Δευτέρα 25 Μαΐου 2026

Ο Νεοϊερομάρτυρας και Εθνομάρτυρας Άγιος Μελέτιος επίσκοπος Κίτρους

Τον Μάρτιο 1821, ξεσπά η επανάσταση στην Πελοπόννησο. Η φλόγα της, κατά το  πέρασμα του καιρού, μεταδίδεται  σε Στερεά Ελλάδα, Αιγαίο, Θεσσαλία, Μακεδονία και αλλού. Από τον Σεπτέμβριο του 1820 υπάρχει ένα κλίμα ενθουσιασμού στη Θεσσαλονίκη για την επερχόμενη επανάσταση. Ο ιεροδικαστής (μουλάς) της Θεσσαλονίκης Χαϊρουλάχ καταγράφει στο Οδοιπορικό του (δηλαδή στο Ημερολόγιο δράσης και γεγονότων). Γράφει, λοιπόν, στον σουλτάνο Μαχμούτ τον Β΄  «έχουν  ένα, δυο σχολειά και  μερικές εκκλησίες που η πιο μεγάλη είναι αυτή που ονομάζουν Μηνά εφέντη και που μέσα στα κελιά της μαζεύονται όλοι οι πρόκριτοι και συζητούν για το Πατριαρχείο, για το Φανάρι και για το Μοριά. Τη μέρα που έφθασα και πήγα στο κονάκι, είχαν φέρει εκεί μπροστά στον Γιουσούφ μπέη  έναν μεσήλικα άπιστο, Μεστανέ εφέντη, γιατί, λέγει, μάθαινε στα παιδιά τους ένα τραγούδι, γραμμένο από έναν άπιστο της Θεσσαλίας (πρόκειται για τον Ρήγα Φεραίο) που η μεγαλειότης σου, με προγενέστερο προσκυνητό φιρμάνι Σου, είχε καταδικάσει». Την περίοδο εκείνη αναπληρωτής διοικητής της πόλης ήταν ο προαναφερόμενος Γιουσούφ μπέης, ο οποίος ασκούσε τρομοκρατία στους Έλληνες κατοίκους. Έτυχε όμως και η μητρόπολη Θεσσαλονίκης να έχει εκείνη την περίοδο τοποτηρητή τον επίσκοπο Κίτρους Μελέτιο τον Α΄ Κυριακό, που προσπαθούσε να ποιμάνει με σύνεση το χριστιανικό πλήρωμα της πόλης και να το ενθαρρύνει να μη φοβάται τον Γιουσούφ. Ο Μελέτιος βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη από το 1819, αφού ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ιωσήφ απουσίαζε στην Κωνσταντινούπολη ως μέλος της Πατριαρχικής Ιεράς Συνόδου. Ο Μελέτιος ως πρωτόθρονος επίσκοπος της Μητροπολιτικής Επαρχιακής Συνόδου Θεσσαλονίκης ανέλαβε τα καθήκοντα του τοποτηρητή του θρόνου Θεσσαλονίκης κατά κανονικό και έννομο έθος. Για τον ιερομάρτυρα πολύ λίγα είναι γνωστά. Καταγόταν από το νησί της Άνδρου ή κατ άλλους από τον Κολινδρό Πιερίας και από το 1812 είχε χειροτονηθεί επίσκοπος Κίτρους. Υπήρξε αφιλοχρήματος, ως πραγματικός   Ορθόδοξος, αποφεύγοντας να αποκτήσει περιουσία κατά τη διάρκεια της αρχιερατείας του. Σύμφωνα με την καταγραφή που απέστειλε στον σουλτάνο, μετά τον μαρτυρικό του θάνατο, ο Σαλήχ Δουτφή  εφέντης,  το σύνολό της αποτιμάται μόλις σε 1.102 γρόσια περίπου. Ο Γιουσούφ μπέης δεν θα άφηνε ανενόχλητο τον τοποτηρητή επίσκοπο. Ο Γιουσούφ ήταν άνδρας βάναυσος, τυρρανικός , που εχθρεύονταν πάνω από όλα τους χριστιανούς. Τους ισχυρισμούς  αυτούς επιβεβαιώνει και ο ίδιος ο Χαϊρουλάχ, όταν συναντήθηκε μαζί του στο διοικητήριο. Στη συνάντηση αυτή ο Τούρκος διοικητής έδειξε να γνωρίζει καλά τις επαναστατικές κινήσεις των Ελλήνων και προσδιόρισε και τη στάση που θα κρατούσε λέγοντας: «Πρέπει αλύπητα να τους κτυπούμε, όπου τους βρίσκουμε». Ο Χαϊρουλάχ δεν συμφώνησε και του αντιπρότεινε: «Θα ήταν προτιμότερο αντί να τους κτυπάμε, να τους φερόμαστε καλύτερα σαν φίλοι, ώστε να ΄ναι ευχαριστημένοι και να μην έχουν παράπονα». Ο Γιουσούφ διακόπτει τη συζήτηση και φεύγει. Ο Χαϊρουλάχ θεώρησε καλύτερο τρόπο προσέγγισης να επισκεφθεί τον Μελέτιο. Η συνάντηση έγινε στο επισκοπείο. Ο Χαϊρουλάχ  προειδοποίησε τον Μελέτιο για τις προθέσεις του Γιουσούφ μπέη και τον συμβούλεψε να νουθετήσει τους Έλληνες να είναι πιστοί στους νόμους και στις εντολές του Γιουσούφ. Τον ενημέρωσε για τις διάφορες επαναστατικές κινήσεις των Ελλήνων μέσα στην πόλη σε συνδυασμό με τις κινήσεις στην Πελοπόννησο και στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες. Ο Μελέτιος έδειξε προσποιητή άγνοια και διαβεβαίωσε τον ιεροδικαστή για την πίστη του και αφοσίωσή του στον σουλτάνο. Η συνάντηση έγινε γνωστή στον Γιουσούφ μπέη, καθώς και οι λεπτομέρειες αυτής. Τον Φεβρουάριο του 1821 ο Χαϊρουλάχ   συλλαμβάνεται και φυλακίζεται από  τον Γιουσούφ χωρίς να το γνωρίζει ο σουλτάνος.

        Η έναρξη της επανάστασης βρίσκει τον Χαϊρουλάχ στη φυλακή και τον Μελέτιο να κινείται δραστήρια. Ο Γιουσούφ έχει πληροφορίες για επικείμενη επανάσταση και στη Θεσσαλονίκη. Αρχίζει τις συλλήψεις και ζητά από την ελληνική κοινότητα και από το  Άγιον Όρος να του στείλουν ομήρους. 400 συνολικά όμηροι φυλακίζονται, εκ των οποίων οι 100 είναι μοναχοί. Οι συνθήκες φυλάκισης άθλιες. Γράφει ο Χαϊρουλάχ «όλοι αυτοί, όπως είναι φυσικό, κακοποιούνται στα χέρια του Γιουσούφ, τους μαστιγώνει, τους βρίζει, τους εξευτελίζει και τους θανατώνει ακόμα». Ο σουλτάνος αποφυλακίζει τον Χαϊρουλάχ αλλά ο Γιοσούφ τον κρατάει στη Θεσσαλονίκη και δεν τον αφήνει να φύγει. Έτσι γίνεται ο αυτόπτης μάρτυρας του μαρτυρίου του Μελετίου. Ο Μελέτιος συνεχίζει να εκτελεί κανονικά τα καθήκοντά του ακόμη και όταν αντιλαμβάνεται ότι η κατάσταση βαίνει κακώς. Πληροφορείται ότι ο μητροπολίτης Ιωσήφ μαζί με τους άλλους έξι συνοδικούς αρχιερείς βρίσκονται φυλακισμένοι από τις 10 Μαρτίου 1821 και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ έχει απαγχονιστεί στις 10 Απριλίου του ιδίου  έτους. Έβλεπε και από  την άλλη πλευρά  την αυξανόμενη επιθετικότητα του Γιουσούφ μπέη, αλλά δεν σκέφτηκε ούτε μια στιγμή να εγκαταλείψει τη Θεσσαλονίκη και το ποίμνιο που του είχε η εκκλησία, εμπιστευτεί, ειδικά αυτές τις δύσκολες στιγμές. Η κατάσταση στη Θεσσαλονίκη έγινε δραματική τον Μάϊο του 1821. Την περιγράφει με τα μελανότερα  χρώματα ο Χαϊρουλάχ: «Η Θεσσαλονίκη, η ωραία τούτη πόλη, που στολίζει σαν σμαράγδι το τιμημένο στέμμα Σου» γράφει προς τον Σουλτάνο, «μεταβλήθηκε σε ένα απέραντο σφαγείο. Ο μουτεσελήμ Γιουσούφ μπέης, διέταξε τους χαφιέδες του να γυρνούν στους δρόμους της πόλης και να σκοτώνουν αλύπητα κάθε άπιστο που θα συναντούσαν. Οι μισοί από τους ομήρους σφάκτηκαν μπροστά στον Γιουσούφ. Από την εκδικητική μανία του Γιουσούφ δεν γλίτωσε ούτε ο Μελέτιος, ο οποίος θεωρήθηκε ότι έχει ενεργή συμμετοχή στο επαναστατικό κίνημα και για αυτό συνελήφθη άμεσα μαζί με τον εφημέριο του αγίου Μηνά,  τον παπα-Γιάννη. Το μαρτύριο του επισκόπου και του παπα-Γιάννη είναι φρικτό». Και σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, την πρώτη μέρα του φεγγαριού του Μαΐου (18-19) ο Γιουσούφ μπέης διέταξε να του φέρουν τον Μακάρ εφέντη (δηλ. τον Μελέτιο) και τους άλλους «αγιάνιδες» (πρόκριτους) των ρωμιών. «Τους φέραν  δεμένους και τότε ράγισε η καρδιά μου, βλέποντας τον Μακάρ εφέντη, με τα άσπρα του γένια και τα μακριά μαλλιά του ακατάστατα, να παραδίδεται στα χέρια των «μπασή μποζούκ» και να κομματιάζεται στη μεγάλη πλατεία του Κοπανού (αγορά Βλάλη). Ενός άλλου γέροντα σεβάσμιου, του παπα-Γιάννη, της εκκλησίας του Μηνά εφέντη, του κόψαν τα πόδια  και τα χέρια. Κι έπειτα, κρατώντας τα κομμένα χέρια του, με τα δάκτυλα του βγάλαν τα μάτια του». Ο ιερομάρτυρας επίσκοπος Κίτρους Μελέτιος, όπως και ο παπα-Γιάννης, πλήρωσαν με τη ζωή τους την αγάπη για το ποίμνιό τους, την Εκκλησία και την πατρίδα. Ένας ακόμη αρχιερέας, μαζί με τον εφημέριο του ναού του Αγίου Μηνά, πότισε με το αίμα του το δένδρο της ελευθερίας και συνέβαλε με τη θυσία του στην τελική απελευθέρωση του τόπου. Οι Τούρκοι δεν συγχώρεσαν ποτέ  την ανάμειξή του στη επανάσταση του ’21.Ο Μάρτυρας επίσκοπος, συγκαταλέγεται στη χορεία των Νεοϊερομαρτύρων. Μια χορεία που συγκέντρωσε πάνω της, σε όλη τη μακρόχρονη περίοδο της Τουρκοκρατίας, το μίσος, τη θρησκευτική υστερία και τον φανατισμό των Οθωμανών περισσότερο από κάθε άλλον, γνωρίζοντας την εκδικητική τους μανία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε επίσης ότι σε πολλές περιπτώσεις είχαν τη δυνατότητα αρκετοί από αυτούς τους αγίους αρχιερείς - και ο Μελέτιος ανάμεσά τους - να γλυτώσουν και να αποφύγουν το μαρτύριο. Αντί αυτού όμως, προτίμησαν το μαρτύριο και τον θάνατο. Η θυσία τους δεν πήγε χαμένη, αφού έγινε ισχυρό μέσο χαλύβδωσης και στερέωσης του φρονήματος των Ελλήνων για ελευθερία. Το αίμα τους πότισε και θέριεψε το δένδρο της Ελευθερίας και της Ορθοδοξίας. Η μνήμη του Αγίου Μελετίου, επισκόπου Κίτρους, τιμάται την 18η Μαΐου και η πόλις της Κατερίνης θα κτίσει περικαλλή Ναό στο όνομά Του.

Απολυτίκιον Ήχος γ΄ Θείας Πίστεως
Χαίρει έχουσα, η Πιερία,
Ιερόαθλον λαμπρόν ποιμένα,
Τον επίσκοπον Κίτρους Μελέτιον,
Υπέρ Χριστού γάρ το αίμα εξέχεε
Θεσσαλονίκης φοινίξας το έδαφος
διό άπαντες, τιμώμεν αυτόν εν άσμασι,
Αυτού εξιστορούντες τα θαυμάσια.

Κοντάκιον Ήχος πλάγιος του δ΄ Τη υπερμάχω
Της Πιερίας ποιμενάρχην ιερόαθλον
Της Εκκλησίας στεφανίτην τον περίδοξον
εγκωμίοις καταστέξωμεν εγκαρδίως, εν
εσχάτοις γαρ τοις έτεσιν ενήθλησεν,
υποστάς αυτού της κάρας την απότμησιν
Διό κράζομεν, χαίρεις Κίτρους Μελέτιε.

Μεγαλυνάριον
Κίτρους ποιμενάρχην περιφανή
Και της Πιερίας, σεμνολόγημα ιερόν,
Μάρτυρα Κυρἰου, και άμα αρχιθύτην,
Μελέτιον τον Νέον ανευφημήσωμεν
Ποίημα Μητροπολίτου Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας Ιωήλ. 

Πηγές  και βοηθήματα

Πηγές και βοηθήματα
Παπάζογλου Αβραάμ, Η Θεσσαλονίκη κατά τον Μάιο του 1821.Μακεδονικά 1, Χρονολογία 1940, Σελίδες 417-428.
Αγγελόπουλου Αν. Αθανασίου, Ο Εθνομάρτυρας Επίσκοπος Κίτρους Μελέτιος, ιστότοπος του Ιδρύματος Εθνικού και Θρησκευτικού Προβληματισμού.
Σωτηριάδη Ιγνατίου (Αρχιμ.), Πανόραμα Ιστορίας της Ιεράς Μητροπόλεως Κίτρους, τόμος Α΄, Έκδοση Βαρναβείου Βιβλιοθήκης Ιεράς Μητροπόλεως Κίτρους και Κατερίνης 1999.
Εγκόλπιο ημερολόγιο Ιεράς Μητροπόλεως Κίτρους, Κατερίνης και Πλαταμώνος έτους 2017.
Στεργιούλη Χαράλαμπου Νεομάρτυρες από τη σκλαβιά στον Ουρανό, έκδοση Αρχονταρίκι, 2021.

Μυργιώτης  Παναγιώτης
Μαθηματικός

Το μαύρο τριαντάφυλλο στο πουκάμισο της Καρυστιανού – Δημιουργία του σχεδιαστή Βασίλη Ζούλια (είκονες) Η πρόεδρος του νέου κόμματος έφτασε συνοδευόμενη από στενούς της συνεργάτες, με μια ώρα καθυστέρηση.

Με μια μαύρη μίντι κλος φούστα και ένα λευκό πουκάμισο με έντονο συμβολισμό επέλεξε να εμφανιστεί στην εκδήλωση παρουσίασης του κόμματός της η Μαρία Καρυστιανού.

Η εμφάνισή της κινήθηκε στους τόνους του άσπρου και του μαύρου, σε αισθητική αρμονία με τη συνεργάτιδά της και επικοινωνιολόγο Μαρία Χριστίνα Μπακλαβά, με την οποία έφτασε στον χώρο της εκδήλωσης. Ξεχώρισε ιδιαίτερα το μαύρο τριαντάφυλλο που ήταν κεντημένο στην αριστερή πλευρά του πουκαμίσου, κοντά στην καρδιά, ένα σύμβολο που συνδέεται με την απώλεια, το πένθος, αλλά και την αναγέννηση.

Το πουκάμισο προέρχεται από τη συλλογή «Antelyna» του σχεδιαστή Βασίλης Ζούλιας και η τιμή του ανέρχεται στα 300 ευρώ.

Η κ. Καρυστιανού έφτασε στο Ολύμπιον με περίπου μία ώρα καθυστέρηση. Ανάμεσα στα πρόσωπα που βρίσκονταν στην αίθουσα ήταν ο Γιάννης Μωισίδης, με τον οποίο διατηρεί εταιρεία, καθώς και ο πραγματογνώμονας Βασίλης Κοκοτσάκης. Σε κοντινή θέση καθόταν επίσης ο αγγειοχειρουργός Χρήστος Παπασιδέρης.

Δείτε φωτογραφίες:

huffingtonpost.gr

Εκ του ιστολόγιου:

Το πουκάμισο προέρχεται από τη συλλογή «Antelyna» του σχεδιαστή Βασίλης Ζούλιας και η τιμή του ανέρχεται στα 300 ευρώ.

