Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου 2026

Η ευχή του Ιησού για τους κεκοιμημένους

Παράλληλα μέ τά τρισάγια, τά μνημόσυνα, τά ὀνόματα πού δίνομε στήν Προσκομιδή γιά μνημόνευσι, μαζί μέ τά Σαρανταλείτουργα καί τίς ἐλεημοσύνες ὑπέρ τῶν ψυχῶν τῶν κεκοιμημένων, παράλληλα μέ ὅλα αὐτά πού ἔχει θεσπίσει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία, ἐπιβάλλεται νά λέμε, τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἀνάπαυσον τούς δούλους σου».

Αὐτή ἡ προσευχή ἐνδείκνυται περισσότερο γιά τούς κεκοιμημένους σέ σχέση μέ τούς ζῶντας ἀδελφούς μας, ἐφ᾽ ὅσον οἱ κεκοιμημένοι δέν μποροῦν πλέον νά βοηθήσουν τόν ἑαυτό τους. Διότι ἔχει πλέον λήξει ἡ προθεσμία μετανοίας τους.

Ὁ πανάγαθος ὅμως Θεός, ἔστω καί τήν τελευταία στιγμή, θέλει ὅλους νά τούς σώση.

Ἐδῶ εἶναι ἕνα λεπτό σημεῖο, πού φαίνεται ἡ ἀρχοντιά τοῦ Θεοῦ ἡ ὁποία ἀντί νά μᾶς συγκινῆ, πολλές φορές μᾶς σκανδαλίζει. 

Ἐάν ἐπενέβαινε ἀπό μόνος του ὁ Θεός γιά νά σώση τίς ψυχές τῶν κεκοιμημένων θά παραβίαζε τήν ἐλευθερία τους, τό αὐτεξούσιο.

Ὁπότε περιμένει ἀπό μᾶς ὁ καλός Θεός νά προσφέρωμε ἐλεύθερα τό δικό μας αὐτεξούσιο ὑπέρ τῶν ψυχῶν τῶν κεκοιμημένων γιά νά βρῆ «ἀφορμή» νά βοηθήση ὅλες αὐτές τίς ψυχές. Καί ἔτσι οἱ πάντες ὠφελοῦνται. Καί οἱ σεσωσμένοι, καί οἱ κολασμένοι, ἐφ᾽ ὅσον καί στίς δύο καταστάσεις ὑπάρχουν ἄπειρες διαβαθμίσεις.

Ὅταν ξεκινᾶμε τήν εὐχή τοῦ Ἰησοῦ, μέ ἤ χωρίς κομβοσχοίνι, τήν πρώτη μόνο φορά ἐνδείκνυται νά ἀναφέρωμε κάποια ὀνόματα κεκοιμημένων, ὅπως ὀνόματα συγγενῶν γνωστῶν κλπ. 

Νά ἀναφέρωμε δηλαδή τήν πρώτη μόνο φορά τά ὀνόματα αὐτά καί μετά ἐν συνεχείᾳ χωρίς νά ζαλιζώμεθα καί ἔτσι νά συγχέεται ὁ νοῦς μας, ἐπαναλαμβάνοντας συνεχῶς τά ἴδια ὀνόματα, νά λέμε ἁπλᾶ μόνο τό «Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ, ἀνάπαυσον τούς δούλους Σου». 

Ἐκεῖ μέσα, στό «ἀνάπαυσον τούς δούλους Σου», εὑρίσκονται ὅλοι οἱ ἀπ᾽ αἰῶνος κεκοιμημένοι ἀδελφοί μας, ἀλλά ἐπί πλέον κατά ἕναν ἐντελῶς ξεχωριστό, μοναδικό καί ἰδιαίτερο τρόπο, εὑρίσκονται καί τά ὀνόματα πού ἀναφέραμε τήν πρώτη μόνο φορά, στήν ἀρχή.

ΑΡΧΙΜ. ΑΡΣΕΝΙΟΣ ΚΑΤΕΡΕΛΟΣ

thriskeftika.blogspot.com

agiosioannisprodromos.blogspot 

"Ναι-ναι πόλεμος-πόλεμος..!" Και δώστου αρχινά η μάχη...

Να σε πω για τον παπα-Εφραίμ τον Κατουνακιώτη τι έπαθεν μια φοράν; 

Τα πρώτα χρόνια που τον γνωρίσαμε αγωνιζόταν με πολύν ζήλον στην προσευχήν. Μιαν βραδυά έπεσε στο κρεβάτι να ξεκουραστεί λίγο και μετά να σηκωθεί για αγρυπνία...

Οι δαίμονες πολύν φθόνον είχαν μαζί του. Η προσευχή του παπά-Εφραίμ ήταν φωτιά. 

'Ερχονται λοιπόν ένας ολόκληρος λεγεώνας έξω από το κελλί του και αρχίζουν φωνές. Ξυπνά το καλογέρι φοβισμένο. Βάζει αυτί, κατάλαβε, δαίμονες είναι... 

'Ολοι μαζί μια φωνή: "Πόλεμος-πόλεμος..." 

Ενόμισαν ότι θα τρομάξει κι αυτός σαν κι εσένα... (...)

'Ομως τι κάμνει το καλογέρι; 

Σηκώνεται από το κρεβάτι σαν αστραπή. 

Αρπάζει το τρακοσάρι (κομποσκοίνι) και τους απαντά και αυτός δυνατά με θάρρος: 

"Ναι-ναι πόλεμος-πόλεμος..!" 

Και δώστου αρχινά η μάχη... 

"Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον με..." 

"Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησόν με..."

'Εβγαλε τέτοια αγρυπνία που τη θυμόταν για χρόνια . 

'Ελεγε μετά αυτός ευχαριστώ στους δαίμονες που τον ξυπνήσανε. 

Ακούς πως αγωνίζονται; 

Ο Γέροντας Αρσένιος ο Σπηλαιώτης, για τον παπα Εφραίμ τον Κατουνακιώτη 

(Από Το Βιβλίο Του Π. Ιωσήφ Διονυσιάτου, 

Ο ΓΕΡΟΝΤΑΣ ΑΡΣΕΝΙΟΣ Ο ΣΠΗΛΑΙΩΤΗΣ)

agiosioannisprodromos.blogspot 

Πώς Θα Σωθούμε: “Η πορνεία” (Ιερά Μονή Παρακλήτου)

Επιλογή και διασκευή ψυχωφελών κειμένων από το βιβλίο “ΑΜΑΡΤΩΛΩΝ ΣΩΤΗΡΙΑ” του μοναχού Αγαπίου Λάνδου του Κρητός

Η πορνεία

Λέει ο απόστολος Παύλος: “Δεν ξέρετε πως είστε ναός του Θεού και ότι το Πνεύμα του Θεού κατοικεί ανάμεσά σας; Αν κάποιος, λοιπόν, καταστρέφει το ναό του Θεού, αυτόν θα τον αφανίσει ο Θεός” (Α΄Κορ. 3:16-17). Όλες οι αμαρτίες μολύνουν την ψυχή. Μόνο η πορνεία μολύνει ολόκληρο τον άνθρωπο, και την ψυχή και το σώμα του.

Όταν η γενετήσια πράξη έχει σκοπό την αύξηση του ανθρώπινου γένους, σύμφωνα με τη θεϊκή προσταγή και ευλογία (Γεν. 1:28 ), και όταν γίνεται με εκκλησιαστικές προϋποθέσεις, όπως δηλαδή ορίζουν το Ευαγγέλιο, οι ιεροί κανόνες και οι υποθήκες των Αγίων Πατέρων, δεν αποτελεί παράπτωμα. Αλλιώς είναι αμάρτημα θανάσιμο, αλλά κι ένα από τα πιο άγρια, τα πιο δυσκολοπολέμητα πάθη.

