Κυριακή 17 Μαΐου 2026

Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ. Διδαχή την Κυριακή του Τυφλού για την έπαρση και την ταπεινοφροσύνη.

«Eις κρίμα εγώ εις τον κόσμον τούτον ήλθον, ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσι και οι βλέποντες τυφλοί γένωνται» (Ιω. 9:39)

ΑΓΑΠΗΤΟΙ αδελφοί! Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, μετά τη θεραπεία του εκ γενετής τυ­φλού, για την οποία ακούσαμε σήμερα στο ιερό Ευαγγέλιο, είπε: «Ήρθα για να φέρω σε κρίση τον κόσμο, έτσι ώστε αυτοί που δεν βλέπουν να βρουν το φως τους, κι εκείνοι που βλέπουν ν’ αποδειχθούν τυφλοί» (Ιω. 9:39). Τέτοια λόγια δεν μπορούσαν ν’ αφήσουν αδιάφορους τους υπερήφανους «σοφούς» και «δικαίους» του κόσμου τούτου, όπως ήταν οι Φαρι­σαίοι. Εξαιτίας της φιλαυτίας τους και της μεγάλης ιδέ­ας που είχαν για τον εαυτό τους, αισθάνθηκαν θιγμένοι από την παρατήρηση του Κυρίου. Αντέδρασαν, λοιπόν, με μιαν ερώτηση, που εκφράζει την αγανάκτηση και την έπαρσή τους, αλλά συνάμα και τη χλευαστική τους διά­θεση και τον φθόνο τους και την περιφρόνησή τους προς τον Χριστό: «Μήπως είμαστε κι εμείς τυφλοί;» (Ιω. 9:40).

Στην απάντηση του Κυρίου καθρεφτίζεται η ψυχική κα­τάσταση των Φαρισαίων, η οποία προκάλεσε την ερώτησή τους: «Αν ήσασταν τυφλοί, δεν θα ήσασταν ένοχοι· τώρα, όμως, λέτε με βεβαιότητα ότι βλέπετε· η ενοχή σας, λοιπόν, παραμένει» (Ιω. 9:41).

Πόσο φοβερή ασθένεια της ψυχής είναι η έπαρση! Στα ανθρώπινα έργα, στερεί από τον υπερόπτη τη βοή­θεια και τη συμβουλή του πλησίον. Και στο έργο του Θεού, στο έργο της σωτηρίας, στέρησε από τους αλαζόνες Φαρισαίους της εποχής του Κυρίου και στερεί από τους Φαρισαίους κάθε εποχής τον πιο πολύτιμο θησαυ­ρό, τη θεία δωρεά που έφερε από τον ουρανό ο Υιός του Θεού· τους στέρησε και τους στερεί τη θεία αποκάλυψη και τη μακάρια κοινωνία με τον Θεό, κοινωνία που προ­ϋποθέτει την αποδοχή αυτής της αποκαλύψεως.

Οι Φαρισαίοι θεωρούσαν ότι ανήκαν στους ανθρώπους «που βλέπουν», ότι δηλαδή είχαν φτάσει στην αλη­θινή και τέλεια θεογνωσία, δεν χρειάζονταν περαιτέρω πρόοδο και, επομένως, δεν είχαν ανάγκη από καμιά σπουδή ή διδαχή. Γι’ αυτό απέρριπταν τη διδασκαλία για τον Θεό, που τους την παρέδιδε άμεσα ο Ίδιος.

Η αρετή της ταπεινώσεως εναντιώνεται στο πάθος της υπερηφάνειας, το οποίο εκδηλώνεται με ξεχωριστό τρό­πο στο πνεύμα του κάθε ανθρώπου. Όπως η υπερηφάνεια είναι κατεξοχήν ασθένεια του πνεύματος, έτσι και η ταπείνωση είναι κατεξοχήν κατάσταση ευρωστίας του πνεύματος, μια αγαθή και μακάρια κατάσταση. Στην Αγία Γραφή και στα έργα των αγίων πατέρων ονομάζεται συ­χνά και ταπεινοφροσύνη. Τι είναι η ταπεινοφροσύνη; Είναι η ορθή αντίληψη του ανθρώπου για την ανθρώπινη φύση και, επομένως, η ορθή αντίληψη του ανθρώπου για τον εαυτό του.

Το άμεσο αποτέλεσμα της ταπεινώσεως ή ταπεινο­φροσύνης ως ορθής αντιλήψεως για την ανθρώπινη φύ­ση και για τον ίδιο μας τον εαυτό είναι η ειρήνευση της καρδιάς. Ο ταπεινός άνθρωπος είναι ειρηνικός και απέναντι στους συνανθρώπους του και απέναντι στον εαυτό του και απέναντι στις κάθε λογής περιστάσεις και απέναντι στον Θεό, είναι ειρηνικός και με τη γη και με τον ουρανό. Η ταπείνωση έχει πάρει το όνομά της από την ειρήνη που γεννά στην καρδιά μας. Την κατάσταση της ηρεμίας, της χαράς και της μακαριότητας, που προκαλείται μέσα μας από την αρετή, την ονομάζουμε τα­πείνωση. Όταν θέλουμε μαζί με την κατάσταση να δεί­ξουμε και την πηγή της, τότε κάνουμε λόγο για ταπεινοφροσύνη.

Μη σκεφθείτε, αγαπητοί αδελφοί, ότι ο ορισμός που δώσαμε στην ταπεινοφροσύνη, περιγράφοντάς την ως την ορθή αντίληψη του ανθρώπου για την ανθρώπινη φύση, γενικά, και για τον εαυτό του, ειδικά, είναι αυθαί­ρετος. Ο ίδιος ο Κύριος την όρισε έτσι, λέγοντας: «Θα γνωρίσετε την αλήθεια, και η αλήθεια θα σας ελευθερώσει» (Ιω. 8:32). Τι είναι αυτή η ελευθερία, η πνευματική ελευ­θερία, που παρέχεται από την αλήθεια, αν όχι η ευλο­γημένη ειρήνη της καρδιάς, αν όχι η αγία ταπείνωση, αν όχι η ευαγγελική ταπεινοφροσύνη; Η θεία αλήθεια είναι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός (Βλ. Ιω. 14:6). Εκείνος διακήρυξε: «Μάθετε από μένα», από τη θεία Αλήθεια, «ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά, και θα βρείτε ανάπαυ­ση στις ψυχές σας» (Ματθ. 11:29). Η ταπεινοφροσύνη είναι τρόπος σκέψεως του ανθρώπου εμπνευσμένος από τη θεία Αλή­θεια [“Το στόμα του ταπεινόφρονα λέει την αλήθεια”, σημειώνει ο όσιος Μάρκος ο Ασκητής, (Περί νόμου πνευματικού Κεφάλαιο Σ’, θ’)]. Η έπαρση είναι θλιβερή και ολέθρια αυταπάτη, είναι θανάσιμη πλάνη, με την οποία η τυφλωμένη ανθρώπινη φύση ξεγελά τον εαυτό της και ξεγελιέται από τους δαίμονες.

Λανθασμένες είναι οι κρίσεις και οι εκτιμήσεις του υπερόπτη. Τον εαυτό του τον θεωρεί αυθύπαρκτο ον, όχι πλάσμα του Θεού. Την επίγεια ζωή την αισθάνεται ατέλειωτη. Τον θάνατο δεν τον συλλογίζεται. Στην αιωνιότητα δεν πιστεύει. Η θεία πρόνοια γι’ αυτόν είναι ανύπαρκτη. Ως κυβερνήτη του κόσμου αναγνωρίζει την ανθρώπινη λογική. Όλες οι σκέψεις του σέρνονται στη γη. Τη ζωή του την έχει προσφέρει θυσία στον κόσμο τούτο, στον οποίο επιθυμεί να εγκαθιδρύσει τη διαρκή απόλαυση μέσω της αμαρτίας. Αυτή ακριβώς είναι η άλο­γη και μάταιη επιδίωξη των τυφλωμένων Φαρισαίων και Σαδδουκαίων.

Τον ταπεινόφρονα άνθρωπο, απεναντίας, στον δρό­μο της επίγειας ζωής τον συνοδεύει η μνήμη του θανά­του, διδάσκοντάς τον να ενεργεί σε κάθε περίσταση με το βλέμμα του στραμμένο στην αιωνιότητα και επιδρώντας ευεργετικά σ’ όλα του τα έργα. Ο ταπεινός εργάζεται για την αρετή, όχι για την ικανοποίηση παθών, και γι’ αυτό ό,τι κάνει είναι ωφέλιμο για τους συνανθρώπους του. Ο ταπεινός βλέπει τον εαυτό του σαν έναν ασήμαντο κόκκο μέσα στο σύμπαν, μέσα στους αιώνες, μέσα στις γενιές και τα γεγονότα που πέρασαν και που έρχονται. Ο νους και η καρδιά του ταπεινού δέχονται πρόθυμα τη χριστιανική αλήθεια και προοδεύουν σταθε­ρά στις χριστιανικές αρετές. Ο νους και η καρδιά του τα­πεινού βλέπουν και αισθάνονται την πτώση της ανθρωπίνης φύσεως, γι’ αυτό μπορούν ν’ αναγνωρίσουν και να δεχθούν τον Λυτρωτή.

Η ταπεινοφροσύνη δεν αναγνωρίζει αξία στην πε­σμένη ανθρώπινη φύση. Βλέπει τον άνθρωπο ως κορυ­φαίο θείο δημιούργημα, αλλά βλέπει και την αμαρτία που έχει διαποτίσει και δηλητηριάσει όλη την ύπαρξή του. Η ταπεινοφροσύνη αναγνωρίζει το μεγαλείο του πλάσματος του Θεού, αλλά συγχρόνως διαπιστώνει και την παραμόρφωσή του από την αμαρτία. Γι’ αυτή τη συμ­φορά θλίβεται συνέχεια. Βλέπει τη γη σαν έναν τόπο εξορίας του ανθρώπου και τον βιάζει να επιστρέψει με τη μετάνοια στον ουρανό, που τον έχασε με την έπαρση.

Η έπαρση, απεναντίας, που προκάλεσε την πτώση και την καταστροφή της ανθρωπότητας, δεν βλέπει και δεν αναγνωρίζει πτώση και παραμόρφωση στην ανθρώ­πινη φύση· βλέπει μόνο αξία, ωραιότητα, τελειότητα. Ακόμα και τα νοσήματα της ψυχής, τα πάθη, τα θεωρεί προσόντα. Μια τέτοια θεώρηση της ανθρωπίνης φύσεως κάνει τον Λυτρωτή τελείως περιττό.

Η όραση των υπερηφάνων είναι τυφλότητα, ενώ η τυφλότητα των ταπεινών είναι ικανότητα για θέαση της αλήθειας. Αυτό είναι το νόημα των λόγων του Κυρίου: «Ήρθα για να φέρω σε κρίση τον κόσμο, έτσι ώστε αυτοί που δεν βλέπουν να βρουν το φως τους, κι εκείνοι που βλέπουν ν’ αποδειχθούν τυφλοί». Οι ταπεινοί δέ­χονταν τον Κύριο και φωτίζονταν από το θείο φως Του. Οι υπερήφανοι, ικανοποιημένοι με τον εαυτό τους, Τον απέρριπταν και βυθίζονταν ακόμα περισσότερο στο σκοτάδι με την άρνηση και τη βλασφημία του Θεού.

Λάμπουν ζωηρά μέσα στον καθαρό ουρανό της νύ­χτας τ’ αναρίθμητα αστέρια, παραβγαίνοντας ποιο θα στείλει στη γη περισσότερο φως. Μόλις, όμως, ξεπρο­βάλει ο ήλιος, όλα τ’ αστέρια γίνονται άφαντα σαν ανύπαρκτα, αν και στην πραγματικότητα παραμένουν στις θέσεις τους. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τις ανθρώπινες αρετές: Όταν συγκρίνονται μεταξύ τους, έχουν κάποιο φως. Εξαφανίζονται, όμως, μπροστά στην απόλυτη αρετή, μπροστά στο φως της Θεότητας.

Ο απόστολος, μιλώντας για τις αρετές του δίκαιου Αβραάμ, λέει ότι ο πατριάρχης «μπορούσε να καυχηθεί, όχι όμως απέναντι στον Θεό… Ο Αβραάμ πίστεψε στον Θεό, και γι’ αυτή του την πίστη ο Θεός τον αναγνώρισε δίκαιο» (Ρωμ. 4, 2-3). Έτσι έπρεπε να κάνουν οι Φαρισαίοι, που καμάρωναν για την καταγωγή τους από τον Αβραάμ, αλλά είχαν αποξενωθεί πνευματικά απ’ αυτόν. Σε αντίθεση με τον Αβραάμ, θέλησαν να διατηρήσουν τις νομιζόμενες αρετές του «παλαιού ανθρώπου», κι έτσι έγι­ναν ανίκανοι ν’ αποκτήσουν αυτογνωσία και θεογνωσία. Άκουσαν, λοιπόν, τη φοβερή ετυμηγορία του Κυρίου: «Αν ήσασταν τυφλοί», αν, δηλαδή, αναγνωρίζατε την πνευματική σας τυφλότητα, «δεν θα ήσασταν ένοχοι· τώρα, όμως», όντας τυφλοί, «λέτε με βεβαιότητα ότι βλέ­πετε· η ενοχή σας, λοιπόν, παραμένει»· παραμένει, γιατί την αποδεχθήκατε και τη χαράξατε μέσα σας με την αμφιβολία σας.

Μαθητής των Φαρισαίων ήταν στα νεανικά του χρό­νια ο άγιος απόστολος Παύλος. Όπως ο ίδιος διηγείται, για να μας διδάξει, ήταν «Εβραίος γέννημα θρέμμα» και «ως προς την ερμηνεία του νόμου Φαρισαίος». «Ήμουν άμεμπτος», λέει, «σε ό,τι αφορά την τήρηση του νόμου. Αυτά, όμως, που άλλοτε ήταν για μένα πλεονεκτήματα, τώρα με την πίστη στον Χριστό τα βλέπω σαν μειονε­κτήματα. Πραγματικά, όλα εξακολουθώ να τα θεωρώ μει­ονεκτήματα σε σχέση με το ασύγκριτα ανώτερο αγαθό που κέρδισα, γνωρίζοντας τον Ιησού Χριστό, τον Κύριό μου»  (Φιλιπ.3, 5-8).