Πολλοί όταν ακούγονται αλήθειες λένε «μην λαϊκίζετε». Το να πεις την αλήθεια και να περιγράψεις την πραγματικότητα και να ελέγξεις τους έχοντες κοσμική εξουσία, δεν είναι λαϊκισμός αγαπητοί. Αυτοί που ενοχλούνται τον βαφτίζουν ως τέτοιον.

Η στάση μου απέναντι στην κυρία Καρυστιανού, είναι αυτή που έχω απέναντι σε όλα τα κόμματα, μηδενός εξαιρουμένου. Μακριά από αυτά. Δεν έχουμε καμία ελπίδα από αυτά. Δε μπορώ να μην σταθώ στο γεγονός πως η κύρια Καρυστιανού, με το νέο της κόμμα, επιλέγει να φορέσει ένα ένδυμα που κοστίζει 300 ευρώ.

Άνθρωποι, πεινάνε. Πως βάζεις επάνω σου 300 ευρώ; Όπως και άλλοι πολιτικοί, η κυρία Καρυστιανού πλέον κρίνεται βάση του νέου της ρόλου, ως πολιτικός, φοράνε ρολόι των 1000 ευρώ. Αυτοί θα πονέσουν τον απλό πολίτη; Αυτοί θα πονέσουν την Ελλάδα; Αυτοί αγαπητοί, με επικοινωνιολόγους, μιλάνε σε εμάς.

Δηλαδή. Δε μιλάνε αγαπητοί από Καρδιάς. Τους μαθαίνουν οι Επικοινωνιολόγοι πως να φέρονται απέναντί μας και τι να μας λένε. Δηλαδή αγαπητοί πως να Υποκρίνονται. Όπου μαθαίνω πως κάποιος έχει Επικοινωνιολόγο, λέω «μακριά μου». Εμείς θέλουμε Γνήσιους πολιτικούς και γενικά ανθρώπους που θα μιλάνε από Καρδιάς και όχι στηριζόμενοι σε Επικοινωνιολόγους.

Δεν ξέρουν πως να επικοινωνήσουν με εμάς τους απλούς πολίτες; Αν δεν το ξέρουν, τότε δεν προέρχονται από εμάς. Δεν είναι αυτό που λέμε «Άνθρωποί μας». Το μοτίβο είναι το γνωστό. Ακριβές δεξιώσεις, ενδύματα, για να υπερασπιστούν το δίκιο ποιανού; Κοιτάξτε, όταν ένας άνθρωπος είναι ευάλωτος στα ακριβά ενδύματα, πιθανότατα είναι και σε πολλά άλλα. Δεν ξέρω κατά πόσο θα κοιτάξει το συμφέρον του συνανθρώπου του και όχι το δικό του. Εξάλλου αγαπητοί, οι Άγιοι Πατέρες μας, μας λένε για την ενδυμασία τι κακά προξενεί η ακριβή και πολυτελής ενδυμασία. Πόσο φουντώνει τα πάθη μας.

Θέλουμε να τους αμφισβητήσουμε τους Άγιους Πατέρες μας; Έχουμε μεγαλύτερη γνώση από αυτούς; Φυσικά και όχι. Μας προτρέπουν να ντυνόμαστε απλά και χωρίς να δίνουμε πολλά χρήματα και χωρίς τα ρούχα μας να είναι φανταχτερά και να τραβάνε το βλέμμα του άλλου. Να αποφύγουμε δια αυτών την Φιλαυτία και την Ανθρωπαρέσκεια αγαπητοί.

Όμως αυτά τα δύο, όπως διαπιστώνετε, δεν τα αποφεύγουν οι πολιτικοί. Τα κυνηγάνε. Μείνετε μακριά τους. Αφήστε την ελπίδα στον Τριαδικό Θεό. Δεν έχει σήμερα πολιτικούς που να αγαπάνε τον άνθρωπο. Τον εαυτό τους αγαπάνε και δεν ξέρω κατά πόσο τον Ιησού Χριστό δια του οποίου θα αγαπήσουν και τον συνάνθρωπό τους.

Δηλαδή, κατά πόσο η αγάπη τους είναι Χριστοκεντρική. Αρχίσανε τα Σημεία. Στην Τουρκία μιλάνε για 12 ναυτικά μίλια. Θα τα ψηφίσουν. Το Πρώτο Ημίχρονο όπως έλεγε ο Άγιος Παΐσιος άρχισε στην Παλαιστίνη. Ο νους και η καρδιά μας να μείνει στο Ευαγγέλιο και στα Αγιοπατερικά Κείμενα. Να μην κάνουμε είδωλα πολιτικούς που μας κατάντησαν Ελλάδα δίχως Ορθοδοξία. Ελλάδα που με νόμο Δολοφονεί τα Παιδιά της, δια των Εκτρώσεων. Ελλάδα της σωματικής γύμνιας που σε λίγο καιρό θα παρελάσει περήφανη στις παραλίες δίχως ντροπή. Ελλάδας του Γάμου των Ομοφυλόφιλων και της Υιοθεσίας από αυτούς παιδιών. Ελλάδα του Σοδομισμού. Θα μας κάψει ο Θεός.

Ο αγώνας μας δεν είναι ταυτισμένος με αυτόν των πολιτικών. Είναι για τη Σωτηρία της Ψυχής μας. Αφήστε τους να λένε ότι θέλουν. Δεν είναι αυτά τα πνευματικά που θα μας ξεδιψάσουν την ψυχή. Είναι ανοησίες που θα μας την πορώσουν.

Κοντά στον Κύριο Ημών Ιησού Χριστό και στην Υπεραγία Θεοτόκο.

Α.Η.

Άγιος Φιλάρετος Μόσχας. Ημέρα της Αναλήψεως: Η Ανάληψη του Κυρίου μας και η μελλοντική Του έλευση

«Και ως ατενίζοντες ήσαν εις τον ουρανόν πορευομένου αυτού, και ιδού· άνδρες δύο παρειστήκεσαν αυτοίς εν εσθήτι λευκή, οι και είπον· άνδρες Γαλιλαίοι, τι εστήκατε εμβλέποντες εις τον ουρανόν;» (Πράξεις 1, 10-11)

Μου φαίνεται περίεργο που εσείς, άνθρωποι του φωτός, θα έπρεπε να ρωτήσετε αυτούς τους Γαλιλαίους γιατί στάθηκαν κοιτάζοντας προς τον ουρανό. Τι μπορούσαν άλλο να κάνουν από το να κοιτάζουν στον ουρανό, όπου ο Ιησούς είχε μόλις αναληφθεί, όπου είχε μεταφερθεί ο θησαυρός τους, όπου είχαν μετατεθεί η ελπίδα και η χαρά τους και όπου η ζωή τους είχε εξαφανιστεί; Εάν εκείνη την ώρα κοιτούσαν στη γη, θα μπορούσαν να τους ρωτήσουν, όπως και όλους τους οπαδούς τού Ιησού Χριστού, που βλέπουν στη γη με μεροληπτικό μάτι: —Γιατί κοιτάτε στη γη; Τι μπορεί να ψάχνετε στη γη, από τότε που ο μόνος δικός της και δικός σας θησαυρός, βρέθηκε στη Βηθλεέμ, απλώθηκε σε ολόκληρη την Ιουδαία και την Σαμάρεια, πέρασε από τα χέρια διεστραμμένων ανθρώπων στη Γεσθημανή, την Ιερουσαλήμ και τον Γολγοθά, κρύφτηκε κάτω από μια πέτρα στον κήπο τού Ιωσήφ τού από Αριμαθαίας, και τώρα επιτέλους επάρθη και μετετέθη στο θησαυροφυλάκιο του ουρανού; Σας είπαν, και έτσι πρέπει να είναι, ότι «όπου γαρ εστιν ο θησαυρός υμών, εκεί εσται και η καρδία υμών» (Ματθ. 6, 21). Έτσι εάν ο θησαυρός σας είναι στον ουρανό, τότε και η καρδιά σας πρέπει να είναι εκεί. Και προς τα εκεί πρέπει να κατευθύνονται τα βλέμματά σας, οι σκέψεις και οι επιθυμίες σας.
Οι «δύο άνδρες εν εσθήτι λευκή», οι οποίοι αμέσως μετά την ανάληψη του Κυρίου εμφανίστηκαν στους Αποστόλους και τους ρώτησαν γιατί στέκονταν κοιτάζοντας στον ουρανό, ήταν οι ίδιοι αναμφίβολα κάτοικοι του ουρανού. Επομένως δεν θα πρέπει να υποθέσουμε ότι αυτό τους δυσαρεστούσε ή ότι επιθυμούσαν να κατευθύνουν το βλέμμα εκείνων των ανθρώπων τής Γαλιλαίας αλλού. Όχι. Όταν είπαν: «Τι εστήκατε εμβλέποντες εις τον ουρανόν;» επιθυμούσαν μόνο να βάλουν ένα τέλος στην αδρανή κατάπληξη των Αποστόλων. Έχοντάς τους αφυπνίσει από την κατάπληξή τους, τους φέρνουν σε περισυλλογή και τους διδάσκουν, καθώς και σε μας, με τι λογής σκέψεις πρέπει να κοιτάζουμε προς τον ουρανό, ακολουθώντας τον Κύριό μας Ιησού, ο Οποίος ανήλθε εκεί. «Ούτος ο Ιησούς», πρόσθεσαν, «ο αναληφθείς αφ’ υμών εις τον ουρανόν, ούτος ελεύσεται ον τρόπον εθεάσασθε αυτόν πορευόμενον εις τον ουρανόν» (Πράξεις 1, 11). Αν και ο Κύριός μας είχε φανερωθεί πολλές φορές μετά την Ανάστασή Του στους Αποστόλους, και γινόταν πάλι άφαντος, κι έτσι τους είχε συνηθίσει ως ένα βαθμό σε αυτές τις θαυμαστές φανερώσεις Του, ωστόσο, όταν χωρίστηκε από αυτούς στο όρος το καλούμενου Ελαιώνος, δεν αποσύρθηκε απλώς από αυτούς, ούτε έγινε άφαντος, αλλά ανελθών ορατός πάνω από τα σύννεφα έγινε αόρατος μόνο εξ αιτίας τής ανύψωσής Του σε άπειρο ύψος από αυτούς. Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία ότι αυτός ο νέος τρόπος αποσύρσεως φάνηκε μοναδικός στους Αποστόλους, και εξαιρετικά σημαντικός, ακόμη και μετά την προηγούμενή τους εμπειρία των θαυμάτων.

Παρατήρησαν τότε την ακριβή εκπλήρωση των λόγων Του, που η Μαρία Μαγδαληνή τούς είχε διηγηθεί: «αναβαίνω προς τον Πατέρα μου και Πατέρα υμών, και Θεόν μου και Θεόν υμών» (Ιωάν. 20, 17). Δεν μπορούσαν παρά να συμπεράνουν ότι εκείνες οι χαρούμενες επισκέψεις Του, εκείνες οι διδακτικές συζητήσεις μαζί Του, εκείνη η απτή επικοινωνία ανάμεσα σε αυτούς και στην θεία Του ανθρωπινότητα στη διάρκεια των σαράντα ημερών, τελείωσαν εκείνη τη στιγμή. Όταν ούτε χέρι ούτε φωνή μπορούσε πλέον να Τον κρατήσουν, «ως ατενίζοντες ήσαν εις τον ουρανόν πορευομένου αυτού». Καταλαβαίνουμε το μέγεθος της απωλείας που πρέπει να ένιωσαν οι Απόστολοι μετά την ανάληψη στον ουρανό τού Ιησού, ο Οποίος ήταν το παν γι’ αυτούς επί της γης. Και είναι αυτή ταύτη η απώλεια για την οποία οι ουράνιες δυνάμεις σπεύδουν να τους παρηγορήσουν, όταν τους λένε ότι «ούτος ο Ιησούς, ο αναληφθείς αφ’ υμών εις τον ουρανόν, ούτως ελεύσεται».

Χριστιανοί, εάν γνωρίσατε καθόλου τον Κύριο Ιησού, εάν «γεύσασθε και ίδετε ότι χρηστός ο Κύριος» (Ψαλμ 33, 9), ασφαλώς πρέπει λίγο-πολύ να έχετε καταλάβει πόσο άδειος είναι ο κόσμος χωρίς Αυτόν, και να νιώθετε πόσο άδεια είναι η καρδιά σας όταν είναι απών Εκείνος. Κι έτσι πρέπει να είναι. Διότι όλα τα εν τω κόσμω δεν είναι παρά «ματαιότης ματαιοτήτων» (Εκκλησιαστής 1, 2), και η ματαιότητα δεν μπορεί να ικανοποιήσει την καρδιά, την δημιουργημένη για την αλήθεια από την ίδια την Αλήθεια· «ότι παν το εν τω κόσμω σαρκική επιθυμία εστί», ενός αντικειμένου, η έλξη σαρκικής επιθυμίας, υπό διάφορες μορφές. Και καθώς «ο κόσμος παράγεται και η επιθυμία αυτού» (Ιωάν. Α’ 2, 16-17), ή με άλλα λόγια, τα πράγματα που συνεγείρουν την σαρκική επιθυμία εξαφανίζονται, έτσι όσο μεγάλος κι αν είναι ο κόσμος, όση ποικιλία κι αν έχουν τα ωραία του πράγματα, όσο άφθονες κι αν είναι οι πηγές των απολαύσεών του, δεν μπορούν να γεμίσουν το μικρό σκεύος τής ανθρώπινης καρδιάς, η οποία όντας αθάνατη, μπορεί να ικανοποιηθεί μόνο με αθάνατη ζωή. Εάν, έχοντας αίσθηση αυτού του κενού των κτισμάτων, σου φαίνεται πως ο Κύριος, ο Οποίος είναι η αλήθεια σου, η ζωή, η επιθυμία σου και η εκπλήρωση όλων των επιθυμιών σου, αποσύρθηκε από σένα, έκρυψε το πρόσωπό Του και σε άφησε όχι μόνο χωρίς ανάπαυση, αλλά και σε δοκιμασία, όχι απλώς μονάχο, αλλά καταμεσής των εχθρών τής σωτηρίας σου, αν το ανήσυχο βλέμμα σου δεν μπορεί να διαπεράσει τα σύννεφα που καλύπτουν τον ουρανό, και οι ανεξιχνίαστοι οδοί τού Υψίστου δεν σου προσφέρουν παρά αβεβαιότητα, τότε λάβε από τις ουράνιες δυνάμεις τον λόγο τον πλήρη δυνάμεως, που μπορεί να πληρώσει το κενό τής καρδιάς σου, να φωτίσει τη θλίψη σου, να βάλει τέλος στη μοναξιά, να φωτίσει το σκοτάδι, να άρει κάθε αβεβαιότητα και να αφυπνίσει το πνεύμα σου με ελπίδα που δεν είναι απατηλή ή φθαρτή. Αυτός ο ίδιος Ιησούς, «όστις διέστη από σου εις τον ουρανόν», θα έρθει.

Και γι’ αυτήν την ίδια παραμυθητική και λυτρωτική μαρτυρία τής μέλλουσας Ελεύσεως του Κυρίου, οι ουράνιοι αγγελιαφόροι προσθέτουν κάποιες πληροφορίες, ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα πραγματοποιηθεί αυτή η Έλευση. Μας λένε, ότι ο ερχομός τού Κυρίου θα γίνει με τον ίδιο τρόπο με τον οποίο ανεχώρησε, ή μάλλον ανελήφθη, «ούτως ελεύσεται ον τρόπον εθεάσασθε αυτόν πορευόμενον εις τον ουρανόν». Ασφαλώς οι ουράνιοι αγγελιαφόροι δεν μιλούν άσκοπα, όπως κάνουμε εμείς τα γήινα όντα μερικές φορές, αλλά με απλά λόγια παραδίδουν ένα μεγάλο δίδαγμα σε εκείνους που είναι προσεκτικοί. Ας προσέξουμε κι εμείς.

«Ούτως ελεύσεται ον τρόπον εθεάσασθε αυτόν πορευόμενον εις τον ουρανόν». Θεωρώντας τα γεγονότα τής αναλήψεως του Χριστού στον ουρανό, μπορούμε πρώτα να παρατηρήσουμε την ευλογία που έδωσε τότε στους Αποστόλους· «και εγένετο», λέει ο Ευαγγελιστής Λουκάς, «εν τω ευλογείν αυτόν αυτούς διέστη απ’ αυτών και ανεφέρετο εις τον ουρανόν» (24, 51). Το γεγονός αυτό της αναλήψεώς Του στον ουρανό, και του αποχωρισμού από τους εκλεκτούς Του, ο ίδιος ο Κύριος θα το ανακαλέσει στη μνήμη των Μαθητών Του όταν «έλθη εν δόξη», και συναντώντας τους πάλι θα τους προσκαλέσει σε ενεργό συμμετοχή στη βασιλεία Του, καθώς «τότε ερεί ο βασιλεύς τοις εκ δεξιών αυτού, δεύτε οι ευλογημένοι τού IΙατρός μου» (Ματθ. 25, 31.34).