Η πορνεία, μολονότι από τα νιάτα σου ως τα γεράματά σου δεν θα πάψει να σε πολεμάει, νικιέται ευκολότερα όταν αποφεύγεις τελείως την πράξη και τους τόπους της αμαρτίας. Μην ξεγελαστείς και πεις, “Ας δοκιμάσω μια φορά, κι έπειτα εγκρατεύομαι”, γιατί, ειδικά σε τούτο το πάθος, η πρώτη πτώση δεν είναι σχεδόν ποτέ και η τελευταία, αλλά η αρχή του κατήφορου. Έχει αποδειχθεί, πώς όποιος δεν δοκίμασε ποτέ την αμαρτία, πολύ ευκολότερα πολεμάει και καταβάλλει το πάθος.

Η σαρκική επιθυμία, αδελφέ, είναι σαν ένα άλογο αχαλίνωτο, που πέφτει μέσα στους γκρεμούς και τραυματίζεται. Η σωφροσύνη και η εγκράτεια είναι το χαλινάρι που τη συγκρατεί. Όποιος δεν θέλει να γκρεμιστεί, ας κρατάει γερά το χαλινάρι και ας την έχει κάτω από τον έλεγχό του. Γιατί εκείνος που θα πέσει στο βάραθρο της πορνείας, δύσκολα θα μπορέσει να βγει έξω, δύσκολα θα κινηθεί σε μετάνοια, δύσκολα θα σηκώσει τα μάτια του στον ουρανό. Το βλέμμα του είναι στραμμένο πάντα στη γη, σαν των άλογων ζώων, και κάνει ενώπιον του Θεού τέτοιες απρέπειες, που δεν θα τολμούσε να τις κάνει μπροστά σ΄ ένα μικρό παιδί.

Γι΄ αυτούς που πέφτουν αμετανόητα στα σαρκικά αμαρτήματα, ο απόστολος Παύλος γράφει, ότι δεν θα κληρονομήσουν την ουράνια βασιλεία (Α΄Κορ. 6:9-10). Η θέση τους είναι στην αιώνια φωτιά της κολάσεως, που οι ίδιοι διαλέγουν ήδη από τη ζωή αυτή. Γιατί η πορνεία είναι κι αυτή φωτιά όμοια μ΄ εκείνη της γέενας. Καύσιμες ύλες της είναι η γαστριμαργία, η φιλαυτία και η απροσεξία, φλόγες της είναι η απρέπεια και η αναισχυντία, στάχτη της είναι η ακαθαρσία, καπνός της είναι η ντροπή και αποτελέσματά της, η φθορά του σώματος, η παράβαση του θείου νόμου, ο μολυσμός της ψυχής, ο χωρισμός από το Θεό. Γι΄ αυτό είναι ανάγκη να βρίσκεται συνέχεια σε επιφυλακή και νήψη, ώστε να μη σε νικήσει. Και καθώς φεύγεις μακριά από τη φωτιά, για να μη σε κάψει, έτσι να φεύγεις κι απ΄ αυτή τη λαύρα της σάρκας. Μην πλησιάζεις σε τόπους επικίνδυνους, γνωρίζοντας πως είσαι αδύνατος. Δεν πρέπει να επαναπαύεσαι, μήτε να ξεθαρρεύεις, μήτε να υπολογίζεις στην ως τώρα εγκράτειά σου, γιατί πολλοί, και μάλιστα πιο ενάρετοι και πιο αγωνιστές από σένα, αφού κατόρθωσαν να νικήσουν και να στεφανωθούν πολλές φορές, ύστερα ηττήθηκαν αξιοθρήνητα. Γιατί όπως η φωτιά μαλακώνει ακόμα και το σίδερο, έτσι και η φλόγα της πορνείας μαλθακώνει ακόμα και τους σιδερένιους άνδρες.

Αδύνατο είναι να πας στον αλευρόμυλο, και να μην αλευρωθείς. Αδύνατο είναι να κρατάς πίσσα, και να μην κολλήσει στα χέρια σου. Το ίδιο αδύνατο είναι να συναναστρέφεσαι με ανθρώπους κοσμικούς, ανθρώπους αμαρτωλούς και σαρκολάτρες, και να μη μολυνθείς. Γι΄ αυτό είναι λίγοι, αλλά και μακάριοι, εκείνοι που δεν πλήρωσαν ποτέ ούτ΄ έναν οβολό στο δαίμονα της πορνείας, όχι μόνο με το σώμα και την πράξη, αλλά μήτε με το νου και την καρδιά τους. Γιατί, όπως είπε ο Κύριος, “όποιος βλέπει μια γυναίκα με πονηρή επιθυμία, έχει κιόλας διαπράξει μέσα του μοιχεία μ΄ αυτήν” (Ματθ. 5:28 ). Έτσι, να μην περιεργάζεσαι όμορφα πρόσωπα ή σώματα και να μην αγγίζεις ξένη σάρκα, για να μην ερεθίζεις το πάθος που ζει μέσα σου, ούτε όμως κι εσύ να στολίζεσαι και να καλλωπίζεσαι, για να μη σκανδαλίζεις άλλες ψυχές. Πάντα να ντύνεσαι σεμνά και να φέρεσαι σεμνά. Πάντα να εργάζεσαι, για να φεύγουν οι λογισμοί, προπαντός όταν έχεις σαρκικό πόλεμο. Κράτησε στο νου σου και όσα θα διαβάσεις παρακάτω, και έχε τα σαν όπλα και σαν γιατρικά εναντίον του πάθους της πορνείας, του πολέμου της σάρκας, που είναι ο ισχυρότερος απ΄ όλους τους πολέμους του εχθρού.

Πρώτα-πρώτα, σαν βασικότερο όπλο και γιατρικό, οι σοφοί Πατέρες μας παρέδωσαν την επιμελή τήρηση και φύλαξη των αισθήσεων, και μάλιστα της οράσεως, γιατί τα μάτια είναι οι αγωγοί, απ΄ όπου το θανάσιμο δηλητήριο των ηδονών διοχετεύεται στην ψυχή μας, είναι οι θύρες, απ΄ όπου όλες οι ματαιότητες του κόσμου τούτου μπαίνουν μέσα μας, μολύνουν το νου μας και παραλύουν τη θέλησή μας. Και όταν παραλύσει η θέληση, συγκαταβαίνει η καρδιά μας στο πονηρό, και αποφασίζουμε να το πραγματοποιήσουμε. “Εκ γάρ του οράν τίκτεται το εράν”, και απ΄ αυτό η συγκατάθεση και από τη συγκατάθεση η πράξη. Αν δεν κοίταζες το πρόσωπο ή το πράγμα που σου άναψε την επιθυμία, όλα τα υπόλοιπα θα έλειπαν. Αν δεν κοίταζαν οι προπάτορές μας το απαγορευμένο δέντρο της γνώσεως του καλού και του κακού (Γεν. 2:17), δεν θ΄ αμάρταναν και δεν θα καταδικάζονταν σε εξορία από τον παράδεισο. Αν δεν κοίταζε ο Δαβίδ τη Βηρσαβεέ, δεν θα έπεφτε σε μοιχεία και φόνο (Β΄ Βασ. 11:1-27). Και αν δεν κοίταζε ο Σολομών τις όμορφες ειδωλολάτρισσες, δεν θα καταντούσε σε τόση ασέβεια (Γ΄Βασ. 11:1-8). Να που μπορεί να οδηγήσει το απρόσεκτο βλέμμα. Γι΄ αυτό ο Κύριος έφτασε να πει τη γνωστή διδακτική υπερβολή: “Αν το μάτι σου σε σκανδαλίζει, βγάλε το. Είναι προτιμότερο να μπεις μονόφθαλμος στη βασιλεία του Θεού, παρά να έχεις δύο μάτια και να πας στη γέενα του πυρός” (Μάρκ. 9:47).

