που υποφέρουν περισσότερο, είναι ειρηνικοί με τη συνείδηση τους, ενάρετοι και ισχυροί απέναντι των πειρασμών, πλησιέστερα στον Θεό από τους άλλους και σώζονται ευκολότερα, όπως ο δίκαιος Ιώβ, ο πτωχός Λάζαρος, οι Άγιοι Απόστολοι, οι Μάρτυρες, οι Όσιοι και τόσοι άλλοι. Ενώ αυτοί που ζουν άνετα, είναι υγιείς, έχουν περιουσία και κάθε απολαυστικό στην γη, είναι συνήθως αδύνατοι στην πίστη, άσπλαχνοι, τυραννικοί, γαστρίμαργοι, εγωιστές, φοβούνται τον θάνατο και πεθαίνουν με βαρείες αμαρτίες, προς αιώνια τιμωρία τους.

Ο πόνος επετράπη άνωθεν για την σωτηρία και την συγχώρηση των αμαρτιών μας και για την πνευματική μας πρόοδο, εάν εμείς τον δεχόμεθα με ευχαρίστηση, ως από το χέρι του Θεού, όπως λέγει ο προφήτης Δαβίδ: “Η ράβδος σου και η βακτηρία σου, αύται με παρεκάλεσαν” (Ψαλμ. 22, 5).

Οπότε λοιπόν, η ράβδος και η βακτηρία του πόνου τους ευσεβείς και πιστούς χριστιανούς τους στηρίζουν, τους εμπνέουν στα καλά έργα, τους καθαρίζουν από τις αμαρτίες και τους καταξιώνουν μεγαλυτέρων στεφάνων και απολαύσεων στον ουρανό. Ενώ για τους κακοπροαίρετους, η ράβδος του πόνου είναι τιμωρία επάνω στην τιμωρία και χαλινός στο στόμα, διότι δεν θέλουν να πλησιάσουν τον Κύριο (Ψαλ. 31, 10).

Πώς πρέπει να υπομένουμε την αρρώστια, την αδικία, την κακολογία, την πτώχεια και κάθε είδους στενοχώριες εδώ στη γη;

Πρώτα – πρώτα να έχουμε εμπιστοσύνη ότι ο πόνος, παραχωρήθηκε από τον Θεό Πατέρα μας για την σωτηρία μας και όχι για την αιώνια τιμωρία μας.

Κατόπιν να τον δεχόμεθα με υπομονή και καλοσύνη. Η υπομονή μας να συνοδεύεται από ευλάβεια και εγκράτεια (Β’ Πέτρου 1, 6-7), από χαρά (Κολ. 1, 11) και από ελπίδα.

Η υπομονή στους πόνους επαυξάνει σ’ εμάς την προσευχή, την διάθεση για εξομολόγηση, για την Θεία Κοινωνία, για την ανάγνωση των ιερών βιβλίων, για ιερούς στοχασμούς γύρω από τα Πάθη του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και όλων των αγίων Του, τα οποία ήταν ασυγκρίτως βαρύτερα από τα δικά μας και προκαλεί αγαθές σκέψεις για την μακαρία ζωή του παραδείσου.

Διότι άλλη οδός σωτηρίας δεν υπάρχει παρά αυτή του σταυρού, που συνοδεύεται με πόνους, με υπομονές και θυσίες, όπως μας είπε ο Σωτήρ: “Εν τη υπομονή υμών κτήσασθε τας ψυχάς ημών” (Λουκ. 21, 19), και “Ο υπομείνας εις τέλος ούτος σωθήσεται” (Ματθ. 24, 13).

Για ποια αιτία υποφέρουν τα αθώα παιδιά; Ποιες αμαρτίες ξεπληρώνουν;

Στην Έξοδο διαβάζουμε: “Εγώ ειμί ο Κύριος ο Θεός σου, Θεός ζηλωτής, αποδιδούς αμαρτίας γονέων επί τέκνα, έως τρίτης και τετάρτης γενεάς” (Έξοδ. 20, 5).

Και πάλι: “Ο Θεός επάγων ανομίας πατέρων επί τέκνα και επί τέκνα τέκνων, επί τρίτην και τετάρτην γενεάν” (Έξοδος 34, 7), (Ψαλμοί 36, 28).

Ο μεγάλος προφήτης Ιερεμίας λέγει: “Ποιών έλεος εις χιλιάδας και αποδιδούς αμαρτίας πατέρων εις κόλπους τέκνων αυτών μετ’ αυτούς, ο Θεός ο μέγας ο ισχυρός” (Ιερεμ. 39, 18).

Ο προφήτης Ησαΐας λέγει: “Ετοιμάσαντα τέκνα σου σφαγήναι ταις αμαρτίαις του πατρός αυτών” (Ησαΐου 14, 21).

Απ’ αυτές τις μαρτυρίες λοιπόν της Αγίας Γραφής, μπορούμε να εννοήσουμε καθαρά, για ποια αιτία υποφέρουν τα αθώα παιδιά και ποιων τις αμαρτίες πληρώνουν.

Πώς αντιμετωπίζει η Εκκλησία τον ανθρώπινο πόνο και ποια είναι τα καθήκοντα του χριστιανού απέναντι αυτών που υποφέρουν;

Η Εκκλησία ανακουφίζει και θεραπεύει τους πόνους των ανθρώπων με διάφορα είδη προσευχών προς τον Πανάγαθο Θεό.

Η σπουδαιότερη προσευχή για τους ασθενείς είναι το μυστήριο του Αγίου Ευχελαίου και διάφορες ευχές για την απόκτηση της υγείας.

Ο χριστιανός έχει μεγάλο καθήκον απέναντι των δοκιμαζόμενων από θλίψεις συνανθρώπων του να τους βοηθάει το κατά δύναμη, τόσο με υλικά μέσα: ρουχισμό, τρόφιμα, φιλοξενία, περίθαλψη, χρήματα κλπ., όσο και με πνευματικά μέσα όπως: με την προσευχή υπέρ αυτών, την ηθική των ενίσχυση με λόγια πνευματικά, με την συμπόνια, με την παρηγοριά κλπ. όπως μας διδάσκει ο Απόστολος Παύλος λέγοντας: “Χαίρειν μετά χαιρόντων και κλαίειν μετά κλαιόντων” (Ρωμ. 12, 15).

(Πηγή: oodegr.com)

alopsis.gr 

Η αντιμετώπισις των δοκιμασιών (Πρωτοπρ. Διονύσιος Τάτσης)

Ἡ ζωὴ τῶν ἀνθρώπων πάνω στὴ γῆ ποτὲ δὲν ἔμοιαζε μὲ ἀκύμαντο λιμάνι. Πάντα ὑπῆρχαν ἀπειλητικὰ κύματα. Πάντα ἐμφανιζόταν ὁ κίνδυνος ναυαγίου. Ποτὲ δὲν ἔλειψαν οἱ δοκιμασίες καὶ οἱ συμφορές. Οἱ ἄνθρωποι ὅμως συχνὰ ξεχνοῦν ὅτι ὑπάρχουν καὶ πολλὲς εὐχάριστες μέρες, ὧρες καὶ στιγμές, ποὺ πρέπει νὰ ἀξιοποιοῦνται πνευματικὰ καὶ νὰ μειώνουν τὴν ἀγωνία τοῦ καθημερινοῦ κινδύνου, τὴν πίκρα τῶν δυσάρεστων καταστάσεων, τὸ φόβο τῶν ποικίλων ἀπειλῶν, πραγματικῶν ἀλλὰ καὶ φανταστικῶν (ἀνάλογα μὲ τὴν ψυχοσύνθεση τοῦ καθενός) καὶ γενικὰ τὴν κατάθλιψη τῶν ἀλλεπάλληλων δοκιμασιῶν, ποὺ σὲ μερικοὺς δὲν ἔχουν τελειωμό.

Τὸ συνηθισμένο πρόβλημα στοὺς ἀνθρώπους εἶναι νὰ μένουν στὰ λυπηρὰ τῆς καθημερινότητας, ἀλλὰ καὶ ὅταν δὲν ὑπάρχουν νὰ θυμοῦνται τὰ παρελθόντα, μὲ τὴν ἐσφαλμένη βεβαιότητα ὅτι θὰ ξανασυμβοῦν καὶ ἀρχίζουν προκαταβολικὰ νὰ στενοχωροῦνται χωρὶς λόγο καὶ αἰτία. Χρειάζεται προσοχὴ καὶ ἐπιστράτευση τῆς ψυχρῆς λογικῆς.

Ὁ ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ βλέπει τὰ πράγματα στὶς διαστάσεις τους καὶ δὲν ὑπερβάλλει. Μὲ ὑπομονὴ ὑποφέρει τὰ δεινά, δοξάζει πάντα τὸν Θεό, ὁ ὁποῖος διώχνει τὰ σύννεφα ποὺ καλύπτουν τὸ φῶς καὶ διαλύει κάθε εἴδους ὁμίχλη. Δὲν ἀγανακτεῖ, δὲν γογγύζει, δὲν ρίχνει σὲ ἄλλους τὶς εὐθύνες, δὲν προσπαθεῖ νὰ ἐξηγήσει αὐτὰ ποὺ τοῦ συμβαίνουν, ψάχνοντας τοὺς αἴτιους. Ἀποφεύγει νὰ κάνει μαῦρες σκέψεις καὶ ἀφήνει ἀνοικτοὺς ὁρίζοντες, μὲ τὴν ἐλπίδα ὅτι αὔριο δὲν θὰ ὑπάρχουν σύννεφα καὶ οἱ σκέψεις θὰ εἶναι καθαρὲς καὶ αἰσιόδοξες.