ΙΙόσο ατέλειωτη η ροή τής χάριτος του Χριστού που αποκαλύπτεται έτσι σ’ εμάς, χριστιανοί! Ο Κύριος αρχίζει με μια ευλογία, και πριν ολοκληρωθεί, ανέρχεται στον ουρανό· «εν τω ευλογείν αυτόν αυτούς διέστη απ’ αυτών και ανεφέρετο εις τον ουρανόν». Έτσι, ακόμη και μετά την ανάληψή Του, συνεχίζει αοράτως να μεταδίδει την ευλογία Του. Ρέει και κατέρχεται ασταμάτητα στους Αποστόλους. Μέσω αυτών διαχέεται σε αυτούς που εκείνοι ευλογούν εις το Όνομα του Ιησού Χριστού. Εκείνοι που έλαβαν την ευλογία τού Χριστού μέσω των Αποστόλων, την δίδουν σε άλλους. Κι έτσι όλοι όσοι ανήκουν στην Αγία Καθολική και Αποστολική Εκκλησία γίνονται μέτοχοι της μιας ευλογίας τού Χριστού και του ΙΙατέρα Του, «του ευλογήσαντος ημάς εν πάση ευλογία πνευματική εν τοις επουρανίοις εν Χριστώ» (Εφ. 1, 3). «Ως δρόσος Αερμών η καταβαίνουσα επί τα όρη Σιών» (Ψαλμ. 132, 3), έτσι και η ευλογία τής ειρήνης κατέρχεται σε κάθε ψυχή που σηκώνεται πάνω από τα πάθη και τις ηδονές, πάνω από την ματαιότητα και τις μέριμνες του κόσμου. Σαν μια ανεξίτηλη σφραγίδα, σφραγίζει αυτούς που ανήκουν στο Χριστό, με τέτοιο τρόπο που στο τέλος του κόσμου θα τους καλέσει με αυτό το ίδιο σημείο από το μέσον όλης της ανθρωπότητος, λέγοντας: «Δεύτε, οι ευλογημένοι!»

Και τώρα, αδελφοί μου, ας εξετάσουμε, πόσο απαραίτητο είναι για μας να προσπαθήσουμε να κερδίσουμε και να διατηρήσουμε την ευλογία αυτή του Αναληφθέντος Κυρίου, που κατέρχεται σε μας μέσω των Αποστόλων και της Αποστολικής Εκκλησίας. Εάν την λάβαμε και την διατηρήσαμε, θα κληθούμε, στην Δευτέρα ΙΙαρουσία τού Ιησού Χριστού, μαζί με τους Αποστόλους και τους αγίους, να συμμετάσχουμε στη Βασιλεία Του: «Δεύτε, οι ευλογημένοι!» Αν όμως, όταν καλέσει τους «ευλογημένους τού Πατρός Του», δεν βρεθεί η ευλογία αυτή σε μας, ή βρεθούμε να έχουμε μόνο την ψεύτικη ευλογία των ανθρώπων που δεν έχουν οι ίδιοι κληρονομήσει την ευλογία τού Ουρανίου Πατρός διά της χάριτος εν τοις μυστηρίοις, τότε τι θα απογίνουμε; Σας λέγω λοιπόν, ας εξετάσουμε και ας σκεφτούμε σοβαρά πάνω σε αυτό όσον καιρό ακόμα μπορούμε.

Ένα άλλο γεγονός που πρέπει να επισημανθεί στην Ανάληψη του Κυρίου, όταν φανταζόμαστε εν εαυτοίς τον προσδοκώμενο ερχομό Του, είναι ότι ο Κύριος ανελήφθη παρουσία των Αποστόλων, ορατώς και επισήμως. «Και βλεπόντων αυτών επήρθη, και νεφέλη υπέλαβεν αυτόν από των οφθαλμών αυτών» (Πράξεις 1, 9). Τι είδους νεφέλη; Μια νεφέλη φωτός και δόξης, σαν εκείνη που κάποτε επισκίασε τη σκηνή τού Μωυσή και τον ναό τού Σολομώντος. Εκεί είδαν τη δόξα, αλλά όχι τον Κύριο της δόξης. Κατόπιν Τον είδαν πάλι, όμως όχι εν τη δόξη Του. Κι έτσι δεν Τον αναγνώρισαν, μήτε Τον δόξασαν. Όμως εδώ, μήτε η δόξα έκρυψε τον Δεδοξασμένο μήτε ο Δεδοξασμένος έκρυψε την δόξα Του. Οι Απόστολοι είδαν τη δόξα τού αναληφθέντος Κυρίου. Την είδε και την άκουσε και ο Προφήτης, όταν αναφώνησε πανηγυρικά: «Ανέβη ο Θεός εν αλαλαγμώ, Κύριως εν φωνή σάλπιγγος» (Ψαλμ. 46, 5). Έτσι όταν οι ουράνιοι κήρυκες ανήγγειλαν σε μας ότι Εκείνος θα έλθει με τον ίδιο τρόπο που τον είδαμε να ανέρχεται στον ουρανό, μας έδωσαν με τούτο τον τρόπο να καταλάβουμε ότι θα έλθει ορατώς και πανηγυρικώς. Αυτό προείπε ο Κύριος και για τον εαυτό Του, «ότι ο Υιός τού ανθρώπου θα έλθη εν τη δόξη αυτού και πάντες οι άγιοι άγγελοι μετ’ αυτού» (Ματθ. 25, 31). Έτσι επίσης και οι Απόστολοι εξηγούν ότι «αυτός ο Κύριος εν κελεύσματι, εν φωνή αρχαγγέλου και εν σάλπιγγι Θεού καταβήσεται απ’ ουρανού» (Θεσ. Α’ 4, 16).

Όμως για ποιο λόγο, μπορεί να σκεφτούν μερικοί, χρειάζεται να επισημάνουμε αυτές τις λεπτομέρειες, που κατά τα φαινόμενα προορίζονται να διεγείρουν περισσότερο την περιέργεια, παρά να προσφέρουν κάποια διδαχή; Διότι εδόθη η προφητεία, ότι μπορούμε να γνωρίσουμε και να δεχτούμε με την πίστη, ένα γεγονός που ορίστηκε από το Θεό. Και ποιος δεν θα αναγνωρίσει την ένδοξο Έλευση του Χριστού, ακόμη κι αν δεν γνώρισε προηγουμένως τις λεπτομέρειες για την Έλευσή Του; Μην βιάζεστε, αγαπητοί μου, να συμπεράνετε ότι αυτές οι λεπτομέρειες δεν είναι απαραίτητες. Όχι! Οι Απόστολοι, οι Άγγελοι, ο ίδιος ο Κύριος, δεν μας λένε τίποτα για χάρη μόνο της περιέργειας, αλλά κάθε λέξη είναι προς διδαχή. Ότι η Δευτέρα Παρουσία τού Κυρίου θα είναι ορατή και επίσημη, μας το έχουν πει, επειδή θα υπάρξουν κι εκείνοι που θα μας πουν το αντίθετο, όταν ένα πνεύμα απάτης θα αποσταλεί στους ανάξιους, άπιστους και διεφθαρμένους χριστιανούς. «Θα έλθη η ώρα», ή ο καιρός της δοκιμασίας (ίσως «είναι τώρα») «ότε θέλουν υμίν είπη. Ιδού ώδε ο Χριστός ή ώδε! Ιδού εν τη ερήμω εστί! Ιδού εν τοις ταμείοις!» (Ματθ. 24, 23-26). Ιδού, είναι μαζί μας, λένε οι αιρετικοί, που έχοντας αφήσει την πόλη τού Θεού, την πνευματική Ιερουσαλήμ, την Αποστολική Εκκλησία, δεν φεύγουν στην πραγματική μοναξιά και στη σιωπή, αλλά σε μια πνευματική και σωματική έρημο, όπου δεν υπάρχει ούτε υγιές δόγμα, ούτε η αγιότης τού μυστηρίου, ούτε καλές αρχές ιδιωτικής και κοινωνικής ζωής. Ιδού, Εκείνος είναι μαζί μας, λένε αυτοί που τρέφουν μυστικά την αίρεση, δείχνοντας τις κρυφές δυνάμεις τους, ωσάν ο ήλιος να μην μπορούσε να δώσει τη λάμψη του παρά μόνο κάτω από γη, ή σαν να μην ήταν ο Κύριος εκείνος ο Οποίος είπε και ενέτειλε: «Ο λέγω υμίν εν τη σκοτία, είπατε εν τω φωτί. Και ο εις το ους ακούετε, κηρύξατε επί των δωμάτων» (Ματθ. 10, 27).

Όταν ακούσετε τέτοιες κραυγές και ψιθύρους, θυμηθείτε, χριστιανοί, την αγγελική φωνή και το κήρυγμά της αναφορικά με τον αναληφθέντα Κύριο: «ούτως ελεύσεται ον τρόπον εθεάσασθε αυτόν πορευόμενον εις τον ουρανόν», και ορατώς και πανηγυρικώς. Και γι’ αυτό, «εάν τις υμίν είπη. Ιδού ώδε ο Χριστός ή ώδε, μη πιστεύσητε». Ούτε βίαιες κραυγές ούτε ύπουλοι ψίθυροι μοιάζουν με την φωνή τού αρχαγγέλου ή την σάλπιγγα τού Θεού. «Μην προχωρήσετε» στα βήματα εκείνων που θα σας φωνάξουν έξω από την πόλη του Κυρίου. Μείνετε στις θέσεις σας, και προφυλάξτε την πίστη σας, μέχρι τον πραγματικό, δοξασμένο και πανηγυρικό ερχομό τού Χριστού.

Το τρίτο αξιοσημείωτο περιστατικό σε σχέση με την Ανάληψη τού Κυρίου είναι ότι ήταν απρόσμενη και απρόβλεπτη από τους μαθητές Του. Συνέβη, απ’ όσο μπορούμε να ξέρουμε από τις σύντομες διηγήσεις των Ευαγγελίων, κατά τον εξής τρόπο: Έχοντας εμφανιστεί στους μαθητές στην Ιερουσαλήμ, όπως είχε κάνει πολλές φορές πριν, και όταν περπατούσε μαζί τους, συζητούσε, ως συνήθως, για την Βασιλεία τού Θεού, και ιδιαίτερα για την επικείμενη κάθοδο του Αγίου IIνεύματος: «Εξήγαγε δε αυτούς έξω της Ιερουσαλήμ, έως εις Βηθανίαν, και επάρας τας χείρας αυτού ευλόγησεν αυτούς. Και εγένετο εν τω ευλογείν αυτόν αυτούς διέστη απ’ αυτών και ανεφέρετο εις τον ουρανόν» (Λουκ. 24, 50-51). Όχι μόνον δεν τους πληροφόρησε με την θέλησή Του γι’ αυτό το μεγάλο γεγονός, μα και όταν Τον ρώτησαν για τον χρόνο των μεγάλων γεγονότων τής Βασιλείας Του, αρνήθηκε ρητά να τους δώσει την πληροφορία που επιθυμούσαν «είπε δε προς αυτούς· ουχ υμών εστι γνώναι χρόνους ή καιρούς ους ο ΙΙατήρ έθετο εν τη ιδία εξουσία» (Πράξ. 1, 7). Η άρνησή Του να γνωστοποιήσει τους χρόνους και τους καιρούς, προφανώς σχετίζεται επίσης με τον χρόνο τής Δευτέρας Παρουσίας τού Χριστού, και συνδέεται ειδικά με αυτήν. Προηγουμένως είχε προειδοποιήσει τους μαθητές Του, πόσο απρόσμενο θα ήταν αυτό το γεγονός, συγκρίνοντάς το με αστραπή, που είναι στη φύση η πιο εντυπωσιακή στιγμή τού αιφνίδιου: «Ώσπερ γαρ η αστραπή εξέρχεται από ανατολών και φαίνεται έως δυσμών, ούτως έσται και η παρουσία τού Υιού τού ανθρώπου» (Ματθ. 24, 27). Και με τον ίδιο τρόπο το εξηγεί και ο Απόστολος: «Η ημέρα Κυρίου ως κλέπτης εν νυκτί ούτως έρχεται» (Θεσ. Α’ 5, 2).

Από το ίδιο το απροσδόκητον της Δευτέρας Παρουσίας Του, ο ίδιος ο Κύριος διατυπώνει για μας, χριστιανοί, μια σωτήρια προειδοποίηση: «Γρηγορείτε ουν, ότι ουκ οίδατε ποία ώρα ο Κύριος υμών έρχεται» (Ματ. 24, 42). Μην οδηγηθείτε μακριά, χριστιανοί, από την περιέργεια, ή την ευπιστία, όταν, σκεφτόμενοι να γνωρίσετε περισσότερα από όσα ο Χριστός εδέησε να παραχωρήσει σε εκείνους να γνωρίσουν, μετράτε τις μέρες τής Βασιλείας Του, καθορίζοντας τον χρόνο τής προσδοκώμενης ελεύσεώς Του: «ουχ υμών εστι γνώναι τους χρόνους ή τους καιρούς». Προσπαθήστε μάλλον να γνωρίσετε τις αμαρτίες σας, να μετρήσετε τις παραβάσεις σας, και να ζητήσετε να τις περιορίσετε με την μετάνοια. Πάνω απ’ όλα, να προσέχετε, όταν ακούτε τους βλάσφημους, να λένε, όπως προείπε και ο Απόστολος: «Πού εστίν η επαγγελία τής παρουσίας αυτού; αφ’ ής οι πατέρες εκοιμήθησαν, πάντα ούτω διαμένει απ’ αρχής κτίσεως» (Πέτρου Β’ 3, 4). Προσέξετε, μήπως τα σκοτεινά όνειρα αυτών των τέκνων τού κόσμου, που κλείνουν τα μάτια τους στο φως τού μέλλοντος κόσμου, σκοτεινιάσουν τις καρδιές σας, τυφλώσουν τους οφθαλμούς σας, ή βυθίσουν στον ύπνο το πνεύμα σας, μέχρι να έρθει η πολυπόθητη και φοβερή ώρα, «ότε η ημέρα Κυρίου ήξει ως κλέπτης εν νυκτί» (Πέτρου Β’ 3, 10).

«Διό, αγαπητοί, ταύτα προσδοκώντες, σπουδάσατε άσπιλοι και αμώμητοι αυτώ ευρεθήναι εν ειρήνη» (Πέτρου Β’ 3, 14). Αμήν.

(Πηγή: “Η θεολογία τής καρδιάς”, Άγιος Φιλάρετος Μόσχας, Εκδόσεις “Ίνδικτος”)

alopsis.gr 

Κυριακή 24 Μαΐου 2026

Άγιος Λουκάς Αρχιεπίσκοπος Κριμαίας. Κυριακή αγίων 318 Πατέρων Α’ Οικουμενικής Συνόδου.

Την Κυριακή πριν από τη μεγάλη ημέρα της Πεντη­κοστής, η Αγία Εκκλησία εορτάζει τη μνήμη των αγίων Πατέρων της πρώτης Οικουμενικής Συνόδου.

Πρέπει να γνωρίζουμε τι είναι η Οικουμενική Σύνο­δος και ποια σημασία είχε η πρώτη Οικουμενική Σύνο­δος.

Οι άγιοι απόστολοι είπαν στους επισκόπους να διε­ξαγάγουν Εκκλησιαστική Σύνοδο, δηλαδή συνέδριο επισκόπων, οι οποίοι από κοινού έπρεπε να αποφασί­σουν για τις υποθέσεις της Εκκλησίας. Ορίστηκε να συγκαλούνται συχνά τέτοιες Σύνοδοι, δύο φορές το χρόνο. Έτσι γινόταν, και τέτοιες τοπικές Σύνοδοι συγκαλούνταν για τη λύση των όχι πολύ σημαντικών ζητη­μάτων.

Όμως η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε λόγω της τεράστιας σπουδαιότητας ενός προβλήματος, που όμοιό του δεν είχε συμβεί στην ιστορία της Εκκλησίας. Η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος ήταν ένα μεγάλο γεγονός στην ιστορία της Εκκλησίας, γιατί συγκλήθηκε για την καταδίκη της αίρεσης του Αρείου, για την οποία ο μακάριος Ιερώνυμος είπε το εξής: «Ο Άρειος ήταν μία σπίθα, όμως κατέκαψε σχεδόν όλη την οικουμένη». Βλέπετε τι ήταν αυτό!

Και ο άγιος πατέρας Δημήτριος του Ροστώφ μιλάει με τα εξής λόγια: «Ω καταραμένη σπίθα, μέρος της αι­ώνιας φωτιάς! Ω απαισιότατη σπίθα που έκαψες αμέ­τρητους ναούς του Αγίου Πνεύματος! Ω, δυσώδης και ζοφερή σπίθα που έπεσες από τη φωτιά της γεέννης! Οι άγιοι Πατέρες μόλις μπόρεσαν την έσβησαν με την καθαρή πηγή του λόγου του Θεού, όπως με το νερό της ζωής, με το οποίο είθε να γεμίσετε όλοι εσείς τα δοχεία των καρδιών σας!».

Βλέπετε πόσο φοβερό γεγονός ήταν αυτό στην ιστορία της Εκκλησίας.

Ποια ήταν η ουσία του γεγονότος;

Μέχρι τον Άρειο υπήρχαν οι αιρετικοί γνωστικοί, οι μανιχαίοι, όμως τέτοιος φοβερός αιρετικός, σαν τον Άρειο, δεν υπήρξε και είθε να δώσει ο Θεός ποτέ να μην υπάρξει.