Μετά την όραση, χρειάζεται η φύλαξη της ακοής, ώστε τ΄ αυτιά σου να μην ακούνε μουσική και τραγούδια που εξάπτουν τη σαρκική φλόγα, μήτε λόγια πορνικά και διηγήσεις ερεθιστικές.

Η τρίτη αίσθηση, η όσφρηση, δεν είναι τόσο επικίνδυνη, πλην όμως πρέπει κι αυτή να την προσέχεις, γιατί είναι μερικά αρώματα που ξεσηκώνουν την επιθυμία.

Η τέταρτη όμως αίσθηση, η αφή, είναι επικίνδυνη κι απ΄ αυτή την όραση. Δεν είναι δυνατό να ψηλαφήσεις σάρκα, και να μην ολοκληρώσεις την αμαρτωλή πράξη, αν συντελεί σ΄ αυτό και ο τόπος.

Όσο για την πέμπτη και τελευταία αίσθηση, τη γεύση, για να μην ενισχύει τον σαρκικό πόλεμο, χρειάζεται να της στερήσεις το πολύ φαγητό και το πολύ πιοτό, προπαντός τα καρυκεύματα και τα λίπη. Όσο η νηστεία και η εγκράτεια καταλαγιάζουν την πυρωμένη σάρκα, τόσο η γαστριμαργία και η μέθη τη φουντώνουν. Μην την περιποιείσαι λοιπόν τη σάρκα σου, μη δίνεις στο λάρυγγα και στην κοιλιά σου ό,τι σου ζητούν, για να κυριαρχείς επάνω τους και να μην είσαι δούλος τους. Ο άγιος Ιωάννης της Κλίμακος λέει, ότι εκείνος που θέλει να νικήσει το πνεύμα της πορνείας και συνάμα υπηρετεί την κοιλιά του, μοιάζει με άνθρωπο που προσπαθεί να σβήσει τη φωτιά ρίχνοντάς της λάδι.

Ένας άλλος τρόπος αντιμετωπίσεως του σαρκικού πολέμου είναι η άμεση απομάκρυνση από το νου σου των πονηρών λογισμών και ενθυμήσεων. Σε πρόσβαλε ένας λογισμός; Διώξε τον χωρίς καθυστέρηση! Μόλις τον συνειδητοποιήσεις, μην τον αφήσεις να σταθεί καθόλου στο νου σου. Την ίδια στιγμή αντικατάστησέ τον μ΄ έναν άλλο λογισμό, αγαθό και πνευματικό, που να σου προξενεί κατάνυξη. Γιατί ο νους δεν μπορεί να μείνει ποτέ αδειανός από λογισμούς. Πάντα κάτι θα σκέφτεται, είτε αγαθό είτε πονηρό. Όταν, λοιπόν, βρίσκεσαι σ΄ επιφυλακή, ώστε σε κάθε επίθεση κακών λογισμών ν΄ αμυνθείς άμεσα με λογισμούς καλούς, δεν θ΄ αφήσεις στους πρώτους περιθώρια να ενεργήσουν μέσα σου και να ξεσηκώσουν τη σάρκα. Αν όμως τους δεχτείς και τους κρατήσεις κάμποση ώρα, τότε αρχίζουν να ριζώνουν και να στερεώνονται στην ψυχή σου, οπότε είναι δύσκολο πια να τους διώξεις. Συμβαίνει δηλαδή ό,τι και με τη φωτιά, που πολύ εύκολα τη σβήνεις μόλις αρχίζει ν΄ ανάβει, δεν μπορείς όμως να την ελέγξεις όταν φουντώσει και απλωθεί σ΄ ολόκληρο το δάσος, συμβαίνει ό,τι και με το δέντρο, που το ξεριζώνεις χωρίς δυσκολία όταν είναι μικρό και νεοφύτευτο, όχι όμως όταν μεγαλώσει και ριζώσει καλά, συμβαίνει ακόμα ό,τι και με τον εχθρό, που ευκολότερα του αντιστέκεσαι και τον απωθείς όταν είναι στη θύρα, όπου ο τόπος είναι στενός, παρά όταν μπει μέσα στο σπίτι σου, οπότε έχει ελευθερία κινήσεων. Ο λογισμός της πορνείας είναι αδύνατος σαν ένα χορτοβλάσταρο, γι΄ αυτό και τον τσακίζουμε εύκολα στην αρχή, μόλις πάει να τον βάλει ο δαίμονας στην καρδιά μας. Αν όμως τον δεχτούμε με ευχαρίστηση και ηδονική διάθεση, αν τον κρατήσουμε έστω και για λίγο, τότε γίνεται δυνατός σαν το σίδερο και πρέπει να καταβάλουμε πολλούς κόπους για να τον νικήσουμε.

Αν, από αμέλεια και απροσεξία σου, συμβεί να στερεωθεί στο νου σου ο πονηρός λογισμός, μην απελπιστείς και μην παραδώσεις τα όπλα. Πιάσε αμέσως την προσευχή, κραύγασε με πόνο στον Κύριο, ζήτησε με δάκρυα τη βοήθειά Του και παρακάλεσέ Τον ολόψυχα, όπως οι ναυτικοί που πέφτουν σε σφοδρή θαλασσοταραχή και κινδυνεύουν, να μη σ΄ αφήσει να πνιγείς σ΄ αυτή τη νοητή φουρτούνα. Λέγε ψαλμούς και προσευχές από τη Γραφή, όπως “Ο Θεός, είς την βοήθειάν μου πρόσχες, Κύριε, είς το βηθήσαί μοι σπεύσον…” (Ψαλμ. 69), “Εν τώ επικαλείσθαί με εισήκουσάς μου, ο Θεός της δικαιοσύνης μου, εν θλίψει επλάτυνάς με…” (Ψαλμ. 4), “Κύριε, εισάκουσον της προσευχής μου…” (Ψαλμ. 142), “Πάτερ ημών ο εν τοίς ουρανοίς… μη εισενέγκης ημάς είς πειρασμόν” (Ματθ. 6:9-13) και άλλα παρόμοια. Μελέτα και στοχάζου το άχραντο πάθος και τον φρικτό σταυρικό θάνατο του Κυρίου μας -πόσα υπέμεινε για να θανατώσει την αμαρτία, στην οποία σε σπρώχνει τώρα ο ανθρωποκτόνος διάβολος! Ικέτευε την Κυρία Θεοτόκο και όλους τους αγίους να σπεύσουν σε βοήθειά σου. Και αν είναι κοντά ο πνευματικός σου ή άλλος ενάρετος άνθρωπος, τρέξε να πάρεις συμβουλή και παρηγοριά.