Αγαπητοί αδελφοί! Ας μιμηθούμε τον απόστολο Παύλο και τους άλλους αγίους του Θεού. Ας πλησιά­σουμε τον Κύριο, έχοντας απορρίψει τελείως την κατα­στρεπτική έπαρση και έχοντας εγκολπωθεί την ταπείνω­ση. Μέσω της ταπεινώσεως ας προσκολληθούμε στον Πλάστη μας. Με την ταπείνωση ας ελκύσουμε την προ­σοχή και την ευσπλαχνία του Θεού μας, που είπε: «Σε ποιον θα ρίξω το βλέμμα μου, παρά στον ταπεινό, στον ήσυχο, σ’ εκείνον που τρέμει τα λόγια μου;» (Ησ. 66:2).  Βλέ­ποντας και αναγνωρίζοντας τις αμαρτίες μας, ας συμπεριλάβουμε τον εαυτό μας στους αμαρτωλούς, τους αγαπημένους του Θεού. Απορρίπτοντας την έπαρση, ας δια­χωρίσουμε τον εαυτό μας από τους ψευτοδικαίους, για να μη μας αποστραφεί ο Θεός, που είπε: «Δεν ήρθα να καλέσω σε μετάνοια τους δικαίους, αλλά τους αμαρτω­λούς» (Ματθ. 9:13). Με την ταπείνωση η καρδιά μας ας γίνει πνευ­ματικό θυσιαστήριο του Θεού και ο θύτης, ο νους μας, ας προσφέρει σ’ Εκείνον θυσίες πνευματικές, ας προ­σφέρει τη θυσία της κατανύξεως, τη θυσία της μετάνοι­ας, τη θυσία της Εξομολογήσεως, τη θυσία της προ­σευχής, τη θυσία της ευσπλαχνίας, εμπλουτίζοντας κα­θεμιάν απ’ αυτές τις θυσίες με την ταπεινοφροσύνη· για­τί «ο Θεός δεν θα περιφρονήσει μια καρδιά γεμάτη συν­τριβή και ταπείνωση» (Ψαλμ. 50:19). Αμήν.

(Πηγή: “Ασκητικές ομιλίες Α’” Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, επισκόπου Καυκάσου και Μαύρης Θάλασσας, Εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής)

alopsis.gr 

Νά μήν ἐμπιστευόμαστε τόν ἑαυτό μας σέ τίποτε

ΜΙΚΡΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ

Να μην εμπιστεύεται κανείς τον εαυτό του σε τίποτε, αλλά για όλα να συμβουλεύεται τους διακριτικούς πατέρες και να εξομολογείται καθαρά τα μυστικά της καρδιάς του.

Από το Γεροντικό

Επισκεφθήκαμε κάποτε έναν από τους πατέρες και τον ρωτήσαμε: «Αν κάποιος, πού πειράζεται από έναν λογισμό και βλέπει ότι νικιέται, διαβάζει συχνά-πυκνά όσα είπαν οι πατέρες για το λογισμό αυτό και προσπαθεί να τα εφαρμόσει, χωρίς όμως να το κατορθώνει απόλυτα, τι είναι προτιμότερο, να φανερώσει σε κάποιον από τους πατέρες το λογισμό του ή να προσπαθήσει μόνος του να εφαρμόσει όσα διάβασε και να περιοριστεί στην πληροφορία της δικής του συνειδήσεως»;

«Έχει υποχρέωση», απάντησε ο γέροντας, «να φανερώσει το λογισμό του σε άνθρωπο πού θα μπορέσει να τον ωφελήσει, και να μη βασιστεί μόνο στον εαυτό του. Γιατί δεν μπορεί κανείς να βοηθήσει τον εαυτό του, όταν μάλιστα ταλαιπωρείται από τα πάθη. Να τι συνέβη σε μένα όταν ήμουνα νέος:

Είχα ένα ψυχικό πάθος πού με νικούσε. Ακούγοντας λοιπόν ότι ο αββάς Ζήνων είχε θεραπεύσει πολλούς, πού ήταν σε παρόμοια κατάσταση, αποφάσισα να πάω και να του μιλήσω. Ο σατανάς όμως με εμπόδιζε, βάζοντάς μου τη σκέψη: «Αφού ξέρεις τι πρέπει να κάνεις, εφάρμοσε όσα διαβάζεις, γιατί να πας και να ενοχλήσεις το γέροντα;» Κάθε φορά που αποφάσιζα, ωστόσο, να επισκεφθώ το γέροντα και να του μιλήσω, ο πόλεμος του πάθους υποχωρούσε, με τέχνασμα του πονηρού, για να μην πάω. Και όταν έπαιρνα την απόφαση να μην πάω, κυριευόμουνα πάλι από το πάθος. Σ΄ αυτή την παγίδα μ΄ έριχνε πολύ καιρό ο εχθρός, πού δεν ήθελε να φανερώσω το πάθος στο γέροντα. Αλλά και πολλές φορές, που πήγα αποφασισμένος να του πω το λογισμό μου, ο εχθρός δεν με άφηνε, γεννώντας μέσα στη καρδιά μου ντροπή και λέγοντάς μου μυστικά:

«Αφού ξέρεις πως πρέπει να θεραπευθείς, τι χρειάζεται να μιλήσεις σε κάποιον σχετικά; Άλλωστε εσύ δεν αδιαφορείς για τον εαυτό σου. Ξέρεις τι είπαν οι Πατέρες». Αυτά μου έβαζε στο νου ο αντίπαλος, για να μη φανερώσω το πάθος στο γιατρό και θεραπευθώ.

Ο γέροντας, από την άλλη μεριά, ενώ καταλάβαινε ότι είχα λογισμούς, δεν μου έκανε παρατήρηση, περιμένοντας να τους φανερώσω ο ίδιος. Με δίδασκε μόνο για τον σωστό τρόπο ζωής, και με άφηνε να φύγω.

Κάποτε όμως, γεμάτος θλίψη, είπα μέσα μου: «Ως πότε, ταλαίπωρη ψυχή μου, δεν θα θέλεις να γιατρευθείς; Άλλοι έρχονται στο γέροντα από μακριά και θεραπεύονται, κι εσύ δεν ντρέπεσαι, να έχεις κοντά σου το γιατρό και να μη γίνεσαι καλά;» Ζεστάθηκε έτσι η καρδιά μου και είπα μέσα μου: «Ας πάω στο γέροντα, κι αν δεν βρω κανέναν (άλλον) εκεί, θα καταλάβω πως είναι θέλημα Θεού να του αποκαλύψω το λογισμό μου». Πράγματι, πήγα και δεν βρήκα κανέναν.

Ο γέροντας, όπως συνήθιζε, με νουθέτησε γύρω από τη σωτηρία της ψυχής και για το πώς θα καθαρθεί κανείς απ΄ τους ρυπαρούς λογισμούς. Εγώ από ντροπή δεν του φανέρωσα πάλι τίποτα, κι ετοιμαζόμουνα να φύγω. Σηκώθηκε, έκανε ευχή και με ξεπροβόδιζε, βαδίζοντας μπροστά μου, ως την εξώπορτα. Τον ακολουθούσα από κοντά, ενώ με βασάνιζαν οι λογισμοί: Να μιλήσω ή να μη μιλήσω στο γέροντα;

Εκείνος στράφηκε, είδε πόσο βασανιζόμουν από τους λογισμούς, με χτύπησε στο στήθος και μου είπε:

– «Τι έχεις; Άνθρωπος είμαι κι εγώ!».

Μόλις είπε αυτά τα λόγια, νόμισα πώς η καρδιά μου ανοίχτηκε.

Πέφτω με το πρόσωπο στα πόδια του, παρακαλώντας τον με δάκρυα:

– «Ελέησέ με!».

– «Τι έχεις;», μου λέει ο γέροντας.

– «Δεν ξέρεις τι έχω;», αποκρίθηκα.

– «Εσύ πρέπει να το πεις!», είπε εκείνος.

Τότε λοιπόν, με πολλή ντροπή, του εξομολογήθηκα το πάθος μου. Και μου λέει:

– «Γιατί ντρεπόσουνα να μου το πεις τόσον καιρό; Δεν είμαι κι εγώ άνθρωπος; Θέλεις λοιπόν να σου φανερώσω αυτό που ξέρω; Δεν έχεις ήδη τρία χρόνια, που έρχεσαι εδώ μ΄ αυτούς τους λογισμούς, και δεν τους αναφέρεις»;

Το ομολόγησα, κι έπεσα πάλι μπροστά του, παρακαλώντας τον:

– «Ελέησέ με, για τον Κύριο!»

– «Πήγαινε», μου είπε, «μην παραμελείς την προσευχή σου και μην κατακρίνεις κανέναν».

Πήγα πράγματι στο κελί μου και αφοσιώθηκα με επιμέλεια στην προσευχή μου. Με τη χάρη του Χριστού και τις ευχές του γέροντα, ποτέ πιά δεν ενοχλήθηκα από το πάθος εκείνο.

* * *

Είπε ο αββάς Αντώνιος:

– Ξέρω μοναχούς, πού έπεσαν μετά από πολλούς ασκητικούς κόπους κι έφτασαν ως την παράκρουση, επειδή στήριξαν τις ελπίδες τους μόνο στον αγώνα τους και δεν έδωσαν σημασία στην εντολή Εκείνου, που είπε: «Επερώτησον τον πατέρα σου, και αναγγελεί σοι, τους πρεσβυτέρους σου, και ερουσί σοι» (Δευτ. 32:7).

* * *

Είπε ο αββάς Μωυσής:

– Ο μοναχός που έχει πνευματικό πατέρα, δεν έχει όμως υπακοή και ταπείνωση, και αυτόβουλα νηστεύει ή κάνει οτιδήποτε άλλο που θεωρεί καλό, δεν θ΄ αποκτήσει ποτέ καμιάν αρετή ούτε ξέρει τι είναι μοναχός.

* * *

Ένας γέροντας είπε:

– Αν σ΄ ενοχλούν ακάθαρτοι λογισμοί, μην τους κρύψεις, αλλά πές τους αμέσως στον πνευματικό σου πατέρα και έλεγξέ τους. Γιατί όσο κρύβει ο άνθρωπος τους λογισμούς του, τόσο πληθαίνουν και δυναμώνουν. Όπως δηλαδή το φίδι, μόλις βγει από τη φωλιά του, αμέσως φεύγει, έτσι και ο πονηρός λογισμός, μόλις φανερωθεί, αμέσως χάνεται. Και όπως το σκουλήκι τρώει το ξύλο, έτσι και ο πονηρός λογισμός αφανίζει την καρδιά. Όποιος φανερώνει τους λογισμούς του, γρήγορα θεραπεύεται. Όποιος όμως τους κρύβει, πάσχει από υπερηφάνεια.

* * *

Του αββά Ισαάκ

Αδελφέ, αν σφάλεις σ΄ ένα πράγμα, μην πεις ψέματα από ντροπή, αλλά βάλε μετάνοια λέγοντας (στον πλησίον), «Συγχώρεσέ με», και το σφάλμα σου εξαφανίζεται. Μην έχεις άλλα στο στόμα σου και άλλα στην καρδιά σου, γιατί ο Θεός δεν εμπαίζεται, όλα τα βλέπει, και τα κρυφά και τα φανερά. Κάθε λογισμό λοιπόν και κάθε θλίψη και κάθε θέλημά σου και κάθε υποψία σου μην τα κρύψεις, αλλά φανέρωσέ τα ελεύθερα στο γέροντά σου. Και ό,τι ακούς απ΄ αυτόν, φρόντιζε να το εφαρμόζεις με πίστη. Έτσι ο πόλεμος γίνεται ελαφρότερος. Γιατί χαρά αλλού δεν βρίσκουνε τα πονηρά πνεύματα, παρά στον άνθρωπο πού κρατάει κρυφούς τους λογισμούς του, είτε είναι καλοί είτε κακοί.

Παράδωσε την καρδιά σου στην υπακοή των πατέρων σου, και η χάρη του Θεού θα κατοικήσει μέσα σου. Μη θεωρείς τον εαυτό σου συνετό, για να μην πέσεις στα χέρια των εχθρών σου. Το να σωπαίνεις και να μην εξαγορεύεις τους λογισμούς σου, δείχνει ότι ζητάς την τιμή του κόσμου και την άθλια δόξα του. Εκείνος όμως πού έχει το θάρρος να εξαγορεύει τους λογισμούς του στους πατέρες του, τους διώχνει μακριά του. Πάντα να παίρνει τη συμβουλή των πατέρων σου, και θα είσαι σ΄ όλη σου τη ζωή αναπαυμένος.

Του αββά Κασσιανού

Δείγμα αληθινής ταπεινώσεως είναι το να φανερώνουμε στους πατέρες όχι μόνο όσα κάνουμε, αλλά και όσα σκεφτόμαστε. Γιατί αυτός ο τρόπος προετοιμάζει το μοναχό για να βαδίσει το σωστό δρόμο χωρίς βλάβη και εμπόδιο. Είναι αδύνατον σ΄ εκείνον πού ρυθμίζει τη ζωή του σύμφωνα με την κρίση και τη γνώμη των προχωρημένων πατέρων, να πέσει σε απάτη των δαιμόνων. Και αυτή καθεαυτή, άλλωστε, η φανέρωση και η αποκάλυψη στους πατέρες των πονηρών σκέψεων, τις μαραίνει και τις εξασθενίζει. Όπως το φίδι, όταν το βγάλεις από μια σκοτεινή τρύπα στο φως, τρέχει για να σωθεί και να εξαφανιστεί, έτσι και οι πονηροί λογισμοί, όταν φανερωθούν με την ειλικρινή ομολογία και εξαγόρευση, φεύγουν από τον άνθρωπο.

Δεν υπάρχει λοιπόν άλλη οδός σωτηρίας από την εξαγόρευση των λογισμών στους πατέρες και τη μη καταφρόνηση της παραδόσεως των προγόνων. Γιατί και αυτοί δεν κινήθηκαν από τη δική τους θέληση, αλλ΄ από το Θεό και τις θεόπνευστες Γραφές για να παραδώσουν στους μεταγενέστερους (αυτή τη συνήθεια), το να συμβουλεύονται (δηλαδή) τους προοδευμένους (στην αρετή). Αυτό μπορούμε να το μάθουμε και από πολλά άλλα μέρη της θεόπνευστης Γραφής, προπαντός όμως από την ιστορία του αγίου Σαμουήλ του προφήτη. Αυτός, αν και (αφιερώθηκε) από νήπιο στο Θεό από τη μητέρα του και αξιώθηκε να συνομιλεί με το Θεό, δεν πίστεψε στο λογισμό του. Μολονότι μία και δύο φορές τον κάλεσε ο Θεός, τρέχει προς τον γέροντα Ηλεί, παίρνει οδηγίες απ΄ αυτόν και τον συμβουλεύεται πώς ν΄ αποκρίνεται στο Θεό (Α΄Βασ. 3:9). Και εκείνον, πού τον διάλεξε ο Θεός σαν άξιό Του, θέλει με τους κανόνες και τη διδαχή του γέροντα να καθοδηγείται, κι έτσι να οδηγηθεί στην ταπείνωση. Μά και τον Παύλο, πού τον κάλεσε ο ίδιος ο Χριστός και συνομίλησε μαζί του, ενώ μπορούσε αμέσως να του ανοίξει τα μάτια και να του δείξει την οδό της τελειότητος, τον στέλνει στον Ανανία και τον βεβαιώνει ότι θα μάθει απ΄ αυτόν την οδό της αλήθειας, λέγοντας: «Είσελθε είς την πόλιν, και λαληθήσεταί σοι τι σε δεί ποιείν» (Πράξ. 9:6). Με τούτα μας διδάσκει ν΄ ακολουθούμε τις οδηγίες των προοδευμένων. Αφού και ο ίδιος ο απόστολος το διδάχθηκε αυτό, το εκπλήρωνε έπειτα με τα έργα του, εφόσον γράφει για τον εαυτό του: «Ανήλθον είς Ιεροσόλυμα ιδείν Πέτρον καιΙάκωβον, και ανεθέμην αυτοίς το ευαγγέλιον ό κηρύσσω, μήπως είς κενόν τρέχω ή έδραμον» (πρβλ. Γαλ. 1:18-19, 2:2). Αλίμονο! Το «σκεύος της εκλογής», αυτός που ανυψώθηκε ως τον τρίτο ουρανό και άκουσε από τον ίδιο το Θεό «άρρητα ρήματα», αυτός, πού πάντα τον συνόδευε η χάρη του Αγίου Πνεύματος, βεβαιώνοντας το λόγο της διδαχής του με τα θαύματα που ακολουθούσαν, αυτός ομολογεί πώς είχε ανάγκη από τις συμβουλές των αποστόλων πού προηγήθηκαν. Ποιος λοιπόν είναι τόσο αλαζόνας και υπερήφανος, ώστε να μη φρίττει ακούγοντας αυτά, και να μη φοβάται ν΄ ακολουθεί τη γνώμη του όπως φοβάται τη φωτιά της γέεννας και την αιώνια κόλαση; Γιατί σε κανέναν ο Κύριος δεν αποκαλύπτει το δρόμο της τελειότητος, παρά μόνο αν οδηγηθεί σ΄αυτόν από πνευματικούς πατέρες. Όπως μας παραγγέλλει και με το στόμα του προφήτη:

«Επερώτησον τον πατέρα σου, και αναγγελεί σοι, τους πρεσβυτέρους σου, και ερουσί σοι» (Δευτ. 32:7).