Ο Άρειος ήταν ιερέας στην Αλεξάνδρεια, στην Αίγυ­πτο και άρχισε να διδάσκει ότι ο Κύριος Ιησούς Χρι­στός δεν ήταν αληθινός Θεός, πραγματικός Υιός του Θεού κατ’ ουσίαν και κατά φύσιν αλλά μόνο στην ηθι­κή έννοια. Αρνιόταν την αιωνιότητα του Κυρίου Ιησού Χριστού, έλεγε ότι ο Κύριος προήλθε από το τίποτα, ενώ όλη η Εκκλησία πίστευε ότι ο Κύριος γεννήθηκε από τον Πατέρα, ότι είναι προαιώνιος Υιός Του. Ο Άρειος κατάφερε να διανθίσει τη διδασκαλία του με ωραίες ιδέες, και προσπάθησε να τη στηρίξει στην Αγία Γραφή, ώστε πολλοί επηρεάστηκαν από τα ψέ­ματα και την αίρεσή του.

Φαινόταν ότι ο Άρειος μιλούσε πολύ σωστά, γιατί διέθετε σπουδαίο μυαλό και μεγάλη ικανότητα να πα­ρουσιάζει το ψέμα σαν αλήθεια. Και βρέθηκαν πολλοί οπαδοί αυτής της φοβερής αιρετικής διδασκαλίας.

Και όταν έγινε φανερό ότι ο Άρειος αποκτά όλο και περισσότερους οπαδούς, ο επίσκοπος της Αλεξάνδρει­ας θορυβήθηκε και, μόλις βεβαιώθηκε ότι όσο και αν προσπαθεί να τον πείσει, παρόλα τα επιχειρήματα, ο Άρειος παρέμενε ακλόνητος στην αίρεσή του, τον απέ­κοψε από την Εκκλησία.

Η αναταραχή στην Εκκλησία ήταν τόσο μεγάλη ώστε ο αυτοκράτορας του Βυζαντίου θεώρησε απα­ραίτητο να συγκληθεί Οικουμενική Σύνοδος, στην οποία όφειλαν να έρθουν όλοι οι επίσκοποι για την κα­ταδίκη του Αρείου.

Η Σύνοδος έλαβε χώρα στην πόλη της Νίκαιας το έτος 325. Σ’ αυτή τη Σύνοδο ο Κύριος ανέδειξε πολ­λούς μεγάλους πατέρες, αρχιερείς και ιερείς, φωτισμέ­νους από το Πνεύμα του Θεού, που γκρέμισαν όλα τα ψεύτικα επιχειρήματα του Αρείου. Και σ’ αυτή τη Σύ­νοδο έλαμψαν ιδιαιτέρως, με το μυαλό και τη δύναμη της ευγλωττίας τους, ο άγιος Ευστάθιος Αντιόχειας, ο άγιος Μάρκελλος Αγκύρας και ο άγιος Αθανάσιος, ο διάκονος της Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας, ο οποίος έγινε μετά ο μεγάλος άγιος ιεράρχης, ο Μέγας Αθανά­σιος.

Επέδειξε τέτοια δύναμη μυαλού και λόγου, ώστε μαζί με τους άλλους επισκόπους απέρριψε πλήρως την αίρεση του Αρείου και η Σύνοδος απέκοψε τον Άρειο από την Εκκλησία, του έδωσε ανάθεμα και, όπως γνω­ρίζετε, συνέταξε το πρώτο Σύμβολο της πίστεως, το οποίο ολοκληρώθηκε με προσθήκες περί του Αγίου Πνεύματος που έγιναν στη δεύτερη Οικουμενική Σύνο­δο.

Εμείς ομολογούμε την πίστη μας σύμφωνα με αυτό το Σύμβολο της πίστεως.

Πάνω σε τι στήριξε ο Άρειος την άρνησή του για τη θεότητα του Κυρίου Ιησού Χριστού, για την ισότητά Του με τον Θεό Πατέρα;

Παρέθεσε το κείμενο της Αγίας Γραφής: «Πορεύο­μαι προς τον πατέρα· ότι ο πατήρ μου μείζων μού εστι» (Ιωάν. 14, 28). Κάποτε ο Ίδιος ο Χριστός είπε ότι είναι κατώτερος από τον Πατέρα, πώς λοιπόν Τον θεωρούμε ίσο με τον Πατέρα, Τον θεωρούμε Θεό; Όμως οι σοφοί άγιοι πατέρες απάντησαν: «Ναι, ο Πα­τέρας ήταν ανώτερος από τον Κύριο Ιησού Χριστό, όταν ο Ιησούς ήταν Θεάνθρωπος, όταν πραγματοποι­ούσε το έργο της σωτηρίας του ανθρωπίνου γένους, κατά την ανθρώπινη φύση Του ήταν κατώτερος από τον Πατέρα». Αλλά μόνο κατά την ανθρώπινη φύση του, αφού κατά τη θεϊκή Του φύση ήταν πάντα ίσος με τον Πατέρα.

Παρουσιάστηκε πλήθος χωρίων από την Αγία Γρα­φή, τα οποία αδιάψευστα αποδεικνύουν την εκ Θεού γέννηση του Κυρίου Ιησού Χριστού. Θα παραθέσω τα σπουδαιότερα στο τέλος του κηρύγματος, τώρα θα σας πω για ένα άλλο επιχείρημα, το οποίο παρέθεσε ο Άρειος: «Καταβέβηκα εκ του ουρανού ουχ ίνα ποιώ το θέλημα το εμόν, αλλά το θέλημα του πέμψαντός με πατρός» (Ιωάν. 6, 38).

Και έλεγε ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός ήταν συνε­πώς διάκονος του Θεού, απεσταλμένος του Θεού, δεν επιτρέπεται να Τον θεωρούμε Αληθινό Θεό.

Όμως σ’ αυτή την περίπτωση ο Άρειος ενήργησε όπως είχε ενεργήσει ο διάβολος, όταν έβαλε σε πειρα­σμό τον Κύριο Ιησού Χριστό: παρέθεσε λόγους από την Αγία Γραφή, όμως απέκρυψε τις επόμενες λέξεις. Έτσι ενήργησε όταν ανέβασε τον Κύριο Ιησού στο πτερύγιο του ναού των Ιεροσολύμων και Του είπε: «Ει υιός ει του Θεού, βάλε σεαυτόν κάτω· γέγραπται γαρ ότι τοις αγγέλοις αυτού εντελείται περί σου, και επί χειρών αρούσί σε, μήποτε προσκόψης προς λίθον τον πόδα σου» (Ματθ. 4, 6).

Όπως βλέπετε, ο διάβολος βασίστηκε στην Αγία Γραφή, όμως απέκρυψε τις τελευταίες λέξεις «επί ασπίδα και βασιλίσκον επιβήση και καταπατήσεις λέ­οντα και δράκοντα» (Ψαλμός 90ός) τις έκρυψε, επειδή θα ήταν σαν να παραδεχόταν ότι ο Κύριος Ιησούς Χρι­στός θα συντρίψει την κεφαλή του φιδιού, θα λυτρώσει τον κόσμο από την εξουσία του.

Ακούστε τι έχει γραφτεί από τον άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο: «Ότι καταβέβηκα εκ του ουρανού ουχ ίνα ποιώ το θέλημα το εμόν, αλλά το θέλημα του πέμψαντός με. Τούτο δε εστι το θέλημα του πέμψαντός με πατρός, Ίνα παν ο δέδωκέ μοι μη απολέσω εξ αυτού, αλλά αναστήσω αυτό εν τη εσχάτη ημέρα. Τούτο δε εστι το θέλημα του πέμψαντός με, ίνα πας ο θεωρών τον υιόν και πιστεύων εις αυτόν έχη ζωήν αιώνιον, και αναστήσω αυτόν εγώ εν τη εσχάτη ημέρα» (Ιωάν. 6, 38-40).

Ποιος μπορεί να αναστήσει, εκτός από τον Θεό, ποιος μπορεί να έχει τέτοια εξουσία;

Όμως ο Άρειος το απέκρυψε αυτό, αποσπούσε κά­ποιες λέξεις από την Αγία Γραφή και διέκοπτε την αλ­ληλουχία τους με τις επόμενες.

Με αυτόν τον τρόπο ενεργούν και μέχρι σήμερα όλοι οι σεκταριστές, οι οποίοι αποσπούν μεμονωμένες λέξεις από την Αγία Γραφή και παρασύρουν τους αγράμματους ανθρώπους που δεν γνωρίζουν τη Γρα­φή, τους ανθρώπους που δεν μπορούν να κρίνουν και οι οποίοι ακριβώς γι’ αυτό πιστεύουν τον πρώτο λόγο τους. Έτσι και οι σαββατιστές λένε: «Πώς είναι δυνα­τόν να εορτάζουμε την Κυριακή, εάν η τρίτη εντολή ευ­θέως λέει: «Μνήσθητι την ημέραν των σαββάτων αγιάζειν αυτήν, εξ ημέρας έργα και ποιήσεις πάντα τα έργα σου· τη δε ημέρα τη εβδόμη σάββατα Κυρίω τω Θεώ σου”;» (Έξοδ. 20, 8-10). Λένε: «Εάν έτσι όρισε ο Κύ­ριος, ποιος μπορεί να παραβεί αυτή την εντολή;».

Ρωτήστε λοιπόν αυτούς τους σαββατιστές: «Εάν εί­ναι έτσι, εάν θεωρούν ότι όλα πρέπει να γίνονται όπως έχουν καταγραφεί στον Μωσαϊκό νόμο, ο οποίος σε πολλά σημεία έχει καταργηθεί, έχει τροποποιηθεί και συμπληρωθεί από τον Κύριο Ιησού Χριστό, για ποιο λόγο δεν προσφέρουν ως θυσία βόδια, αγελάδες, πρό­βατα, όπως έχει προσταχθεί στο βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης;» Αυτό το παρασιωπούν.

Πολλά ακόμα μπορούμε να αντιπαραθέσουμε στους ψεύτικους συμπερασματικούς λογισμούς των σεκταριστών· η δυστυχία έγκειται μόνο στο ότι παρα­σύρουν τους απλούς ανθρώπους, οι οποίοι τίποτα δεν μπορούν να αντειπούν και πιστεύουν όλα όσα λένε αυ­τοί που τους παραπλανούν με κείμενα από την Αγία Γραφή.

Η πρώτη Οικουμενική Σύνοδος έκανε μεγάλο έργο, αποδυναμώνοντας όλες τις αιρέσεις, γιατί ο Άρειος ήταν μια σπίθα, όμως κατέκαψε σχεδόν όλη την οικου­μένη: μόλις και μετά βίας η Αγία Εκκλησία αντιστάθηκε στην ορμή της αρειανικής αιρέσεως. Μετά τη Σύνο­δο της Νίκαιας, αφού αφόρισαν τον Άρειο και συνέτα­ξαν το Σύμβολο της Πίστεως, δεν υπάκουσαν όλοι στις αποφάσεις της Συνόδου για πολύ. Εκείνοι που δέχτη­καν τη διδασκαλία του Αρείου, τον ακολούθησαν, δεν ήθελαν να υποχωρήσουν, συνέχισαν με μανία να επι­διώκουν το θρίαμβο της αίρεσης· ξεκίνησε διαμάχη με­ταξύ των ορθοδόξων και των αρειανών, η οποία συνε­χίστηκε για 55 ακόμη χρόνια.

Αυτά ήταν τα χρόνια του μεγάλου μαρτυρίου της Εκκλησίας, της ανείπωτης έχθρας μέσα στην ίδια την Εκκλησία, γιατί ο αριθμός των οπαδών του Αρείου όλο και αυξανόταν.

Κάποιοι βυζαντινοί αυτοκράτορες θεώρησαν ότι ο Άρειος είχε δίκιο που δεν υποτάχθηκε στη Σύνοδο της Νίκαιας και απαίτησαν όλοι να ομολογούν την πίστη έτσι όπως δίδαξε ο Άρειος.

Υπήρξε σειρά αρειανοφρόνων αυτοκρατόρων οι οποίοι, έχοντας κρατική εξουσία αλλά και τεράστια εκκλησιαστική εξουσία, ταλαιπώρησαν την Εκκλησία. Επί 55 χρόνια εξαπλωνόταν η έντονη διαμάχη. Οι αρειανοί άρχισαν να τροποποιούν τη διδασκαλία του Αρεί­ου με σκοπό να τη μετριάσουν, να την κάνουν περισσό­τερο αποδεκτή, εισήγαγαν ουσιαστικές τροποποιήσεις και έτσι γεννήθηκε ο ημι-αρειανισμός.

Και η διαμάχη με τους ημιαρειανόφρονες ήταν εξαιρετικά σοβαρή και είχε τεράστιες απώλειες για την Εκκλησία. Ο αυτοκράτορας Ιουλιανός παρέδωσε στους αρειανούς όλους τους ναούς, οι ορθόδοξοι επί­σκοποι και οι ιερείς στάλθηκαν στην εξορία, οι ναοί τους έκλεισαν.

Κατά την τελευταία περίοδο της διαμάχης της Εκ­κλησίας με τους αρειανούς, έδρασαν οι τρεις μεγάλοι ιεράρχες: Βασίλειος ο Μέγας, Γρηγόριος ο Θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος.

Διεξήγαγαν αποφασιστική μάχη κατά των αρειανών. Το πόσο σοβαρή ήταν αυτή η διαμάχη γίνεται φανερό από το ότι, όταν ο Γρηγόριος ο Θεολόγος εξελέγη αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, δεν βρήκε ούτε έναν ορθόδοξο ναό – όλοι ανήκαν στους οπαδούς του Αρείου.

Έπρεπε να αρχίσει την θεία Λειτουργία και το κή­ρυγμα σε ένα απλό σπίτι, όμως το κήρυγμά του ήταν τόσο δυνατό, ώστε μετά από 2-3 χρόνια όλος ο λαός ακολούθησε τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο και οι να­οί επεστράφηκαν στους ορθοδόξους.

Ιδού πόσο σοβαρή, πόση διάρκεια είχε η διαμάχη με τους αρειανούς και υπήρξαν λαοί, όπως οι γότθοι, οι οποίοι για πάντα παρέμειναν αρειανόφρονες.

Καταλαβαίνετε τώρα όλη τη δύναμη του Αρείου, κατανοείτε για ποιο λόγο ο μακάριος Ιερώνυμος τον χαρακτήρισε σπίθα και ο άγιος Δημήτριος μιλάει για την καταραμένη σπίθα που προήλθε από τη φωτιά του άδη.

Βλέπετε πόσο μεγάλο γεγονός εορτάζουμε σήμερα, γιατί εορτάζουμε όχι μόνο τη μνήμη της πρώτης Οικου­μενικής Συνόδου, αλλά εορτάζουμε και δοξάζουμε τη μνήμη των 318 Πατέρων της Συνόδου της Νίκαιας, εορ­τάζουμε το θρίαμβο της Ορθοδοξίας πάνω στους αιρε­τικούς, που εκφράστηκε από τη μεγάλη Σύνοδο στο πρώτο Σύμβολο της Πίστεως.

Σας είπα ότι οι βυζαντινοί αυτοκράτορες έπαιξαν σημαντικό ρόλο σ’ αυτή τη διαμάχη. Όταν καταλάμ­βαναν το θρόνο οι αρειανόφρονες αυτοκράτορες, τότε η Ορθόδοξη Εκκλησία ήταν υπό διωγμό, όταν πάλι, με­τά το θάνατό τους, ανέρχονταν στο θρόνο άλλοι αυτο­κράτορες, αντίπαλοι των αρειανών, αναγεννιόταν και αναζωπυρωνόταν η ζωή στην Εκκλησία.

Εάν είχε τέτοια τεράστια σημασία η ανάμειξη των αυτοκρατόρων στις υποθέσεις της Εκκλησίας, άραγε εμείς επιδοκιμάζουμε την αυτοκρατορική εξουσία, την κρατική εξουσία πάνω στην Εκκλησία; Με κανένα τρό­πο, γιατί όχι μόνο σ’ αυτή την εποχή της διαμάχης με τους αρειανούς αλλά και σε ακόμη πιο δύσκολη, φοβε­ρή περίοδο, την περίοδο των διωγμών αυτών που τι­μούσαν τις άγιες εικόνες, οι αυτοκράτορες ταλαιπώ­ρησαν την Εκκλησία ακόμη πιο πολύ από ό,τι οι αρειανόφρονες αυτοκράτορες.

Άραγε είναι ωφέλιμο, όταν η Εκκλησία εξαρτάται από τέτοια κρατική εξουσία, το ότι εξαναγκάζεται να δεχτεί κάτι που δεν θέλει; Ασφαλώς όχι.

Από την ιστορία γνωρίζουμε και άλλα τέτοια παρα­δείγματα, όπου η ανάμειξη της κρατικής εξουσίας στις εκκλησιαστικές υποθέσεις υπήρξε εξαιρετικά επιζή­μια.