Ὁ γέροντας Φιλόθεος Ζερβάκος, πνευματικὸς πολλῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἦταν συνδεδεμένοι μὲ τὴν Ἐκκλησία, ἦταν γνώστης τῶν ποικίλων προβλημάτων τους καὶ προσπαθοῦσε νὰ τοὺς στηρίζει πνευματικὰ καὶ νὰ συμπαρίσταται στὸν πόνο καὶ τὶς θλίψεις τους. Συνομιλώντας μαζί τους, μεταξὺ τῶν ἄλλων, τοὺς ἀνέφερε καὶ τὸ ἑξῆς: «Ἡ παροῦσα πρόσκαιρη ζωὴ τῶν ἀνθρώπων μοιάζει μὲ θάλασσα, ἐμεῖς ὅλοι οἱ ἄνθρωποι εἴμαστε πλοιάρια. Καὶ ὅπως τὰ πλοῖα ποὺ ταξιδεύουν στὴ θάλασσα δὲν ἔχουν πάντοτε γαλήνη, ἀλλὰ συν­αντοῦν πολλὲς φορὲς ἄνεμους ἰσχυρούς, μεγάλες τρικυμίες καὶ κινδυνεύουν, ἔτσι κι ἐμεῖς ταξιδεύοντας στὴ θάλασσα τοῦ πρόσκαιρου βίου συναντοῦμε πολλὲς φορὲς ἰσχυρούς ἀνέμους, μεγάλες τρικυμίες καὶ κινδυνεύουν, ἔτσι κι ἐμεῖς ταξιδεύοντας στὴ θάλασσα τοῦ πρόσκαιρου βίου συναντοῦμε πολλὲς φορὲς ἰσχυροὺς ἄνεμους, μεγάλες τρικυμίες, σκάνδαλα, πειρασμούς, ἀσθένειες, θλίψεις, στενοχώριες, διωγμοὺς κινδύνους. Δὲν πρέπει ὅμως νὰ δειλιάζουμε. Νὰ ἔχουμε θάρρος, ἀνδρεία, πίστη».

Στὴν περίπτωση ποὺ ἡ πίστη στὸ Θεὸ λιγοστεύει μπροστὰ σ’ ἕνα μεγάλο κίνδυνο, πρέπει νὰ θυμοῦνται οἱ ἄνθρωποι τὸ περιστατικό, ὅπου ὁ Χριστὸς περπατοῦσε πάνω στὰ νερὰ τῆς λίμνης καὶ οἱ μαθητές του, ὅταν τὸν εἶδαν ἀπὸ μακριά, τὸν θεώρησαν φάντασμα καὶ ἔβαλαν τὶς φωνὲς ἀπὸ τὸ φόβο τους. Ὁ Χριστὸς τοὺς εἶπε νὰ ἔχουν θάρρος καὶ νὰ μὴ φοβοῦνται. Ὁ Πέτρος, ἀμφισβητώντας τὸ λόγο τοῦ Χριστοῦ, ἀντέδρασε λέγοντας: «Κύριε, ἄν εἶσαι ἐσύ, δῶσε μου ἐντολὴ νὰ ἔλθω κοντά σου περπατώντας στὰ νερά». Κι ἐκεῖνος τοῦ εἶπε: «Ἔλα». Κατέβηκε τότε ἀπὸ τὸ πλοῖο ὁ Πέτρος καὶ ἄρχισε νὰ περπατάει πάνω στὰ νερά, γιὰ νὰ πάει στὸν Ἰησοῦ. Βλέποντας ὅμως τὸν ἰσχυρὸ ἄνεμο φοβήθηκε καὶ ἄρχισε νὰ καταποντίζεται. Ἔβαλε τότε τὶς φωνές: «Κύριε, σῶσε με!». Ἀμέσως ὁ Ἰησοῦς ἅπλωσε τὸ χέρι, τὸν ἔπιασε καὶ τοῦ εἶπε: «Ὀλιγόπιστε, γιατὶ σὲ ἔπιασε ἡ ἀμφιβολία;». Καὶ μόλις ἀνέβηκαν στὸ καΐκι κόπασε ὁ ἄνεμος.

Πρέπει πάντα νὰ ὑπάρχει σταθερὴ πίστη στὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ καὶ ὅλα τὰ δεινὰ ἀντιμετωπίζονται χωρὶς τραγικὰ ἀποτελέσματα. Τὸ χέρι τοῦ Χριστοῦ πάντα εἶναι ἁπλωμένο πρὸς τὸν δοκιμαζόμενο πιστό. Καὶ ἡ σωτηρία εἶναι βέβαιη.

(Πηγή: Εφημ. “Ορθόδοξος Τύπος“)

alopsis.gr 

Πώς Θα Σωθούμε: Οι θλίψεις στη ζωή μας (Ιερά Μονή Παρακλήτου)

Επιλογή και διασκευή ψυχωφελών κειμένων από το βιβλίο “ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ ΣΩΤΗΡΙΑ” του μοναχού Αγαπίου Λάνδου του Κρητός

Οι θλίψεις στη ζωή μας

Όλοι σχεδόν οι άνθρωποι υποφέρουν από διάφορες θλίψεις – φτώχεια, στενοχώρια, διωγμούς, συκοφαντίες, αρρώστιες. Αυτό τους κάνει να βαρυγγωμούν και να παραπονιούνται στον Κύριο, μη γνωρίζοντας πόσο ευεργετούνται από την ευσπλαχνία Του και τη δικαιοκρισία Του. Μερικοί μάλιστα, χτυπημένοι από βαρειά συμφορά ή αθεράπευτη ασθένεια, φτάνουν να βλαστημούν, οι ασύνετοι, και το Θεό και τη “μοίρα” τους και την ώρα που γεννήθηκαν! Και δεν καταλαβαίνουν πως αυτή ακριβώς είναι η μεγαλύτερη συμφορά τους, γιατί, με την ανυπομονησία και τη δυσφορία και την οργή και τις βλαστήμιες τους, βλάπτουν θανάσιμα την ψυχή τους και στερούνται το πιο μεγάλο αγαθό, την ουράνια βασιλεία. Έτσι ζημιώνονται διπλά, γιατί και στη ζωή αυτή υποφέρουν, αλλά και στην άλλη θα βασανίζονται αιώνια.


Όταν ένας άνθρωπος βγει από τη μήτρα της μάνας του σ΄αυτόν τον κόσμο, η πρώτη φυσική του εκδήλωση είναι το κλάμα. Μα κι όταν φεύγει απ΄αυτόν τον κόσμο με το θάνατο, ο θρήνος πάλι τον συνοδεύει. Με δάκρυα μπαίνουμε και με δάκρυα βγαίνουμε από την κοιλάδα τούτη του κλαυθμώνος. Και όσο βρισκόμαστε σ΄αυτήν, αναρίθμητες φορές κλαίμε κι αναστενάζουμε με πόνο, βυθισμένοι σε βάσανα, θλίψεις, συμφορές, πένθη… Γι΄αυτό λέει ο σοφός Σειράχ, πως “έχει επιβληθεί ζυγός στους απογόνους του Αδάμ, από τη μέρα που ο καθένας γεννιέται μέχρι τη μέρα που θα επιστρέψει στο χώμα” (40:1). Και μην πεις ότι γνωρίζεις τον τάδε ή τον δείνα άνθρωπο, που είναι ευτυχισμένος και δεν έχει τάχα κανένα πρόβλημα, γιατί το τι πόνο κλείνει μέσα της κάθε ψυχή, μόνο η ίδια το ξέρει -τι εσωτερικές συγκρούσεις, τι συνειδησιακά βάρη, τι κρυφούς καημούς…

Ξέροντας, λοιπόν, ότι δεν υπάρχει κανένας χωρίς θλίψεις, παρηγορήσου και σήκωσε τις δικές σου όχι μόνο αγόγγυστα, αλλά και με χαρά. Γιατί δεν υπάρχει άλλος τρόπος ωφελιμότερος και άλλος δρόμος συντομότερος για τη σωτηρία της ψυχής. “Είναι στενή η πύλη και γεμάτη δυσκολίες η οδός που οδηγεί στη ζωή” (Ματθ. 7:14). Και “πρέπει να περάσουμε από πολλές θλίψεις για να μπούμε στη βασιλεία των ουρανών” (Πράξ. 14:22). Αυτόν το δρόμο, άλλωστε, ακολούθησε και ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός πάνω στη γη, δρόμο θλίψεων πολλών και μεγάλων, που κατέληξε στο Γολγοθά και στο Σταυρό. Αν θέλουμε να είμαστε αληθινοί μαθητές και ακόλουθοί Του, δεν έχουμε παρά να σηκώσουμε κι εμείς το Σταυρό, όπως είπε ο ίδιος: “Όποιος θέλει να με ακολουθήσει, ας απαρνηθεί τον εαυτό του, ας σηκώσει το σταυρό του κι ας με ακολουθήσει” (Μαρκ. 8). “Όποιος δεν παίρνει τον σταυρό του και δεν με ακολουθεί, δεν είναι άξιος για μαθητής μου” (Ματθ. 10:38 ).

Μη νομίζεις, λοιπόν, ότι θα προκόψεις στο δρόμο του Θεού, μην ελπίζεις ότι θα κληρονομήσεις τον παράδεισο, αν δεν περάσεις πρώτα μέσ΄από τη φωτιά των θλίψεων κι αν δεν σηκώσεις το σταυρό των δοκιμασιών και των πειρασμών, που τον σήκωσαν όλοι οι άγιοι.

Θα πεις ίσως, ότι ο σταυρός αυτός είναι βαρύς, δυσβάσταχτος. Ναι, είναι βαρύς, αλλά για κείνους που δεν έχουν πίστη και ελπίδα. Για σένα όχι, γιατί η παρουσία και η ενίσχυση του Κυρίου σου τον κάνει ελαφρύ. “Όλα τα κατορθώνω με τη δύναμη που μου δίνει ο Χριστός”, έλεγε ο απόστολος Παύλος (Φιλιπ. 4:13). Αυτό μπορούμε να το πούμε και να το βιώσουμε όλοι οι χριστιανοί. Μπορείς κι εσύ. Έτσι, και τις θλίψεις θα σηκώνεις ευκολότερα, αλλά και την αιώνια δόξα θ΄απολαύσεις, όπως λέει ο απόστολος: “Οι θλίψεις μας, που περνούν γρήγορα και γι΄αυτό είναι ελαφριές, μας προετοιμάζουν για ολοένα και μεγαλύτερο πλούτο αιώνιας δόξας” (Β΄Κορ. 4:17). Και “όσα υποφέρουμε τώρα, δεν ισοσταθμίζουν τη δόξα που μας επιφυλάσσει ο Θεός στο μέλλον” (Ρωμ. 8:18 ). Τόση είναι η ευσπλαχνία του Θεού, που, με τούτα τα μικρά και πρόσκαιρα βάσανα, μας φέρνει στη βασιλεία Του, όπου θα γευθούμε τα ανεκλάλητα και αιώνια αγαθά.

Θα πρέπει, στ΄αλήθεια, να ευγνωμονούμε εκείνους που μας βλάπτουν και μας κακολογούν περισσότερο από εκείνους που μας ευεργετούν και μας επαινούν, γιατί γίνονται όργανα καθάρσεως των καρδιών μας, καλλιέργειας των ψυχών μας, αφέσεως των αμαρτιών μας, σωτηρίας μας. Αλλά και τον ελεήμονα θεό θα πρέπει να ευγνωμονούμε, γιατί οι θλίψεις, που παραχωρεί να μας βρουν, είναι σημεία και αποδεικτικά της πατρικής αγάπης Του μεγαλύτερα από πρόσκαιρες ευεργεσίες. “Γιατί ο Κύριος διαπαιδαγωγεί όποιον αγαπάει και μαστιγώνει καθέναν που παραδέχεται για παιδί του. Και ποιο παιδί δεν το διαπαιδαγωγεί ο πατέρας του” (Εβρ. 12:6, 7).