Όταν σε πολεμάει σφοδρά η σάρκα, πρόσεξε μη σε πλανήσει τούτος ο λογισμός, που πλάνησε πολλούς: “Δεν αντέχω πια αυτό το βασανιστήριο! Θα πέσω, θα εκτονωθώ και θα ηρεμήσω”. Όχι, αδελφέ μου! Πρώτα-πρώτα, δεν θα βασανιζόσουν, αν, όπως είπαμε πριν, δεν άφηνες τον πονηρό λογισμό να εγκατασταθεί μέσα σου. Αν τον είχες διώξει από την πρώτη στιγμή, θα γλύτωνες όλη την ταλαιπωρία. Εσύ, λοιπόν, φταις για το ότι βασανίζεσαι. Αλλά και τώρα πάλι η λύση και η λύτρωση δεν βρίσκεται στην αμαρτία -μη γένοιτο! Αν υποκύψεις στον πειρασμό, τότε το δεύτερο κακό θα είναι πολύ χειρότερο από το πρώτο. Γιατί πρέπει να ξέρεις, πως η αμαρτία αυτή, πιο πολύ απ΄ όλες τις άλλες, είναι αχόρταγη. Αν την πολεμάς σταθερά και δεν πέσεις ούτε μια φορά, σιγά-σιγά εξασθενίζει. Αν όμως ξεγελαστείς και πέσεις, νομίζοντας ότι έτσι θα ξεθυμάνει η εσωτερική σου πίεση και θα ησυχάσεις, τότε την έπαθες άσχημα! Γιατί, μετά την πρώτη φορά, ο δαίμονας θα σε φουντώσει πάλι, για να σε κάνει να πέσεις και δεύτερη. Τη δεύτερη θα την ακολουθήσουν και τρίτη και τέταρτη και Πέμπτη… Κάθε φορά θα λες πως είναι η τελευταία -μα, αλίμονο, όχι! Γιατί έτσι λίγο-λίγο συνηθίζεις στην αμαρτία, και με τον καιρό η συνήθεια γίνεται ανάγκη και πάθος. Και τότε πια καταντάς ένας αλυσοδεμένος δούλος της πορνείας!

Αγωνίσου, λοιπόν, εναντίον της από την αρχή, με πολλή ανδρεία κι ενθουσιασμό, αλλά και με του Κυρίου την ενίσχυση. Έτσι γρήγορα και εύκολα θα την αποδυναμώσεις, οπότε και το διάβολο θα ντροπιάσεις και το Θεό θα δοξάσεις και εσύ θα είσαι ειρηνικός και οι άγιοι άγγελοι, ολόχαροι, θα έρθουν να σε υπηρετούν, όπως τον Κύριο όταν νίκησε τον πειρασμό (Ματθ. 4:11). Αν, απεναντίας, νικηθείς και πέσεις, η μεν ηδονή της αμαρτίας θα περάσει και θα χαθεί γρήγορα σαν αστραπή, η πίκρα όμως που αφήνει στην ψυχή και ο έλεγχος της συνειδήσεως θα σε βασανίζουν χειρότερα απ΄ ό,τι ο προηγούμενος πόλεμος της σάρκας.

Ένα άλλο ισχυρό φάρμακο και όπλο εναντίον της πορνείας είναι, όπως αναφέραμε ήδη, η μνήμη του θανάτου. Αν συλλογιστείς ότι σε λίγο ίσως δεν θα ζεις πια, όπως ίσως δεν θα ζει και το πρόσωπο που σου προκαλεί σαρκικό πόθο, αν αντικρύσεις νοερά και το δικό σου και το άλλο σώμα νεκρό, βρωμισμένο, μισοφαγωμένο απ΄ τα σκουλήκια -πώς να μη σιχαθείς τέτοια σάρκα; Πώς να μη μεταφερθεί η σκέψη σου από τα τωρινά και πρόσκαιρα στα μελλούμενα και αιώνια;

Αν πάλι η σαρκική σου πύρωση είναι τόσο μεγάλη, ώστε κανένα από τα γιατρικά και τα όπλα που αναφέραμε δεν είναι ικανό να σε σταματήσει από την πτώση, τότε μη διστάσεις να δοκιμάσεις και τούτο το φάρμακο, το πιο δριμύ και καυστικό απ΄ όλα, με το οποίο πολλοί άγιοι δάμασαν και ταπείνωσαν την ανήμερη και αταπείνωτη πορνική φλόγα. Ποιο; Τον σωματικό πόνο! Όπως διαβάζουμε στα συναξάρια και στους βίους ενάρετων ανδρών, όταν δεν μπορούσαν αλλιώς να κατευνάσουν την έξαψή τους, κατέφευγαν και στο έσχατο τούτο μέσο. Ένας χτυπούσε με ξύλο το σώμα του, ώσπου μελάνιαζε. Άλλος καθόταν μισόγυμνος δίπλα σ΄ έναν βάλτο, ώσπου κοκκίνιζε και πρηζόταν από τ΄ άγρια τσιμπήματα των εντόμων. Άλλος, μέσα στο καταχείμωνο, έβγαζε τα ρούχα του και ξάπλωνε πάνω στο χιόνι. Άλλος βουτούσε μέσα σε παγωμένο νερό.

Ο άγιος Βενέδικτος (14 Μαρτίου), όπως αναφέρει ο βιογράφος του, κυλίστηκε στ΄ αγκάθια ολόγυμνος, ώσπου ξεσκίστηκε και καταματώθηκε κι έγινε αγνώριστος, έτσι όμως νίκησε τη σάρκα.

Ο όσιος Μαρτινιανός (13 Φεβρουαρίου), όταν αναγκάστηκε να φιλοξενήσει κάποια νύχτα στο ασκητήριό του μια άσεμνη γυναίκα και πολεμήθηκε από το δαίμονα της πορνείας, άναψε μεγάλη φωτιά και πήδησε μέσα, λέγοντας με δάκρυα: “Αν μπορείς, άθλιε, ν΄ αντέξεις αυτή τη φλόγα για λίγο, τότε θ΄ αντέξεις και την αιώνια”. Η γυναίκα, βλέποντάς τον, κατατρόμαξε και άρχισε να τον ικετεύει: “Άγιε του Θεού, μη θανατωθείς άδικα για χάρη μου!” Τότε ο άγιος σηκώθηκε κι έφυγε από κει, ενώ η γυναίκα έμεινε στο κελλί του και σώθηκε.

Στον Ευεργετινό πάλι διαβάζουμε, ότι μια ελεεινή γυναίκα πήγε στο κελλί κάποιου ασκητή με σκοπό να τον παρασύρει, η αθεόφοβη, στην αμαρτία. Εκείνος την έβαλε μέσα, γιατί ήταν νύχτα και φοβήθηκε μην τη φάνε τα θηρία. Επειδή όμως κυριεύθηκε από σαρκική επιθυμία και λίγο έλειψε να πέσει στην πορνεία, τι έκανε; Έβαλε ένα του δάχτυλο πάνω από τη φλόγα του λυχναριού και το κράτησε εκεί ώσπου κάηκε! Η σαρκική πύρωση δεν υποχώρησε, παρά τους φρικτούς πόνους, και γι΄ αυτό ο γενναίος άνθρωπος του Θεού έβαλε και δεύτερο δάχτυλο πάνω απ΄ το λυχνάρι. Έτσι έκαψε ένα-ένα όλα του τα δάχτυλα! Η γυναίκα, που από μια γωνιά τον κρυφοκοίταζε, βλέποντάς τον να καίει τα δάχτυλά του το ένα μετά το άλλο, φοβήθηκε τόσο πολύ, που ξεψύχησε. Το πρωί ο άγιος εκείνος ασκητής τη βρήκε νεκρή και με την προσευχή του την ανέστησε.

Κάνε κι εσύ το ίδιο, αν το λέει η καρδιά σου! Βάλε μόνο ένα σου δάχτυλο στη φλόγα, κι αν μπορείς να υπομείνεις, πέσε και στην αμαρτία! Αν όμως δεν αντέχεις μήτε την καύτρα του κεριού να σβήσεις με την άκρη του δαχτύλου σου, πώς θα υποφέρεις τη δριμύτατη φλόγα της ατέλειωτης κολάσεως;…

Αγωνίσου, λοιπόν. Πολέμα τη σάρκα. Διώχνε τους πονηρούς λογισμούς. Εφάρμοσε όσα διάβασες εδώ. Γίνε μιμητής του αποστόλου Παύλου, που με σκληρές ασκήσεις ταλαιπωρούσε και υποδούλωνε το σώμα του (Α΄ Κορ. 9:27). Έτσι, με τη χάρη του Θεού, που πάντα συντρέχει τους καλοπροαίρετους αγωνιστές, θα νικήσεις.