Μήπως δεν μπορούμε να πούμε ότι θα ήταν πολύ καλύτερο, εάν η Εκκλησία αφηνόταν μόνη της, εάν κα­νένας δεν ασκούσε πίεση πάνω της, εάν αντιμετώπιζε τα προβλήματά της με τη σύνοδο των επισκόπων.

Από την άλλη πλευρά, δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι η Εκκλησία ενίοτε χρειάζεται την αρωγή της κρατι­κής εξουσίας. Θα ήταν πολύ καλό εάν η Εκκλησία έχαιρε της απόλυτης αναγνώρισης και, σε αναγκαίες περιπτώσεις, τη συμβολή της εξουσίας.

Υπάρχουν περιπτώσεις, όταν η Εκκλησία είναι αδύ­ναμη, που μόνο η κρατική εξουσία μπορεί να επαναφέ­ρει την πρέπουσα τάξη.

Θα φέρω ένα μικρό παράδειγμα. Καθαίρεσα έναν ιερέα ο οποίος εξετέθη στο μεθύσι και σε πολλές ακο­λασίες. Γι’ αυτό έπρεπε να του αφαιρέσω το αξίωμά του. Και τι συμβαίνει λοιπόν, αυτός που καθαιρέθηκε συνεχίζει να λειτουργεί σαν ιερέας, δεν βγάζει τα ράσα, το σταυρό, συνεχίζει να έχει μακριά μαλλιά και τολμά να τελεί μυστήρια: πηγαίνει στα χωριά και τελεί το μυ­στήριο της βαπτίσεως, το μυστήριο του γάμου, τελεί παρακλήσεις και παννυχίδες. Δεν μπορώ να κάνω τίπο­τα εδώ, μπορεί μόνο να τον τιθασεύσει η κρατική εξου­σία. Ιδού, σε τέτοιες περιπτώσεις είναι απαραίτητη η βοήθεια της κρατικής εξουσίας στην Εκκλησία.

Επομένως, ο χωρισμός της Εκκλησίας από το κρά­τος είναι ευνοϊκός για την Εκκλησία, εάν από την πλευρά του κράτους υπάρχει στάση συμπάθειας ως προς τις εκκλησιαστικές υποθέσεις και βοηθάει όταν είναι απαραίτητο.

Υπάρχει μια σημαντική εντολή του Κυρίου Ιησού Χριστού προς την Εκκλησία. 0 Κύριος ενετείλατο, σε αυτές τις στιγμές, όταν είμαστε αδύναμοι, να εναπο­θέτουμε όλες τις ελπίδες μας στον Θεό. Γιατί, παρ’ όλους τους διωγμούς από τους αρειανούς, η Ορθοδο­ξία που αποκαταστάθηκε και εδραιώθηκε, συμπλήρω­σε, ολοκλήρωσε τη σύνταξη του Συμβόλου της πίστεώς μας και θριάμβευσε πάνω σε όλους τους αιρετικούς.

Ας πιστεύουμε λοιπόν μόνο έτσι, όπως μας διδά­σκει το Σύμβολο της Πίστεως.

Ας πιστεύουμε ότι ο Κύριος Ιησούς είναι ο Αληθινός Θεός, ο Αληθινός Υιός του Θεού, γιατί υπάρχουν βαθιά ερείσματα γι’ αυτό. Ο Ίδιος ο Κύριος πολλές φορές το φανέρωσε με τα λόγια Του, όπως και οι άγιοι απόστο­λοί Του:

Απόστολος Ιωάννης: «Ούτός εστιν ο αληθινός Θεός και ζωή αιώνιος» (Α’ Ιωάν. 5, 20).

Απόστολος Ιούδας: «Αρνούμενοι τον μόνον Δε­σπότην Θεόν και Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν» (Ιού­δα 1, 4).

Ο απόστολος Παύλος απευθυνόμενος στον Τίτο μι­λάει για την ελπίδα της φανέρωσης της δόξας του με­γάλου Θεού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού. (Τίτ. 2, 13).

Ο απόστολος Παύλος προς τους Ρωμαίους: «Χρι­στός, ο ων επί πάντων Θεός ευλογητός εις τους αιώνας» (Ρωμ. 9, 5).

Ο απόστολος Παύλος προς τους Κολασσαείς: «Ότι εν αυτώ κατοικεί παν το πλήρωμα της Θεότητας σωματικώς» (Κολασ. 2, 9).

Και ο Ίδιος ο Κύριος: «Πριν Αβραάμ γενέσθαι εγώ ειμι» (Ιωάν. 8, 58). «Και νυν δόξασόν με συ, πάτερ, παρά σεαυτώ τη δόξη ή είχον προ του τον κόσμον είναι παρά σοι» (Ιωάν. 17, 5).

25 Μαΐου 1947

[Πηγή: “Ο Λόγος ο του Σταυρού (Λόγοι και Ομιλίες από τη Συμφερούπολη 1946-1948)” τόμος Β’, Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας, εκδόσεις “Επιστροφή”]

alopsis.gr 

Κυριακή των Αγίων Πατέρων της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου: Για την Αρχιερατική Προσευχή του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)

[Ιω. 17, 1-13]

«Ταῦτα ἐλάλησεν ὁ Ἰησοῦς, καὶ ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ εἶπε· πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε (: αυτά είπε ο Ιησούς στους μαθητές Tου κaι έπειτα σήκωσε τα μάτια Tου στον ουρανό και είπε: “Πατέρα, ήλθε η ώρα που η σοφία Σου όρισε για να πάθω και να θυσιαστώ. Δέξου τη θυσία του Πάθους μου και δόξασε τον Υιό Σου και ως προς την ανθρώπινη φύση Του˙ για να σε δοξάσει και ο Υιός Σου με την απολύτρωση και τη σωτηρία των ανθρώπων, η οποία θα ολοκληρωθεί με τη θυσία Του αυτή και με την αιώνια αρχιερατική μεσιτεία Του που θα ακολουθήσει μετά από αυτήν”)» [Ιω. 17, 1].

«Ὅς δ᾿ ἂν ποιήσῃ καὶ διδάξῃ (: Εκείνος που θα εφαρμόσει όλες ανεξαιρέτως τις εντολές και θα διδάξει και τους άλλους να τις τηρούν, Εκείνος που θα αγωνιστεί να τηρήσει όλες τις εντολές και να διδάξει την τήρησή τους στους ανθρώπους)», λέγει ο Κύριος, «οὗτος μέγας κληθήσεται ἐν τῇ βασιλείᾳ τῶν οὐρανῶν (: αυτός θα ανακηρυχτεί μέγας στη βασιλεία των ουρανών)» [Ματθ. 5, 17]. Και πολύ ορθά· διότι το να εκφράζει κανείς φιλόσοφες σκέψεις με τα λόγια είναι εύκολο, ενώ το να παρουσιάζει με έργα αυτά που λέγει, είναι γνώρισμα ανθρώπου γενναίου και μεγάλου.

Για τον λόγο αυτό και ο Χριστός, όταν ομιλεί περί ανεξικακίας, φέρει ως πρότυπο ενώπιον όλων τον εαυτό Του, προτρέποντας τους ακροατές να λαμβάνουν από Αυτόν παράδειγμα. Για τον λόγο αυτό και μετά τη συμβουλή αυτή καταφεύγει σε προσευχή, διδάσκοντάς μας κατά τις δοκιμασίες αφού τα αφήσουμε όλα κατά μέρος, να καταφεύγουμε στον Θεό. Διότι αφού είπε: «ἐν τῷ κόσμῳ θλῖψιν ἕξετε (: στον κόσμο αυτό θα έχετε θλίψη)» και αναστάτωσε τις ψυχές τους με την ανησυχία, πάλι δια της προσευχής αναπτερώνει το φρόνημά τους· διότι μέχρι τότε έστρεφαν την προσοχή τους οι Μαθητές προς Αυτόν, σαν να ήταν ένας άνθρωπος.

Και για τους Μαθητές ο Κύριος πράττει τα ίδια, όπως ακριβώς και στην περίπτωση του Λαζάρου, και λέγει την αιτία, δηλαδή ότι «διὰ τὸν ὄχλον τὸν περιεστῶτα εἶπον, ἵνα πιστεύσωσιν ὅτι σύ με ἀπέστειλας (: Εγώ το ήξερα ότι πάντοτε με ακούς. Αλλά είπα μεγαλόφωνα το «ευχαριστώ», για να το ακούσει ο λαός που στέκεται γύρω μου. Κι έτσι αφού όλοι αυτοί δουν πόση βεβαιότητα έχω ότι θα εισακουστώ, να πιστέψουν ότι Εσύ με απέστειλες, όταν ακολουθήσει το θαύμα)» [Ιω. 11, 42].

Ναι, θα μπορούσε να πει κανείς· «για τους Ιουδαίους ευλόγως μεν γίνονταν αυτά, για τους Μαθητές όμως για ποιο λόγο;» Και για τους μαθητές ορθά γίνονταν· διότι εκείνοι, οι οποίοι κατόπιν τόσων έργων και λόγων, έλεγαν «νῦν οἴδαμεν ὅτι οἶδας πάντα (: τώρα καταλαβαίνουμε ότι χωρίς να σου πει κανείς κάτι, γνωρίζεις τις απορίες μας και τους μυστικούς προβληματισμούς μας. Και έτσι πληροφορούμαστε και εμείς ότι τα ξέρεις όλα, και αυτές ακόμη τις απόκρυφες σκέψεις των ανθρώπων. Δεν έχεις ανάγκη να ακούσεις αυτό που θέλει κάποιος να σε ρωτήσει, αλλά τον προλαβαίνεις και δίνεις απάντηση στις απορίες του. Εξαιτίας της υπερφυσικής αυτής γνώσεώς Σου πιστεύουμε ότι κατάγεσαι από τον Θεό και ότι Αυτός σε απέστειλε στον κόσμο)» [Ιω. 16, 30], περισσότερο από όλους είχαν ανάγκη να βεβαιωθούν.

Άλλωστε μάλιστα ούτε «προσευχή» την ονομάζει ο Ευαγγελιστής την ενέργεια αυτήν του Κυρίου, αλλά λέγει: «ἐπῆρε τοὺς ὀφθαλμοὺς αὐτοῦ εἰς τὸν οὐρανὸν (: σήκωσε τους οφθαλμούς Του προς τον ουρανό)» και αποκαλεί αυτό μάλλον συνομιλία με τον Πατέρα. Και αν σε άλλη περίπτωση την ονομάζει «προσευχή» και δείχνει τον Κύριο άλλοτε να γονατίζει και άλλοτε να υψώνει τους οφθαλμούς Του προς τον ουρανό, να μη θορυβηθείς· διότι δια τούτων διδασκόμαστε το αδιάλειπτο της προσευχής, ώστε και όταν στεκόμαστε, να βλέπουμε προς τον Ουρανό όχι μόνο με τους σωματικούς μας οφθαλμούς, αλλά και με τους οφθαλμούς της διανοίας, και όταν γονατίζουμε, να συντρίβουμε έτσι την καρδιά μας· διότι ήλθε ο Χριστός, όχι μόνο για να μας παρουσιάσει τον Εαυτό Του, αλλά και για να μας διδάξει την ανέκφραστη αρετή. Εκείνος ο οποίος διδάσκει, δεν πρέπει μόνο με λόγια, αλλά και με έργα να διδάσκει.

Ας ακούσουμε λοιπόν τι λέγει εδώ: «Πάτερ, ἐλήλυθεν ἡ ὥρα· δόξασόν σου τὸν υἱόν, ἵνα καὶ ὁ υἱός σου δοξάσῃ σε (: Πατέρα, ήλθε η ώρα, την οποία η σοφία Σου όρισε για να πάθω και να θυσιαστώ κατ’ αυτήν. Δέξου τη θυσία του Πάθους μου και δόξασε τον Υιό Σου και κατά την ανθρώπινη φύση Του, για να σε δοξάσει και ο Υιός σου με την απολύτρωση και τη σωτηρία των ανθρώπων, η οποία θα αχθεί εις πέρας με τη θυσία Του αυτή και την αιώνια αρχιερατική Του μεσιτεία μετά από αυτήν)» [Ιω. 17, 1]. Πάλι δείχνει σε εμάς ότι δεν έρχεται προς τον Σταυρό χωρίς τη θέλησή Του. Διότι πώς δεν θα ερχόταν με τη θέλησή Του, Αυτός που ευχόταν τούτο να συμβεί και το πράγμα τούτο το αποκαλεί «δόξα», όχι μόνο Αυτού, ο οποίος θα σταυρωνόταν, αλλά και του Πατρός; Και πράγματι έτσι έγινε· διότι δεν δοξάστηκε μόνο ο Υιός, αλλά και ο Πατέρας· διότι πριν από τη σταύρωση ούτε οι Ιουδαίοι Τον γνώριζαν· διότι λέγει: «Ἰσραὴλ δέ με οὐκ ἔγνω (: ο ισραηλιτικός λαός δεν με γνώρισε, ούτε με αναγνώρισε ως Κύριό του)» [Ησ. 1, 3], μετά όμως από τη σταύρωση όλη η οικουμένη προσέτρεξε κοντά Του.

Έπειτα λέγει και τον τρόπο της δόξας και πώς θα δοξάσει ο Πατήρ τον Υιό: «καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον (: Δόξασε τον Υιό Σου σύμφωνα με την εξουσία που Του έδωσες πάνω σε όλη την ανθρωπότητα, για να δώσει ζωή αιώνια ως αιώνιος αρχιερέας καθισμένος στα δεξιά Σου σε όλο το πλήθος εκείνο που Του έδωσες και οι οποίοι πίστεψαν σε Αυτόν)» [Ιω. 17, 2]· διότι πάντοτε το να ευεργετεί είναι δόξα για τον Θεό.

Και τι σημαίνει το «καθὼς ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός»; Κατ’ αρχάς δείχνει ότι τα κηρύγματά Του δεν έχουν περιοριστεί μόνο στους Ιουδαίους, αλλά επεκτείνονται και σε όλη την οικουμένη και προετοιμάζει την κλήση των εθνικών. Διότι, όταν είπε: «Εἰς ὁδὸν ἐθνῶν μὴ ἀπέλθητε (: Μην πάτε σε δρόμο που θα σας οδηγήσει σε χώρα που κατοικούν ειδωλολάτρες και μην μπείτε σε πόλη που ανήκει σε Σαμαρείτες)» [Ματθ. 10, 5], και πρόκειται στη συνέχεια μετά από αυτά να πει: «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη (: λοιπόν πηγαίνετε και κάνετε μαθητές σας όλα τα έθνη, βαπτίζοντάς τους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος)» [Ματθ. 28, 19], δείχνει ότι και ο Πατήρ το επιθυμεί αυτό· διότι αυτό πολύ σκανδάλιζε τους Ιουδαίους, αλλά και τους μαθητές· διότι ούτε μετά από αυτά δέχονταν με ευκολία να έρχονται σε επικοινωνία με τους εθνικούς, έως ότου έλαβαν τη διδασκαλία από το Άγιο Πνεύμα· καθόσον δεν γινόταν αυτό μικρό σκάνδαλο για τους Ιουδαίους. Μετά λοιπόν από αυτήν την τόσο μεγάλη εμφάνιση και επίδειξη του Αγίου Πνεύματος, όταν ο Πέτρος έφτασε στα Ιεροσόλυμα, με δυσκολία κατόρθωσε να αποφύγει τις κατηγορίες, όταν είπε εκείνα τα σχετικά με το σινδόνι [: που είδε σε όραμά του από τον Θεό και του υποδείκνυε και ότι και στους εθνικούς έπρεπε να διδάξει και ότι και σε αυτούς έδωσε ο Θεός τη χορηγηθείσα στους Ιουδαίους μετάνοια, για να λάβουν και αυτοί δια του Μεσσία τη σωτηρία και την αιώνια ζωή] [βλ. Πράξ. κεφ. 11].

Τι σημαίνει λοιπόν το «ἔδωκας αὐτῷ ἐξουσίαν πάσης σαρκός»; Πότε λοιπόν την πήρε αυτήν την εξουσία; Θα ρωτήσω τους αιρετικούς: πριν τους πλάσει ή κατόπιν; Διότι ο ίδιος ο Κύριος λέγει ότι την έλαβε μετά τη Σταύρωση και την Ανάσταση. Τότε λοιπόν λέγει: «ἐδόθη μοι πᾶσα ἐξουσία ἐν οὐρανῷ καὶ ἐπὶ γῆς (: δόθηκε και στην ανθρώπινη φύση μου κάθε εξουσία στον ουρανό και στη γη)» [Ματθ. 28,18]· «πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τὰ ἔθνη (: λοιπόν πηγαίνετε και κάνετε μαθητές σας όλα τα έθνη, βαπτίζοντάς τους στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος)» [Ματθ. 28, 19].