Οι μικρόψυχοι και φιλόσαρκοι άνθρωποι νομίζουν πως, αν βρουν τρόπο ν΄αποφύγουν τις θλίψεις, θα λυτρωθούν. Τι πλάνη! Οι θλίψεις είναι βαρύτερες γι΄αυτούς που δεν θέλουν να τις σηκώσουν, παρά γι΄αυτούς που τις δέχονται με υπομονή και καρτερία. Όσοι αγανακτούν και καταριούνται και βλαστημάνε, αυτοί και απ΄το πρόσκαιρο κακό δεν γλυτώνουν και την κόλαση κληρονομούν, όπως ο κακός εκείνος ληστής, που σταυρώθηκε δίπλα στον Κύριο. Όσοι όμως αποδέχονται ταπεινά κάθε συμφορά και ευχαριστούν το Θεό και ομολογούν πως είναι άξιοι για κάθε τιμωρία, αυτοί και τη θλίψη σηκώνουν πιο εύκολα και τον παράδεισο κερδίζουν, όπως ο καλός ληστής, που επιτίμησε τον άλλο λέγοντας, “Ούτε το Θεό δεν φοβάσαι εσύ;…”, ενώ ικέτεψε τον σταυρωμένο Ιησού: “Θυμήσου με, Κύριε, όταν έρθεις στη βασιλεία σου”. Και πήρε αμέσως τη διαβεβαίωσή Του: “Σε βεβαιώνω, πως σήμερα κιόλας θα είσαι μαζί μου στον παράδεισο” (Λουκ. 23:39-43).

Πολλές αδικίες και αμαρτίες γίνονται σήμερα στον κόσμο. Και αυτοί που τις κάνουν, οι άδικοι και αμαρτωλοί, φαίνονται ευτυχισμένοι και μακάριοι, καθώς είναι συνήθως βυθισμένοι στα πλούτη, στις απολαύσεις, στη δόξα. Αντίθετα, οι ευσεβείς και ενάρετοι βασανίζονται από τη φτώχεια, τα βάσανα, τις δοκιμασίες. Τι παράδοξο!

Αλλά μην απορείς γι΄αυτό, αδελφέ, και προπαντός μη ζηλεύεις τη μάταιη τούτη ευτυχία των αμαρτωλών. “Μη φθονείς την ψεύτικη ευτυχία των πονηρών ανθρώπων. Μη ζηλεύεις αυτούς που ζουν μέσα στην παρανομία” (Ψαλμ. 36:1). Μην απορείς, γιατί άβυσσος χωρίζει την πανσοφία του Θεού από τη λογική του ανθρώπου, που δεν μπορεί να κατανοήσει την αλάθητη οικονομία του Πανάγαθου. Πού αποσκοπεί αυτή η οικονομία; Στον μεγαλύτερο δοξασμό των ευσεβών! Οι φίλοι του Κυρίου παιδεύονται εδώ, όπως είπαμε, με δική Του παραχώρηση, για να τιμηθούν περισσότερο στην ουράνια βασιλεία. Έτσι οι αμαρτωλοί και άδικοι, που ευτύχησαν εδώ, θα είναι εντελώς αναπολόγητοι και θα πορευθούν στην αιώνια καταδίκη, που μόνοι τους διάλεξαν. “Μη φθονείς”, λοιπόν, “τους πονηρούς ανθρώπους μήτε να ζηλεύεις αυτούς που ζουν μέσα στην παρανομία, γιατί σαν το χορτάρι γρήγορα θα ξεραθούν…” (Ψαλμ. 36:1-2).

Τα άχρηστα βόδια, που προορίζονται για τα σφαγεία, τ΄αφήνουν να βόσκουν όσο θέλουν και να παχαίνουν, ενώ τα καματερά και χρήσιμα, που τα χρειάζονται για παραγωγική εργασία, τα ασκούν και τα βασανίζουν. Τα καλά δέντρα, που δίνουν καρπούς, τα ραβδίζουν και τα κλαδεύουν και τα ταλαιπωρούν, κάνοντάς τα έτσι ακόμα πιο καρπερά, ενώ τα άκαρπα, αφού τ΄αφήσουν απείραχτα να μεγαλώσουν, τα κόβουν σύρριζα και τα κάνουν κούτσουρα για τη φωτιά. Σαν τα άχρηστα ζώα και τα άκαρπα δέντρα είναι οι αμαρτωλοί, που ευτυχούν πρόσκαιρα μα θα υποφέρουν αιώνια. Σαν τα χρήσιμα ζώα και τα καρπερά δέντρα είναι οι δίκαιοι, που υποφέρουν πρόσκαιρα μα θα ευτυχούν αιώνια.

Ο Κύριος, όταν ο απόστολος Πέτρος θέλησε ασυλλόγιστα να εμποδίσει τη σύλληψή Του κι έκοψε μ΄ένα μαχαίρι το δεξί αυτί του δούλου Μάλχου, επιτίμησε το μαθητή Του λέγοντας: “Βάλε το μαχαίρι στη θήκη. Θέλεις να μην πιω το ποτήρι που όρισε ο Πατέρας για μένα;” (Ιω. 18:11). Τι ήταν αυτό “το ποτήρι”, το δοσμένο από τον Πατέρα Του; Οι εμπαιγμοί, τα πάθη, ο θάνατος – όλα όσα θα υπέμενε για την αγάπη και για τη σωτηρία μας. Γιατί να μην πούμε κι εμείς το ίδιο, ότι δηλαδή όλες οι θλίψεις που μας βρίσκουν είναι ένα “ποτήρι” σταλμένο απ΄τον ουράνιο Πατέρα μας, ένα ποτήρι γεμάτο καθάρσιο, που πρέπει να πιούμε για ν΄απαλλαγούμε από την αμαρτία και να κερδίσουμε τη σωτηρία; Ναι, όλες οι θλίψεις, είτε από δαίμονες προκαλούνται είτε από ανθρώπους, παραχωρούνται από την πατρική αγάπη του Θεού σαν θεραπευτική αγωγή της ψυχής μας. Και αν το ποτήρι των θλίψεων είναι πικρό στη γεύση, όμως η πικράδα αυτή, που την έχουν άλλωστε όλα τα βότανα και τα φάρμακα, σου χαρίζει την ψυχική υγεία.

Όταν ο Τωβίας άλειψε τα μάτια του τυφλού πατέρα του Τωβίτ με την πικρή χολή, τότε εκείνος βρήκε το φως του (Τωβ. 11:10-12). Με τη χολή των θλίψεων λυτρώνεται και ο αμαρτωλός από την ψυχική τύφλωση, γιατί, όπως λέει ο μέγας Γρηγόριος, τα μάτια που τυφλώθηκαν από την αμαρτία, ξαναφωτίζονται μόνο με την παιδευτική τιμωρία.

Όταν οι αδελφοί του πάγκαλου Ιωσήφ τον έριξαν στο ξηροπήγαδο, δεν συναισθάνθηκαν το βάρος της ανομίας τους. Ώσπου ο Θεός τους έστειλε τη μεγάλη θλίψη, και τότε συνήλθαν κι έλεγαν: “Αμαρτήσαμε κατά του αδελφού μας… γι΄αυτή μας την αμαρτία έπεσε πάνω μας τούτη η θλίψη” (Γεν. 42:21). Γιατί η θλίψη δίνει στους ασύνετους σύνεση και στους αναίσθητους συναίσθηση των αμαρτιών τους.

Όσο ο άσωτος γιος της παραβολής του Ευαγγελίου είχε και σπαταλούσε τα πατρικά πλούτη, τόσο έτρωγε, έπινε, γλεντούσε, αμάρτανε, και μήτε ένας λογισμός μετάνοιας δεν περνούσε από το νου του. Μόλις όμως ο πάνσοφος Γιατρός των ψυχών τον καυτηρίασε με τις θλίψεις, τη φτώχεια και την πείνα, τότε μόνο συνήλθε κι έτρεξε μετανοημένος πίσω στο πατρικό σπίτι (Λουκ. 15:11-32).

Αν, λοιπόν, τόσο πολύ μας ωφελούν οι θλίψεις, γιατί τις μισούμε και τις αποστρεφόμαστε σαν ασύνετοι; Γιατί δεν ευχαριστούμε τον επουράνιο Γιατρό, που θεραπεύει μ΄αυτές τις αθάνατες ψυχές μας, όπως ευχαριστούμε τον επίγειο γιατρό, που θεραπεύει τα θνητά σώματά μας, και πληρώνεται μάλιστα γι΄αυτό ακριβά;

Όσοι δεν έχουν χάσει εντελώς τη σύνεσή τους, όσοι διατηρούν ακόμα τον παραμικρό φόβο Θεού, πιστεύουν πως ό,τι τους συμβαίνει δεν είναι τυχαίο, αλλά παραχωρείται από τον Κύριο, όπως είπε ο Ιησούς στον Πιλάτο: “Δεν θα είχες καμιά εξουσία πάνω μου, αν δεν σου είχε δοθεί από τον Θεό” (Ιω. 19:11). Και τούτο δεν ισχύει μόνο για τους ορατούς εχθρούς, αλλά και για τους αόρατους. Όσο κι αν λυσσάνε οι δαίμονες απ΄το κακό τους, όσο κι αν πασχίζουν να πειράξουν και να ταλαιπωρήσουν τους δικαίους, ματαιοπονούν, γιατί, αν δεν τους δώσει εξουσία ο Κύριος, τίποτα δεν μπορούν να κάνουν. Αυτό το ξέρουν οι πιστοί, και δεν αγανακτούν, δεν παραπονιούνται, μήτε παραδέχονται “τύχη”, “μοίρα” ή “ριζικό”. Όλα τα δέχονται σαν από το χέρι του Θεού, που το καθετί παραχωρεί και οικονομεί “για το καλό μας, για να μετάσχουμε στην αγιότητά του” (Εβρ. 12:10).