Από τον άγιο Βαρσανούφιο

Ένας αδελφός ρώτησε τον αββά Ιωάννη τον προφήτη: Για όλους τους λογισμούς, πού ξεφυτρώνουν στην καρδιά μου, πρέπει να ρωτάω τους γέροντες;

Δεν είναι ανάγκη, απάντησε ο γέροντας, να ρωτάει κανείς για όλους τους λογισμούς που περνούν από την καρδιά, γιατί φεύγουν και χάνονται. Να ρωτάει μόνο γι΄ αυτούς τους λογισμούς που επιμένουν και πολεμούν. Συμβαίνει, θα λέγαμε, με τους λογισμούς ό,τι και με έναν άνθρωπο, πού βρίζεται από πολλούς, αλλ΄ αγνοεί και προσπερνάει τις ύβρεις. Τότε δεν κάνει καμιάν ενέργεια. Αν όμως κάποιος (από τους υβριστές του) στραφεί εναντίον του και τον πολεμήσει, τότε τον καταγγέλλει στις αρχές. Έρχεται δηλαδή στον άρχοντα και υποβάλλει μήνυση εναντίον εκείνου πού τον πολέμησε. Έτσι γίνεται και με τους λογισμούς: Πρέπει να κάνουμε στους γέροντες εξαγόρευση εκείνων μονάχα πού μας πολεμούν ή μένουν μέσα μας πολύν καιρό.

https://paraklisi.blogspot.com/2018/07/blog-post_922.html#more

hristospanagia.gr 

Ὅλα προέρχονται ἀπό τή δικαιοσύνη καί τήν πρόνοια τοῦ Θεοῦ

ΜΙΚΡΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ

Όλα προέρχονται από τη δικαιοσύνη και την πρόνοια του Θεού, γι΄αυτό ο πιστός να μην επιδιώκει την εκπλήρωση του δικού του, αλλά του θείου θελήματος.

Του αββά Ησαΐα

Αδελφέ, αν συναντήσεις κάποια δυσκολία είτε στα έργα σου είτε στα λόγια σου είτε (ακόμα και) στις σκέψεις σου, να μη ζητάς καθόλου το θέλημά σου ούτε την ευκολία σου αλλά φρόντιζε ν΄ανακαλύπτεις (ποιο είναι) ακριβώς το θέλημα του Θεού, και αυτό να κάνεις στην εντέλεια, έστω κι αν φαίνεται πώς θέλει κόπο, πιστεύοντας με όλη σου την καρδιά, ότι αυτό σε συμφέρει περισσότερο από κάθε ανθρώπινη σύνεση. Γιατί η (κάθε) εντολή του Θεού είναι (δοσμένη για να μας εξασφαλίσει την) αιώνια ζωή, και όσοι την επιζητούν δεν θα στερηθούν κανένα αγαθό.

https://paraklisi.blogspot.com/2018/09/blog-post_92.html

hristospanagia.gr 

Παρασκευή 15 Μαΐου 2026

Ο Νεοϊερομάρτυρας και Εθνομάρτυρας Άγιος Μελέτιος επίσκοπος Κίτρους.

Τον Μάρτιο 1821, ξεσπά η επανάσταση στην Πελοπόννησο. Η φλόγα της, κατά το  πέρασμα του καιρού, μεταδίδεται  σε Στερεά Ελλάδα, Αιγαίο, Θεσσαλία, Μακεδονία και αλλού. Από τον Σεπτέμβριο του 1820 υπάρχει ένα κλίμα ενθουσιασμού στη Θεσσαλονίκη για την επερχόμενη επανάσταση. Ο ιεροδικαστής (μουλάς) της Θεσσαλονίκης Χαϊρουλάχ καταγράφει στο Οδοιπορικό του (δηλαδή στο Ημερολόγιο δράσης και γεγονότων). Γράφει, λοιπόν, στον σουλτάνο Μαχμούτ τον Β΄  «έχουν  ένα, δυο σχολειά και  μερικές εκκλησίες που η πιο μεγάλη είναι αυτή που ονομάζουν Μηνά εφέντη και που μέσα στα κελιά της μαζεύονται όλοι οι πρόκριτοι και συζητούν για το Πατριαρχείο, για το Φανάρι και για το Μοριά. Τη μέρα που έφθασα και πήγα στο κονάκι, είχαν φέρει εκεί μπροστά στον Γιουσούφ μπέη  έναν μεσήλικα άπιστο, Μεστανέ εφέντη, γιατί, λέγει, μάθαινε στα παιδιά τους ένα τραγούδι, γραμμένο από έναν άπιστο της Θεσσαλίας (πρόκειται για τον Ρήγα Φεραίο) που η μεγαλειότης σου, με προγενέστερο προσκυνητό φιρμάνι Σου, είχε καταδικάσει». Την περίοδο εκείνη αναπληρωτής διοικητής της πόλης ήταν ο προαναφερόμενος Γιουσούφ μπέης, ο οποίος ασκούσε τρομοκρατία στους Έλληνες κατοίκους. Έτυχε όμως και η μητρόπολη Θεσσαλονίκης να έχει εκείνη την περίοδο τοποτηρητή τον επίσκοπο Κίτρους Μελέτιο τον Α΄ Κυριακό, που προσπαθούσε να ποιμάνει με σύνεση το χριστιανικό πλήρωμα της πόλης και να το ενθαρρύνει να μη φοβάται τον Γιουσούφ. Ο Μελέτιος βρισκόταν στη Θεσσαλονίκη από το 1819, αφού ο μητροπολίτης Θεσσαλονίκης Ιωσήφ απουσίαζε στην Κωνσταντινούπολη ως μέλος της Πατριαρχικής Ιεράς Συνόδου. Ο Μελέτιος ως πρωτόθρονος επίσκοπος της Μητροπολιτικής Επαρχιακής Συνόδου Θεσσαλονίκης ανέλαβε τα καθήκοντα του τοποτηρητή του θρόνου Θεσσαλονίκης κατά κανονικό και έννομο έθος. Για τον ιερομάρτυρα πολύ λίγα είναι γνωστά. Καταγόταν από το νησί της Άνδρου ή κατ άλλους από τον Κολινδρό Πιερίας και από το 1812 είχε χειροτονηθεί επίσκοπος Κίτρους. Υπήρξε αφιλοχρήματος, ως πραγματικός   Ορθόδοξος, αποφεύγοντας να αποκτήσει περιουσία κατά τη διάρκεια της αρχιερατείας του. Σύμφωνα με την καταγραφή που απέστειλε στον σουλτάνο, μετά τον μαρτυρικό του θάνατο, ο Σαλήχ Δουτφή  εφέντης,  το σύνολό της αποτιμάται μόλις σε 1.102 γρόσια περίπου. Ο Γιουσούφ μπέης δεν θα άφηνε ανενόχλητο τον τοποτηρητή επίσκοπο. Ο Γιουσούφ ήταν άνδρας βάναυσος, τυρρανικός , που εχθρεύονταν πάνω από όλα τους χριστιανούς. Τους ισχυρισμούς  αυτούς επιβεβαιώνει και ο ίδιος ο Χαϊρουλάχ, όταν συναντήθηκε μαζί του στο διοικητήριο. Στη συνάντηση αυτή ο Τούρκος διοικητής έδειξε να γνωρίζει καλά τις επαναστατικές κινήσεις των Ελλήνων και προσδιόρισε και τη στάση που θα κρατούσε λέγοντας: «Πρέπει αλύπητα να τους κτυπούμε, όπου τους βρίσκουμε». Ο Χαϊρουλάχ δεν συμφώνησε και του αντιπρότεινε: «Θα ήταν προτιμότερο αντί να τους κτυπάμε, να τους φερόμαστε καλύτερα σαν φίλοι, ώστε να ΄ναι ευχαριστημένοι και να μην έχουν παράπονα». Ο Γιουσούφ διακόπτει τη συζήτηση και φεύγει. Ο Χαϊρουλάχ θεώρησε καλύτερο τρόπο προσέγγισης να επισκεφθεί τον Μελέτιο. Η συνάντηση έγινε στο επισκοπείο. Ο Χαϊρουλάχ  προειδοποίησε τον Μελέτιο για τις προθέσεις του Γιουσούφ μπέη και τον συμβούλεψε να νουθετήσει τους Έλληνες να είναι πιστοί στους νόμους και στις εντολές του Γιουσούφ. Τον ενημέρωσε για τις διάφορες επαναστατικές κινήσεις των Ελλήνων μέσα στην πόλη σε συνδυασμό με τις κινήσεις στην Πελοπόννησο και στις Παραδουνάβιες ηγεμονίες. Ο Μελέτιος έδειξε προσποιητή άγνοια και διαβεβαίωσε τον ιεροδικαστή για την πίστη του και αφοσίωσή του στον σουλτάνο. Η συνάντηση έγινε γνωστή στον Γιουσούφ μπέη, καθώς και οι λεπτομέρειες αυτής. Τον Φεβρουάριο του 1821 ο Χαϊρουλάχ   συλλαμβάνεται και φυλακίζεται από  τον Γιουσούφ χωρίς να το γνωρίζει ο σουλτάνος.

        Η έναρξη της επανάστασης βρίσκει τον Χαϊρουλάχ στη φυλακή και τον Μελέτιο να κινείται δραστήρια. Ο Γιουσούφ έχει πληροφορίες για επικείμενη επανάσταση και στη Θεσσαλονίκη. Αρχίζει τις συλλήψεις και ζητά από την ελληνική κοινότητα και από το  Άγιον Όρος να του στείλουν ομήρους. 400 συνολικά όμηροι φυλακίζονται, εκ των οποίων οι 100 είναι μοναχοί. Οι συνθήκες φυλάκισης άθλιες. Γράφει ο Χαϊρουλάχ «όλοι αυτοί, όπως είναι φυσικό, κακοποιούνται στα χέρια του Γιουσούφ, τους μαστιγώνει, τους βρίζει, τους εξευτελίζει και τους θανατώνει ακόμα». Ο σουλτάνος αποφυλακίζει τον Χαϊρουλάχ αλλά ο Γιοσούφ τον κρατάει στη Θεσσαλονίκη και δεν τον αφήνει να φύγει. Έτσι γίνεται ο αυτόπτης μάρτυρας του μαρτυρίου του Μελετίου. Ο Μελέτιος συνεχίζει να εκτελεί κανονικά τα καθήκοντά του ακόμη και όταν αντιλαμβάνεται ότι η κατάσταση βαίνει κακώς. Πληροφορείται ότι ο μητροπολίτης Ιωσήφ μαζί με τους άλλους έξι συνοδικούς αρχιερείς βρίσκονται φυλακισμένοι από τις 10 Μαρτίου 1821 και ο Οικουμενικός Πατριάρχης Γρηγόριος ο Ε΄ έχει απαγχονιστεί στις 10 Απριλίου του ιδίου  έτους. Έβλεπε και από  την άλλη πλευρά  την αυξανόμενη επιθετικότητα του Γιουσούφ μπέη, αλλά δεν σκέφτηκε ούτε μια στιγμή να εγκαταλείψει τη Θεσσαλονίκη και το ποίμνιο που του είχε η εκκλησία, εμπιστευτεί, ειδικά αυτές τις δύσκολες στιγμές. Η κατάσταση στη Θεσσαλονίκη έγινε δραματική τον Μάϊο του 1821. Την περιγράφει με τα μελανότερα  χρώματα ο Χαϊρουλάχ: «Η Θεσσαλονίκη, η ωραία τούτη πόλη, που στολίζει σαν σμαράγδι το τιμημένο στέμμα Σου» γράφει προς τον Σουλτάνο, «μεταβλήθηκε σε ένα απέραντο σφαγείο. Ο μουτεσελήμ Γιουσούφ μπέης, διέταξε τους χαφιέδες του να γυρνούν στους δρόμους της πόλης και να σκοτώνουν αλύπητα κάθε άπιστο που θα συναντούσαν. Οι μισοί από τους ομήρους σφάκτηκαν μπροστά στον Γιουσούφ. Από την εκδικητική μανία του Γιουσούφ δεν γλίτωσε ούτε ο Μελέτιος, ο οποίος θεωρήθηκε ότι έχει ενεργή συμμετοχή στο επαναστατικό κίνημα και για αυτό συνελήφθη άμεσα μαζί με τον εφημέριο του αγίου Μηνά,  τον παπα-Γιάννη. Το μαρτύριο του επισκόπου και του παπα-Γιάννη είναι φρικτό». Και σαν να μην έφθαναν όλα αυτά, την πρώτη μέρα του φεγγαριού του Μαΐου (18-19) ο Γιουσούφ μπέης διέταξε να του φέρουν τον Μακάρ εφέντη (δηλ. τον Μελέτιο) και τους άλλους «αγιάνιδες» (πρόκριτους) των ρωμιών. «Τους φέραν  δεμένους και τότε ράγισε η καρδιά μου, βλέποντας τον Μακάρ εφέντη, με τα άσπρα του γένια και τα μακριά μαλλιά του ακατάστατα, να παραδίδεται στα χέρια των «μπασή μποζούκ» και να κομματιάζεται στη μεγάλη πλατεία του Κοπανού (αγορά Βλάλη). Ενός άλλου γέροντα σεβάσμιου, του παπα-Γιάννη, της εκκλησίας του Μηνά εφέντη, του κόψαν τα πόδια  και τα χέρια. Κι έπειτα, κρατώντας τα κομμένα χέρια του, με τα δάκτυλα του βγάλαν τα μάτια του». Ο ιερομάρτυρας επίσκοπος Κίτρους Μελέτιος, όπως και ο παπα-Γιάννης, πλήρωσαν με τη ζωή τους την αγάπη για το ποίμνιό τους, την Εκκλησία και την πατρίδα. Ένας ακόμη αρχιερέας, μαζί με τον εφημέριο του ναού του Αγίου Μηνά, πότισε με το αίμα του το δένδρο της ελευθερίας και συνέβαλε με τη θυσία του στην τελική απελευθέρωση του τόπου. Οι Τούρκοι δεν συγχώρεσαν ποτέ  την ανάμειξή του στη επανάσταση του ’21.Ο Μάρτυρας επίσκοπος, συγκαταλέγεται στη χορεία των Νεοϊερομαρτύρων. Μια χορεία που συγκέντρωσε πάνω της, σε όλη τη μακρόχρονη περίοδο της Τουρκοκρατίας, το μίσος, τη θρησκευτική υστερία και τον φανατισμό των Οθωμανών περισσότερο από κάθε άλλον, γνωρίζοντας την εκδικητική τους μανία. Δεν πρέπει να ξεχνάμε επίσης ότι σε πολλές περιπτώσεις είχαν τη δυνατότητα αρκετοί από αυτούς τους αγίους αρχιερείς - και ο Μελέτιος ανάμεσά τους - να γλυτώσουν και να αποφύγουν το μαρτύριο. Αντί αυτού όμως, προτίμησαν το μαρτύριο και τον θάνατο. Η θυσία τους δεν πήγε χαμένη, αφού έγινε ισχυρό μέσο χαλύβδωσης και στερέωσης του φρονήματος των Ελλήνων για ελευθερία. Το αίμα τους πότισε και θέριεψε το δένδρο της Ελευθερίας και της Ορθοδοξίας. Η μνήμη του Αγίου Μελετίου, επισκόπου Κίτρους, τιμάται την 18η Μαΐου και η πόλις της Κατερίνης θα κτίσει περικαλλή Ναό στο όνομά Του.