___________________

*Ο συγγραφέας του βιβλίου “Αμαρτωλών Σωτηρία” μοναχός Αγάπιος, κατά κόσμον Αθανάσιος Λάνδος, ο “μέγας ευαγγελιστής του υποδούλου Γένους”, γεννήθηκε στο Χάνδακα, το σημερινό Ηράκλειο της Κρήτης, στα τέλη του 16ου αι. (μετά το 1580). Οι σαφείς και έγκυρες βιογραφικές πληροφορίες για τον Αγάπιο είναι πενιχρές, κι αυτές σεμνά κρυμμένες μέσα στα έργα του. Γιατί, όπως σωστά παρατηρήθηκε, ήταν ο ορθόδοξος μοναχός που κράτησε τον εαυτό του στη σκιά -άλλωστε, ούτε σχέσεις με προσωπικότητες της εποχής του επιδίωξε ούτε εκκλησιαστικά αξιώματα επιζήτησε-, ενώ φρόντισε για την προβολή του λόγου του Θεού και την ψυχική ωφέλεια των συνανθρώπων του. Ξέρουμε μόνο ότι σπούδασε τα ελληνικά και τα ιταλικά γράμματα στην Κρήτη, όπου η παιδεία γνώριζε τότε μεγάλη ακμή, ίσως μάλιστα και στην Ιταλία. […] (Από την εισαγωγή της έκδοσης)

[Το βιβλίο (το οποίο και συνιστούμε ανεπιφύλακτα) χωρίζεται σε δύο μέρη. Το πρώτο αναφέρεται στις αμαρτίες και τα πάθη, στις θλίψεις και τη ματαιότητα του κόσμου. Το δεύτερο, στη σχέση μας με το Θεό, τον πλησίον και τον εαυτό μας, στη νηστεία και την προσευχή, στην εξομολόγηση και τη θεία κοινωνία, στη μνήμη του θανάτου, στον παράδεισο και την κόλαση]

alopsis.gr 

Τρίτη 17 Φεβρουαρίου 2026

Γέρων Θαδδαῖος Στρμπούλοβιτς τῆς Βιτόβνιτσα. Ἡ ταπείνωση εἶναι ἡ τελειότητα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς.

Πῶς θὰ καταλάβουμε ἂν ζοῦμε σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ἢ ὄχι;

Νὰ ὁρίστε πῶς. Ἂν στενοχωριέσαι γιὰ ὁτιδήποτε, αὐτὸ σημαίνει πὼς δὲν ἄφησες τὸν ἑαυτό σου ὁλόκληρο στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, παρ’ ὅλο ποὺ ἐξωτερικὰ φαίνεται ὅτι τὸ ἔκανες. Ὅποιος ζεῖ σύμφωνα μὲ τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, αὐτὸς δὲν στεναχωριέται γιὰ τίποτε! Ὅταν ὁ τέτοιου εἴδους ἄνθρωπος ἔχει κάποια ἀνάγκη, παρακαλάει τὸν Θεό. Ἂν δὲν πάρει αὐτὸ ποὺ ζητάει, μένει ἥσυχος, πρᾶος σὰν νὰ τὸ πῆρε. Ἡ ψυχὴ ποὺ ἀφέθηκε στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ τίποτε δὲν φοβᾶται. Δὲν φοβᾶται οὔτε τὶς ἀπειλές, οὔτε τοὺς ληστὲς καὶ γιὰ ὅλα ὅσα τοῦ συμβαίνουν λέει:

Ἔτσι ἦταν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἀκόμη καὶ γιὰ τὴν ἀρρώστια ὁ ἥσυχος ἄνθρωπος σκέφτεται πὼς καὶ αὐτὴ ἡ ἀρρώστια θὰ μὲ βοηθήσει σὲ κάτι, μοῦ εἶναι χρήσιμη γιὰ κάτι, ἀλλιῶς δὲν θὰ μοῦ τὴν ἔστελνε ὁ Θεός. Ἔτσι φυλάγουμε τὴν ἠρεμία, τὴν γαλήνη καὶ στὴν ψυχὴ καὶ στὸ σῶμα μας.

Ὁ Κύριος κάλεσε τὸν καθένα ἀπὸ μᾶς στὴν ὕπαρξη μὲ ἕνα συγκεκριμένο στόχο καὶ σχέδιο. Καὶ τὸ παραμικρὸ χορταράκι αὐτοῦ τοῦ πλανήτη ἔχει ἕνα εἶδος ἀποστολῆς ἐδῶ στὴ γῆ. Καὶ πόσο ἀληθεύει αὐτὸ γιὰ τὰ ἀνθρώπινα ὄντα! Ὡστόσο, ἐμεῖς διαταράσσουμε ἐνίοτε καὶ ἐμποδίζουμε τὸ σχέδιο τοῦ Θεοῦ. Ἔχουμε τὴν ἐλευθερία εἴτε νὰ ἀποδεχτοῦμε τὸ θέλημά του εἴτε νὰ τὸ ἀπορρίψουμε. Ὁ Θεὸς ποὺ εἶναι ἀγάπη, δὲν θέλει νὰ ἄρει αὐτὴ τὴν ἐλευθερία ἀπὸ μᾶς. Μᾶς δόθηκε ἀπόλυτη ἐλευθερία, ἀλλὰ ἐμεῖς, πάνω στὴν τρέλα μας, ποθοῦμε συχνὰ ἄχρηστα πράγματα.

Δὲν μποροῦμε νὰ ἐπιτύχουμε τὴ σωτηρία μὲ κανέναν τρόπο πέρα ἀπὸ τὴ μεταμόρφωση τοῦ νοῦ μας, τὴ μεταμόρφωσή του σὲ κάτι διαφορετικὸ ἀπὸ αὐτὸ ποὺ ἦταν. Ὁ νοῦς μας θεώνεται ἀπὸ μιὰ ἰδιάζουσα ἐνέργεια τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ. Γίνεται ἀπαθὴς καὶ ἅγιος. Ἕνας θεωμένος νοῦς ζεῖ ἀκατάπαυστα μὲ τὴ μνήμη τοῦ Θεοῦ. Γνωρίζοντας ὅτι ὁ Θεὸς εἶναι μέσα μας κι ἐμεῖς ἐν Αὐτῷ, ὁ θεωμένος νοῦς εἶναι ὁλότελα οἰκεῖος μὲ τὸν Θεό. Ὁ Θεὸς εἶναι παντοῦ κι ἐμεῖς εἴμαστε σὰν ψάρια μέσα στὸ νερὸ ὅταν εἴμαστε ἐν Θεῷ. Τὴ στιγμὴ ποὺ οἱ λογισμοί μας Τὸν ἐγκαταλείπουν, ἀφανιζόμαστε πνευματικά.

Πρέπει κανεὶς νὰ κηρύττει ὄχι ἀπὸ τὸ ὀρθολογιστικό του μυαλό, ἀλλὰ μέσα ἀπὸ τὴν καρδιά του. Μόνο ὅ,τι προέρχεται ἀπὸ τὴν καρδιὰ μπορεῖ νὰ ἀγγίξει μιὰ ἄλλη καρδιά.

Πρέπει νὰ ὑποφέρουμε ἀρκετὰ στὴν καρδιά μας ὥστε νὰ μάθουμε τὴ ταπεινοφροσύνη. Ὁ Κύριος στέκει διαρκῶς στὸ πλάι μας, ἐπιτρέποντας νὰ νιώσουμε πόνο ἀριστερὰ στὸ στῆθος μας, ἔτσι ὥστε νὰ φύγει ἀπὸ μέσα μας ὅλη ἡ δυσωδία. Κι ἐμεῖς αὐτὸ ποὺ λέμε συνέχεια εἶναι, «Ἐκεῖνο καὶ τὸ ἄλλο μοῦ εἶπε… Μὲ προσέβαλε ὅσο δὲν παίρνει… Ε, αὐτὸ εἶναι ἀσυγχώρητο!».