Όταν ο μακάριος Ιώβ έπαθε τόσες συμφορές, δεν είπε, “Αυτά τα αγαθά μου τα έδωσαν οι γονείς μου κι αυτά τα παιδιά μου τα χάρισε η γυναίκα μου”, ούτε πάλι, “Όλα όσα είχα μου τα πήραν οι κακοί άνθρωποι ή οι δαίμονες ή οι άνεμοι και η φωτιά”. Αλλά τι είπε; “Ο Κύριος τα έδωσε, ο Κύριος τα πήρε, όπως φάνηκε αρεστό στον Κύριο, έτσι κι έγινε, ας είναι δοξασμένο το όνομα του Κυρίου παντοτινά” (Ιώβ 1:21). Όμοια κι όταν προσβλήθηκε από φοβερή αρρώστια, και το σώμα του ολόκληρο γέμισε πληγές, έλεγε: “Αν τα αγαθά τα δεχθήκαμε με ευχαρίστηση από τα χέρια του Κυρίου, τις συμφορές δεν θα τις υπομείνουμε;” (Ιώβ 2:10).

Μιμήσου κι εσύ τον Ιώβ, σαν καλοπροαίρετος και γνωστικός άνθρωπος, και στον καιρό των θλίψεων δόξαζε το Θεό, ζήτα τη βοήθειά Του και λέγε στον εαυτό σου: “Αυτά σου αξίζουν, αμαρτωλέ! Αυτά και χειρότερα! Δίκιο έχουν οι διώκτες και οι κατήγοροί σου. Ας είναι ευλογημένοι!” Με τέτοιαν αυτομεμψία και με τέτοια ταπεινή προσευχή για τους εχθρούς σου, κατατροπώνεις το διάβολο, μιμείσαι τον ανεξίκακο Κύριο και νικάς τον φοβερότερο αντίπαλο της πνευματικής σου προκοπής, την υπερηφάνεια.

_______________

*Ο συγγραφέας του βιβλίου “Αμαρτωλών Σωτηρία” μοναχός Αγάπιος, κατά κόσμον Αθανάσιος Λάνδος, ο “μέγας ευαγγελιστής του υποδούλου Γένους”, γεννήθηκε στο Χάνδακα, το σημερινό Ηράκλειο της Κρήτης, στα τέλη του 16ου αι. (μετά το 1580). Οι σαφείς και έγκυρες βιογραφικές πληροφορίες για τον Αγάπιο είναι πενιχρές, κι αυτές σεμνά κρυμμένες μέσα στα έργα του. Γιατί, όπως σωστά παρατηρήθηκε, ήταν ο ορθόδοξος μοναχός που κράτησε τον εαυτό του στη σκιά -άλλωστε, ούτε σχέσεις με προσωπικότητες της εποχής του επιδίωξε ούτε εκκλησιαστικά αξιώματα επιζήτησε-, ενώ φρόντισε για την προβολή του λόγου του Θεού και την ψυχική ωφέλεια των συνανθρώπων του. Ξέρουμε μόνο ότι σπούδασε τα ελληνικά και τα ιταλικά γράμματα στην Κρήτη, όπου η παιδεία γνώριζε τότε μεγάλη ακμή, ίσως μάλιστα και στην Ιταλία. […] (Από την εισαγωγή της έκδοσης)

[Το βιβλίο (το οποίο και συνιστούμε ανεπιφύλακτα) χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο αναφέρεται στις αμαρτίες και τα πάθη, στις θλίψεις και τη ματαιότητα του κόσμου. Το δεύτερο, στη σχέση μας με το Θεό, τον πλησίον και τον εαυτό μας, στη νηστεία και την προσευχή, στην εξομολόγηση και τη θεία κοινωνία, στη μνήμη του θανάτου, στον παράδεισο και την κόλαση]

alopsis.gr 

Δευτέρα 13 Απριλίου 2026

Δημήτριος Παναγόπουλος. Μεγάλα και μικρά αμαρτήματα

Πολλές φορές ακούμε να γίνεται λόγος για «μικρά» αμαρτήματα. Αυτά μάλιστα παρουσιάζονται σ’ εμάς ως… απαραίτητα, διότι ακούμε πολλούς και πολλές, όταν λέμε ότι πρέπει να διορθωθούμε ολοκληρωτικά, να πετάγονται σαν ελατήρια, λέγοντας, μα δεν θα έχουμε τίποτε; δεν θα φωνάξουμε λίγο, δεν θα θυμώσουμε, δεν θα ζηλέψουμε αν ο άλλος είναι πιο καλός ή έχει κάτι πιο καλό, δεν θα πούμε και ένα ψέμα απαραίτητο; κ.τ.τ. Και πλανόμαστε έτσι, ότι μπορούμε (δεν πειράζει) να έχουμε αυτά τα μικρά φιδάκια, ξεχνώντας ότι τα θανάσιμα αμαρτήματα είναι μεγάλα φίδια ενώ τα συγγνωστά, μικρά. Και ότι και αυτά δεν παύουν να είναι φίδια, έστω και αν είναι μικρά. Και ακόμη, ότι και αυτά τα μεγάλα αμαρτήματα από μικρά έγιναν μεγάλα, δηλαδή από συγγνωστά έγιναν θανάσιμα που μας οδηγούν, αργά ίσως, αλλά σταθερά στην Κόλαση.

Επειδή, λοιπόν, η διάκριση της αμαρτίας είναι απαραίτητη για κάθε άνθρωπο, θα αναφέρουμε λίγα πράγματα.

Είναι άξιο προσοχής κάτι που λένε πολλοί Πατέρες, δηλαδή, να προσέχουμε πολύ στα μικρά αμαρτήματα, «διότι τα πολλά μικρά αμαρτήματα κάνουν ένα μεγάλο». Και ο Κορέσσιος ερμηνεύοντάς το αυτό λέει: «Ας μην καταφρονούμε τα μικρά αμαρτήματα διότι είναι μικρά, καθότι και αυτός που κλέβει λίγο αλλά συνεχώς, αμαρτάνει θανάσιμα». Αλλά και ο Μέγας Βασίλειος, παρότι γνώριζε ότι στο ιερό Ευαγγέλιο βρίσκουμε διαφορά κουνουπιού και καμήλας, καρφιού και δοκαριού κλπ., εντούτοις λέει ότι στην Καινή Διαθήκη δεν υπάρχει διαφορά μεγάλου και μικρού αμαρτήματος.

Πρώτον, διότι τόσο η μικρή, όσο και η μεγάλη αμαρτία είναι εξίσου παράβαση Νόμου, κατά το του Ιωάννου: «Η αμαρτία εστίν ανομία» (Α’ Ιω. 3:4), όπως και απείθεια στον Υιό, κατά το: «Ο απειθών τω υιώ ουκ όψεται την ζωήν» (Ιω. 3:36).

Δεύτερον, διότι και η μικρή αμαρτία μεγάλη γίνεται, όταν κατακυριεύσει αυτόν που την κάνει, όπως λέει ο Πέτρος: «Ω γαρ τις ήττηται, τούτω και δεδούλωται» (Β’ Πετρ. 2:19).

Και τρίτη επιπλέον αιτία προσθέτει ο θείος Χρυσόστομος, λέγοντας: «Το δοκάρι και το καρφί, η μεγάλη και η μικρή αμαρτία, κατά το μέτρο μεν που δεν λαμβάνουν την ίση κόλαση, διαφέρουν, κατά το μέτρο δε που βγάζουν έξω από τη Βασιλεία των Ουρανών αυτούς που τις διαπράττουν, δεν διαφέρουν· γι’ αυτό και ο Απόστολος λέει ότι και οι ειδωλολάτρες και οι αρσενοκοίτες και οι λοίδοροι, εξίσου δεν θα κληρονομήσουν την Βασιλεία των Ουρανών, δηλαδή και αυτοί που αμάρτησαν στα μεγάλα και αυτοί που αμάρτησαν στα μικρά» (βλ. Ομιλ. 16 στην Α’ προς Κορινθίους επιστολή και Λόγ. προς Δημήτριον περί κατανύξεως).

Δηλαδή θα διαφέρει η Κόλαση σε ποιότητα αλλ’ όχι και ως Κόλαση. Δηλαδή, θα κολασθούν και αυτοί που αμαρτάνουν ελαφριά και αυτοί που αμαρτάνουν θανάσιμα, θα διαφέρουν μόνο στο είδος της Κολάσεως. Σ’ αυτό μόνο διαφέρουν τα δύο είδη αμαρτημάτων. Αλλ’ αυτά που διαφέρουν στο είδος της Κολάσεως, συμφωνούν για την είσοδό μας σε αυτήν. Τι λοιπόν και αν κολασθούμε λιγότερο, αφού στον Παράδεισο δεν θα εισέλθουμε;

Γι’ αυτό, να παρακαλούμε τον Κύριο να μας φωτίζει, ώστε να διακρίνουμε τις πτώσεις μας, μικρές και μεγάλες, και να επιστρέφουμε με μετάνοια και εξομολόγηση και να μην πλανόμαστε ότι είμαστε αναμάρτητοι.

Ο Διάβολος πάντα μας πλανά μεταξύ μεγάλων και μικρών αμαρτημάτων. Πάντα θα μας παρουσιάζει άλλους πιο αμαρτωλούς από εμάς, για να μας ξεγελά ότι εμείς είμαστε αρκετά εντάξει σε σχέση με τους άλλους, για να μην εξετάζουμε σε βάθος τον εαυτό μας.

Προσοχή πολλή χρειάζεται στα τεχνάσματά του και δεν πρέπει να δίνουμε και τόση σημασία στις υποδείξεις του. Ας προσπαθούμε να μη δίνουμε προσοχή στις προτροπές του και στα τεχνάσματά του. Μη βάζουμε τον εαυτό μας δίπλα στους κακούς, που έτσι θα βλέπουμε ότι είμαστε καλοί, αλλά να βάζουμε τον εαυτό μας δίπλα στον άνθρωπο Ιησού, και τότε θα βλέπουμε ότι είμαστε πολύ πονηροί ακόμη και χρειαζόμαστε μεγάλη σε βάθος καλλιέργεια.

Μόνο έτσι αν σκεφτόμαστε θα προλάβουμε την Κόλαση. Διαφορετικά, είτε στην γέεννα είμαστε είτε στο πυρ το εξώτερον, δυστυχώς στην Κόλαση θα είμαστε.

[Από το περιοδικό «ΑΓΙΑ ΜΑΡΙΝΑ» Αθηνών, φύλλο 197 του 1959 (αποσπάσματα). Διασκευή για την Κ.Ο.]