Τι λοιπόν; Δεν είχε εξουσία επί των δικών Του έργων, αλλά δημιούργησε μεν αυτούς, ο Ίδιος όμως μετά από αυτό το γεγονός της δημιουργίας δεν είχε εξουσία επ’ αυτών; Και όμως φαίνεται ότι όλα ο Ίδιος τα επιτελεί και κατά την παλαιά εποχή, και άλλους μεν να τους τιμωρεί επειδή αμάρταναν, ενώ άλλους οι οποίοι επέστρεφαν, να τους διορθώνει· διότι λέγει: «Οὐ μὴ κρύψω ἐγὼ ἀπὸ Ἁβραὰμ τοῦ παιδός μου, ἃ ἐγὼ ποιῶ (: δεν θα κρύψω εγώ από τον Αβραάμ τον δούλο μου, αυτά που εγώ θα κάνω)» [Γέν. 18, 17], και άλλους πάλι να τους τιμά επειδή εκτελούσαν τις εντολές Του· έπειτα τότε μεν είχε εξουσία, έπειτα όμως την απώλεσε, και τώρα την έλαβε και πάλι; Και ποιος δαίμονας θα ήταν δυνατό να ξεστομίσει τέτοια πράγματα;

Εάν επίσης είναι η ίδια εξουσία τότε και τώρα -διότι λέγει: «ὥσπερ γὰρ ὁ πατὴρ ἐγείρει τοὺς νεκροὺς καὶ ζωοποιεῖ, οὕτω καὶ ὁ υἱὸς οὓς θέλει ζωοποιεῖ (: ο Υιός ακόμη και νεκρούς θα αναστήσει. Διότι, όπως ο Πατήρ ανασταίνει τους νεκρούς και τους δίνει ζωή, έτσι και ο Υιός έχει απεριόριστη εξουσία και δύναμη ώστε να δίνει ζωή όχι μόνο φυσική, αλλά και πνευματική. Και την πνευματική αυτή ζωή τη μεταδίδει σε όποιον θέλει και σε όποιον κρίνει άξιο να την μεταδώσει)» [Ιω. 5, 21], τι σημαίνει ο λόγος Του εκείνος; Επρόκειτο να στείλει τους Μαθητές Του στα έθνη· για να μη νομίζουν λοιπόν ότι αυτό αποτελεί καινοτομία, επειδή έλεγε: «Οὐκ ἀπεστάλην εἰ μὴ εἰς τὰ πρόβατα τὰ ἀπολωλότα οἴκου Ἰσραήλ (: δεν με απέστειλε ο Πατέρας μου παρά για τα χαμένα πρόβατα του ισραηλιτικού γένους)» [Ματθ. 15, 24], δείχνει ότι αυτό φαίνεται καλό και στον Πατέρα.

Και αν πάλι το λέγει αυτό με ταπεινά και ευτελή λόγια, καθόλου απορίας άξιο δεν είναι· διότι με αυτόν τον τρόπο κατήρτιζε και εκείνους που ζούσαν εκείνη την εποχή και αυτούς που έζησαν μετά από αυτά, και -εκείνο το οποίο είπα- πάντοτε με τις πιο ταπεινές και απλοϊκές εκφράσεις έπειθε ότι οι λόγοι Του προσαρμόζονταν, από συγκατάβαση, στην αντιληπτική ικανότητα που διέθεταν ακόμη τότε.

Αλλά τι σημαίνει: «πάσης σαρκός»; Διότι βέβαια δεν πίστεψαν όλοι. Και όμως, όσο εξαρτάται από Αυτόν, όλοι πίστεψαν· εάν όμως δεν πρόσεχαν στα λόγια Του, δεν ανήκει στον Διδάσκαλο η κατηγορία, αλλά σε εκείνους οι οποίοι δεν δέχονταν τα λόγια Του.

«Ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον (: αυτή είναι η αιώνια ζωή, το να γνωρίζουν οι άνθρωποι συνεχώς όλο και περισσότερο Εσένα, τον μόνο αληθινό Θεό, και τον Ιησού Χριστό, τον οποίο απέστειλες στον κόσμο, έχοντας ζωντανή επικοινωνία με Εσένα και απολαμβάνοντας τις άπειρες τελειότητές Σου)» [Ιω. 17, 2]. Εάν πάλι και εδώ ομιλεί κατά τρόπο περισσότερο προσαρμοσμένο στα ανθρώπινα μέτρα, να μην απορήσεις· διότι πράττει τούτο και για τις αιτίες που αναφέρθηκαν προηγουμένως και διότι αποφεύγει ο Ίδιος να λέγει κάτι σπουδαίο για τον Εαυτό Του, γιατί κάτι τέτοιο θα προσέκρουε στο αίσθημα και τη σκέψη των ακροατών Του, εφόσον μέχρι τότε δεν είχαν σχηματίσει καμία υψηλή γνώμη περί Αυτού.

Ο ευαγγελιστής Ιωάννης βέβαια, όταν ομιλεί από μόνος του, δεν ομιλεί κατ’ αυτόν τον τρόπο, αλλά χρησιμοποιεί υψηλότερες εκφράσεις, λέγοντας τα εξής: «Πάντα δι᾿ αὐτοῦ ἐγένετο, καὶ χωρὶς αὐτοῦ ἐγένετο οὐδὲ ἓν ὃ γέγονεν (: όλα τα δημιουργήματα δημιουργήθηκαν δι’ Αυτού, σε συνεργασία με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα˙ και χωρίς Αυτόν δεν έγινε το παραμικρό απ’ όλα όσα έχουν γίνει)» [Ιω. 1, 3] και ότι «ζωὴ ἦν (: είχε μέσα Του τη ζωή, και Αυτός, ως πηγή της ζωής που είναι, δημιούργησε και συντηρεί κάθε ζωή. Και για τους ανθρώπους, που είναι λογικά όντα, ήταν από την αρχή και το πνευματικό φως, που φωτίζει τον νου τους και τους οδηγεί στην αλήθεια)» [Ιω. 1, 4] και ότι «ἦν τὸ φῶς τὸ ἀληθινόν (: ως Λόγος και ως δεύτερο πρόσωπο της Θεότητος ήταν πάντοτε ο Χριστός το απολύτως τέλειο φως, η μοναδική πηγή του φωτός, που φωτίζει κάθε άνθρωπο που έρχεται στον κόσμο)» [Ιω. 1, 9] και ότι «εἰς τὰ ἴδια ἦλθε (: ήλθε απ’ τον ουρανό και έζησε ως άνθρωπος στη γη της επαγγελίας, που ήταν ξεχωρισμένη πριν από πολλούς αιώνες από τον Θεό ως ιδιαιτέρως δική Του)» [Ιω. 1, 11] και όχι ότι δεν θα είχε εξουσία, εάν δεν την έπαιρνε από τον Πατέρα, αλλά ότι και σε άλλους έδωσε «ἐξουσίαν τέκνα Θεοῦ γενέσθαι (: τους έδωσε το δικαίωμα και τη χάρη να γίνουν τέκνα του Θεού)»  [Ιω. 1, 12].

Και ο απόστολος Παύλος ομοίως αποκαλεί Αυτόν ίσο με τον Θεό [βλ. Φιλιπ. 2, 6: «ὃς ἐν μορφῇ Θεοῦ ὑπάρχων οὐχ ἁρπαγμὸν ἡγήσατο τὸ εἶναι ἴσα Θεῷ (: ο Ιησούς Χριστός δηλαδή, αν και είχε την ίδια ουσία και φύση με τον Θεό Πατέρα και ως απαράλλακτη και ζωντανή εικόνα του Θεού είχε τη μορφή και τη φύση του Θεού, δεν θεώρησε την ισότητά Του με τον Θεό Πατέρα αποτέλεσμα αρπαγής· διότι εάν ήταν αποτέλεσμα αρπαγής, δεν θα τολμούσε να το αποθέσει, από φόβο μήπως το χάσει)»]. Ο Ίδιος όμως ο Κύριος παρακαλεί τον Πατέρα κατά τρόπο περισσότερο ταιριαστό και κατανοητό από τους ανθρώπους, ομιλώντας ως εξής: «ἵνα πᾶν ὃ δέδωκας αὐτῷ δώσῃ αὐτοῖς ζωὴν αἰώνιον. αὕτη δέ ἐστιν ἡ αἰώνιος ζωή, ἵνα γινώσκωσί σε τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν καὶ ὃν ἀπέστειλας Ἰησοῦν Χριστόν (: αυτή είναι η αιώνια ζωή, το να γνωρίζουν οι άνθρωποι συνεχώς όλο και περισσότερο εσένα, τον μόνο αληθινό Θεό, και τον Ιησού Χριστό, τον Οποίο απέστειλες στον κόσμο, έχοντας ζωντανή επικοινωνία με Εσένα και απολαμβάνοντας τις άπειρες τελειότητές Σου)» [Ιω. 17, 2-3].

Λέγει «τὸν μόνον ἀληθινὸν Θεὸν» προς διάκριση από τους μη πραγματικούς «θεούς»· διότι επρόκειτο να στείλει τους μαθητές στα έθνη. Αλλά εάν τούτο δεν το δεχθούν, με αυτό και μόνο αρνούνται οι εθνικοί ότι ο Υιός είναι αληθινός Θεός, τότε περαιτέρω θα αρνηθούν και την ύπαρξη του Θεού· καθόσον λέγει: «τὴν δόξαν τὴν παρὰ τοῦ μόνου Θεοῦ οὐ ζητεῖτε; (: αλλά πώς είναι δυνατόν να πιστέψετε εσείς, αφού επιδιώκετε να παίρνετε δόξα και επαίνους ο ένας από τον άλλο και δεν ζητάτε τη δόξα που πηγάζει από τον ένα και μόνο Θεό;)» [Ιω. 5, 44].

Τι λοιπόν; Δεν θα είναι Θεός ο Υιός; Εάν όμως είναι Θεός ο Υιός και ονομάζεται μόνος του Πατρός, είναι φανερό ότι είναι και αληθινός και ονομάζεται «μόνος αληθινός».

Αλλά τι; Όταν λέγει ο Παύλος: «ἢ μόνος ἐγὼ καὶ Βαρνάβας (: ή μόνος εγώ και ο Βαρνάβας)» [Α΄ Κορ. 9, 6], άραγε αποκλείει τον Βαρνάβα; Καθόλου· διότι το «μόνος» χρησιμοποιείται προς διάκριση από άλλους. Εάν λοιπόν δεν είναι αληθινός ο Θεός, πώς ο Ιησούς είναι αλήθεια [Ιω. 14, 6: «ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή»]; Διότι η αλήθεια δεν διαφέρει πολύ του αληθινού.

Για τον μη αληθινό άνθρωπο, τι θα πούμε; Πες μου, τι θα πούμε, ότι δεν είναι καν αληθινός άνθρωπος; Κάτω από αυτές τις συνθήκες, αν δεν είναι αληθινός Θεός ο Υιός, πώς είναι Θεός; Πώς επίσης καθιστά εμάς θεούς και υιούς, όταν δεν είναι αληθινός;

Αλλά για αυτά έχω ομιλήσει σε σας ακριβέστερα και λεπτομερέστερα σε άλλους λόγους·  γι’ αυτό, ας προχωρήσουμε στη συνέχεια: «Ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς (: εγώ γνωστοποίησα το όνομά Σου στους ανθρώπους και υπάκουσα τελείως στο θέλημά Σου, κι έτσι Σε δόξασα πάνω στη γη. Και με τη θυσία μου, την οποία θα προσφέρω σε λίγο πάνω στον σταυρό, ολοκλήρωσα τελείως το έργο που μου έδωσες να επιτελέσω)» [Ιω. 17, 4]. Καλώς είπε: «ἐπὶ τῆς γῆς»· διότι στον ουρανό είχε δοξαστεί, δεδομένου ότι και στη φύση Του είχε τη δόξα, και εκ μέρους των αγγέλων προσκυνούνταν. Δεν ομιλεί λοιπόν για τη δόξα εκείνη, η οποία ανήκει στη φύση Του (διότι και αν ακόμη κανείς δεν δοξάσει Αυτόν κατ’ εκείνη τη δόξα, μονίμως τη διατηρεί πλήρη), αλλά εννοεί αυτήν, η οποία προέρχεται από τη λατρεία των ανθρώπων.

Λοιπόν και το «δόξασόν με», αυτή τη σημασία έχει. Και για να μάθεις ότι αυτόν τον τρόπο της δόξης εννοεί, άκουσε τα εξής: «ἐγώ σε ἐδόξασα ἐπὶ τῆς γῆς, τὸ ἔργον ἐτελείωσα ὃ δέδωκάς μοι ἵνα ποιήσω (: εγώ γνωστοποίησα το όνομά Σου στους ανθρώπους και υπάκουσα τελείως στο θέλημά Σου, κι έτσι Σε δόξασα πάνω στη γη. Και με τη θυσία μου, την οποία θα προσφέρω σε λίγο πάνω στον σταυρό, ολοκλήρωσα τελείως το έργο που μου έδωσες να επιτελέσω)» [Ιω. 17, 4]· αν και βέβαια η υπόθεση ακόμη αυτή είχε αρχή, μάλλον δε ούτε αρχή.

Πώς λέγει λοιπόν «ἐτελείωσα»; Ή σημαίνει: «επιτέλεσα οτιδήποτε εξαρτάται από εμένα» ή εκείνο, το οποίο πρόκειται να γίνει, το αναφέρει ως τετελεσμένο, ή εκείνο, το οποίο κυρίως μπορούμε να πούμε, εννοεί ότι το παν είχε πλέον επιτελεστεί με την τοποθέτηση της ρίζας των αγαθών, εκ της οποίας οπωσδήποτε αναγκαίως θα παράγονταν οι καρποί, και ότι σε εκείνους, οι οποίοι επρόκειτο μετά από αυτά να έλθουν, ο Ίδιος θα ήταν παρών και θα τους ακολουθούσε ενωμένος με αυτούς.

Γι’ αυτό και πάλι λέγει κατά ανθρώπινη έκφραση: «ὃ δέδωκάς μοι». Διότι, βεβαίως, εάν περίμενε ο Κύριος να ακούσει και να μάθει, θα απείχαν αυτά πολύ από τη δόξα Του· διότι ότι οικειοθελώς ενσαρκώθηκε και ήλθε στο σταυρικό πάθος για τη σωτηρία των ανθρώπων είναι από πολλές πηγές φανερό. Π.χ. όταν λέγει ο Παύλος ότι «καὶ περιπατεῖτε ἐν ἀγάπῃ, καθὼς καὶ ὁ Χριστὸς ἠγάπησεν ἡμᾶς καὶ παρέδωκεν ἑαυτὸν ὑπὲρ ἡμῶν προσφορὰν καὶ θυσίαν τῷ Θεῷ εἰς ὀσμὴν εὐωδίας (: και να συμπεριφέρεστε με αγάπη, όπως και ο Χριστός μάς αγάπησε και παρέδωσε τον εαυτό Του για χάρη μας και για τη σωτηρία μας ως προσφορά και θυσία στον Θεό, για να είναι μπροστά Του η θυσία αυτή σαν οσμή που εωδιάζει)» [Εφ. 5, 2] και «ἑαυτὸν ἐκένωσε μορφὴν δούλου λαβών (: αλλά κένωσε τον εαυτό Του συγκαλύπτοντας και κρύβοντας για κάποιο διάστημα τη δόξα και το μεγαλείο της θεότητάς Του. Πήρε μορφή δούλου και έγινε όμοιος με τους ανθρώπους)»[Φιλιπ. 2, 7]· και πάλι: «καθὼς ἠγάπησέ με ὁ πατήρ, κἀγὼ ἠγάπησα ὑμᾶς (: ο σύνδεσμος που μας ενώνει όπως τα κλήματα με την κληματαριά είναι σύνδεσμος αγάπης. Πράγματι. Όπως με αγάπησε ο Πατέρας μου, όταν έγινα άνθρωπος και του έδειξα τέλεια υπακοή, έτσι και εγώ σας αγάπησα. Εξακολουθήστε να μένετε στην αγάπη μου, με το να αποδεικνύεστε άξιοι αυτής της αγάπης)» [Ιω. 15, 9].

«Καὶ νῦν δόξασόν με σύ, πάτερ, παρὰ σεαυτῷ τῇ δόξῃ ᾗ εἶχον πρὸ τοῦ τὸν κόσμον εἶναι παρὰ σοί (: και τώρα που η επίγεια αποστολή μου τελείωσε, ανάδειξέ με με την Ανάσταση και την Ανάληψή μου αιώνιο Αρχιερέα και δόξασέ με και ως άνθρωπο Εσύ, Πάτερ, δίπλα Σου, με τη δόξα που είχα κοντά Σου προτού να δημιουργηθεί ο κόσμος)» [Ιω. 17, 5]. Και πού είναι η δόξα εκείνη; Διότι έστω ότι πλησίον των ανθρώπων ήταν άνευ δόξης λόγω της ενδυμασίας Του· πώς ζητεί να δοξασθεί και πλησίον του Θεού; Ο λόγος εδώ είναι περί της οικονομίας· δηλαδή λέγει το εξής ότι θα Τον δοξάσει τώρα ο Πατήρ, επειδή δεν είχε ακόμη δοξαστεί η φύση της σαρκός, ούτε είχε ακόμη απολαύσει την αφθαρσία, ούτε είχε μετάσχει του βασιλικού θρόνου. Γι’ αυτό δεν είπε: «ἐπί τῆς γῆς» αλλά «παρά σοί».

«Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου. σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας, καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι (: φανέρωσα το όνομά Σου και έκανα γνωστές τις άπειρες τελειότητές Σου στους ανθρώπους που απέσπασες από τους κόλπους του κόσμου και τους έδωσες σε Εμένα. Η πρόθεσή τους ήταν αγαθή και γι’ αυτό ήταν δικοί Σου. Εσύ τους έδωσες σε Εμένα, και αυτοί τήρησαν τον λόγο Σου, τον οποίο τους αποκάλυψα)» [Ιω. 17, 6].

«Μεγάλης βουλής Άγγελος» λέγεται ο Υιός του Θεού και για όλα τα άλλα, τα οποία δίδαξε και κυρίως διότι παρουσίασε τον Πατέρα στους ανθρώπους· τούτο ακριβώς και τώρα λέγει: «Ἐφανέρωσά σου τὸ ὄνομα τοῖς ἀνθρώποις (: εγώ γνωστοποίησα το όνομά σου στους ανθρώπους και υπάκουσα τελείως στο θέλημά Σου, κι έτσι Σε δόξασα πάνω στη γη. Και με τη θυσία μου, την οποία θα προσφέρω σε λίγο πάνω στον σταυρό, ολοκλήρωσα τελείως το έργο που μου έδωσες να επιτελέσω)» [Ιω. 17, 4], επεξηγεί πάλι αυτό, λέγοντας ποιο έργο ήταν· και όμως, ήταν φανερό το όνομα του Θεού· διότι και ο Ησαΐας λέγει: «οἱ ὀμνύοντες ἐπὶ τῆς γῆς ὁμοῦνται τὸν Θεὸν τὸν ἀληθινόν (: και όσοι από τους κατοίκους της γης βρίσκονται στην ανάγκη να ορκίζονται, θα ορκιστούν στον αληθινό Θεό)» [Ησ. 65, 16])· αλλά εκείνο, το οποίο πολλές φορές είπα, αλλά και τώρα λέγω, δηλαδή ότι αν και ήταν φανερό το όνομα, ήταν όμως φανερό μόνο στους Ιουδαίους και όχι πάλι σε όλους αυτούς· τώρα όμως ομιλεί περί των εθνών. Και δεν δείχνει αυτό μόνο, αλλά ότι και τον ίδιο τον Πατέρα γνώρισαν. Και δεν είναι όμοιο να μάθει κανείς ότι είναι Δημιουργός με το να μάθει ότι έχει και Υιό. Φανέρωσε μάλιστα το όνομα Αυτού και με λόγια και με έργα.

«οὓς δέδωκάς μοι ἐκ τοῦ κόσμου (: τους οποίους Εσύ πήρες από τον κόσμο και μου τους έδωσες ως μαθητές μου)». Όπως ακριβώς λέγει στην αρχή: «Οὐδεὶς δύναται ἐλθεῖν πρός με, ἐὰν μὴ ᾖ δεδομένον αὐτῷ ἐκ τοῦ πατρός μου (: επειδή γνώριζα ότι μερικοί από σας θα κλονίζονταν στην πίστη και δεν θα παρέμεναν μέχρι τέλους μαθητές μου, γι’ αυτό σας είπα ότι κανείς δεν μπορεί να αισθανθεί μέσα του ότι είμαι ο Σωτήρας και ο Λυτρωτής και με την πίστη αυτή να έλθει κοντά μου, εάν δεν του έχει δοθεί αυτό από τον Πατέρα μου)» [Ιω. 6, 65], έτσι και εδώ λέγει: «οὓς δέδωκάς μοι».

Και όμως ο ίδιος ο Κύριος λέγει για τον Εαυτό Του ότι είναι η οδός: «Ἐγώ εἰμι ἡ ὁδὸς καὶ ἡ ἀλήθεια καὶ ἡ ζωή (: εγώ είμαι ο μοναδικός δρόμος, από τον οποίο μπορεί να φτάσει κανείς στον ουρανό. Διότι συγχρόνως είμαι και η απόλυτη αλήθεια και η πραγματική και πηγαία ζωή. Κανείς δεν είναι δυνατόν να έλθει προς τον Πατέρα και να μετάσχει στη μακαρία ζωή Του, παρά μόνο αν περάσει από Εμένα˙ διότι εγώ με τη διδασκαλία μου σας γνωρίζω τον Πατέρα μου και την αλήθεια Του. Και με τη θυσία μου ως αιώνιος αρχιερέας σας συμφιλιώνω με Αυτόν)» [Ιω. 14, 6].

Από αυτό είναι φανερό ότι με τα λόγια Του δύο πράγματα εδώ αποδεικνύει, δηλαδή και ότι δεν είναι αντίθετος προς τον Πατέρα και ότι θέλημα του Πατρός είναι να πιστέψουν οι Μαθητές στον Υιό.

«Σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας». Εδώ θέλει να διδάξει ότι σε μεγάλο βαθμό Τον αγαπάει ο Πατήρ. Διότι, ότι δεν είχε ανάγκη να λάβει αυτούς, είναι φανερό από το εξής: ο Ίδιος δημιούργησε αυτούς, ο Ίδιος και φροντίζει για αυτούς συνεχώς. Πώς λοιπόν έλαβε αυτούς; Αλλά, πράγμα το οποίο είπα εγώ, αυτό δείχνει τη συμφωνία προς τον Πατέρα.

Εάν πάλι κανείς ήθελε να εξετάσει τα παραπάνω λόγια με τον ανθρώπινο τρόπο, και με αυτόν τον τρόπο, κατά τον οποίο έχει λεχθεί, δεν θα είναι πλέον του Πατρός· διότι εάν, όταν ο Πατήρ είχε αυτούς, δεν είχε αυτούς ο Υιός, είναι ευνόητο ότι, και όταν έδωσε ο Πατήρ αυτούς στον Υιό, παραιτήθηκε από την εξουσία Του σε αυτούς· και το πλέον παράλογο πάλι είναι τούτο· δηλαδή από τη μια πλευρά θα βρεθούν να είναι ατελείς, όταν ήσαν υπό την εξουσία του Πατρός, και από την άλλη να καθίστανται τελειότεροι, όταν περιήλθαν υπό την εξουσία του Υιού. Αλλά αυτά είναι γελοία ακόμη και να τα πει κανείς.

Τι δείχνει λοιπόν με τον λόγο αυτό; Ότι και στον Πατέρα φαινόταν καλό να πιστεύουν στον Υιό.

«Καὶ τὸν λόγον σου τετηρήκασι. νῦν ἔγνωκαν ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν (: φανέρωσα το όνομά Σου και έκανα γνωστές τις άπειρες τελειότητές Σου στους ανθρώπους που απέσπασες από τους κόλπους του κόσμου και τους έδωσες σε Εμένα. Η πρόθεσή τους ήταν αγαθή και γι’ αυτό ήταν δικοί Σου. Εσύ τους έδωσες σε μένα, κι αυτοί τήρησαν τον λόγο Σου, τον οποίο τους αποκάλυψα. Τώρα έμαθαν τελειότερα και πείστηκαν ότι η διδασκαλία μου και τα έργα μου και όλα γενικότερα όσα μου έδωσες προέρχονται από Εσένα)» [Ιω. 17, 6-7].

Πώς τήρησαν τον λόγο Σου; Με το να πιστέψουν σε Εμένα και να μην προσέχουν στους Ιουδαίους· διότι εκείνος, ο οποίος πιστεύει σε Αυτόν, λέγει: «ὁ λαβὼν αὐτοῦ τὴν μαρτυρίαν ἐσφράγισεν ὅτι ὁ Θεὸς ἀληθής ἐστιν (: εκείνος που πίστεψε στη μαρτυρία Του και εγκολπώθηκε τη διδασκαλία Του, αυτός έβαλε τη σφραγίδα Του κάτω από τα λόγια αυτά του Υιού και απεσταλμένου του Θεού και επιβεβαίωσε επίσημα ότι ο Θεός είναι αληθινός και δεν ψεύδεται)» [Ιω. 3, 33]. Διότι μερικοί λέγουν ότι «νῦν ἔγνων [δηλαδή όχι “ἔγνωκαν”] ὅτι πάντα ὅσα δέδωκάς μοι παρὰ σοῦ ἐστιν(: τώρα γνώρισα εγώ ότι όλα όσα μου έχεις δώσει προέρχονται από εσένα)», αλλά αυτό δεν δύναται να έχει καμία δικαιολογία και υπόσταση· διότι πώς επρόκειτο ο Υιός να αγνοεί τα σχετικά με τον Πατέρα; Αλλά τούτο έχει λεχθεί για τους Μαθητές. Δηλαδή: «από τότε που είπα αυτά», λέγει, «έμαθαν ότι όλα όσα μου έχεις δώσει προέρχονται από Εσένα»· «τίποτα δεν είναι ιδιαίτερο, τίποτα δεν είναι ξένο εκ μέρους μου απέναντί Σου· διότι το ιδιαίτερο τα παρουσιάζει τα περισσότερα σαν να ανήκουν σε ξένο. Έμαθαν λοιπόν ότι όλα όσα διδάξω, είναι δικά Σου, και τα διδάγματα και τα δόγματα».

Και πώς τα έμαθαν; «Από τους λόγους μου· διότι κατά τον τρόπο αυτό και δίδασκα». Και όχι μόνο αυτό, αλλά και ότι «ὅτι παρὰ σοῦ ἐξῆλθον (: και απόδειξη ότι έλαβαν την πληροφορία και τη γνώση αυτή είναι ότι τους λόγους που μου έδωσες για να τους αποκαλύψω στους ανθρώπους, εγώ τους παρέδωσα σε αυτούς με τη διδασκαλία μου, και αυτοί τους παρέλαβαν και τους αποδέχθηκαν. Και απέκτησαν πράγματι τη βεβαιότητα και την πεποίθηση ότι γεννήθηκα και βγήκα από τους κόλπους Σου, και πίστεψαν ότι Εσύ με απέστειλες στον κόσμο)» [Ιω. 17, 8]· διότι αυτό φρόντισε να αποδείξει από την αρχή έως το τέλος του Ευαγγελίου.

«Ἐγὼ περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ (: εγώ, που τόσο εργάστηκα για να τους οδηγήσω στην αληθινή αυτή γνώση και πίστη, σε παρακαλώ γι’ αυτούς ως μέγας αρχιερέας και μεσίτης. Δεν σε παρακαλώ τη στιγμή αυτή για τον κόσμο της απιστίας και της αμαρτίας, αλλά σε παρακαλώ για κείνους που μου έδωσες˙ διότι, ενώ μου τους έδωσες, δεν παύουν να είναι δικοί Σου)» [Ιω. 17, 9]. Τι λέγεις; Διδάσκεις τον Πατέρα σαν να το αγνοεί; Συνομιλείς με Αυτόν σαν με άνθρωπο που δεν γνωρίζει; Τι σημαίνει λοιπόν αυτή η διάκριση; Βλέπεις ότι η προσευχή γίνεται όχι για άλλο λόγο, αλλά για να μάθουν οι μαθητές την αγάπη, την οποία έχει προς αυτούς; Διότι Εκείνος, ο Οποίος όχι μόνο τις δικές Του δωρεές παρείχε, αλλά παρακαλεί και Άλλον για τον σκοπό αυτό, δείχνει μεγαλύτερη την αγάπη Του.

Τι σημαίνει λοιπόν το «περὶ αὐτῶν ἐρωτῶ»; «Οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ, ἀλλὰ περὶ ὧν δέδωκάς μοι, ὅτι σοί εἰσι (: εγώ, που τόσο εργάστηκα για να τους οδηγήσω στην αληθινή αυτή γνώση και πίστη, σε παρακαλώ γι’ αυτούς ως μέγας αρχιερέας και μεσίτης. Δεν σε παρακαλώ τη στιγμή αυτή για τον κόσμο της απιστίας και της αμαρτίας, αλλά σε παρακαλώ για κείνους που μου έδωσες˙ διότι, ενώ μου τους έδωσες, δεν παύουν να είναι δικοί Σου)» [Ιω. 17, 9]. Συνεχώς θέτει το «δέδωκας», για να μάθουν ότι τούτο είναι γνώμη του Πατρός.

Έπειτα, επειδή κατ’ επανάληψη είπε: «Σοί εἰσί καί σύ μοι αὐτούς δέδωκας», για να καταρρίψει την πονηρή γνώμη, δηλαδή για να μη νομίσει κανείς ότι είναι πρόσφατη η εξουσία Αυτού, και ότι τώρα έχει παραλάβει αυτούς, τι λέγει; «Καὶ τὰ ἐμὰ πάντα σά ἐστι καὶ τὰ σὰ ἐμά, καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς (: και όλα όσα ανήκουν σε μένα δικά σου είναι, όπως και τα δικά σου είναι δικά μου. Κι αυτοί λοιπόν δικοί σου ήταν και έγιναν δικοί μου˙ αλλά και ως δικοί μου εξακολουθούν να είναι δικοί σου. Κι εγώ έχω δοξαστεί από αυτούς, διότι αναγνώρισαν τη θεϊκή μου φύση και πίστεψαν σε Εμένα)» [Ιω. 17, 10].

Είδες ισοτιμία; Δηλαδή για να μην νομίσεις όταν ακούς «δέδωκάς μοι», ότι οι Μαθητές παύουν να ανήκουν στην εξουσία του Πατρός, ή προηγουμένως δεν ανήκαν στην εξουσία του Υιού, ο Κύριος και τα δύο τα κατέρριψε, αφού είπε εκείνα τα οποία είπε· ισοδυναμούν αυτά με το να έλεγε: «Ούτε, ακούγοντας ότι ‘’εμένα αυτούς έχεις δώσει’’ να νομίσεις ότι αυτοί είναι ξένοι ως προς τον Πατέρα (διότι τα δικά μου είναι και δικά Του), ούτε να νομίσεις ακούγοντας το ‘’ήσαν δικοί Σου’’ ότι είναι ξένοι ως προς Εμένα· διότι τα δικά Του είναι και δικά Μου».

Ώστε το «δέδωκας» έχει λεχθεί μόνο λόγω προσαρμογής του λόγου στα ανθρώπινα μέτρα· διότι εκείνα τα οποία έχει ο Πατήρ είναι του Υιού και εκείνα τα οποία έχει ο Υιός, είναι του Πατρός. Και αυτό, δηλαδή το «καί τά σά ἐμά», ούτε επί του Υιού δύναται να λέγεται με την ανθρώπινη έννοια, αλλά επειδή ο λόγος είναι περί Ανωτέρου των ανθρώπων, γι’ αυτό λέγεται έτσι. Διότι εκείνο μεν, το οποίο έχει ο μικρότερος είναι βέβαια καθ’ ολοκληρίαν φανερό ότι είναι του μεγαλύτερου, καθόλου όμως δεν συμβαίνει το αντίστροφο.

Αλλά εδώ ο Κύριος τα αντιστρέφει, η δε αντιστροφή δηλώνει την ισότητα. Δείχνοντας αυτό και σε άλλη περίπτωση ο Κύριος λέγει: «Πάντα ὅσα ἔχει ὁ πατὴρ ἐμά ἐστι (: προηγουμένως σας είπα ότι ο Παράκλητος θα σας πει όσα θα ακούσει από τον Πατέρα μου. Όλα όμως όσα έχει ο Πατέρας μου είναι δικά μου. Γι’ αυτό σας είπα στη συνέχεια ότι ο Παράκλητος θα πάρει από τη δική μου γνώση και σοφία και θα την αποκαλύψει σε σας)» [Ιω. 16, 15], ομιλώντας περί γνώσεως· το δε «δέδωκάς μοι» και όσα παρόμοια λέγει, τα λέει, για να δείξει ότι προσείλκυσε αυτούς όχι ως ξένος, αφού ήλθε, αλλά έλαβε τους δικούς Του.

Έπειτα εκθέτει και την αιτία και την απόδειξη λέγοντας: «καὶ δεδόξασμαι ἐν αὐτοῖς (: και όλα όσα ανήκουν σε Εμένα δικά Σου είναι, όπως και τα δικά Σου είναι δικά μου. Και αυτοί λοιπόν δικοί Σου ήταν και έγιναν δικοί μου˙ αλλά και ως δικοί μου εξακολουθούν να είναι δικοί Σου. Και εγώ έχω δοξαστεί από αυτούς, διότι αναγνώρισαν τη θεϊκή μου φύση και πίστεψαν σε Εμένα)» [Ιω. 17, 10]· δηλαδή: ή «ότι έχω εξουσία επ’ αυτών», ή «ότι θα με δοξάσουν ομοίως». Εάν όμως δεν δοξάστηκε από αυτούς κατά όμοιο τρόπο, δεν είναι τότε δικά Του τα του Πατρός· διότι κανείς δε δοξάζεται με εκείνα επί των οποίων δεν έχει εξουσία.

Πώς λοιπόν έχει δοξαστεί με όμοιο τρόπο; Όλοι ομοίως αποθνήσκουν υπέρ Αυτού, όπως και υπέρ του Πατρός και κηρύσσουν Αυτόν, όπως και τον Πατέρα· και όπως στο όνομα του Πατρός λέγουν ότι τα πάντα γίνονται, έτσι και στο όνομα του Υιού.

«Καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί (: εγώ βέβαια δεν θα είμαι πλέον στον κόσμο, όπως μέχρι τώρα, με τη σωματική μου παρουσία, για να τους ενθαρρύνω και να τους ενισχύω με αυτή. Αυτοί όμως θα είναι στον κόσμο, διότι δεν επιτέλεσαν ακόμη την αποστολή τους. Εγώ έρχομαι σε σένα. Πάτερ άγιε, φύλαξέ τους με την πατρική Σου προστασία και δύναμη, την οποία έδωσες και σε Εμένα˙ έτσι ώστε να παραμείνουν ενωμένοι μαζί μου και μεταξύ τους και να είναι με την αγάπη και την ομοφροσύνη ένα πνευματικό σώμα, όπως είμαστε ένα και εμείς που έχουμε την ίδια ουσία και φύση)»[Ιω. 17, 11]· αυτό σημαίνει «και αν δε φαίνομαι κατά σάρκα, δια των μαθητών μου δοξάζομαι».

Γιατί άραγε συνεχώς λέγει ότι «οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ (: στον κόσμο πια δεν είμαι)» και ότι «επειδή αφήνω αυτούς, θέτω αυτούς υπό την προστασία Σου» και «ὅτε ἤμην μετ᾿ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς (: όταν ήμουν μαζί τους στον κόσμο, εγώ τους φύλαγα με την πατρική και ισχυρή προστασία Σου. Αυτούς που μου έδωσες τους φύλαξα, και κανείς απ’ αυτούς δεν χάθηκε παρά μόνο ο υιός της απωλείας, ο προδότης Ιούδας, ο οποίος χάθηκε κι έτσι εκπληρώθηκαν και επαληθεύθηκαν οι προφητείες της Αγίας Γραφής)» [Ιω. 17, 12];

Διότι εάν λάβει κανείς αυτούς τους λόγους με την καθ’ αυτό σημασία τους, θα προκύψουν πολλά παράλογα· διότι πώς δύναται να έχει λογική εξήγηση το να μη βρίσκεται ο Ίδιος στον κόσμο, και όταν απέρχεται να εμπιστεύεται τους Μαθητές σε Άλλον; Διότι αυτοί ήταν ως λόγοι ενός ανθρώπου που συνεχώς χωριζόταν από αυτούς. Βλέπεις ότι κατά ανθρώπινο τρόπο εκφράζεται κατά το πλείστον, σύμφωνα με τη νοοτροπία και την πνευματική τους ωριμότητα, επειδή νόμιζαν ότι είχαν κάπως περισσότερη ασφάλεια από την παρουσία Αυτού;

Γι’ αυτό λέγει: «ὅτε ἤμην μετ᾿ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς (: όταν ήμουν μαζί τους στον κόσμο, εγώ τους φύλαγα με την πατρική και ισχυρή προστασία Σου. Αυτούς που μου έδωσες τους φύλαξα, και κανείς απ’ αυτούς δεν χάθηκε παρά μόνο ο υιός της απωλείας, ο προδότης Ιούδας, ο οποίος χάθηκε κι έτσι εκπληρώθηκαν και επαληθεύθηκαν οι προφητείες της Αγίας Γραφής)» [Ιω. 17, 12]. Και όμως λέγει ότι «ἔρχομαι πρὸς ὑμᾶς» [Ιω. 14, 28] και «μεθ᾿ ὑμῶν εἰμι πάσας τὰς ἡμέρας ἕως τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος (: και ιδού, εγώ που έλαβα κάθε εξουσία, θα είμαι πάντα μαζί σας βοηθός και συμπαραστάτης σας, μέχρι να τελειώσει ο αιώνας αυτός, μέχρι δηλαδή τη συντέλεια του κόσμου)» [Ματθ. 28, 20]. Πώς τώρα λέγει αυτά, σαν να πρόκειται να χωρισθεί; Αλλά, πράγμα το οποίο είπα, τα λέγει σύμφωνα με την νοοτροπία τους, για να αναπνεύσουν ανακουφισμένοι λίγο, ακούγοντας Αυτόν να λέει αυτά και να εμπιστεύεται αυτούς στον Πατέρα.

Διότι, επειδή ενώ άκουγαν από Αυτόν πολλούς παρηγορητικούς λόγους, δεν πείστηκαν, στο εξής συνομιλεί με τον Πατέρα, δείχνοντας τη στοργή Του απέναντι σε αυτούς· οι λόγοι Του ισοδυναμούν με το να έλεγε: «Εφόσον με καλείς προς Εσένα, κατάστησε αυτούς ασφαλείς».

«Νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι (: όταν ήμουν μαζί τους στον κόσμο, εγώ τους φύλαγα με την πατρική και ισχυρή προστασία Σου. Αυτούς που μου έδωσες τους φύλαξα, και κανείς απ’ αυτούς δεν χάθηκε παρά μόνο ο υιός της απωλείας, ο προδότης Ιούδας, ο οποίος χάθηκε κι έτσι εκπληρώθηκαν και επαληθεύθηκαν οι προφητείες της Αγίας Γραφής)» [Ιω. 17, 12]. Τι λες; Και δεν μπορείς να διατηρήσεις αυτούς ασφαλείς; «Ναι, μπορώ». Για ποιο λόγο λοιπόν λες αυτά; «ἵνα ἔχωσι τὴν χαρὰν τὴν ἐμὴν πεπληρωμένην ἐν αὐτοῖς (: τώρα όμως έρχομαι σε Σένα. Και τα λέω αυτά μπροστά τους, ενώ βρίσκομαι ακόμη στον κόσμο αυτόν, για να τα ακούσουν και αυτοί, ώστε, έχοντας τη βεβαιότητα ότι εσύ πλέον θα τους προστατεύεις, να έχουν μέσα τους τέλεια τη χαρά που αισθάνομαι τώρα και εγώ διότι επανέρχομαι κοντά Σου)» [Ιω. 17, 13], δηλαδή «για να μην ταράσσονται, επειδή είναι ατελέστεροι». Αυτά λοιπόν αφού είπε, έδειξε ότι όλα αυτά τα έλεγε κατ’ αυτόν τον τρόπο για την ανακούφιση και τη χαρά τους· διότι φαίνεται ότι ο λόγος παρουσιάζει αντίθεση.

«Καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἐν τῷ κόσμῳ, καὶ οὗτοι ἐν τῷ κόσμῳ εἰσί (: εγώ βέβαια δεν θα είμαι πλέον στον κόσμο, όπως μέχρι τώρα, με τη σωματική μου παρουσία, για να τους ενθαρρύνω και να τους ενισχύω με αυτή. Αυτοί όμως θα είναι στον κόσμο, διότι δεν επιτέλεσαν ακόμη την αποστολή τους. Εγώ έρχομαι σε Εσένα. Πάτερ άγιε, φύλαξέ τους με την πατρική Σου προστασία και δύναμη, την οποία έδωσες και σε Εμένα˙ έτσι ώστε να παραμείνουν ενωμένοι μαζί μου και μεταξύ τους και να είναι με την αγάπη και την ομοφροσύνη ένα πνευματικό σώμα, όπως είμαστε ένα κι εμείς που έχουμε την ίδια ουσία και φύση)»[Ιω. 17, 11]· αυτό δηλαδή υπέθεταν εκείνοι· κατ’ αρχήν λοιπόν εκφράζεται σε αυτούς με τον ανθρώπινο τρόπο· διότι εάν έλεγε: «εγώ φυλάσσω αυτούς», δεν θα πίστευαν τότε· για τον λόγο αυτόν λέγει: «Πατέρα μου άγιε, φύλαξε αυτούς με τη δύναμη του ονόματός Σου»· δηλαδή «με τη δική Σου βοήθεια».

«ὅτε ἤμην μετ᾿ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου (: όταν ήμουν μαζί τους στον κόσμο, εγώ τους φύλαγα με την πατρική και ισχυρή προστασία Σου. Αυτούς που μου έδωσες τους φύλαξα, και κανείς απ’ αυτούς δεν χάθηκε παρά μόνο ο υιός της απωλείας, ο προδότης Ιούδας, ο οποίος χάθηκε και έτσι εκπληρώθηκαν και επαληθεύθηκαν οι προφητείες της Αγίας Γραφής)» [Ιω. 17, 12]. Πάλι ως άνθρωπος ομιλεί και ως προφήτης· διότι σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται να έπραξε κάτι εν τω ονόματι του Θεού.

«οὓς δέδωκάς μοι ἐφύλαξα, καὶ οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας, ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ (: όταν ήμουν μαζί τους στον κόσμο, εγώ τους φύλαγα με την πατρική και ισχυρή προστασία σου. Αυτούς που μου έδωσες τους φύλαξα, και κανείς απ’ αυτούς δεν χάθηκε παρά μόνο ο υιός της απωλείας, ο προδότης Ιούδας, ο οποίος χάθηκε κι έτσι εκπληρώθηκαν και επαληθεύθηκαν οι προφητείες της Αγίας Γραφής)» [Ιω. 17, 12]. Και σε άλλη περίπτωση λέγει: «Τοῦτο δέ ἐστι τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με πατρός, ἵνα πᾶν ὃ δέδωκέ μοι μὴ ἀπολέσω ἐξ αὐτοῦ (: και το θέλημα του Πατρός, που με έστειλε στον κόσμο, είναι αυτό ακριβώς: να μη χάσω ούτε ελάχιστους απ’ όσους μου έχει δώσει, αλλά να τους αναστήσω όλους ένδοξα την τελευταία ημέρα του κόσμου αυτού, τότε που θα γίνει η δευτέρα μου παρουσία και η παγκόσμια Κρίση)» [Ιω. 6, 39].

Και όμως δεν χάθηκε εκείνος μόνο, αλλά και πολλοί κατόπιν· πώς λοιπόν λέγει: «οὐ μὴ ἀπολέσω (: δε θα τους χάσω)»;  Εννοεί: «δε θα τους χάσω, όσο εξαρτάται από εμένα» (δηλαδή όσον εξαρτάται από εμένα, δεν θα γίνω αίτιος απωλείας) πράγμα το οποίο και σε άλλο μέρος δείχνοντάς το έλεγε σαφέστερα ως εξής: «τὸν ἐρχόμενον πρός με οὐ μὴ ἐκβάλω ἔξω (: αλλά εάν εσείς δεν πιστεύετε σε Εμένα, υπάρχουν άλλοι που θα πιστέψουν. Κάθε λογικό πλάσμα, κάθε άνθρωπος που μου δίνει ο Πατέρας μου για να γίνει δικός μου και να σωθεί από μένα, θα πιστέψει και θα έλθει οπωσδήποτε σε Εμένα. Και αυτόν που έρχεται κοντά μου δεν θα τον πετάξω έξω με περιφρόνηση, αλλά θα τον δεχτώ με μεγάλη στοργή)» [Ιω. 6, 37], «δε θα αποχωρήσει κανείς εξαιτίας μου, ούτε επειδή τον ωθώ (πράγμα που δεν κάνω), ούτε επειδή θα τον εγκαταλείψω εγώ· εάν όμως από μόνοι τους απομακρύνονται, εγώ δεν θα τους σύρω δια της βίας».

«Νῦν δὲ πρὸς σὲ ἔρχομαι (: τώρα όμως έρχομαι σε Σένα. Και τα λέω αυτά μπροστά τους, ενώ βρίσκομαι ακόμη στον κόσμο αυτόν, για να τ’ ακούσουν και αυτοί, ώστε, έχοντας τη βεβαιότητα ότι Εσύ πλέον θα τους προστατεύεις, να έχουν μέσα τους τέλεια τη χαρά που αισθάνομαι τώρα και εγώ διότι επανέρχομαι κοντά Σου)» [Ιω. 17, 13]. Παρατηρείς ότι ο διάλογος διεξάγεται κατά ανθρωπινότερο τρόπο; Ώστε εάν κανείς ήθελε να παρουσιάζει κατώτερο τον Υιό από τα λόγια αυτά, θα παρουσιάσει κατώτερο και τον Πατέρα.

Παρατηρεί λοιπόν εξαρχής ότι ο Κύριος ομιλεί άλλοτε μεν ως κάποιος που διδάσκει και διευκρινίζει αυτά στον Πατέρα και άλλοτε σαν να δίνει παραγγελίες· ως κάποιος που διδάσκει ομιλεί όταν π.χ. λέγει: «Οὐ περὶ τοῦ κόσμου ἐρωτῶ (: εγώ, που τόσο εργάστηκα για να τους οδηγήσω στην αληθινή αυτή γνώση και πίστη, σε παρακαλώ γι’ αυτούς ως μέγας αρχιερέας και μεσίτης. Δεν σε παρακαλώ τη στιγμή αυτή για τον κόσμο της απιστίας και της αμαρτίας, αλλά σε παρακαλώ για κείνους που μου έδωσες˙ διότι, ενώ μου τους έδωσες, δεν παύουν να είναι δικοί Σου)» [Ιω. 17, 9], ενώ ως κάποιος που δίνει παραγγελίες, ομιλεί όταν λέγει: «ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου», «οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο» και «πάτερ ἅγιε, τήρησον αὐτοὺς ἐν τῷ ὀνόματί σου»· και πάλι: «σοὶ ἦσαν καὶ ἐμοὶ αὐτοὺς δέδωκας» και «ὅτε ἤμην μετ᾿ αὐτῶν ἐν τῷ κόσμῳ, ἐγὼ ἐτήρουν αὐτοὺς».

Όλων ωστόσο η εξήγηση είναι ότι οι λόγοι έχουν λεχθεί εξαιτίας της πνευματικής ακόμα αδυναμίας τους και έχουν προσαρμοστεί κατά συγκατάβαση προς το επίπεδό τους να κατανοούν τα υψηλά εκείνα νοήματα.

Όταν είπε ότι «οὐδεὶς ἐξ αὐτῶν ἀπώλετο εἰ μὴ ὁ υἱὸς τῆς ἀπωλείας (: κανένας από αυτούς τους μαθητές δεν χάθηκε, παρά μόνο ο υιός της απωλείας, ο προδότης)» πρόσθεσε «ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ (: όταν ήμουν μαζί τους στον κόσμο, εγώ τους φύλαγα με την πατρική και ισχυρή προστασία Σου. Αυτούς που μου έδωσες τους φύλαξα και κανείς απ’ αυτούς δεν χάθηκε παρά μόνο ο υιός της απωλείας, ο προδότης Ιούδας, ο οποίος χάθηκε κι έτσι εκπληρώθηκαν και επαληθεύθηκαν οι προφητείες της Αγίας Γραφής)» [Ιω. 17, 12].

Ποια Γραφή εννοεί; Εκείνη, η οποία προλέγει περί του Ιούδα. Δεν χάθηκε βέβαια για τον λόγο αυτό, δηλαδή για να πραγματοποιηθεί αυτό που λέει η Γραφή. Και για την έκφραση αυτή πολλά είπαμε και προηγουμένως, ότι δηλαδή αυτός ο τρόπος εκφράσεως είναι ιδιάζων τρόπος της Γραφής, δια του οποίου εκθέτει τα συμβαίνοντα από τα αποτελέσματά τους [δηλαδή όταν λέγει «ἵνα ἡ γραφὴ πληρωθῇ» δεν σημαίνει ότι συνέβη «με τον σκοπό να πραγματοποιηθεί η Γραφή», αλλά συνέβη «με αποτέλεσμα να επαληθευτούν οι λόγοι της Γραφής»]. Και πρέπει με ακρίβεια όλα να τα εξετάζει κανείς, και τον λεκτικό τρόπο του ομιλούντος, και την υπόθεση, και τους νόμους της Γραφής, εάν βεβαίως δεν έχουμε την πρόθεση να καταλήξουμε σε παραλογισμούς· διότι λέγει: «Ἀδελφοί, μὴ παιδία γίνεσθε ταῖς φρεσίν (: αδελφοί, μη συμπεριφέρεστε σαν να είστε ακόμη παιδιά στο μυαλό, ανίκανοι να σκεφτείτε σοβαρά και συνετά, αλλά να γίνεστε μόνο ως προς την κακία σαν τα νήπια, απονήρευτοι και αθώοι. Στο μυαλό όμως και στη σκέψη φροντίζετε πάντοτε να γίνεστε τέλειοι άνδρες)» [Α΄ Κορ. 14, 20].

ΠΗΓΕΣ:

Ø https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/in-joannem.pdf

Ø Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιον, ομιλίες Π΄και ΠΑ΄(κατ’ επιλογήν), πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 2011, τόμος 14, σελίδες 552-563 και 570-581 .

Ø Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 75, σελ. 139-144 και 148-155 .

Ø http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

Ø Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

Ø Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

Ø Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

Ø Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία(απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016

Ø http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

Ø http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

Ø http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

(Επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)

alopsis.gr

 

Ο Νεοϊερομάρτυρας και Εθνομάρτυρας Άγιος Μελέτιος επίσκοπος Κίτρους

Τον Μάρτιο 1821, ξεσπά η επανάσταση στην Πελοπόννησο. Η φλόγα της, κατά το  πέρασμα του καιρού, μεταδίδεται  σε Στερεά Ελλάδα, Αιγαίο, Θεσσα...