Απολυτίκιον Ήχος γ΄ Θείας Πίστεως
Χαίρει έχουσα, η Πιερία,
Ιερόαθλον λαμπρόν ποιμένα,
Τον επίσκοπον Κίτρους Μελέτιον,
Υπέρ Χριστού γάρ το αίμα εξέχεε
Θεσσαλονίκης φοινίξας το έδαφος
διό άπαντες, τιμώμεν αυτόν εν άσμασι,
Αυτού εξιστορούντες τα θαυμάσια.

Κοντάκιον Ήχος πλάγιος του δ΄ Τη υπερμάχω
Της Πιερίας ποιμενάρχην ιερόαθλον
Της Εκκλησίας στεφανίτην τον περίδοξον
εγκωμίοις καταστέξωμεν εγκαρδίως, εν
εσχάτοις γαρ τοις έτεσιν ενήθλησεν,
υποστάς αυτού της κάρας την απότμησιν
Διό κράζομεν, χαίρεις Κίτρους Μελέτιε.

Μεγαλυνάριον
Κίτρους ποιμενάρχην περιφανή
Και της Πιερίας, σεμνολόγημα ιερόν,
Μάρτυρα Κυρἰου, και άμα αρχιθύτην,
Μελέτιον τον Νέον ανευφημήσωμεν
Ποίημα Μητροπολίτου Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας Ιωήλ. 

Πηγές  και βοηθήματα

Πηγές και βοηθήματα
Παπάζογλου Αβραάμ, Η Θεσσαλονίκη κατά τον Μάιο του 1821.Μακεδονικά 1, Χρονολογία 1940, Σελίδες 417-428.
Αγγελόπουλου Αν. Αθανασίου, Ο Εθνομάρτυρας Επίσκοπος Κίτρους Μελέτιος, ιστότοπος του Ιδρύματος Εθνικού και Θρησκευτικού Προβληματισμού.
Σωτηριάδη Ιγνατίου (Αρχιμ.), Πανόραμα Ιστορίας της Ιεράς Μητροπόλεως Κίτρους, τόμος Α΄, Έκδοση Βαρναβείου Βιβλιοθήκης Ιεράς Μητροπόλεως Κίτρους και Κατερίνης 1999.
Εγκόλπιο ημερολόγιο Ιεράς Μητροπόλεως Κίτρους, Κατερίνης και Πλαταμώνος έτους 2017.
Στεργιούλη Χαράλαμπου Νεομάρτυρες από τη σκλαβιά στον Ουρανό, έκδοση Αρχονταρίκι, 2021.

Μυργιώτης  Παναγιώτης
Μαθηματικός

Μικρός Ευεργετινός: Ὅποιος θέλει νά σωθεῖ, πρέπει νά ἐπιδιώκει τίς συναναστροφές μέ ἐναρέτους ἀνθρώπους.

ΜΙΚΡΟΣ ΕΥΕΡΓΕΤΙΝΟΣ

Όποιος θέλει να σωθεί, πρέπει να επιδιώκει τις συναναστροφές με εναρέτους ανθρώπους.

Από το Γεροντικό

Ο αββάς Παλλάδιος είπε: «Η ψυχή που αγωνίζεται σύμφωνα με το θέλημα του Θεού, πρέπει ή να μαθαίνει σωστά όσα δεν ξέρει ή να διδάσκει με σαφήνεια όσα έμαθε. Αν δεν θέλει να κάνει τίποτε από τα δύο, τότε δεν είναι καλά. Γιατί η αρχή της αποστασίας βρίσκεται στην έλλειψη της διδαχής και στην ανορεξία του θείου λόγου, πού τον πεινάει πάντα η φιλόθεη ψυχή».

* * *

Είπε πάλι ο αββάς Παλλάδιος: «Περισσότερο κι από παράθυρο φωτεινό, πρέπει να κυνηγάει κανείς τις συναναστροφές εναρέτων ανθρώπων, γιατί με τη βοήθειά τους θα μπορέσει να δει την καρδιά του

σαν ένα καθαρογραμμένο βιβλίο και, συγκρίνοντας τη ζωή του με τη ζωή εκείνων, να διαπιστώσει τη δική του ραθυμία ή επιμέλεια. Γιατί στους εναρέτους υπάρχουν πολλά, και εξωτερικά ακόμα στοιχεία, που φανερώνουν την καθαρότητα της ψυχής τους: το χρώμα, πού απλώνεται στο πρόσωπο με τη θεάρεστη πολιτεία, ο τρόπος της ενδυμασίας, η απλότητα του ήθους, η σεμνότητα στα λόγια, το απέριττο στις λέξεις, η σύνεση στις σκέψεις, η προσοχή στις εκδηλώσεις. Όλα τούτα ωφελούν υπερβολικά όσους τα παρατηρούν, και αποτυπώνουν στις ψυχές τους αναλλοίωτα πρότυπα αρετής».

* * *

Ένας γέροντας – διηγήθηκε ο αββάς Κασσιανός – πού ασκήτευε στην έρημο, παρακάλεσε το Θεό να του δώσει τούτο το χάρισμα: Όταν γίνεται πνευματική συζήτηση, να μη νυστάζει ποτέ, όταν όμως κανείς αργολογεί ή κατακρίνει, τότε να τον παίρνει ο ύπνος, για να μη μολύνονται τ΄ αυτιά του με τέτοιο δηλητήριο. Και πραγματικά, του έδωσε ο Θεός αυτό που ζητούσε.

Έλεγε λοιπόν αυτός ο γέροντας, πώς ο διάβολος είναι διασώστης της αργολογίας και αντίπαλος κάθε πνευματικής διδαχής. Επιβεβαίωνε μάλιστα το λόγο του με τούτο το παράδειγμα:

– Μια φορά, καθώς μιλούσα για ψυχωφελή ζητήματα σε κάποιους αδελφούς, τόσο πολύ νύσταξαν, πού δεν μπορούσαν ούτε τα βλέφαρά τους να κουνήσουν. Κι εγώ τότε, θέλοντας να φανερώσω πώς αυτό συμβαίνει από δαιμονική ενέργεια, άρχισα ν΄ αργολογώ. Στη στιγμή ξενύσταξαν κι έγιναν ολόχαροι! Αναστέναξα και τους είπα: «Δέστε, αδελφοί μου! Όσο μιλούσαμε για ουράνια πράγματα, τα μάτια όλων σας τα έκλεινε ο ύπνος. Μόλις όμως ακούστηκαν λόγια μάταια, όλοι ξενυστάξατε και ακούγατε πρόθυμα. Σας παρακαλώ λοιπόν, αδελφοί, να συναισθανθείτε την ενέργεια του πονηρού δαίμονα, κι έτσι να είστε προσεκτικοί και να φυλάγεστε από το νυσταγμό, κάθε φορά πού κάνετε ή ακούτε κάτι πνευματικό».

* * *

Τρεις πατέρες είχαν τη συνήθεια να πηγαίνουν κάθε χρόνο στον μακάριο Αντώνιο. Απ΄ αυτούς οι δύο του έκαναν διάφορες ερωτήσεις για τους λογισμούς και τη σωτηρία της ψυχής. Ο τρίτος όμως σώπαινε και δεν ρωτούσε τίποτα. Αφού λοιπόν ήρθαν πολλές φορές και ο αδελφός εκείνος έτσι πάντα σώπαινε, μη ρωτώντας το παραμικρό, του λέει κάποτε ο αββάς Αντώνιος:

– Μά τόσον καιρό έχεις πού έρχεσαι εδώ, και δεν με ρωτάς τίποτα;

Εκείνος τότε αποκρίθηκε:

– Μου φτάνει μόνο πού σε βλέπω, πάτερ.

* * *

Έλεγε ο αββάς Παφνούτιος, ότι όσο ζούσαν οι γέροντες, πού έμεναν δώδεκα μίλια μακριά από το κελί του, πήγαινε και τους συναντούσε δύο φορές το μήνα. Τους φανέρωνε κάθε λογισμό του.

Κι εκείνοι δεν του έλεγαν τίποτε άλλο, παρά μόνο τούτο: «Όπου κι αν βρεθείς, μη λογαριάζεις τον εαυτό σου, και θα έχεις ανάπαυση».

* * *

Διηγήθηκαν για ένα γέροντα, ότι νήστεψε εβδομήντα εβδομάδες, τρώγοντας μόνο μια φορά την εβδομάδα, και παρακαλώντας στο διάστημα αυτό το Θεό να του φανερώσει τη σημασία ενός χωρίου της Γραφής. Αλλά ο Θεός δεν του την αποκάλυψε. Λέει τότε μέσα του: «Να, τόσους κόπους έκανα, και τίποτα δεν κατόρθωσα. Ας πάω λοιπόν στον αδελφό μου και ας τον ρωτήσω». Φεύγοντας όμως, καθώς έκλεινε πίσω του την πόρτα, έστειλε ο Κύριος έναν άγγελο, πού του είπε:

– Οι εβδομήντα εβδομάδες της νηστείας σου δεν έφτασαν στο Θεό. Όταν όμως ταπεινώθηκες και κίνησες να πας στον αδελφό σου, Εκείνος μ΄ έστειλε για να σου εξηγήσω το ρητό.

Και αφού τον πληροφόρησε για τη σημασία του χωρίου πού ζητούσε, αναχώρησε.

* * *

Είπε κάποιος γέροντας: «Αυτός πού μπαίνει σε αρωματοπωλείο, κι αν ακόμα δεν αγοράσει τίποτα, παίρνει πάντως επάνω του κάποιαν ευωδία. Έτσι συμβαίνει και μ΄ αυτόν πού επισκέπτεται τους πατέρες. Αν θελήσει να εργαστεί πνευματικά, του δείχνουν το δρόμο της ταπεινώσεως, πού τον προστατεύει σαν τείχος από τις επιδρομές των δαιμόνων».

* * *

Πήγε κάποτε στον αββά Φήλικα ένας αδελφός, έχοντας μαζί του και μερικούς κοσμικούς. Παρακάλεσε λοιπόν τον αββά να τους πει ωφέλιμο λόγο. Ο γέροντας όμως σώπαινε. Ο αδελφός συνέχισε να τον παρακαλεί ώρα πολλή, οπότε εκείνος τους είπε:

– Θέλετε ν΄ ακούσετε ψυχωφελή λόγο;

– Ναι, αββά, αποκρίθηκαν.

– Δεν υπάρχει πιά λόγος, είπε ο γέροντας. Γιατί όταν οι αδελφοί ρωτούσαν τους γέροντες και έκαναν όσα εκείνοι τους συμβούλευαν, ο Θεός έδινε λόγο, για να ωφεληθούν εκείνοι που ρωτούσαν. Τώρα όμως, επειδή ρωτάνε αλλά δεν εφαρμόζουν όσα ακούνε, πήρε ο Θεός τη χάρη του λόγου από τους γέροντες. Δεν βρίσκουν πιά τι να πούν, γιατί δεν υπάρχει εργάτης της αρετής.

Όταν τον άκουσαν οι επισκέπτες, αναστέναξαν και είπαν:

– Προσευχήσου για μας, αββά.

* * *

Του αββά Μάρκου

Ο άνθρωπος συμβουλεύει τον πλησίον του καθώς γνωρίζει. Ο Θεός πάλι ενεργεί σ΄ αυτόν που ακούει ανάλογα με την πίστη του.

Ο άνθρωπος που μακροθυμεί, έχει πολλή φρόνηση (Παροιμ. 14:29). Το ίδιο κι εκείνος που τεντώνει το αυτί του για ν΄ ακούει λόγους πνευματικής σοφίας.

Μην αρνείσαι να μαθαίνεις, κι ας τυχαίνει να ξέρεις πάρα πολλά. Γιατί αυτό πού μπορεί να οικονομήσει ο Θεός, είναι πολύ πιο ωφέλιμο από τη δική μας φρόνηση.

Αυτός που θέλει να σηκώσει το σταυρό του και ν΄ ακολουθήσει το Χριστό, πρέπει πρώτα-πρώτα να επιδιώξει την αληθινή γνώση και μάθηση, εξετάζοντας ακατάπαυστα τους λογισμούς του και μεριμνώντας συνεχώς για τη σωτηρία του και ρωτώντας τους δούλους του Θεού πού έχουν το ίδιο φρόνημα και αγωνίζονται τον ίδιο αγώνα μ΄ αυτόν, έτσι ώστε να μην αγνοεί πού και πώς βαδίζει και να μην προχωράει μέσα στο σκοτάδι χωρίς λύχνο να του φέγγει. Γιατί εκείνος πού βαδίζει ιδιόρρυθμα, χωρίς ευαγγελική γνώση, χωρίς διάκριση και χωρίς την καθοδήγηση κάποιου, σκοντάφτει συχνά και πέφτει σε πολλούς λάκκους και παγίδες του πονηρού και πλανιέται πολύ και κοπιάζει πολύ και μπαίνει σε πολλούς κινδύνους και δεν γνωρίζει τι τέλος θα έχει. Γιατί δεν είναι λίγοι εκείνοι πού πέρασαν από πολλούς κόπους και ασκήσεις και κακοπάθειες και πού υπέφεραν πολλούς μόχθους για το Θεό, αλλά η ιδιορρυθμία, η αδιακρισία και η έλλειψη πνευματικής βοήθειας από τον πλησίον έκαναν τους τόσους και τόσους κόπους τους ανίσχυρους και μάταιους.