(Πηγή ηλ. κειμένου: koinoniaorthodoxias.org)

alopsis.gr 

Κυριακή 12 Απριλίου 2026

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Επίσκοπος Αχρίδος. Προς κατάδικο που ρωτά για την ψευδομαρτυρία

Καταδικάστηκες στὴ φυλακή. Καὶ τώρα κάθεσαι στὸ κελὶ καὶ στὴ σιωπὴ κοσκινίζεις ὁλόκληρη τὴ ζωή σου μὲ ψιλὸ-ψιλὸ κόσκινο. Παραξενεύεσαι πῶς ὅλα ξετυλίχθηκαν σὰν ἕνα κουβάρι ὅταν κατεβαίνει τὸ βουνό!

Ἡ ζωή σου ἔρρεε ἥσυχα, μὲ προκοπὴ καὶ ἱκανοποίηση ὥσπου ψευδομαρτύρησες γιὰ τὸν ἀδελφό σου. Δικαιολογοῦσες τὸν ἑαυτό σου: Ἀδελφός μου εἶναι! Ποιὸν θὰ βοηθήσω, ἀκόμα καὶ μὲ ψευδομαρτυρία, ἂν ὄχι τὸν ἀδελφό μου; Ἔτσι κυλοῦσαν μέσα σου λανθασμένες σκέψεις, καὶ μὲ τέτοιες σκέψεις ἀμυνόσουν μπροστὰ στοὺς δικαστές. Σ’ αὐτὸ τὸ ἐπιχείρημα ἕνας δικαστής σοῦ ἀπάντησε ὅτι τελικὰ ὅλοι ἀδέλφια εἴμαστε καὶ ἑπομένως μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο σκέψης θὰ μπορούσαμε νὰ δικαιολογήσουμε τὰ πάντα! Μόλις τότε κατάλαβες, πὼς οἱ λάθος σκέψεις σὲ ὁδήγησαν σὲ κακὴ πράξη.

Μοῦ ἀφηγήθηκε ἕνας ψευδομάρτυρας τὴν ἑξῆς ἱστορία:

«Ψευδομαρτύρησα», λέει, «ἐξαιτίας ἑνὸς βοδιοῦ». Ὅμως μέχρι τὴ δίκη δὲν θὰ ἔφθανε ἡ ὑπόθεση, ἐὰν δὲν πήγαινα μόνος μου νὰ καταγγείλω τὸν ἑαυτό μου. Κι ἔπρεπε νὰ μὲ καταγγείλω. Ἀφοῦ οἱ τιμωρίες τῶν ἀνθρώπων καὶ πάλι εἶναι πιὸ εὔκολες ἀπὸ τὶς τιμωρίες τοῦ Θεοῦ. Δύο χρόνια μετὰ τὴν ψευδομαρτυρία μου τὸ σπίτι μου ἔγινε σκιάχτρο γιὰ τὸν κόσμο. Ἡ πρώτη ἀτυχία πού μοῦ συνέβη ἦταν ὅτι τὰ βόδια ζεμένα στὸ κάρο γκρεμίστηκαν σὲ κάποια χαράδρα καὶ καταστράφηκαν καὶ τὰ βόδια καὶ τὸ κάρο. Γι’ αὐτὴ τὴν εἴδηση μὲ προϋπάντησε ἡ γυναῖκα μου τὸ βράδυ ἐκείνης τῆς ἴδιας μέρας ὅταν μετὰ ἀπὸ τὴν ψευδομαρτυρία γύρισα σπίτι ἀπὸ τὸ εἰρηνοδικεῖο. Μετὰ ἀπὸ μερικὲς ἑβδομάδες χτύπησε κεραυνὸς τὴ στάνη μου καὶ σκότωσε ὅλα τὰ πρόβατα. Καὶ οἱ κλέφτες μὲ λήστεψαν δύο φορές. Καὶ ἡ γυναῖκα μου ἀδυνάτισε, καὶ παρότι καταχρεώθηκα προσπαθώντας νὰ τὴ γιατρέψω πέθανε βασανισμένη. Ἕνα μου παιδί, ἕως τότε πάντα ὑγιές, ἀσθένησε βαριὰ καὶ ἄρχισε νὰ πέφτει μέρα καὶ νύχτα, καὶ νὰ βγάζει ἀφροὺς ἀπὸ τὸ στόμα καὶ νὰ τρίζει τὰ δόντια. Πτωχός, καταχρεωμένος, κακομοίρης, τιποτένιος, μιὰ μέρα παραπονέθηκα σ’ ἕνα φίλο μου γιὰ τὴν κακή μου μοίρα. Καὶ αὐτός, σὰν κεραυνὸς ἀπὸ τὸ οὐρανό, μὲ ρώτησε: Μήπως ἔχεις ψευδομαρτυρήσει ποτέ; Σὰν νὰ ξύπνησα σὲ κρύα νεροποντὴ τὰ θυμήθηκα ὅλα καὶ ὅλα ἔγιναν ξεκάθαρα. Χωρὶς νὰ ἀπαντήσω στὸν φίλο μου τίποτα, ἐκείνη τὴν στιγμὴ πῆγα στὸ δικαστήριο, τὸ δήλωσα καὶ τὰ ὁμολόγησα ὅλα. Πέρασα φυλακή, καὶ τώρα ἄρχισα νὰ φτιάχνω τὴ ζωή μου ἀπ’ τὴν ἀρχή. Ἀλλὰ ἔμαθα καλὰ νὰ φοβᾶμαι τὸν Θεό».

Βλέπεις πόσες δυστυχίες μποροῦν νὰ συμβοῦν στὸν ψευδομάρτυρα; Ἀφοῦ τέτοιος εἶναι ὁ νόμος τοῦ Θεοῦ, ἀδελφέ μου: Ζωντανὸ πῦρ, δὲν μπορεῖς νὰ τὸ πατήσεις, χωρὶς νὰ καεῖς. Ὅταν πατᾶς τοὺς μαλθακοὺς νόμους τῶν ἀνθρώπων, ποὺ ἀλλάζουν συχνά, συμβαίνουν δυσκολίες καὶ ταλαιπωρίες. Πόσο μᾶλλον ὁ πύρινος καὶ αἰώνιος νόμος τοῦ ζῶντος Θεοῦ.

«Οὐ ψευδομαρτυρήσεις» (Ἐξ. 20.16), εἶναι ἡ ἐντολὴ τοῦ Θεοῦ, γραμμένη καὶ στὶς δύο διαθῆκες τοῦ Θεοῦ, στὴν Παλαιὰ καὶ στὴν Καινή. Δὲν εἶναι μικρὸ πρᾶγμα νὰ πεῖς ψέμα μπροστὰ στὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀγγέλων τοῦ Θεοῦ . Δὲν εἶναι μικρὸ πρᾶγμα νὰ σταθεῖς μὲ ἀσκέπαστο κεφάλι μπροστὰ στὸν Σταυρὸ καὶ τὸ Εὐαγγέλιο καὶ νὰ φωνάξεις: «Ὁρκίζομαι στὸν Ζῶντα καὶ παντοδύναμο Θεό, ὅτι αὐτὴ ἡ ἀλήθεια εἶναι ψέμα ἢ ὅτι αὐτὸ τὸ ψέμα εἶναι ἀλήθεια, καὶ ὅπως ἐγὼ εἶπα ὀρθὰ ἔτσι νὰ μὲ βοηθήσει ἐμένα ὁ Θεός»!

Ὄντως δὲν εἶναι περίεργο τότε ποὺ ὁ Θεὸς τῆς ἀλήθειας καὶ τοῦ δικαίου χτυπᾶ ἕνα ψευδομάρτυρα στὰ χέρια μὲ τὸ μαστίγιό Του, τὸν δεύτερο στὰ πόδια, τὸν τρίτο στὰ μάτια, τὸν τέταρτο στοὺς συγγενεῖς του, τὸν πέμπτο στὰ βόδια, καὶ οὕτω καθ’ ἑξῆς. Νὰ ἕνα ζωντανὸ παράδειγμα στὴ γειτονιά μας, πῶς τὸ ἀόρατο μαστίγιο τοῦ Θεοῦ χτύπησε ἕνα ψευδομάρτυρα στὰ μάτια: Ὁρκίστηκε ὁ ἄνθρωπος ψευδόμενος γιὰ ἕνα κομμάτι γῆς, ποὺ πλήρωσε ἀκριβότερα ἀπὸ ἕνα ἑκατομμύριο δουκάτα, ἀφοῦ πρῶτα τὸ πλήρωσε μὲ τὴ ψυχή του. Βάδιζε πρῶτα στὸ δικό του κομμάτι ἀργά. Ὅμως μόλις ἀπὸ τὸ δικό του ἀγρὸ βάδισε σ’ ἐκεῖνο τὸ καταραμένο κομμάτι γῆς, τοῦ ἀφαιρέθηκε ἡ ὅραση. Τὸ ἀόρατο μαστίγιο τοῦ Θεοῦ χτύπησε αὐτὸν τὸ ψευδομάρτυρα στὰ μάτια. Καὶ νάτος τυφλὸς κάθεται δίπλα στὴν ἑστία του.

Νὰ τί συμβαίνει στὸν κόσμο τοῦ Θεοῦ σ’ ὅσους νομίζουν, ὅτι ὁ κόσμος εἶναι δικός τους καὶ ὄχι τοῦ Θεοῦ.

Ἀλλὰ ἐσύ, διάβαζε τὴν Ἁγία Γραφή, καὶ νὰ φοβᾶσαι τὸν Θεό. Καὶ θὰ διαφωτιστεῖς. Καὶ ὅλα θὰ εἶναι καλὰ ἀπὸ τὴν ἀρχή.

Ἔλεος καὶ εἰρήνη ἀπὸ τὸν Θεὸ.

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Επίσκοπος Αχρίδος

(“Δρόμος δίχως Θεὸ δὲν ἀντέχεται”, ἐκδόσεις “Ἐν Πλῷ”)

(Πηγή ηλ. κειμένου: agiazoni.gr)

alopsis.gr 

Γρηγόριος Ε Πατριάρχης. Άγιος και Εθνομάρτυρας.

Εορτάζει στις 10 Απριλίου εκάστου έτους.

Άγιος και Εθνομάρτυρας.