Πῶς εἶναι δυνατὸν νὰ μὴ συγχωροῦμε, τὴ στιγμὴ ποὺ εἴμαστε ἴδιοι μὲ τοὺς ἄλλους; Πόσες καὶ πόσες φορὲς δὲν ἔχουμε κι ἐμεῖς προσβάλλει τους πλησίον μας; Πρέπει λοιπὸν νὰ μάθουμε νὰ διατηροῦμε τὴ γαλήνη μας. Δὲν μπορεῖς νὰ μάθεις τὴν ταπείνωση, ἂν δὲν ἔχεις φτάσει νὰ ὑποφέρεις πολλὰ στὴν καρδιά σου.

Οἱ Ἅγιοι Πατέρες λένε ὅτι ἂν δὲν ταπεινώσουμε τὸν ἑαυτό μας, ὁ Κύριος δὲν θὰ σταματήσει νὰ μᾶς ταπεινώνει. Θὰ χρησιμοποιήσει κάποιον προκειμένου νὰ μᾶς ταπεινώσει. Κάποιος θὰ προκαλέσει τὴν ὀργή μας καὶ θὰ τὸ κάνει μέχρι νὰ μάθουμε νὰ παραμένουμε ἤρεμοι καὶ γαλήνιοι κάθε φορὰ ποὺ προκαλούμαστε.

Νομίζουμε ὅτι ξέρουμε πολλά, ἀλλὰ ὅσα ξέρουμε εἶναι πολὺ λίγα. Ἀκόμα κι ἐκεῖνοι ποὺ ἀγωνίζονται σὲ ὅλη τους τὴ ζωὴ νὰ κάνουν τὴν ἀνθρωπότητα νὰ προοδεύσει – ἐμβριθεῖς ἐπιστήμονες καὶ ἰδιαίτερα καλλιεργημένοι ἄνθρωποι – συνειδητοποιοῦν ἐν τέλει ὅτι ἡ γνώση τους δὲν εἶναι τίποτα ἄλλο πέρα ἀπὸ ἕνας κόκκος ἄμμου πλάϊ στὴ θάλασσα. Ὅλα μας τὰ ἐπιτεύγματα εἶναι ἀνεπαρκῆ.

Ἡ ταπείνωση εἶναι θεϊκὴ περιουσία· εἶναι ἡ τελειότητα τῆς χριστιανικῆς ζωῆς. Ἀποκτᾶται μέσα ἀπὸ τὴν ὑπακοή. Ὅποιος δὲν εἶναι ὑπάκουος δὲν μπορεῖ νὰ ἀποκτήσει τὴν ταπείνωση. Ὑπάρχουν πολὺ λίγοι σήμερα στὸν κόσμο, ποὺ ἔχουν ὑπακοή. Ἡ ταπείνωσή μας εἶναι ἀνάλογη τῆς ὑπακοῆς μας.

Ἡ φυσική, ἡ ἐξωτερικὴ ταπείνωση ἀποκτιέται πιὸ εὔκολα ἀπὸ τὴν ἐσωτερική, τὴν ταπείνωση τοῦ νοῦ. Αὐτὴ ἡ τελευταία εἶναι ἕνα ἰδιαίτερο δώρημα. Ὁ ἅγιος πατήρ μας Συμεῶν λέει ὅτι τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει ἀποκτήσει τὴν ταπείνωση τοῦ νοῦ, δὲν μπορεῖ νὰ τὸν βλάψει τίποτα στὸν κόσμο. Ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος, ὁτιδήποτε κι ἂν συμβαίνει, εἶναι πάντοτε εἰρηνευμένος. Αὐτὸ εἶναι πραγματικὰ μιὰ θεϊκὴ περιουσία.

Γέρων Θαδδαῖος Στρμπούλοβιτς τῆς Βιτόβνιτσα

agiazoni.gr 

Εξομολόγηση...να δένουμε το τραύμα της ψυχής μας

- Γέροντα, όταν στον αγώνα μου έχω πτώσεις, πανικοβάλλομαι.

- Μη φοβάσαι. Αγώνας είναι και θα έχουμε και τραύματα. Με την εξομολόγηση αυτά θεραπεύονται. Βλέπεις, οι στρατιώτες στον πόλεμο, όταν τραυματίζωνται επάνω στην μάχη, τρέχουν αμέσως στον γιατρό, δένουν το τραύμα τους και συνεχίζουν να πολεμούν φιλότιμα.

Εν τω μεταξύ αποκτούν και πείρα από τον τραυματισμό και προφυλάγονται καλύτερα, ώστε να μην ξανατραυματισθούν. Έτσι και εμείς, όταν τραυματιζώμαστε πάνω στον αγώνα μας, δεν πρέπει να δειλιάζουμε, αλλά να τρέχουμε στον γιατρό – στον πνευματικό -, να του δείχνουμε το τραύμα μας, να θεραπευώμαστε πνευματικά, και πάλι να συνεχίζουμε «τον καλόν αγώνα». Κακό είναι, όταν δεν ψάχνουμε να βρούμε τους φοβερούς εχθρούς της ψυχής, τα πάθη, και δεν αγωνιζώμαστε, για να τους εξοντώσουμε.

- Γέροντα, μερικοί από φιλότιμο δεν πάνε να εξομολογηθούν. «Αφού μπορεί να ξανακάνω το ίδιο σφάλμα, λένε, για ποιο λόγο να πάω να το εξομολογηθώ; για να κοροϊδεύω τον παπά;».

- Αυτό δεν είναι σωστό! Είναι σαν να λέη ένας στρατιώτης, όταν τραυματίζεται: «Αφού ο πόλεμος δεν τέλειωσε και μπορεί πάλι να τραυματισθώ, γιατί να δέσω το τραύμα μου;». Αλλά, αν δεν το δέση, θα πάθη αιμορραγία και θα πεθάνη.

Μπορεί από φιλότιμο να μην πηγαίνουν να εξομολογηθούν, τελικά όμως αχρηστεύονται. Ο διάβολος, βλέπεις, εκμεταλλεύεται και τα χαρίσματα. Αν δεν καθαρίζουμε με την εξομολόγηση την ψυχή μας, όταν πέφτουμε και λερωνώμαστε, με τον λογισμό ότι πάλι θα πέσουμε και θα λερωθούμε, προσθέτουμε λάσπες πάνω στις παλιές λάσπες και είναι δύσκολο μετά να καθαρίσουν.

Όσιος Παΐσιος Αγιορείτης

πηγή:inpantanassis.blogspot.gr

panagiaalexiotissa.blogspot 

Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2026

Λόγος Αγίου Εφραίμ του Σύρου σχετικά με τη Δευτέρα Παρουσία

Αγαπητοί μου αδελφοί, ακούστε για τη δεύτερη και φοβερή παρουσία του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. Έφερα στο νου μου την ώρα εκείνη και, καθώς αναλογίστηκα όσα πρόκειται τότε να συμβούν, κατατρόμαξα. Ποιος μπορεί να τα διηγηθεί; Ποια γλώσσα μπορεί να τα περιγράψει; Ποια αυτιά μπορούν να τα ακούσουν;

Τότε ο Βασιλιάς της οικουμένης θα σηκωθεί από το θρόνο της δόξας Του και θα έρθει για να κρίνει όλους τους κατοίκους της γης, αμείβοντας με αιώνια μακαριότητα τους άξιους και τιμωρώντας με αιώνια κόλαση τους αμαρτωλούς! Όταν τα φέρνω αυτά στο νου μου, τρόμος με κυριεύει. Παραλύω ολόκληρος. Τα μάτια μου δακρύζουν. Η φωνή μου κόβεται. Τα χείλη μου παγώνουν. Η γλώσσα μου τρέμει. Οι λογισμοί μου σταματούν. Αν και ο φόβος με πιέζει να σωπάσω, αναγκάζομαι να μιλήσω για χάρη της δικής σας ωφέλειας.