Γι΄ αυτό αν είναι δυνατόν, πρέπει κανείς να φροντίζει και ν΄ αγωνίζεται να είναι συνεχώς μαζί με ανθρώπους πού έχουν πνευματική γνώση, με σκοπό, αν ο ίδιος δεν έχει φωτισμό αληθινής γνώσεως, βαδίζοντας μαζί μ΄ εκείνον που έχει, να μην περπατάει στο σκοτάδι, να μην κινδυνεύει από βρόχια και παγίδες και να μην πέφτει πάνω στα νοητά θηρία, που ζουν στο σκοτάδι και που αρπάζουν και αφανίζουν όσους περπατούν μέσα σ΄ αυτό χωρίς τον νοητό λύχνο του θείου λόγου.

Του αγίου Μαξίμου

Όπως οι κατά σάρκα γονείς έχουν ιδιαίτερη φυσική αγάπη στα παιδιά τους, έτσι και ο νους έχει φυσικό σύνδεσμο με τους λόγους του. Και όπως όσοι γονείς αγαπούν παθολογικά τα παιδιά τους, τα θεωρούν πώς είναι τα πιο ικανά και τα πιο ωραία, ακόμα κι αν είναι σε όλα τα πιο καταγέλαστα, έτσι και στον άφρονα νου οι λόγοι του, ακόμα κι αν είναι οι χειρότεροι απ΄ όλους, του φαίνονται φρονιμότατοι. Στον σοφό όμως νου δεν φαίνονται έτσι οι λόγοι του, απεναντίας, όταν νομίσει ότι είναι αντικειμενικοί και καλοί, τότε προπαντός δεν πιστεύει στην κρίση του, αλλά βάζει άλλους σοφούς να κρίνουν τους λόγους και τους λογισμούς του, «μήπως είς κενόν τρέχη ή έδραμε» (Γαλ. 2:2), και απ΄ αυτούς βεβαιώνεται.

Του αγίου Εφραίμ

Μην αρνείσαι τη συμβουλή αγίων ανθρώπων, έστω κι αν έχεις πνευματική γνώση. Γιατί κι αυτό είναι καρπός γνώσεως.

https://paraklisi.blogspot.com/2018/08/blog-post_92.html#mo

hristospanagia.gr 

Το σπίτι μύριζε Κυριακή Κάποτε. Η Κυριακή είχε μυρωδιά. Δεν ήταν απλώς μια μέρα της εβδομάδας..

Γράφει η Άννα Μηλιαρά φιλόλογος

Το σπίτι μύριζε Κυριακή Κάποτε. Η Κυριακή είχε μυρωδιά. Δεν ήταν απλώς μια μέρα της εβδομάδας. Ήταν κάτι που το ένιωθες από το πρωί.

Ήταν οι μυρωδάτοι λεμονανθοί, το άρωμα της τριανταφυλλιάς, το χαμομήλι. Ήταν τα φρεσκοσιδερωμένα ρούχα για την εκκλησία.

Ήταν το φαγητό που σιγόβραζε στην κατσαρόλα. Ήταν το τραπέζι που ετοιμαζόταν από νωρίς. Ήταν οι φωνές στο σπίτι, λίγο πιο ήρεμες, λίγο πιο… «γεμάτες».

Ήταν η μάνα. Με μια ποδιά δεμένη στη μέση, να πηγαινοέρχεται στην κουζίνα, να δοκιμάζει, να διορθώνει, να φροντίζει.

Και πριν ακόμα στρωθεί το τραπέζι, πάντα θα γέμιζε ένα πιάτο: «Πήγαινέ το στη γιαγιά» ή «δώσ’ το στη γειτόνισσα».

Το «σκουτελικό».

Μια κίνηση απλή. Κι όμως, γεμάτη αγάπη.

Κι ήταν κι ο πατέρας. Μερακλής, όπως κι εκείνη. Να ανοίγει το ραδιόφωνο και να αφήνει να ακουστεί η φωνή του Νίκου Ξυλούρη, του Κώστα Μουντάκη και του Θανάση Σκορδαλού.

Κι εκεί, ανάμεσα σε μυρωδιές και ήχους, να μπλέκονται τα βήματα με το συναίσθημα.

Να χορεύουν. Να γελούν. Να ζουν. Και το τραπέζι… Δεν άρχιζε ποτέ αν δεν ήμασταν όλοι εκεί. Ήταν κανόνας. Ήταν σεβασμός. Ήταν αγάπη. Τότε δεν τα σκεφτόμασταν. Ήταν δεδομένα. Σήμερα, μοιάζουν πολύτιμα.

Γιατί τα σπίτια δεν μυρίζουν πάντα πια Κυριακή. Οι ρυθμοί άλλαξαν. Οι άνθρωποι βιάζονται. Τα τραπέζια μικραίνουν. Οι στιγμές λιγοστεύουν. Κι όμως, κάπου μέσα μας, αυτή η μυρωδιά μένει.

Σαν μνήμη. Σαν παρηγοριά. Σαν κάτι που μας κρατά. Ίσως τελικά, η Κυριακή να μην ήταν η μέρα. Ήταν οι άνθρωποι. Ήταν η παρουσία.

Ήταν η αγάπη που δεν λεγόταν, αλλά φαινόταν. Και όσο κι αν αλλάζουν τα χρόνια, εκείνη η αίσθηση δεν χάνεται. Μένει μέσα μας.

Σαν ένα σπίτι που, όσο κι αν πέρασαν τα χρόνια, κρατά ακόμα μέσα του τη ζεστασιά εκείνων των Κυριακών. Και θα μυρίζει για πάντα… αγάπη.

Πηγή: Viannitika

Εικόνα από το: Pinterest

το «σπιτάκι της Μέλιας»

simeiakairwn.gr

Εκ του ιστολόγιου: Κάθε στιγμή πρέπει να δοξάζουμε το Θεό. Η μέρα όμως που είναι αφιερωμένη σε Εκείνον, είναι η ημέρα της Κυριακής. Όμως όταν αγαπητοί, διώχνουμε τη Χάρη του Θεού από την ψυχή μας και κατ’ επέκταση από τη ζωή μας, έρχεται το σκοτάδι του Διαβόλου.

Όταν το πλοίο της ψυχής μας, χάσει τον προορισμό του που είναι η Άνω Ιερουσαλήμ, η αιώνια ζωή και μεριμνούμε για την παρούσα, τότε θα βιώσουμε την κόλαση από εδώ. Τη βιώνουμε. Έχει φύγει η ησυχία εσωτερική και εξωτερική από τον κόσμο. Αυτά που κάποτε ήταν η εξαίρεση (φονικά, διαστροφή κλπ), γίνανε ο κανόνας.

Αντί όμως να μετανοήσουμε και να ζητήσουμε βοήθεια από τον Κύριο Ημών Ιησού Χριστό, συνεχίζουμε την ασωτία μας. Ψάχνουμε στον βούρκο της αμαρτίας τη λύση.

Κοντά στην Εκκλησία καρδιακά, όχι τυπικά. Κοντά στο Λόγο του Θεού.

Α.Η. 

Η Μάνα μας εορτάζει.

ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΛΕΦΤΙΚΗ ΖΩΗ

Ο κλέφτης του βουνού στο τραχύ λημέρι του θυμάται τη μανούλα του και ρωτάει τα δέντρα του δάσους: «Ακούω τα δέντρα και βογγούν και τις οξιές και τρίζουν Έκατσα και τα ρώτησα γλυκά σαν τη μανούλα» Άλλο τραγούδι χαρακτηρίζει μαύρη τη ζωή του κλέφτη: «Μαύρη ζωή που κάνουμε εμείς οι μαύροι κλέφτες με το ντουφέκι αγκαλιά σαν το παιδί η μάνα» Αντίθετα, του Κίτσου η μάνα θέλει να πάει στα κλέφτικα λημέρια να δει το γιο της και τα βάζει με τα στοιχεία της φύσης που δεν της το επιτρέπουν. «Του Κίτσου η μάνα κάθονταν, στην άκρη στο ποτάμι, με το ποτάμι μάλωνε και το πετροβολούσε.– Ποτάμι, για λιγόστεψε, ποτάμι, γύρνα πίσω, για να περάσω αντίπερα, στα κλέφτικα λημέρια» Και εις το γνωστό τραγούδι «Τα παιδιά της Σαμαρίνας» ο κλέφτης που πεθαίνει σκέφτεται τη μάνα του να μη πικραθεί από το θάνατό του και παραγγέλλει εις τους συντρόφους του, τα κλεφτόπουλα:
«Κι αν σας ρωτήσει η μάνα μου, η δόλια η αδελφή μου, μην πείτε πως σκοτώθηκα, πως είμαι λαβωμένος.  ΕΙΣ ΤΟΝ ΞΕΝΙΤΕΜΟΗ μοίρα πολλών ανθρώπων τους οδήγησε εις την ξενιτειά. Δύσκολες οι εποχές, τα ταξίδια κουραστικά πολυήμερα. Χωρίς δρόμους, χωρίς συγκοινωνιακά μέσα λεωφορεία, τραίνα και αεροπλάνα. Παρά μόνο πεζοπορία και καραβάνια ζώων. Οι τόποι φάνταζαν μακρινοί και ο ξενιτεμός φαρμάκι. Συγκινητική η ώρα του αποχαιρετισμού με την ευχή της μάνας.– «Θα φύγω, μάνα, και μην κλαις και δος μου την ευχή σουκι ευχήσου με, μανούλα μου, να πάω καλά στα ξένα.– Παιδί μου, πάαινε στο καλό, κι όλοι οι αγιοί κοντά σου». Προτού να περάσει ο κερατζής (ίσως ο Ρόβας), να πάρει το γιο της για τα ξένα, η μάνα ετοιμάζει να ψήσει ψωμί για το ταξίδι: «Με πόνους βάνει το νερό, με δάκρυα τ’ αλεύρικαι με τους αναστεναγμούς φωτιά βάνει στο φούρνο.– Φούρνε μ’, μην κάψεις το ψωμί, στην ώρα μην το βγάλεις, για να περάσει ο κερατζής, να μείν’ ο γιος μου πίσω» ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟ ΓΑΜΟΗ μάνα δένεται με την ερωτικό πόνο του παιδιού της. Ο έρωτας εις το δημοτικό τραγούδι είναι αγνός και δεν ευτελίζεται. Πρωταγωνιστής, συνήθως, είναι η κόρη. Και σε άλλο Ηπειρώτικο τραγούδι η κόρη ζητάει το γιατρό, για να της γιατρέψει τον ερωτικό καημό. «Δεν μπορώ, μανούλα μ΄, δεν μπορώ, σύρε να φέρεις το γιατρό Αγάπησα, μάνα μ’, αγάπησα, πικρά η δόλια το μετάνιωσα. Φέρτονε, μανούλα, το γιατρό να μου γιάνει τον καϋμό» Αν τύχει η κόρη κι έχει κρυφό κάποιο ερωτικό δεσμό, η μάνα που ξέρει καλά την καρδιά της καταλαβαίνει καλά. Η Μαλάμω που γυρίζει απ’ τη βρύση δικαιολογεί πώς έσπασε τη στάμνα της:– «Μάνα μ’, παραπάτησα και τη στάμνα μου την τσάκισα.– Δεν είναι παραπάτημα, μόν’ είν’ αντρός αγκάλιασμα». Όσο αγαπάει η μάνα την κόρη, άλλο τόσο αγαπάει και το γιο της, που είναι το καμάρι της. «Από τη γης βγαίνει νερό κι απ’ την ελιά το λάδι, κι από τη μάνα την καλή βγαίνει το παλληκάρι». Συγγενικά με τα ερωτικά τραγούδια, είναι και τα τραγούδια του γάμου, γιατί εκφράζουν κι αυτά τα ίδια συναισθήματα. Είναι τραγούδια της χαράς και συνοδεύονται με ευχές και με παινέματα για τους νεόνυμφους. Μέχρι να φτάσει η χαρούμενη αυτή στιγμή, από χρόνια η μάνα ετοίμαζε τα προικιά της κόρης της. «Τρεις χρόνους ράβουν τα προικιά και τρεις τα πανωπροίκια και τα κρυφά της μάνας της λογαριασμό δεν έχουν». Τα τραγούδια της χαράς δεν παραλείπουν να υπογραμμίσουν και την πίκρα του χωρισμού. «Αφήνω γεια, μανούλα μου, αφήνω γεια, πατέρα» Ανάμεικτα συναισθήματα χαράς και λύπης και η μάνα δίνει την ευχή της:
«Είκοσι χρόνια πότιζα μηλίτσα στην αυλή μου, τώρα που μου την πήρανε, ας πάει με την ευχή μου». Τα παράπονα όλα για την αποτυχία του γάμου τής κόρης τα φορτώνεται η μάνα: «Θέλω να πάω στη μάνα μου, να πάω στα γονικά μου». ΕΙΣ ΤΟ ΘΑΝΑΤΟ Εκεί που ξεχειλίζει η μητρική οδύνη και φτάνει στο απόγειό της είναι για το θάνατο του παιδιού της. Πονάει και θρηνεί η μάνα περισσότερο από κάθε άλλον. «Αν δε φουσκώσει η θάλασσα, ο βράχος δεν αφρίζει. Αν δε σε κλάψει η μάνα σου, ο κόσμος δε δακρύζει». Στα μοιρολόγια ξεχύνεται ολάκερος ο ψυχικός πόνος της μάνας:«Εσύ, παιδί μου, κίνησες να πας στον κάτω κόσμο, κι αφήνεις τη μανούλα σου πικρή, χαροκαμένη. Παιδάκι μου, τον πόνο σου πού να τον απιθώσω;». Η μάνα σκέφτεται ακόμη και το δικό της πρόωρο θάνατο. Τρέμει και ανησυχεί πώς θα βιώσουν αυτό το ενδεχόμενο θλιβερό γεγονός τα παιδιά της: «Με τι καρδιά, με τι ψυχή, θα πάω εγώ στον Άδη, ν’ αφήσω τα παιδάκια μου, να κλαιν αυγή και βράδυ; Να κλαίνε, να φωνάζουνε. μανούλα μ’, πού να είσαι; βαριά αποκοιμήθηκες κι εμάς δε μας θυμάσαι». Η καρδιά της μάνας με την πάροδο του χρόνου δεν έχει αλλάξει. Πάντα συμπονετική συμπαραστάτης εις τα βλαστάρια της, τα βλέπει πάντα μικρά, φροντίζει να μη κρυώσουν, να μη αργήσουν. Βοηθός των ως την τελευταία στιγμή της ζωής της. Να προσφέρει. Να ξεκουράσει τα κουρασμένα παιδιά της και τα εγγόνια της, τα οποία οι γονείς των είναι κουρασμένοι. Πάρα πολλά θα μπορούσαμε να γράψουμε για αυτό το υπέροχο, ιερό πρόσωπο την Μάνα και μάλιστα την Ελληνίδα μάνα. Για αυτή την καταπληκτική Ελληνίδα μάνα και για κάθε μάνα καθιερώθηκε μόνο μια μέρα κάθε έτος για να εορτάζεται. Της αξίζει να εορτάζεται κάθε μέρα για την τεράστια προσφορά της. Πολύ σημαντική, καθοριστική η συμβολή της Μάνας εις την ανάπτυξη  και εις την πορεία του καθενός μας εις την ζωή.