Κατά την επανάσταση του 1821 σύμπας ο Ελληνικός Λαός ξεσηκώθηκε και πολέμησε για την του Χριστού πίστη και της πατρίδος την ελευθερία. Μεγάλη η συμμετοχή της Εκκλησίας ,ανεξάρτητα από την μηδενιστική στάση των εθνομηδενιστών, γνωστή και κατακριτέα η στάση τους. Παραποιούν και ερμηνεύουν κατά το δοκούν τα τότε γεγονότα αντίθετα προς την πραγματικότητα. Ένα από τα πρόσωπα που κατασυκοφαντήθηκε είναι ο Άγιος Γρηγόριος , ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως. Ξεχνούν πράγματι ή προσποιούνται ότι δεν ξέρουν ότι ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε κρεμάστηκε από τους Τούρκους στην Ωραία Πύλη κατά την ημέρα της Αναστάσεως του Κυρίου την 10η Απριλίου 1821. Γιατί τον θανάτωσαν με τέτοιο βάρβαρο τρόπο οι Τούρκοι και έριξαν το σεπτό σκήνωμα στη θάλασσα για να το φάνε τα ψάρια; Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ο Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε γεννήθηκε στη Δημητσάνα το 1745 ή 1746 από πτωχούς γονείς και το κοσμικό του όνομα ήταν Γεώργιος Αγγελόπουλος. Αφού έμαθε τα πρώτα γράμματα στο χωριό του μετέβει στην Αθήνα το 1765 και μαθήτευσε παρά τον Βόδα Δημήτριο ιεροκήρυκα από τα Ιωάννινα. Στη συνέχεια μεταβαίνει στη Σμύρνη όπου ένας θείος του νεωκόρος τον βοηθάει και σπουδάζει για πέντε χρόνια στο περίφημο σχολείο της πόλης. Από την παιδική του ηλικία είχε επαφές με την Μονή Φιλοσόφου της Αρκαδίας ,όπου ενισχύθηκε η τάση του για τον μοναχισμό. Αποσύρεται στις Στροφάδες ,όπου στην Μονή του Αγίου Διονυσίου χειροτονείται μοναχός και λαμβάνει το όνομα Γρηγόριος. Στη συνέχεια σπουδάζει Θεολογία και φιλοσοφία και ανταποκρινόμενος στην πρόσκληση του  μητροπολίτη Προκοπίου μεταβαίνει πάλι στην Σμύρνη και χειροτονείται Διάκονος και Αρχιδιάκονος. Γρήγορα χειροτονείται Ιερέας και αναλαμβάνει πρωτοσύγκελος Σμύρνης. Κατά τη διάρκεια της Διακονίας και της Αρχιδιακονίας του στην Σμύρνη διατηρεί αλληλογραφία με τον επίσκοπο Μεθώνης Άνθιμο Καράκολο ο οποίος καταγόταν από τη Δημητσάνα και είναι γνωστός υποκινητής των Ελλήνων της περιοχής του, κατά την περίοδο των Ορλωφικών. Από την αλληλογραφία του με τον Άνθιμο σώζεται επιστολή του με ημερομηνία 4 Αυγούστου 1778, με την οποία τον ενημερώνει ότι χιλιάδες Έλληνες μετά την καταστροφή που υπέστησαν από τους Αλβανούς κατέφυγαν στα περίχωρα της Σμύρνης και εγκαταστάθηκαν εκεί.Το 1875 ο Προκόπιος εκλέγεται Πατριάρχης και ο Γρηγόριος τον διαδέχεται στον αρχιεπισκοπικό θρόνο και αναπτύσσει έντονη δραστηριότητα με βαρύτητα στο κήρυγμα στην κοινωνική δράση και στην παιδεία. Την 1η Μαΐου 1797 παραιτείται ο Πατριάρχης Γεράσιμος λόγω γήρατος και την 9η του αυτού μηνός τον διαδέχεται, εκλεγείς ομόφωνα  ως Γρηγόριος  Ε.Η πατριαρχία του (1η περίοδος) δεν είναι ανέφελη. Ο Γρηγόριος, αντιμετωπίζει με φρόνηση την κατάσταση, ασχολείται ιδιαίτερα με την κοινωνική δράση προς ανόρθωση της Εκκλησίας και της χριστιανικής κοινωνίας, προχωρώντας και στον έλεγχο κάποιων επισκόπων. Εκτός από τα κηρύγματα του Θείου Λόγου, που επιδίδεται  ο ίδιος, μεριμνεί για την παιδεία, ιδρύοντας σχολεία, καθώς και το Πατριαρχικό Τυπογραφείο, από το οποίο και εξέδωσε πλείστα βιβλία. Μετά την θανάτωση του Ρήγα Φεραίου ο Γρηγόριος καθαιρείται και εξορίζεται στη Χαλκηδόνα από τον Σουλτάνο Σελίμ Γ΄ ως υποκινητής ταραχών. Το βεζυρικό διάταγμα της απομάκρυνσής του ανέφερε ότι ήταν άνθρωπος βίαιος και ανίκανος να διατηρήσει τον λαό σε υποταγή. Αφού παρέμεινε για μερικούς μήνες  και εξορίστηκε αρχικά στη Χαλκηδόνα και μετά από μερικούς μήνες στη Δράμα και τη Μονή Παναγίας Εικοσιφοινίσσης. Κατέληξε στη Μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους, όπου και παρέμεινε επί μια επταετία. Στη δε θέση του, Πατριάρχης ανέλαβε ο προηγουμένως εκδιωχθείς Νεόφυτος Ζ΄. Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στο Άγιο Όρος, ο Γρηγόριος επιδόθηκε στη μελέτη ιερών κειμένων και επισκεπτόμενος τις διάφορες Μονές δίδασκε τους μοναχούς, παρακολουθώντας όμως και τα διάφορα γεγονότα που συνέβαιναν τόσο στην Ευρώπη όσο και στη Κωνσταντινούπολη που διαμόρφωναν νέες εξελίξεις, ιδιαίτερα το 1805, κατά την ένταση του Ρωσο-Γαλλικού ανταγωνισμού. Με παρέμβασή του αντικαταστάθηκαν το 1806, ως ρωσόφιλοι, οι Ηγεμόνες της Μολδοβλαχίας Αλέξανδρος Μουρούζης και Κωνσταντίνος Υψηλάντης και στη θέση τους ανέλαβαν οι Φαναριώτες (γαλλόφιλοι) Αλέξανδρος Ν. Σούτσος και Σκαρλάτος Καλλιμάχης αντίστοιχα. Οι τελευταίοι με τη σειρά τους προέτρεψαν τον τότε Πατριάρχη Καλλίνικο Ε΄ σε παραίτηση υπέρ του Γρηγορίου, γεγονός που συνέβη στις 22 Σεπτεμβρίου του 1806.Η δεύτερη πατριαρχία. Την 24η Σεπτεμβρίου 1806 ο Γρηγόριος επανεκλέγεται ομόφωνα Πατριάρχης από την Ιερά Σύνοδο. Περίοδος δυσχερής. Το διεθνές σκηνικό αλλάζει. Ο Ρωσικός στρατός εισβάλει στη Μολδαβία και κηρύσσεται νέος ρωσικός πόλεμος κατά της Τουρκίας. Την 5η Ιανουαρίου 1807 ο Σουλτάνος Σελίμ Γ κηρύσσει επίσημα ,εκ μέρους του τον ρωσοτουρκικό πόλεμο και την ίδια ημέρα καλεί τον Γρηγόριο να εκδόσει προς όλους τους Έλληνες   «εκκλησιαστικόν και συμβουλευτικόν γράμμα» με το οποίο θα καταδικάζει τους ρώσους και θα ζητεί από τους Έλληνες τυφλή υπακοή. Ο Πατριάρχης δέχεται .Στις 20 Φεβρουαρίου 1807 ο αγγλικός στόλος εμφανίζεται έξω από τα τείχη της Κωνσταντινούπολης και ζητά την άμεση διακοπή των σχέσεων Τουρκίας και Γαλλίας. Η πόλη είναι ανοχύρωτη. Την προσπάθεια οχύρωσης βοηθά προσωπικά ο Γρηγόριος. Στις 29 Μαΐου 1807 ανατρέπεται με πραξικόπημα ο Σελίμ Γ και αναλαμβάνει ο Μουσταφά Δ. Ένα μήνα αργότερα συνομολογείται μεταξύ Γαλλίας και Ρωσίας η συνθήκη του Τιλσίτ, με την οποία ουσιαστικά δρομολογείται η διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας. Οι αλλαγές των σουλτάνων δεν επηρεάζουν τον Γρηγόριο. Συνεχίζει το εκκλησιαστικό και εθνικό έργο του, μεταξύ των οποίων ήταν η μέριμνα περί των οικονομικών του Πατριαρχείου, η κοινωνική φιλανθρωπία, η οργάνωση της εσωτερικής ζωής των μοναστηριών, η ρύθμιση ζωής των αρχιερέων και του κλήρου και ιδιαίτερα οι υπέρ της ελληνικής παιδείας και των γραμμάτων ενέργειές του  που προκάλεσαν ακόμα και τον έπαινο του Αδ. Κοραή που τις χαιρέτησε ως «επερχόμενην αναγέννησιν της Ελλάδος». Νέο πραξικόπημα εκδηλώνεται το 1808(21 Ιουνίου) που καταλήγει να γίνει Σουλτάνος ο Μπαϊρακτάρ ο οποίος αξιώνει την παραίτηση του Γρηγορίου και έτσι τελειώνει και η δεύτερη περίοδος Πατριαρχίας του (10Σεπτεμβρίου) 1808.