Θα συμβούν τόσο μεγάλα και τρομακτικά γεγονότα, που ούτε έγιναν από την κτίση του κόσμου, ούτε θα γίνουν σ’ όλες τις γενιές. Αν μία δυνατή βροντή πολλές φορές μας τρομάζει και μας κόβει τα πόδια, για σκεφτείτε, πώς θ’ αντέξουμε ν’ ακούσουμε τον ήχο εκείνης της σάλπιγγας, που θα ηχήσει στα ουράνια δυνατότερα από κάθε βροντή, για να ξυπνήσει όλους τους νεκρούς, δίκαιους και άδικους;

Τότε τα οστά των νεκρών θα συναρμολογηθούν. Θα προστάξει ο μεγάλος Βασιλιάς, που εξουσιάζει όλη την κτίση, και ευθύς η γη και η θάλασσα θα δώσουν με τρόμο τους νεκρούς τους. Ακόμα κι όσοι κατασπαράχθηκαν από τα θηρία, όσοι φαγώθηκαν από τα ψάρια ή τα όρνια, όλοι, «εν ριπή οφθαλμού», θα παρουσιαστούν μπροστά στον αδέκαστο Κριτή. Τότε οι ποταμοί και οι πηγές θα εξαφανιστούν, τ’ αστέρια θα πέσουν, ο ήλιος θα σβήσει, η σελήνη θα χαθεί.

Άγγελοι σταλμένοι από το Θεό θα διασχίζουν την υφήλιο και θα συγκεντρώνουν τους εκλεκτούς από κάθε σημείο της γης. Τότε θ’ αντικρύσουμε «καινοὺς δὲ οὐρανοὺς καὶ γῆν καινὴν (:νέους ουρανούς και νέα γη)» (Β’ Πέτρ. γ’, 13), σύμφωνα με την υπόσχεση τοῦ Κυρίου.

Πώς θ’ αντέξουμε, όταν θα δούμε να ετοιμάζεται ο φοβερός θρόνος και να προβάλλει ο Σταυρός, που πάνω του θυσιάστηκε εκούσια ο Χριστός για μας; Τότε θα θυμηθούμε και θα κατανοήσουμε τον λόγο του Κυρίου για «τὸ σημεῖον τοῦ υἱοῦ τοῦ ἀνθρώπου(:το σημείο του Υιού του ανθρώπου» (Ματθ. κδ΄30).

Τότε θα πληροφορηθούμε όλοι, ότι πρόκειται να παρουσιαστεί ο μεγάλος Βασιλιάς. Τη φοβερή εκείνη ώρα, ο καθένας μας θα συλλογίζεται τις πράξεις του και θα σκέφτεται τι θα Του απολογηθεί… Όταν θ’ ακούσουμε τη βροντερή εκείνη φωνή από τα ύψη τ’ ουρανού να διακηρύσσει, «ἰδοὺ ὁ νυμφίος ἔρχεται(:να, ο Νυμφίος έρχεται» (Ματθ. κε΄ 6), «Ο Κριτής φτάνει για να κρίνει ζωντανούς και νεκρούς», τότε, από την κραυγή εκείνη, θα σαλέψουν συθέμελα τα έγκατα της γης, απ’ τη μίαν άκρη ως την άλλη.

Τότε, αδελφοί μου, στενοχώρια και φόβος και τρόμος θα καταλάβει κάθε άνθρωπο γι’ αυτά που θα συμβούν στην οικουμένη. Οι δυνάμεις των ουρανών θα σαλευθούν. Οι ουρανοί θα σχιστούν. Και ο Βασιλεύς των βασιλέων, ο άγιος και ένδοξος Θεός μας, θα παρουσιαστεί σαν αστραπή φοβερή, με εξουσία και δόξα απερίγραπτη. Έκσταση και φρίκη θα μας κυριέψουν την ώρα εκείνη, όταν θα καθίσει στο κριτήριο ο αμερόληπτος Κριτής και θα ανοίξει τα φοβερά βιβλία, όπου είναι γραμμένα τα έργα και τα λόγια μας, όλα όσα κάναμε και είπαμε στην ζωή αυτή, νομίζοντας ότι μπορούμε ν’ απατήσουμε τον καρδιογνώστη Θεό.

Ω! Πόσα δάκρυα πρέπει να χύνουμε, όταν συλλογιζόμαστε εκείνη την ώρα! Και όμως, είμαστε τόσο αμελείς! Πόσο θα κλάψουμε και θα στενάξουμε τότε, όταν θα δούμε από το ένα μέρος τις μεγάλες δωρεές και την ασύλληπτη μεγαλοπρέπεια και λαμπρότητα της βασιλείας των ουρανών, που θ’ απολαύσουν όσοι πάλεψαν σκληρά για να τηρήσουν τις εντολές του Κυρίου, και από το άλλο μέρος τις φοβερές τιμωρίες, που θα υποστούν όσοι υποδουλώθηκαν στην αμαρτία! Και στη μέση, έντρομοι, όλοι οι άνθρωποι, από κάθε φυλή, από τον πρωτόπλαστο Αδάμ ως τον τελευταίο, θα γονατίζουν και θα προσκυνούν το Θεό, σύμφωνα με το λόγο της Γραφής: «ζῶ ἐγώ, λέγει Κύριος, ὅτι ἐμοὶ κάμψει πᾶν γόνυ, καὶ πᾶσα γλῶσσα ἐξομολογήσεται τῷ Θεῷ(:ζω εγώ, λέγει ο Κύριος, εις αιώνας αιώνων και κατευθύνω τα πάντα σύμφωνα με την βουλή μου• βουλή μου δε είναι ότι κάθε γόνατο θα κάμψει εμπρός μου και κάθε γλώσσα θα δοξολογήσει τον Θεό» (Ρωμ. ιδ΄11).

Τότε όλη η ανθρωπότητα, καθώς θα βρίσκεται ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο, ανάμεσα στη μακάρια ανάπαυση και στην αιώνια καταδίκη, θα περιμένει με αγωνία τη φοβερή Κρίση. Και κανένας την ώρα αυτή δεν θα μπορεί να βοηθήσει τον διπλανό του.

Θα ρωτηθούν οι επίσκοποι και για τον δικό τους τρόπο ζωής και για το ποίμνιό τους. Θα τους ζητηθεί λόγος για τα λογικά πρόβατα, που παρέλαβαν από τον αρχιποιμένα Χριστό. Αν από αμέλειά τους χάθηκε κάποιο πρόβατο, το αίμα του θα ζητηθεί από τους ίδιους.

Παρόμοια και οι ιερείς θα δώσουν λόγο για τις ενορίες τους. Επίσης και κάθε πιστός θα δώσει λόγο για τον εαυτό του, για το σπίτι του, για τη γυναίκα του, για τα παιδιά του, για τους υπαλλήλους και τους εργάτες του.

Θα εξεταστούν βασιλιάδες και άρχοντες, πλούσιοι και φτωχοί, μικροί και μεγάλοι, για όλα όσα έκαναν: «τοὺς γὰρ πάντας ἡμᾶς φανερωθῆναι δεῖ ἔμπροσθεν τοῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ, ἵνα κομίσηται ἕκαστος τὰ διὰ τοῦ σώματος πρὸς ἃ ἔπραξεν, εἴτε ἀγαθὸν εἴτε κακόν(:Διότι όλοι μας πρέπει να παρουσιαστούμε οπωσδήποτε μπροστά στο βήμα του Χριστού, ολοφάνεροι και ξέσκεποι, για να αποκομίσει ο καθένας την αμοιβή του, ανάλογα με όσα δια του σώματος έπραξε σε αυτή τη ζωή, είτε αγαθά είτε κακά.)» (Β΄ Κορ. ε’ , 10).