Μυργιώτης Παναγιώτης
Μαθηματικός

Πέμπτη 14 Μαΐου 2026

«Ἄσωτος εἴ τις, ὡς ἐγώ, θαρρῶν ἴθι˙ θείου γὰρ οἴκτου πᾶσα ἤνοικται θύρα».

«Ἄσωτος εἴ τις, ὡς ἐγώ, θαρρῶν ἴθι˙
θείου γὰρ οἴκτου πᾶσα ἤνοικται θύρα».

Αυτό είναι το δίστιχο της σημερινής ημέρας του υπομνήματος που έχει εξαιρετική σημασία για την όλη πορεία μας, την απαραίτητη προσωπική μας μετάνοια, ενώπιον της ολάνοικτης θύρας της αγάπης του ουράνιου πατέρα μας. Η ανυπέρβλητη ευσπλαχνία του δίνει μεγάλο θάρρος και στους πιο μεγάλους αμαρτωλούς.

Γνωστή η παραβολή, γνωστή η ιστορία, συνήθης, επαναλαμβανόμενη κι έχουν πολλά και ωραία κατά καιρούς από πολλούς ειπωθεί. Έτσι ο ταπεινός ομιλητής δυσκολεύεται όχι λίγο ν’ αναλύσει γνώριμη υπόθεση, καλοδιατυπωμένη, σαφή και περιεκτική. Ευγνώμονα ευχαριστούμε τον θεοφώτιστο Ευαγγελιστή Λουκά που μας μετέφερε τόσο άρτια την παραβολή αυτή. Θα ήταν λάθος μας αν λέγαμε πως η παραβολή είναι άψογη και περίτεχνη, γιατί δεν θα μπορούσε να ήταν διαφορετική η γλώσσα του Χριστού.

Αφορμή και αυτής της παραβολής είναι οι παράξενοι, περίεργοι και πονηροί Φαρισαίοι, που σκανδαλίζονταν, καθώς έλεγαν, γιατί ο Χριστός συνδειπνούσε με τους αμαρτωλούς. Δεν ανέχονταν επ’ ουδενί αυτή την επικοινωνία. Δεν τους την επέτρεπε ο ηθικισμός και ο ευσεβισμός τους. Ο Χριστός επέμενε πως ήρθε κύρια για τους αμαρτωλούς. Δεν μπορούσαν αυτό να το κατανοήσουν ή δεν ήθελαν;

Ήταν λοιπόν ένας πατέρας και είχε δύο γιούς. Ο ένας μεγαλύτερος και φαινόταν υπάκουος, καλός, πρόθυμος και αγαθός. Ο νεώτερος θα λέγαμε σήμερα ήταν κάπως αντάρτης, λίγο αναρχικός, αρκετά μοντέρνος, προοδευτικός, φιλελεύθερος, ήθελε να κάνει τη ζωή του. Ζήτησε το μερίδιο της περιούσιας του. Ο πατέρας δεν του το αρνήθηκε. Δεν του έφερε εμπόδια. Δεν μπορούσε να τον δεσμεύσει. Αν μπορούμε να πούμε είχε μία αδυναμία. Δεν μπορούσε να περιορίσει κανένα. Το θεόσδοτο αυτεξούσιο ήταν τέλειο και ολοκληρωμένο. Ο Θεός χάρισε πλήρη ελευθερία, απεριόριστη, ακόμη και να τον αρνηθούν τα πλάσματά του. Σέβεται καταπληκτικά ο Θεός την ανθρώπινη ελευθερία και βούληση. Ο πατέρας της παραβολής είναι ο Θεός. Γνώριζε ο γιος την αγάπη του πατέρα του. Δεν χρειαζόταν τώρα να την επιβεβαιώσει κι επαναδιατυπώσει.

Ένας διαφορετικός πατέρας αυτός εδώ. Ποιος πατέρας με τόση άνεση κι ευκολία θα έδινε στον μικρό γιό του το μερίδιο της περιούσιας του σήμερα; Ο πατέρας της παραβολής δεν νοιάζεται για το κύρος του, για το τι θα πει ο πολύς κόσμος, ότι θα χάσει το στήριγμά του, τον βοηθό του, το παιδί του. Λυπάται για τη φυγή μα δεν θέλει να την αποτρέψει ενώ μπορεί. Σκανδαλίζει μερικές φορές αυτή η μεγάλη ελευθερία του Θεού. Θα θέλαμε να μας είχε πιο περιορισμένους. Δεν ξέρουμε να εκτιμούμε και να χαιρόμαστε την ελευθερία. Ζητά την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του. Ο πατέρας λυπάται για τον αποχωρισμό. Τον έπλασε για νά ‘ναι πάντα μαζί. Εκείνος δεν θέλει. Τον αφήνει. Δεν του κάνει κήρυγμα, πολύ περισσότερο δεν τον μαλώνει. Ξέρει πολύ καλά πως έχει αυτιά, μα δεν ακούει. Η φυγή τον έχει αναστατώσει. Η αγάπη του πατέρα είναι λίαν αρχοντική. Θέλει πλησίον του αγαπητά παιδιά κι όχι σκλάβους και δούλους ανελεύθερους, φοβισμένους, τρομαγμένους. Τον αφήνει να καταχρασθεί την ελευθερία του. Αυτό είναι ένα παιγνίδι πολύ επικίνδυνο.

Ο ενθουσιασμός, η επιπολαιότητα, η αναζήτηση του άγνωστου, η ικανοποίηση των επιθυμιών και φαντασιών τον κάνουν να μη σκέφτεται τη μεγάλη αγάπη του πατέρα του. Ασυγκίνητος τρέχει να φύγει μακριά, να μην ενοχλείται από το στοργικό βλέμμα του πατέρα του. Αποχωρίζεται από τον πατέρα, αλλά ο πατέρας ποτέ δεν τον αποχωρίζεται. Τον συνοδεύει η διακριτική αγάπη του που σέβεται την ελευθερία του. Ο πατέρας δεν θέλει καταναγκαστικά, αγγαρεμένα να τον διακονούν. Άφησε ο νέος τη θέρμη της πατρογονικής εστίας, τη βέβαιη ασφάλεια, τη σίγουρη ησυχία, την άνεση και χάρη του πατρικού του. Πήγε στα ξένα, μακριά, στο άγνωστο. Άφησε την αληθινή ψυχαγωγία και πήγε στην περιπετειώδη διασκέδαση. Εγκατέλειψε το αρχοντικό και κατάντησε σε χαμόσπιτα, άστεγος, ακάθαρτος, άσωτος, παράνομος, άδικος, άχαρος. Απέρριψε την πατρική ευσπλαχνία και συναντήθηκε με τη δαιμονική σκληρότητα. Απαρνήθηκε τον Θεό Πατέρα και συνεταιρίσθηκε με τον εχθρό διάβολο.

Κατασπατάλησε την περιουσία του κι έμεινε φτωχός, άφιλος, μόνος, έρημος, φοβισμένος, ταλαίπωρος, αγχώδης, άφωτος, απογοητευμένος. Στην κατάσταση αυτή ήρθε και μεγάλη πείνα στη χώρα εκείνη που βρισκόταν. Η πείνα θέριζε και τον ίδιο. Αναγκάσθηκε να γίνει χοιροβοσκός και να ξεγελά την πείνα του με την τροφή των χοίρων. Τα ξυλοκέρατα, ξέρετε, είναι γλυκά στην αρχή και στυφά στο τέλος, όπως και η αμαρτία. Με την αμαρτία ο νέος έχασε τη χάρη. Η ασύνετη ψυχή του παιδεύτηκε. Δίχως Θεό ο άνθρωπος πεινά, διψά και είναι μόνος. Πείνα και δίψα ακόρεστη, μοναξιά φοβερή. Δίχως πατέρα, δίχως αδελφό, δίχως φίλους, δίχως καθαρότητα, δίχως τροφή, δίχως στήριγμα και νόημα. Ντροπιασμένος, πικραμένος, απομονωμένος, πελαγωμένος, πεινασμένος, διψασμένος, λασπωμένος κι απελπισμένος. Αξιοδάκρυτος, αξιολύπητος για την κατάντια του. Το κυνηγητό της ηδονής έφερε ανυπόφορη οδύνη.

Να τ’ αποτελέσματα της ασωτείας, της ζωής μακριά από τον Θεό, δίχως τη σωτηρία που μόνο Εκείνος δίνει.

Η ασωτεία βέβαια κατά την αγιοπατερική ερμηνεία και διδασκαλία είναι πολύμορφη και πολυδιάστατη. Άσωτος δεν είναι μόνο ο νέος που πορνεύει, αλλά εκείνος που την περιουσία που έλαβε από τον Θεό, τα τάλαντα και τα χαρίσματα, τα σπαταλά για την ευχαρίστησή του, την καλοπέρασή του, τη φιλαυτία και φιλοδοξία του. Όλοι μας δηλαδή κατά κάποιο τρόπο είμαστε μικροί ή μεγάλοι άσωτοι. Ξεφύγαμε από το αρχοντικό του πατέρα μας και κατοικούμε σε καλύβια και παράγκες, μετανάστες, πρόσφυγες, ξένοι, ανέστιοι, με πείνα και δίψα μεγάλη και γύμνια πνευματική.

Ο νεαρός άσωτος ζητούσε την ευτυχία και βρήκε τη δυστυχία. Νόμιζε πως ήταν τέλεια ελεύθερος κι έγινε δούλος των παθών του, αλυσοδεμένος αιχμάλωτος, ναυαγός στο πέλαγος των θλίψεων. Μέσα στην αθλιότητα βίωσε τη στέρηση της αληθινής αγάπης, της πατρικής ευσπλαχνίας. Όλο το δράμα και την τραγικότητα της πικρής μοναξιάς. Οι σημερινοί ιεροκήρυκες καυτηριάζουν κι ελεηνολογούν τον άσωτο για την ανταρσία του. Δεν θα τους ακολουθήσουμε. Νομίζουμε ήδη αρκετά είπαμε.

Θα στρέψουμε τον λόγο κάπου αλλού κι ελπίζω να μη με παρεξηγήσετε και να με συγχωρέσετε για την ειλικρίνειά μου. Ο νέος της παραβολής έφυγε από το σπίτι του και δεν μπορούμε να τον δικαιολογήσουμε. Στο σπίτι του υπήρχε ησυχία, ασφάλεια, κατανόηση, επάρκεια, αγάπη, συνεννόηση και στοργή. Οι νέοι που φεύγουν από τα σπίτια τους σήμερα δεν είναι πάντα καταφύγια και λιμάνια αλλά ανταριασμένες θάλασσες, με συνεχείς συζυγικούς καυγάδες, γκρίνιες, ζηλοφθονίες, καχυποψίες, ύβρεις κι έλλειψη αληθινής αγάπης. Το παιδί πιο πολύ και από την τροφή θέλει την στοργή. Έρευνες απέδειξαν πως η εγκληματικότητα των νέων πηγάζει κατά πολύ από την στέρηση της αγάπης των γονέων και από την διάλυση των οικογενειών. Τα παιδικά βιώματα συνοδεύουν πάντοτε στην ζωή του τον άνθρωπο. Η μεγαλύτερη χαρά για το παιδί είναι η ομόνοια, ειρήνη και αγάπη των γονέων του, από τους οποίους αντλεί παραδείγματα. Δυστυχώς η ειρήνη απουσιάζει από την οικογένεια και η χαρά δεν είναι αληθινή και μόνιμη. Η νευρικότητα και το άγχος της πόλης έχει περάσει στα σπίτια. Οι γονείς δεν είναι πια ταπεινοί δάσκαλοι, υπομονετικοί, προσευχόμενοι, ανεκτικοί και πρόσχαροι. Θέλουν να επιβάλουν με το στανιό τη σκέψη τους, δεν αναπτύσσουν διάλογο αλλά μονόλογο μονότονο, με συνεχείς παρατηρήσεις, επιτιμήσεις, υποδείξεις, επιπλήξεις και απειλές. Η ανειλικρίνεια, η αδιακρισία, η ψυχρότητα και η αψυχολόγητη αυτή συμπεριφορά δημιουργεί ένα βαρύ οικογενειακό κλίμα. Δυστυχώς και η σύγχρονη ελληνική οικογένεια πάσχει από ανία και πλήξη, καχυποψία και κατήφεια.

Νομίζετε ότι είμαι υπερβολικός; Μα έρχονται στο Άγιον Όρος παιδιά και μου παραπονιούνται. Φθάνουν σύζυγοι με δάκρυα λέγοντας πως δεν ανέχονται άλλο τη γλώσσα της γυναίκας τους που κάνει την χριστιανή. Παραπονούμεθα για την ελληνική νεολαία με πρόχειρα λόγια. Παραπονούνται οι γονείς που απουσιάζουν τα παιδιά από το σπίτι, που αργούν να επιστρέψουν το βράδυ. Δεν έσκυψαν μέσα τους να δούνε μήπως φταίνε λίγο και ίδιοι. Ξέρετε δεν με καλούν πια να μιλήσω στις σχολές γονέων, γιατί υποστηρίζω πιο πολύ τα παιδιά… Δεν λέω πως δεν φταίνε και τα παιδιά, όμως νομίζω ότι πρέπει να είμαστε πιο αυστηροί και απαιτητικοί από τους μεγάλους, από τους γονείς. Γιατί θέλουν ν’ απομακρύνονται οι νέοι τόσο πάντα από τα σπίτια τους; Μήπως θα μπορούσαμε να μιλάμε και για άσωτους γονείς; Μήπως τους νέους απομάκρυνε η αδιαφορία του πατέρα και η παραξενιά της μητέρας; Μήπως τους κυνηγούσε το πάντα αυστηρό βλέμμα του κυρίαρχου πατέρα; Ας αναρωτηθούμε με φόβο Θεού κι ας απαντήσουμε στον εαυτό μας με κάθε δυνατή ειλικρίνεια.

Η περίοδος αυτή της αρχής του Τριωδίου είναι γεμάτη από βαθύ νόημα και περιεχόμενο ποιότητας σημαντικής και ουσίας εξαιρετικής. Οδηγεί τον πιστό σε ωφέλιμη περισυλλογή και μετάνοια. Κατάντησε η περίοδος αυτή η κατανυκτική και αγία, χώρα μακρυνή, έρημη από χάρη, που αναζητά τη χαρά στην πρόσκαιρη ηδονή, το ξεφάντωμα και το ξεγέλασμα, τη μασκοφορία και το ξενύχτι, την ασωτεία και την κραιπάλη. Ο άσωτος χοιροβοσκός σιωπηλά διδάσκει παρουσιάζοντας το οικτρό κατάντημά του. Να τ’ αποτελέσματα της ανταρσίας, της φυγής, του ξενιτεμού, της ζωής δίχως περιορισμούς και φραγμούς.

Μέσα από το τέλμα, μέσα από τον βούρκο, μέσα από την τρομερή εκείνη εξουθένωση νοσταλγεί τη θαλπωρή του οικογενειακού του περιβάλλοντος. Αναπολεί κυρίως τον στοργικό πατέρα. «Εἰς ἑαυτὸν δἐ ἐλθών». Η ανάμνηση της αθωότητος τον επέστρεψε στον εαυτό του. Η αμαρτία τον έκανε να ζει ως εκτός εαυτού. Ξεμεθά, ξυπνά από τον λήθαργο, η μνήμη τον βοηθά.