        Και κατά τη δεύτερη εξορία του στο Άγιο Όρος ο Γρηγόριος ο Ε΄ επιδόθηκε στις εκεί προσφιλείς του πνευματικές ασκήσεις και μελέτες επί εννέα χρόνια. Από το ερημητήριό του όμως δεν έπαψε να παρακολουθεί τα δρώμενα της Εκκλησίας και του Γένους. Περί τα μέσα του 1818 τον επισκέφθηκε ο Ιωάννης Φαρμάκης και του ανακοίνωσε τα σχετικά με τη Φιλική Εταιρεία. Μάλιστα, όπως ο ίδιος ο Φαρμάκης αφηγείται «ο πατριάρχης έδειξεν ευθύς ζωηρότατον ενθουσιασμόν» και «ηυχήθη από καρδίας» υπέρ της επιτυχίας του σκοπού της Εταιρείας. Αρνήθηκε όμως να δώσει τον σχετικό όρκο, λέγοντάς του «εμένα μ΄ έχετε που μ΄ έχετε», επικαλούμενος ως κληρικός αδυναμία να ορκιστεί, προσθέτοντας ότι ο όρκος μπορούσε να βλάψει, διότι αν εμφανισθεί το όνομα του Πατριάρχη στα βιβλία της Εταιρείας και αποκαλυφθούν αυτά στη συνέχεια τότε «θέλει κινδυνεύσει ολόκληρον το έθνος, του οποίου καίτοι εξόριστος προείχε πάντοτε». Τέλος δε της συνομιλίας εκείνης ο πατριάρχης συμπλήρωσε: «να προσέξωσι πολύ οι Εταίροι, μήπως βλάψωσιν αντί να ωφελήσωσι την Ελλάδα». Τρίτη περίοδος πατριαρχίας Στις 15 Δεκεμβρίου 1818 παραιτείται ο πατριάρχης Κύριλλος Στ και εκλέγεται για Τρίτη φορά ο Γρηγόριος Πατριάρχης. Πρώτη του ενέργεια ήταν η σύσταση του φιλανθρωπικού ιδρύματος «Κιβώτιον του Ελέους» για την οικονομική ενίσχυση των φτωχών και την αποφυλάκιση κρατουμένων για χρέη. Παράλληλα μεριμνεί για την οικονομική ενίσχυση των νοσοκομείων με χρήματα των εκκλησιών. Συγχρόνως δίδει μεγάλη βαρύτητα και στην κήρυξη του Θείου Λόγου καλώντας στην Κωνσταντινούπολη τον διαπρεπή ιεροκήρυκα Κωνσταντίνο Οικονόμου. Αποδέχεται την εισήγηση του Κωνσταντίνου Κούμα περί της ανάγκης εκσυγχρονισμού των διδασκομένων μαθημάτων και εκδίδει τον περίφημο συνοδικό τόμο «Περί των Ελληνομουσείων» προτρέποντας την μόρφωση των Ελλήνων στη σπουδή της ορθής ελληνικής γλώσσας. Αναμορφώνει το 1820 το «πατριαρχικό τυπογραφείο» που ο ίδιος είχε ιδρύσει και εκδίδει πολλά 
συγγράμματα.

        Κατά την διάρκεια της τρίτης πατριαρχίας ξεσπά η ελληνική επανάσταση. Πολλές φορές χρησιμοποιήθηκε το όνομα του Πατριάρχη, όπως και του Τσάρου για να τονωθεί το φρόνημα των Ελλήνων. Για να μη υποψιαστούν οι τούρκοι την προετοιμασία της παλιγγενεσίας κυκλοφορούσε η είδηση ότι οι Πελοποννήσιοι του Ιασίου αποφάσισαν να ιδρύσουν Μεγάλη Σχολή και για την οποία και ο πατριάρχης είχε στείλει σχετικές επιστολές. Οι Φιλικοί με τη φράση Μεγάλη Σχολή εννοούσαν την εξέγερση. Ο ηγεμόνας της Μάνης Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης από επιστολή του Γρηγορίου πληροφορείται περί των Φιλικών Σχολή και αποφασίζει μαζί με τους άλλους οπλαρχηγούς τη συμμετοχή τους στον αγώνα. Οι περισσότεροι ιστορικοί συμφωνούν ότι ο Γρηγόριος γνώριζε για την Φιλική Εταιρεία. Αν ο Γρηγόριος εμφανίζονταν επίσημα ως μέλος της Εταιρείας και αυτό το γεγονός πληροφορούνταν οι Τούρκοι το κακό για τον ελληνισμό θα ήταν τεράστιο, δεν θα σφάζονταν μόνο ελάχιστοι ιεράρχες ή απλοί έλληνες αλλά θα επλήγετο ανεπανόρθωτα ο θεσμός του Πατριαρχείου. Αυτή η στάση παραλληλίζεται με τη στάση του Αρχιεπισκόπου Δαμασκηνού στη διάρκεια του Β παγκοσμίου πολέμου.

        Τον Απρίλιο του 1820 ο Πατριάρχης δέχεται σε επίσκεψη τον Ιωάννη Παπαρηγόπουλος, ο οποίος κομίζει επιστολή του Παλαιών Πατρών Γερμανού Τι πρέπει να κάμουν και πως πρέπει να φερθούν». Ο Γρηγόριος φέρεται να είπε στον κομιστή «Περιττόν να μας ζητούν συμβουλή δια πράγματα τα οποία γνωρίζουν. Χρεωστούμεν να ποιμαίνωμεν καλώς τα ποίμνιά μας και χρείας τυχούσης να κάμωμε όπως έκαμεν ο Ιησούς δι΄ ημάς δια να μας σώσει». Δηλαδή θυσιαζόμαστε για την ελευθερία των ελλήνων. Παρεξηγήθηκαν συνθηματικές λέξεις από συνομιλητές του και του προτείνουν ή του δίνουν χρήματα και πλοίο για να φύγει από την Πόλη. Ο Γρηγόριος απαντά «μόνο νεκρός θα φύγω». Έχει την άποψη ότι ο αγώνας να ξεκινήσει από την Πελοπόννησο και όχι από τη Μολδοβλαχία. Ο ξεσηκωμός αρχίζει από την Βλαχία από τον Υψηλάντη και αμέσως οι τούρκοι αρχίζουν να σφάζουν, να λεηλατούν ότι ελληνικό. Φυλακίζονται και εκτελούνται πολλοί λαϊκοί , κληρικοί και επίσκοποι μεταξύ των οποίων ο ο Εφέσου Διονύσιος Καλλιάρχης, ο οποίος απαγχονίστηκε πρώτος «κατά την οδόν ιχθυοπωλείου (Μπαλούκ-παζάρ)», φυλακίστηκαν οι Νικομηδείας Αθανάσιος και Δέρκων Γρηγόριος, ο Αγχιάλου Ευγένιος, ενώ ο Σουλτάνος διέτασσε τον Πατριάρχη να στείλει και άλλους για φυλάκιση. «Υπό την δαμόκλειαν σπάθην την κρεμαμένην ... επί της κεφαλής του ελληνικού πληθυσμού της Κωνσταντινουπόλεως» ο πατριάρχης επικεφαλής συνόδου λαϊκών και κληρικών αναγκάσθηκε να εκδόσει δυο αφορισμούς.. Ο πρώτος αφορισμός αναφερόταν στην επαρχία της Ουγγροβλαχίας δεν ικανοποιούσε τους τούρκους και ζήτησαν να υπάρξει και άλλο κείμενο για όλους τους χριστιανούς. Το δεύτερο κείμενο ήταν πιο διπλωματικό και άφηνε κενά ως προς τη θεολογική του ερμηνεία. Ως παράδειγμα αναφέρω δεν υπάρχουν οι κατάρες που υπήρχαν στο πρώτο, στο πρώτο κείμενο αναφαίρετο  «αφωρισμένοι υπάρχουσι», στο δεύτερο γράφεται «αφωρισμένοι υπάρχοιεν. Ο Υψηλάντης προβλέψας ένα τέτοιο ενδεχόμενο έγραφε στον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη την 29η Ιανουαρίου «ο μεν Πατριάρχης βιαζόμενος παρά της Πόρτας σας στέλλει αφοριστικά και εξάρχους παρακινώντας σας να ενωθήτε με την Πόρτα, εσείς όμως να τα θεωρείτε ταύτα ως άκυρα, καθότι γίνονται με βία και δυναστείαν και άνευ θελήσεως του πατριάρχου». Οι απόψεις των μελετητών διαφέρουν ως προς τα κίνητρα και τα αίτια της ενέργειας αυτής. Οι περισσότεροι συμφωνούν ότι έγινε δια της βίας και για να μη σφαγιαστούν έλληνες πολίτες. Οι βιογράφοι του Γρηγορίου αναφέρουν ότι το ίδιο βράδυ μυστικά ο αφορισμός ανακλήθηκε. Σε επιστολή του προς τον επίσκοπο Σαλώνων Ησαΐα της 28ης Δεκεμβρίου 1820, ο Γρηγόριος Ε΄ έγραφε: «...Κρυφά υπερασπίζου αυτόν (σσ. Η του Παπανδρέου πράξις πατριωτική), εν φανερόν δε άγνοια υποκρίνου, έστι δε ότε και επίκρινε τοις θεοσεβέσι αδελφοίς και αλλοφύλοις ιδία. Πράυνον βεζύρην λόγοις και υποσχέσεσιν αλλά μη παραδοθήτω εις λέοντος στόμα. Άσπασον συν ταις εμαίς ευχαίς τους ανδρείους αδελφούς, προτρέπον εις κρυψίνοιαν δια τον φόβον των Ιουδαίων». Στο μεταξύ ο σουλτάνος πιεζόμενος από ακραία στοιχεία ζητά από τον Σεϊχουλισλάμη Χατζή Χαλίλ να εκδώσει διαταγή γενικής σφαγής των ελλήνων της Πόλης. Ο Πατριάρχης τον πείθει ότι ο ίδιος και οι έλληνες της Πόλης είναι αμέτοχοι , ο Σεϊχουλισλάμη Χατζή Χαλίλ αρνείται να υπογράψει την γενική σφαγή των ελλήνων και οδηγείται στον θάνατο με διαταγή του Σουλτάνου.

        Σύμφωνα με τον πανηγυρικό που εκφώνησε για τον Πατριάρχη το 1853 ο Γεώργιος Τερτσέτης, όπως αυτός μεταφέρεται από τον ανιψιό του Πατριάρχη, ο Γρηγόριος Ε' απέρριψε προτάσεις υπαλλήλων ξένων πρεσβειών να εγκαταλείψει την Κωνσταντινούπολη λέγοντας: «Μη με προτρέπετε εις φυγήν, μάχαιρα θα διέλθη τας ρύμας της Κωνσταντινουπόλεως και των λοιπών πόλεων των χριστιανικών επαρχιών. Υμείς επιθυμείτε, εγώ μετημφιεσμένος να καταφύγω...ουχί! Εγώ δια τούτω είμαι πατριάρχης, όπως σώσω το έθνος μου...ο θάνατός μου ίσως επιφέρει μεγαλυτέραν οφέλειαν από την ζωή μου...Ναι, ας μη γίνω χλεύασμα των ζώντων. Δε θα ανεχτώ ώστε εις τα οδούς της Οδησσού, της Κέρκυρας και της Αγκώνος, διερχόμενον εν μέσω των αγύιων, να με δακτυλοδεικτούσι λέγοντες, Ιδού έρχεται ο φονεύς πατριάρχης».