Η χάρη του Θεού δεν εγκαταλείπει τελείως ποτέ τον άνθρωπο. Αποφασίζει να επιστρέψει εκεί που έφυγε. Δεν ήταν πλασμένος για τα τόσο χαμηλά. Η ανάμνηση της πατρικής αγαθότητος τον κάνει να επιστρέψει. Από την αθλιότητα που ζει είναι προτιμότερη μια ζωή υπηρέτου στο πατρικό του. Αυτή η μεγάλη αγάπη του πατέρα τον συνόδευε πάντοτε. Δεν τον έκανε να τη λησμονήσει και ν’ απογοητευθεί. Ήταν απόλυτα σίγουρος και βέβαιος για την αγάπη του πατέρα του. Αυτό τον έσωσε.

Τον έσωσε ακόμη η μη αργοπορία και η μη αναβολή. Η σωτήρια σκέψη έγινε αμέσως πράξη. Δεν είχε να ετοιμάσει αποσκευές. Επέστρεφε γυμνός, φτωχός, βρωμερός, μα μετανοημένος. Αυτό ήταν και το πιο σημαντικό. Η μετάνοιά του αποδεικνύεται από την άμεση αποφασιστικότητά του και τα λίγα λόγια που ετοίμασε να πει, δίχως αναλύσεις, περιγραφές και δικαιολογίες. Λόγια λιγοστά, ειλικρινή, ατόφια, γνήσια κι εγκάρδια. Η καλή εξομολόγηση δεν θέλει φλυαρίες. Αρκεί το αληθινό ήμαρτον.

Αποφασίζει να επιστρέψει όχι ως γιος αλλά σαν υπηρέτης. Κακή αναχώρηση και καλή επιστροφή. Η επιστροφή θέλει ταπείνωση. Η ταπείνωση δίνει μετάνοια. Ξέρει καλά πού επιστρέφει ο άσωτος. Δεν αμφιβάλλει διόλου για τη μακροθυμία και ευσπλαχνία του πατέρα του. Ελπίζει στην αγάπη του. Δεν λαθεύει. Πιστεύει ότι θα τον συγχωρήσει. Δεν αστοχεί. Παίρνει τον δρόμο της επιστροφής με σταθερό βήμα και δάκρυα μετανοίας. Τα δάκρυα τον δροσίζουν, τον καθαρίζουν, τον ωραιοποιούν.

Επιστρέφοντας αντικρίζει θέαμα απρόσμενο κι εξαίσιο. Από μακριά βλέπει τον πατέρα του στο κατώφλι της εξώθυρας να τον αναμένει. Πού ήξερε ο πατέρας ότι εκείνη την ώρα θα επιστρέψει και τον περίμενε; Μα από την ώρα που έφυγε τον ανέμενε. Τόση ήταν η αγάπη του. Έτσι λέγουν οι άγιοι πατέρες· η ευαγγελική αυτή περικοπή μόνο αν σωζόταν από όλο το ευαγγέλιο, αρκούσε για τη σωτηρία του ανθρώπου. Η δε παραβολή δεν θα έπρεπε να λέγεται του άσωτου υιού αλλά του εύσπλαχνου πατέρα. Η μετάνοια έφερε από μακριά κοντά τον άσωτο. Ο πατέρας εξέρχεται προς υπάντησή του. Δεν τον αναμένει ελεγκτικά, ακίνητος, αγέρωχος, αυστηρός. Βαδίζει προς το μέρος του. Θέλει να συντομεύσει, έστω και λίγο, όσο γίνεται, την τελευταία απόσταση. Ανοίγει την αγκαλιά του, τον αγκαλιάζει ανεπιφύλακτα, δίχως κανένα παράπονο, όχι απλά τον ασπάζεται, τον κατασπάζεται «καὶ κατεφίλησεν αὐτόν». Δεν τον λυπάται με οίκτο, δεν τον δυσκολεύει, δεν του θυμίζει το λάθος του, δεν του λέει πώς κατάντησε, δεν του μιλά για την αλλοίωσή του. Αυτή η γενναία αρχοντιά τού πατέρα είναι απαράμιλλη, ακαταγώνιστη, συνταρακτική, μοναδική και συναρπαστική.

Ο γιος συγκλονίσθηκε από την απρόσμενη υποδοχή. Γνώριζε ότι τον αγαπούσε ο πατέρας του αλλά δεν είχε καταλάβει ότι τον λάτρευε. Αγωνίζεται με τρεμάμενη φωνή, από τον συγκλονισμό της πλημμύρας της θείας αγάπης, να καταθέσει τα φτωχά λόγια που έχει ετοιμάσει:

Πατέρα, αν μπορώ και μου επιτρέπεις να σε λέω πια πατέρα, ήμαρτον, συγχώρεσέ με, έκανα πράγματι μεγάλο λάθος, δεν μπορώ να είμαι πια παιδί σου, ας γίνω υπηρέτης σου. Αυτοκαταδικάζομαι, αυτοαποκληρώνομαι, είμαι ανάξιος, είμαι αισχρός, αγάπησα τα αμαρτωλά πάθη, αποστράφηκα τις αρετές, κατεφρόνησα τ’ αγαθά…

Ο πατέρας άκουσε καλά τα λόγια της ειλικρινούς μετανοίας του παιδιού του κι ευφράνθηκε χαρά μεγάλη ο Μακρόθυμος, ο Πολυέλαιος, ο Πολυεύσπλαχνος, ο Φιλάνθρωπος και Φιλότεκνος και είπε στους υπηρέτες να τον πλύνουν, να τον καθαρίσουν, να τον στολίσουν και να γίνει πανηγύρι για την επιστροφή του, γιατί ήταν νεκρός και αναστήθηκε ο χαμένος στην πικρή περιπέτεια της ξενιτειάς. «Υπάρχει η δύναμη της υιότητος και της πατρότητος. Ήταν αυτός γιος και είχε πει στην αρχή “πάτερ” (και όταν έφευγε και όταν γύρισε). Και αυτός ήταν πατέρας, δεν ήθελε να στραπατσάρει το παιδί του, έστω και αν υπήρχε ο κίνδυνος του χαμού. Του έδωσε την επικίνδυνη και σωτήρια αγωγή της ελευθερίας καλύπτοντάς τον με την άπειρη αγάπη του πάντοτε. Και νίκησε η πατρική αγάπη τον θάνατο. Και άναψε τούτη η χαρά, το πανηγύρι, που θύεται ο μόσχος ο σιτευτός. Αυτός ο μόσχος λένε οι Πατέρες ότι είναι ο Υιός του Θεού, και το πανηγύρι η θεία Λειτουργία, η σύναξη και η ζωή της Εκκλησίας» (αρχιμ. Βασίλειος Ιβηρίτης)

Για κάθε άσωτο υπάρχει μετάνοια και σωτηρία. Ο ουράνιος πατέρας πάντα αναμένει. Δεν κουράζεται να περιμένει. Δίνει πολλές ευκαιρίες γι’ αυτή τη σωτήρια επιστροφή. Ο Θεός θέλει όλους τους ανθρώπους να τους σώσει και να έλθουν σ’ επίγνωση. Δεν φθάνει όμως μόνο αυτό. Θέλει απαραίτητα και ο κάθε άνθρωπος να θέλει να σωθεί και να κάνει κάτι γι’ αυτό και να το δείχνει με κάποιο τρόπο. Δεν υπάρχει καμιά αμαρτία που να μη συγχωρεί ο Θεός όσο μεγάλη κι αν είναι. Διαφορετικά θα φαινόταν πιο δυνατός ο δαίμονας και θα ματαιωνόταν το σχέδιο της σωτηρίας. Δεν θα σωθούν αυτοί που πεισματικά και αμετανόητα δεν θέλουν να σωθούν. Το αμάρτημα της αμετανοησίας αποτελεί και τη φοβερή βλασφημία του Αγίου Πνεύματος. Κανείς λοιπόν αμαρτωλός ποτέ να μην απελπισθεί.

Ο άσωτος μας παρακινεί σ’ επιστροφή. Η πράξη του είναι η καλύτερη διδαχή προς μίμηση. Ο μετανοημένος άσωτος εισέρχεται καθαρός, φωτεινός, χαρούμενος στο πανηγυρικό τραπέζι του σπιτικού του. Ο πατέρας του για τη μετάνοιά του τον αποκατέστησε πλήρως. Έτσι μιλάμε για άγιο άσωτο. Γιατί; Γιατί είχε μεγάλη ταπείνωση και αληθινή μετάνοια και σώθηκε.

Κατά την επιστροφή του ασώτου απουσίαζε εργαζόμενος στα κτήματα, ο μεγαλύτερος αδελφός του. Επιστρέφοντας κι αυτός κατάκοπος απρόσμενα παρατηρεί αλλαγή και ρωτά ένα μικρό υπηρέτη τι ακριβώς συμβαίνει. Εκείνος με τη σειρά του εξιστορεί τα καθέκαστα. Το πιο φυσικό θα ήταν να χαρεί και να τρέξει να τον ασπασθεί και να συμφάγει και να συγχαρεί για την έκτακτη επιστροφή και τη μεγάλη αυτή ευλογία. Αντίθετα παρουσιάζει εικόνα θλιβερή. Οργίζεται ο δίκαιος, θυμώνει ο καλός, ζηλοφθονεί ο αδελφός, αυτός που θεωρούνταν ότι μισούσε τις ηδονές οδυνάται, νικιέται από το κακό. Η οργή του ήταν τόσο μεγάλη που δεν ήθελε να μπει στο σπίτι του.

Πληροφορείται ο πατέρας την κατάσταση του μεγαλύτερου γιου του κι εξέρχεται, όπως εξήλθε για την προϋπάντηση του ασώτου, για την υποδοχή του δίκαιου και προσπαθεί με όλη του την αγάπη και κατανόηση να τον πείσει να εισέλθει στη χαρά του οίκου τους για την επιστροφή του απολωλότος προβάτου, του αδελφού του. Αδυνατεί να τον πείσει ο πατέρας. Το πάθος έχει κυριεύσει τον πρεσβύτερο αδελφό, δεν θέλει επ’ ουδενί να εισέλθει και να συνευφρανθεί μετά των άλλων. Επιμένει στην αδικαιολόγητη άρνησή του πεισματικά. Καταντά ακατανόητος. Εκφράζει με πόνο την πίκρα του. Γίνεται απαιτητικός, φιλόνικος, αφιλάδελφος, ζηλιάρης, φθονερός, σκληρόκαρδος, θρασύς, ασεβής. Δεν κάμπτεται στα παρακάλια του πατέρα του. Αισθάνεται προδομένος, αδικημένος, προσβλημένος, θιγμένος. Η παραβολή κλείνει δίχως να μας πει ότι τελικά πείσθηκε ο πρεσβύτερος και εισήλθε στο σπίτι. Μάλλον δεν εισήλθε. Αν εισήρχετο θα λεγόταν οπωσδήποτε.

Τραγικό φαινόμενο. Το καλό, υπάκουο, φρόνιμο, ήσυχο, του σπιτιού παιδί παρουσιάζεται μισάδελφος, αμετάπιστος, ζηλόφθονος, υποκριτής και πείσμονας. Έκρυβε πάθος, έπαιζε κρυφτό, είχε μάσκα, είχε αυτάρκεια, είχε αυτοπεποίθηση, απαιτητικότητα. Δεν είχε ταπείνωση και δεν είχε αγάπη. Φοβερό, ήταν αμετανόητος. Ήταν πιο άσωτος από τον άσωτο. Αυτός είναι τελικά ο άσωτος. Παρουσιάζει στοιχεία της νοοτροπίας του Φαρισαίου της περασμένης παραβολής. Οι Φαρισαίοι εξοργίζονταν στη στάση του Χριστού απέναντι των αμαρτωλών. Ενοχλούνταν και δεν έκρυβαν καθόλου την αντίδρασή τους.

Ο πρεσβύτερος υιός, αγαπητοί μου αδελφοί, είναι ένα φοβερά τραγικό πρόσωπο. Προσέξτε παρακαλώ. Ζητά ανταμοιβή για την εργασία του. Καυχιέται για την ηθική του μεγαλοσύνη κι αισθάνεται ασύγκριτα καλύτερος του αδελφού του. Δεν έχει καμιά διάθεση να συμμετάσχει στη χαρά του πατέρα για την επιστροφή του χαμένου αδελφού. Η συμπεριφορά του πρεσβύτερου αδελφού είναι απαράδεκτη, απάνθρωπη, αποκαλύπτει το μεγάλο εσωτερικό του κενό, την ψυχική του ανισορροπία, την πνευματική του ανωριμότητα, τη σκληρότητα της καρδιάς του. Δεν επηρεάσθηκε διόλου από τη φιλοστοργία του πατέρα του. Δεν μαθήτευσε στην αγάπη του. Τα γεγονότα τον ξεσκέπασαν, τον ξεμασκάρεψαν, τον παρουσίασαν γυμνό από κάθε αρετή.

Συνηθίζεται οι ανήθικοι να μιλούν πολύ για ηθική και οι ευσεβοφανείς για ακριβή τήρηση της παραδόσεως. Οι δικαιούντες εαυτούς θέλουν ένα τιμωρό Θεό των αμαρτωλών και βραβευτή των κατακτήσεών τους. Ο Θεός βραβεύει τη μετάνοια κι αγαπά υπέρμετρα την ταπείνωση. Έχουμε δύο άσωτους υιούς τελικά. Ο πρώτος, ο νεότερος, μετανοεί κι επιστρέφει με δάκρυα στο σπίτι του. Ο δεύτερος, απρόσμενα, καταφαίνεται άσωτος δίχως ν’ απομακρυνθεί από το σπίτι του. Ασωτεύει στην αυλή του, στον λογισμό του, κάνει σπήλαιο ληστών την καρδιά του. Μάλιστα ο δεύτερος δεν εισέρχεται καθόλου στο σπίτι του. Κρίμα. Αυτοαδικήθηκε, αυτοκαταδικάσθηκε, απομονώθηκε, πνίγηκε στους ζοφερούς λογισμούς του.

Πάνω από τους δύο γιους υπάρχει ο φιλόστοργος πατέρας. Κατανυκτική και συγκινητική υπέρμετρα η όλη παρουσία του. Σέβεται την ελευθερία και των δύο. Δεν καταπιέζει κανένα. Δεν επιμένει. Δεν φωνάζει. Δεν απειλεί. Αναμένει ελπιδοφόρα. Τρέχει πρώτος ν’ ασπασθεί τον μετανοημένο επιστρέφοντα. Άμετρη η χαρά του. Μεγάλη η λύπη του για το πείσμα του πρεσβύτερου υιού του. Ας μας μείνει ανεξίτηλη η εικόνα αυτή της πλήρους αγάπης του ουράνιου πατέρα μας. Θα μας είναι χρήσιμη στις πτώσεις μας. Ο αναμένων με ανοιχτές αγκάλες πάντα πατέρας θα μας παρακινεί για σημαντικές και σωτήριες αποφάσεις επιστροφής. Η απαράμιλλη αυτή εικόνα δίνει θάρρος και δύναμη σε πολλούς παρασυρμένους. Η παρουσίαση ενός αυστηρού, θυμωμένου, ταραγμένου κι εκδικητικού Θεού δεν είναι ορθόδοξη.

Η μετάνοια δεν δίνει απλά άφεση αμαρτιών αλλά και κοινωνία με τον ζώντα Θεό, συμμετοχή στη χαρά της ουράνιας βασιλείας του από τη ζωή διά του μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας. Η ποιότητα, το μέγεθος, η αξία και η γνησιότητα της φιλοθεΐας μας κρίνεται κι εξαρτάται από την ολοσχερή και θυσιαστική φιλανθρωπία και φιλαδελφία μας. Ο πρεσβύτερος υιός της παραβολής είναι ένας σκέτος, στυγνός και ακέραιος Φαρισαίος. Απαιτεί από τον Θεό να τιμωρεί τους αμαρτωλούς και να δικαιώνει τους ιδίους.

Ο άγιος άσωτος μοιάζει με τον όσιο τελώνη της περασμένης παραβολής. Μετανοημένοι, ταπεινοί, ήσυχοι, φρόνιμοι, ένδακρεις, αθόρυβοι, αληθινοί και οι δύο. Τους αγαπάμε γιατί τους μοιάζουμε. Μας λένε πως έχουμε φιλάνθρωπο πατέρα, που δεν μας ξεσυνερίζεται και πάντα μας αναμένει, δίνοντάς μας πολλές ευκαιρίες. Είναι γλυκά και ωραία τα δάκρυα της μετανοίας. Της ζηλοφθονίας είναι πικρά και άχαρα. Μπορούμε να κλαίμε στο κελί μας, αλλά οκνεύουμε, δεν θέλουμε. Τα δάκρυα μουλιάζουν την πέτρινη καρδιά μας. Μας κάνουν ιλαρούς, πιο θερμά προσευχόμενους. Τα δάκρυα σώζουν. Μας πλένουν. Μας ξαναβαπτίζουν. Μας καθαρίζουν καλά. Όχι δάκρυα συναισθηματικά, νοσηρά, ενός στραπατσαρισμένου εγωισμού, αλλά άκοπα, θερμά, καρδιακά κατά τους έξοχους νηπτικούς πατέρες. Δάκρυσε και ο Τελώνης και ο Άσωτος. Ο Φαρισαίος και ο Πρεσβύτερος υιός δεν δάκρυσαν καθόλου. Γιατί; Γιατί είχαν εγωισμό. Ο εγωισμός δεν αφήνει να δακρύσεις. Δεν χρειάζεται σου λέει, δεν είναι ανάγκη, δεν είναι πράξη γενναία. Το Άγιον Πνεύμα δίνει τ’ αληθινά δάκρυα στον ταπεινά προσευχόμενο.

Ο πρεσβύτερος υιός είχε κάποια καλά πάνω του. Δεν είχε όμως αγάπη. Η βασική αυτή έλλειψη τού ’κλεβε και το κέρδος των καλών του. Άνθρωπος του Θεού δίχως αγάπη δεν υπάρχει. Πίστη και καθαρός βίος δεν αρκούν δίχως την αγάπη. Η έλλειψη αγάπης έκανε τον μεγαλύτερο αδελφό να μη χαίρεται που βρέθηκε ένας χαμένος και αναστήθηκε ένας νεκρός και μάλιστα ο αδελφός του. Τα βάζει με τον ίδιο τον πατέρα του. Τον θεωρεί άδικο, σπάταλο, υπερβολικό, απλοχέρη και μονομερή. Θέλει αυτός να κάνει ό,τι θέλει τον πατέρα του. Δεν θέλει να καθοδηγείται, θέλει μόνο να καθοδηγεί. Δεν υποπτεύεται ότι έχει ο ίδιος ανάγκη μετανοίας, ότι έχει ανάγκη αγάπης, γιατί αν ο Θεός του φερθεί αυστηρά θα πρέπει να καταποντιστεί.

Λησμονά ο δυστυχισμένος πρεσβύτερος υιός ότι ο πατέρας του είναι η όντως αγάπη, η αυτοαγάπη, η αυτοαγαθότητα. Και η δικαιοσύνη του είναι διαφορετική από των ανθρώπων. Δεν έχει καταλάβει καλά τόσα χρόνια τι πατέρα έχει. Συμβαίνει μερικές φορές, αδελφοί μου, να ζούμε χρόνια μέσα στην Εκκλησία και να μην έχουμε πάρει χαμπάρι για το τι ακριβώς συμβαίνει. Να μένουμε σ’ εξωτερικά σχήματα και τύπους κι ούτε καν να υποψιαζόμαστε το βάθος, την ουσία. Μπορεί κι εμείς να μην έχουμε ακόμη νιώσει βαθιά στην καρδιά μας ποιανού πατέρα παιδιά είμαστε και να μένουμε επιφυλακτικοί, μεμψίμοιροι, σχολαστικοί, απρόσεκτοι κι εντελώς τυπικοί.

Θα ήταν πολύ τολμηρό να ρωτήσω· εμείς με ποιο γιο είμαστε; Με τον νεότερο ή με τον πρεσβύτερο; Ας ελέγξουμε μόνοι μας, ευθαρσώς και αυστηρώς τον εαυτό μας. Μη βιαστούμε να απαντήσουμε. Μη νομίζετε πως είναι εύκολη η απάντηση. Άλλοτε πάμε από τη μία πλευρά και άλλοτε από την άλλη. Κάποτε αντιπροσωπεύουμε ή εκπροσωπούμε τον ένα ή τον άλλο. Γι’ αυτό χρειάζεται προσοχή και προσευχή. Να μας φωτίσει ο Θεός να διακρίνουμε την κατάστασή μας. Έχουμε ανάγκη φωτισμού για να δούμε ξεκάθαρα ποιοι ακριβώς είμαστε.

Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς, ο διαπρύσιος κήρυκας της χάριτος και του φωτός συνέχεια έλεγε: Κύριε, φώτισόν μου τὸ σκότος! Χρειάζεται γνώση, επίγνωση, αυτογνωσία, αυτοκυριαρχία και θάρρος για να δούμε κατάματα τον εαυτό μας και να τον αντιμετωπίσουμε άφοβα. Θα αντέξουμε στη θέα της πνευματικής μας γύμνιας ή θα το βάλουμε στα πόδια μπαίνοντας σε μια έστω καλή δραστηριότητα για να ξεγελάμε τον εαυτό μας ότι τάχα κάτι κάνουμε και κάτι προσφέρουμε; Είμεθα έτοιμοι ν’ αντικρίσουμε την κενότητα και τη φτώχεια μας, που την έχουμε σκεπάσει με κάποια στολίδια γνώσεων και τρόπων, κι εξαπατούμε ενίοτε τους ανθρώπους; Χρειάζεται γενναιότητα η αντιμετώπιση του εαυτού μας. Αν αυτή την είχε κάνει νωρίς ο νεότερος δεν θα είχε οδηγηθεί σ’ εκείνη τη μακρινή χώρα του λιμού και των ξυλοκεράτων. Αν έγκαιρα κι έγκυρα είχε καταδυθεί εντός του ο πρεσβύτερος υιός θα είχε ανακαλύψει τις ρίζες παθών που τον έκαναν να μείνει έξω του νυμφώνος Χριστού…

Η εποχή όμως δεν βοηθά καθόλου. Οδηγεί σε συνεχή εξωστρέφεια και όχι σε υγιή εσωστρέφεια, αυτοέλεγχο και αυτοπαρατήρηση. Έτσι ο σύγχρονος άνθρωπος αν δεν ασωτεύει εξωτερικά, ασωτεύει εσωτερικά με το ν’ αυτοδικαιώνεται και ν’ αυτοθεώνεται, να πάσχει στον ατομισμό και την απομόνωση. Το τραγικό είναι να ζει κανείς εντός της Εκκλησίας και να είναι εκτός, όπως ο πρεσβύτερος υιός και να μη συμμετέχει του εξαίσιου συμποσίου της πίστεως.

Ο Θεός πατέρας υπομένει, ανέχεται, ελπίζει, αναμένει, δίνει ευκαιρίες πολλές και συχνές. Δεν μαλώνει τα παιδιά του, δεν τα ξεσυνερίζεται, δεν τα διώχνει, τους καλομιλά, τους κατανοεί, τους συμπεριφέρεται άψογα. Η στάση του μας συντρίβει. Η αγάπη του μας αναστατώνει αναστάσιμα. Μ’ ένα τέτοιο πατέρα δεν δικαιολογούμαστε να καθυστερούμε μακριά κι έξω από το σπίτι. Καλούμεθα σ’ επιστροφή άμεση στο σπίτι μας, στον εαυτό μας.

Όλοι να τοποθετηθούμε όπως πρέπει, όπως αξίζει. Οι πατέρες, οι οικογενειάρχες, οι γονείς, οι δάσκαλοι, ν’ ανέχονται τα παιδιά, να τα ρίχνουν στο φιλότιμο, να τα διδάσκουν με το βιωμένο και φωτεινό τους παράδειγμα, να υπομένουν, να ελπίζουν, να προσεύχονται. Το ίδιο και οι πνευματικοί πατέρες, οι ποιμένες, να μη θέτουν δυσβάστακτα φορτία, να μη λένε ό,τι δεν πράττουν, να μην ελέγχονται από τα λόγια τους, να μην ταράζονται από τις ανυπακοές, αλλά ας αυξάνουν πιότερο τη θαυματουργή προσευχή.

Είναι μεγάλος ο πόνος του κηδεμόνα να μην ακούνε, να μην υπακούουν, να παραστρατούν και ν’ αγριεύουν τα παιδιά του. Χρειάζεται μεγάλη υπομονή. Μπορούν να επιστρέψουν, να μετανοήσουν, να γίνουν πιο καλοί και από τους νομιζόμενους καλούς. Ο πατέρας ή η μητέρα δεν υποστηρίζουμε ότι θα πρέπει να μένουν αδιάφοροι απέναντι των παιδιών τους για οτιδήποτε συμβαίνει. Δεν θα πρέπει ασφαλώς οι γονείς πάντοτε να είναι με πλήρη ανοχή, συγκατάβαση και συγκατάθεση και να δικαιολογούν τα παιδιά τους και να τα θεωρούν τα εξυπνότερα και τα καλύτερα. Χρειάζεται και διακριτική αυστηρότητα από αγάπη.

Ούτε λοιπόν καλή είναι η αδιαφορία ούτε η άκρα επιείκεια, αλλά ούτε και η σκληρή και μόνιμη αυστηρότητα των μεγάλων προς τους μικρούς. Με τον τρόμο, τον φόβο και την απειλή δεν έχουμε τόσο αγαθά αποτελέσματα. Με το να ρίξουμε τα παιδιά στο φιλότιμο, να επαινέσουμε με μέτρο τις επιτυχίες τους είναι καλό. Ας τ’ αφήσουμε να πουν τη γνώμη τους, να λάβουν κάποιες πρωτοβουλίες, ν’ ανοίξουμε μαζί τους διάλογο. Μη νομίζουμε πάλι τ’ ότι είναι πάντα κοντά μας είναι δείγμα άριστο. Ο πρεσβύτερος υιός κοντά ήταν, εργατικός ήταν, υπάκουος ήταν, αλλά ήταν τελικά αταπείνωτος, αμετανόητος, ισχυρογνώμων, απαιτητικός, ζηλόφθονος και αφιλάδελφος. Καλός δεν είναι κάποιος όταν απλά κάνει το δικό μας και ικανοποιεί έτσι τον εγωισμό μας…

Μερικοί είναι επιεικής για να είναι επιεικής, για να περνάνε καλά, και μερικοί είναι αυστηροί, για να είναι αυστηροί, και να περνάνε πάλι καλά. Δεν νοιάζονται για την προκοπή του άλλου τόσο, δεν φοβούνται τον Θεό, λογαριάζουν μόνο τον αγαπητό εαυτό τους. Υπάρχει αυστηρή επιείκεια και επιεικής αυστηρότητα. Και η μια και η άλλη σημασία έχει να μην είναι από ανθρωπαρέσκεια αλλά από φιλοθεΐα και φιλανθρωπία. Χρειαζόμαστε τη φιλάνθρωπη αυστηρότητα αρκετοί αρκετά.

Τελικά ένας άσωτος μετανοεί και γίνεται άγιος και γίνεται πανηγύρι στον ουρανό και τη γη και χαρά σε όλη την Εκκλησία. Ένας πάλι δίκαιος υποκρίνεται αγιότητα, μολύνεται από την ψευτοαγιότητα, πιστεύει ότι κάτι είναι κι έχει απαιτήσεις για αναγνώριση και σεβασμό και είναι αυτός ο άσωτος, ο αμετανόητος, που δεν μετέχει στη χαρά των άλλων και πάσχει τρομερά στη μοναξιά της εγωπάθειάς του.

O Πατέρας, o γεννήτοράς μας, o πλάστης και Θεός μας, μας πονά και συμπονά, μας αγαπά και μας υπεραγαπά, μας φρονηματίζει και σώζει. Τους άσωτους κάνει αγίους, τους υποκριτές υπομένει και τους βοηθά παρακλητικά να διορθωθούν, δίχως να τους εξαναγκάζει ποτέ, για να μετανοήσουν και σωθούν.

Μη εύκολα καταδικάζετε τους άσωτους. Μη εύκολα αναγνωρίζετε κάποιους αγίους· οι ψευτοάγιοι εξαπατούν και καταρρέουν. Έχουμε ιδιαίτερα μεγάλη ανάγκη από μετάνοια. Μετάνοια ειλικρινή για να έχουμε αγιότητα αληθινή. Η πατρική αγκαλιά είναι ανοιχτή και αναμένει πάντα όλους τους μετανοημένους να τους καταφιλήσει, να τους ενδύσει χιτώνα φωτεινό, να τους υποδύσει υποδήματα ισχυρής ειρήνης, να τους φορέσει το πολύτιμο δακτυλίδι, να τους στείλει στον κόσμο ν’ αναγγείλουν τα μεγαλεία της αγάπης του. Ο όσιος Τελώνης και ο άγιος Άσωτος αυτό κάνουν. Μιλούν με έργα για πραγματική μετάνοια, για ζωηφόρα αγιότητα. Ας τους ακολουθήσουμε, ας τους μιμηθούμε, για να ζήσουμε τον παράδεισο από τώρα.

(Μοναχός Μωυσής ο Αγιορείτης, Ο όσιος τελώνης και ο άγιος άσωτος: Έξι ομιλίες από το χθες για το σήμερα, 3η έκδ., Αθήνα, Εν πλω, 2016)

(Πηγή ψηφ. κειμένου: agiosthomas.gr)

alopsis.gr 

Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ. Διδαχή την Κυριακή του Τυφλού για την έπαρση και την ταπεινοφροσύνη.

«Eις κρίμα εγώ εις τον κόσμον τούτον ήλθον, ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσι και οι βλέποντες τυφλοί γένωνται» (Ιω. 9:39) ΑΓΑΠΗΤΟΙ αδελφοί! Ο Κ...