        Μετά την πασχαλιάτικη λειτουργία (10 Απριλίου) ο Πατριάρχης συλλαμβάνεται, καθαιρείται και απαγχονίζεται στην κεντρική πύλη του Πατριαρχείου και παραμένει για τρείς ημέρες κρεμασμένος και ευτελιζόμενος από τους τούρκους. Ομάδα τριών εβραίων αγοράζει το σεπτό σκήνωμα του Πατριάρχη και το ρίχνει στον κεράτιο κόλπο. Ένας κεφαλλονίτης ονόματι Νικόλαος Σκλάβος βρίσκει το σκήνωμα και το μεταφέρει στην Οδησσό για να ταφεί εκεί. Τον επικήδειο εκφωνεί ο ιεροκήρυκας Κωνσταντίνος Οικονόμου. Λόγος συγκλονιστικός ,μεταφράζεται άμεσα στα ρωσικά. Το γεγονός αυτό δημιουργεί κύμα διαμαρτυριών εναντίον της τουρκίας και υπέρ της ελληνικής υπόθεσης. Το σκήνωμα του Πατριάρχη μεταφέρθηκε στην Αθήνα το 1871 και φυλάσσεται στον μητροπολιτικό ναό της πόλης. Την ίδια ημέρα - 10 Απριλίου - μετά τον απαγχονισμό του Γρηγορίου Ε΄, στο πλαίσιο των σουλτανικών αντιποίνων, οι μητροπολίτες Αγχιάλου Ευγένιος, Εφέσου Διονύσιος, Νικομήδειας Αθανάσιος, Δέρκων Γρηγόριος, Θεσσαλονίκης Ιωσήφ, Αδριανουπόλεως Δωρόθεος, Τυρνόβου Ιωαννίκιος συνελήφθησαν από τις οθωμανικές αρχές και φυλακίσθηκαν στις φυλακές του Μποσταντζή της Κωνσταντινούπολης. Ακολούθως ο Αγχιάλου Ευγένιος μεταφέρθηκε στην Πύλη του Γαλατά δίπλα στην ομώνυμη γέφυρα και οι Νικομήδειας Αθανάσιος και Εφέσου Διονύσιος σε άλλα σημεία της πόλης, όπου και απαγχονίστηκαν. Στο στήθος τους τοποθετήθηκε επιγραφή που τους χαρακτήριζε προδότες και αποστάτες.  Ο Γρηγόριος Ε΄ ενδιαφέρθηκε ιδιαίτερα για θέματα παιδείας. Μετέφρασε και εξέδωσε τους «Περὶ Ἱερωσύνης λόγους» του Ιερού Χρυσοστόμου. Επίσης εξέδωσε στο πατριαρχικό τυπογραφείο τα «Ἠθικὰ» του Μεγάλου Βασιλείου, εξήγηση των ομιλιών του στη Εξαήμερο και άλλα έργα, όλα σε γλώσσα απλουστευμένη, προκειμένου να γίνεται κατανοητή. Εκτός των θεμάτων Παιδείας, ασχολήθηκε με τη στέγαση του Οικουμενικού Πατριαρχείου και διαρρύθμισε τον Πατριαρχικό Ναό του Αγίου Γεωργίου. Παρά το βραχυχρόνιο της πατριαρχίας του, εξέδωσε πλήθος τόμων, σιγιλίων, εγκυκλίων και επιστολών, μέσα από τις οποίες διαφαίνεται η σταθερή του προσήλωση στους εκκλησιαστικούς κανόνες και την παράδοση. Υπήρξε ο ίδιος πρότυπο ήθους προς τους κληρικούς και το λαό, επέδειξε χρηστή οικονομική διαχείριση επιλύοντας πολλά προβλήματα, αλλά πήρε και αποφάσεις που τακτοποιούσαν χρονίζοντα κοινωνικής φύσεως θέματα, όπως αυτά των αρραβώνων και της προίκας, των γάμων και διαζυγίων, και άλλα. Στις 10 Απριλίου 1921 μ.Χ. ανακηρύχθηκε Άγιος από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος και τιμάται η μνήμη του κάθε έτος την 10η Απριλίου.

Ἀπολυτίκιον  
Ἦχος α’. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Δημητσάνης τὸν γόνον βυζαντίου τὸν πρόεδρον, καὶ τῆς Ἐκκλησίας ἁπάσης, γέρας θεῖον καὶ καύχημα. Γρηγόριον τιμήσωμεν πιστοί, ὡς Μάρτυρα Χριστοῦ πανευκλεῆ, ἶνα λάβωμεν πταισμάτων τὸν ἱλασμόν, παρὰ Θεοῦ κραυγάζοντες. Δόξα τῷ δεδωκότι σου ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐν εὐκλείᾳ οὐρανῶν, δοξασαντᾶ σε Ἅγιε.

Έτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. δ'.
Εὐλογητὸς εἷ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ τὸν θεῖον Πατριάρχην ἐνισχύσας, οὐρανόθεν ἐκπέμψας αὐτῶ βοήθειαν, καὶ δι’ αὐτοῦ Ἑλλήνων Ἔθνος ἀνυψώσας, πρὸς προγόνων τὴν εὔκλειαν.

Έτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ΄. Τὴν ὡραιότητα τῆς Παρθενίας Σου.
Ἡ Πελοπόννησος ἡ πολυθαύμαστος, γεννησαμένη σε, Μάρτυς Γρηγόριε, καὶ θρεψαμένη καλλοναῖς, αὐγάζεται τῆς δόξης σου, μᾶλλον δ’ ἡ περίδοξος Ἀθηνῶν πόλις τέρπεται, ἐν τοῖς κόλποις ἔχουσα, τὸ σεβάσμιον σκῆνός σου. Διὸ καὶ γεγηθυῖαι κραυγάζουσι, δόξα Θεῷ τῷ Παντοκράτορι.

Κοντάκιον
Ἦχος δ'. Ἐπεφάνης σήμερον.
Ἀθροισθέντες ἅπαντες, γνήσιοι παῖδες, τῆς Ἑλλάδος σήμερον, ἐπὶ τὴν πόλιν Ἀθηνῶν, τὸν Πατριάρχην Γρηγόριον, ἄσμασι θείοις, λαμπρῶς ἑορτάσωμεν.

Μεγαλυνάριον
Βασιλεὺς παράνομος τὸν κλεινὸνκρεμᾶ Πατριάρχηνἐν τῶ ξύλῳ παραφρονῶνΒασιλεὺς δὲ πάλινφιλευσεβὴς δὲ τοῦτονδεχόμενος κηδεύειεἰς γῆν Ὀρθόδοξον.

Έτερον Μεγαλυνάριον
Τῆς Πελοποννήσου θείος βλαστὸςκαὶ τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλήσιας  θησαυρὸςκαῖ τοῦ Πανελληνίουτὸ καύχημα τὸ μέγαΠατριαρχῶν τὸ κλέοςνέε Γρηγόριε.

Έτερον Μεγαλυνάριον
Δεῦτε εὐφημήσωμεν οἱ λαοὶτὸν θεῖον Ποιμένακαὶ ὑπέρμαχον τῶν πιστῶντὸν ὑπὲρ τοῦ Ἔθνουςκαὶ τῆς Ὀρθοδοξίαςἐν ξύλῳ ἠρτηθένταὡς  Δεσπότης Χριστὸς.

Έτερον Μεγαλυνάριον
Τὸν φωστῆρα πάντες τὸν φαεινὸν, τὸν ἐκ Δημητσάνης, ὰπαστράψαντα αἰσθητῶς, ποιμένων τὴν δόξαν, καὶ κλέος τῶν Μαρτύρων, Γρηγόριον τὸν νέον, ὕμνοις τιμήσωμεν.

Έτερον Μεγαλυνάριον
Τὸν Ἱερομάρτυρα τοῦ Χριστοῦ, καὶ τοῦ Πανελληνίου, ἀπροσμάχητον βοηθὸν, φὐλακα καὶ ῥύστην, τῶν ἐπικαλουμένων, Γρηγόριον τὸν νέον, πάντες ὑμνήσωμεν.

Έτερον Μεγαλυνάριον
Τοῖς Ἱερομάρτυσι καὶ σεπτοῖς, θεῖοις Ἱεράρχαις, συγχορεύων ἐν οὐρανοῖς, Γρηγόριε μάκαρ, Ὁσίοις καὶ δικαίοις, καῖ πάσι τοῖς Ἁγίοις, ἡμῶν μνημόνευε.

Ὁ Οἶκος
Τὴν τῶν προγόνων ἐκποθῶν δόξα, ὁ Πατριάρχης ἀναλαβεῖν τὸ Ἔθνος τὸ τῆς Ἑλλάδος, ἐν τῇ ἀγχόνῃ άρνατηθήναι ὑπέμεινεν, ὑπὸ γένους ἀσεβοῦς, ἀθῶος ὡς ἐνοχος. Τοῦτον οὗν ὁ εὐσεβείας κλάδος Αὐτοκράτωρ δεξάμενος, ἐπαξίως ἐνταφιάζει ἐν πόλει τῆς Ὀδέσσης. Ὅθεν εἱ δι’ αὐτοῦ λυτρωθέντες Ἕλληνες ὑπὸ τοῦ σκληροῦ ζυγοῦ, καὶ σήμερον πάντες ἐν τῇ ἑορτῇ αὺτοῦ συναθροισθέντες, ἄσμασι θείοις, λαμπρῶς ἑορτάσωμεν.

Κάθισμα
Ἦχος α'. Τὸν τάφον Σου Σωτὴρ.
Επέλαμψεν ἰδοὺ, ἡ ἁγία ἡμέρα, τῆς θείας ἑορτῆς, τοῦ σοφοῦ Πατριάρχου, ἡρώων ἀπόγονοι, εύσεβέστατοι Ἕλληνες, ταύτην σήμερον, περιχαρῶς ὁμοὺ πάντες, ἑορτάσωμεν, τῆς γὰρ ἡμῶν σωτηρίας, ἡ πρόξενος γέγονε.

Έτερον Κάθισμα
Ἦχος α'. Τὸν τάφον Σου Σωτὴρ.
Ἀδάμας ὡς στεῤῥὸς, ὡς ἀκλόνητος πύργος, ὥς ἄκμων ἀκαμπὴς, προσβολαῖς τῶν ἀνόμων, ὑπήνεγκας Γρηγόριε, καὶ οὐδόλως εἰδέδεξαι, τὴν ἀσέβειαν, τὴν δὲ ὀρθόδοξον πίστιν, ἀνεκήρυξας, ἐν τῷ σταδίῳ γενναίως, διὸ σὲ γεραίρομεν.

Μυργιώτης  Παναγιώτης
Μαθηματικός 

Άγιοι Ραφαήλ, Νικόλαος και Ειρήνη: Οι νεοφανείς ένδοξοι Νεομάρτυρες

Τὴ τῶν Μαρτύρων θαυμαστὴ προστασία, τῶν ἐν Θερμῇ ἠμὶν ἀρτίως φανέντων, ἀπὸ ψυχῆς προσπέσωμεν κραυγάζοντες· Ραφαὴλ μακάριε, καὶ Νικόλαε θεῖε,...