Όλων μας τα έργα θα ερευνηθούν και θα φανερωθούν μπροστά σε αγγέλους και ανθρώπους. Οι εχθροί του Χριστού θα κατασυντριβούν «ὅταν καταργήσῃ πᾶσαν ἀρχὴν καὶ πᾶσαν ἐξουσίαν καὶ δύναμιν (:όταν θα έχει πλέον αχρηστεύσει και καταργήσει κάθε αρχή και κάθε εξουσία και δύναμη)[Α΄ Κορ. ιε’ , 24]. Τότε, καθώς είναι γραμμένο, ο Κύριος θα ξεχωρίσει «τα πρόβατα από τα κατσίκια» (Ματθ. κε΄, 32).

Έτσι, όσοι έχουν καλά έργα και πνευματικούς καρπούς, θα χωριστούν από τους άκαρπους και τους αμαρτωλούς.

Οι πρώτοι θα λάμψουν σαν τον ήλιο, γιατί φύλαξαν τις εντολές του Θεού. Αυτοί είναι οι ελεήμονες, οι φιλόξενοι, οι βοηθοί των δυστυχισμένων, οι συμπαραστάτες των ασθενών, οι προστάτες των φτωχών και των ορφανών, όσοι έντυναν τους γυμνούς, όσοι επισκέπτονταν τους φυλακισμένους, όσοι έγιναν φτωχοί για τον πλούτο που υπάρχει στους ουρανούς, όσοι συγχώρησαν τα παραπτώματα των αδελφών τους, όσοι φύλαξαν τη σφραγίδα της πίστεως ακέραιη και αμόλυντη από κάθε αίρεση. Αυτούς θα τους βάλει στα δεξιά Του, ενώ τους αμαρτωλούς στ’ αριστερά Του.

Οι δεύτεροι είναι εκείνοι που παρόργιζαν τον καλό Ποιμένα και περιφρονούσαν τους λόγους Του. Είναι οι περήφανοι, οι αδιόρθωτοι, οι φίλοι των διασκεδάσεων και των απολαύσεων, όσοι ξόδεψαν στην ακολασία και τη μέθη και την ασπλαχνία ολόκληρο το χρόνο της ζωής τους, σαν εκείνο τον πλούσιο που ποτέ δεν ελέησε τον φτωχό Λάζαρο (Λουκ. ιστ’, 19-31).

Αυτοί θα καταδικαστούν και θα σταθούν στ’ αριστερά, γιατί δεν έδειξαν συμπόνια. Ήταν σκληροί και δεν είχαν καρπούς μετάνοιας, δεν είχαν λάδι στα λυχνάρια τους. Όσοι όμως αγόρασαν το λάδι της ελεημοσύνης από τους φτωχούς και γέμισαν τα λυχνάρια τους, θα σταθούν στα δεξιά, κρατώντας τα αναμμένα, ένδοξοι και χαρωποί, και θ’ ακούσουν τη γαλήνια εκείνη και ποθητή φωνή: «Ελάτε, οι ευλογημένοι απ’ τον Πατέρα μου, κληρονομήστε τη βασιλεία, που σας έχει ετοιμαστεί απ’ την αρχή του κόσμου» (Ματθ. κε΄, 34).

Όσοι πάλι είναι στ’ αριστερά, θ’ ακούσουν την οδυνηρή εκείνη και φοβερή απόφαση: «Φύγετε από μπροστά μου, καταραμένοι, πηγαίνετε στην αιώνια φωτιά, που έχει ετοιμαστεί για το διάβολο και τους δικούς του» (Ματθ. κε΄, 41). Όπως δεν ελεήσατε, έτσι τώρα δεν θα ελεηθείτε. Όπως δεν ακούσατε τη φωνή Μου, ούτε Εγώ τώρα θ’ ακούσω τον απαρηγόρητο θρήνο σας. Γιατί δεν Με θρέψατε όταν πεινούσα. Δεν Με ποτίσατε όταν διψούσα. Δεν Με φιλοξενήσατε όταν ήρθα κοντά σας. Δεν Με ντύσατε όταν ήμουν γυμνός. Δεν Με επισκεφθήκατε όταν ήμουν άρρωστος, ούτε όταν ήμουν στη φυλακή. Δεν υπηρετήσατε Εμένα. Σε άλλο κύριο γίνατε υπηρέτες και δούλοι, στο διάβολο. Φύγετε λοιπόν μακριά Μου, εργάτες της αδικίας. Τότε θα οδηγηθούν αυτοί στην αιώνια κόλαση, ενώ οι δίκαιοι στην αιώνια ζωή (βλ. Ματθ. κε΄, 41-46).

Αλίμονο σ’ εκείνους που αφήνουν ανεκμετάλλευτο τον καιρό τούτο της μετάνοιας και παραδίνονται σε πράγματα άσκοπα και γελοία. Θα ζητήσουν τότε τον χρόνο που ξόδεψαν μάταια, και δεν θα τον βρουν.

Αλίμονο σ’ εκείνους που δίνουν σημασία σε πνεύματα πλάνης και διδασκαλίες δαιμονικές, γιατί αυτά θα τους εξασφαλίσουν την καταδίκη στην άλλη ζωή.

Αλίμονο σ’ εκείνους που ασχολούνται με μαντείες και ανηθικότητες.

Αλίμονο σ’ εκείνους που στερούν από τους εργάτες τον δίκαιο μισθό τους, γιατί είναι όμοιοι μ’ αυτούς που χύνουν αίμα.

Αλίμονο σ’ εκείνους που κρίνουν άδικα, δικαιώνοντας τον φταίχτη και καταδικάζοντας τον αθώο.

Αλίμονο σ’ εκείνους που μολύνουν την άγια πίστη μας με αιρετικές διδασκαλίες ή συναναστρέφονται με αιρετικούς.

Αλίμονο σ’ εκείνους που έχουν τα ανόητα πάθη του φθόνου και του μίσους. Και για να μη λέω πολλά:

Αλίμονο σ’ εκείνους που θα βρεθούν στα αριστερά τη φοβερή μέρα της Κρίσεως. Θα κλάψουν πικρά, αλλά ανώφελα, όταν θα ακούσουν την οδυνηρή εκείνη απόφαση: «Φύγετε από μπροστά μου, καταραμένοι, πηγαίνετε στην αιώνια φωτιά» (Ματθ. κε΄, 41).

Όσοι έχετε δάκρυα και κατάνυξη, θρηνήστε μαζί μου. Όταν συλλογίζομαι τον αιώνιο εκείνο χωρισμό, νιώθω αβάσταχτη θλίψη. Γιατί τότε αποχωρίζονται ο ένας άνθρωπος από τον άλλο και φεύγουν σε αποδημία που δεν έχει επιστροφή. Ποιος είναι τόσο σκληρόκαρδος και αναίσθητος, ώστε να μην κλάψει από δω για την ώρα εκείνη;

Τότε, όσοι ήταν κάποτε βασιλιάδες, θα οδύρονται σαν αιχμάλωτοι. Τότε θα στενάζουν οι άρχοντες και οι άσπλαχνοι πλούσιοι και θα ζητούν βοήθεια, αλλά κανείς δεν θα τους δίνει· γιατί εκεί δεν έχουν καμιάν άξια ούτε ο πλούτος ούτε οι κόλακες. Και δεν θα βρουν έλεος, επειδή δεν ελέησαν κανένα. Τότε θα αποχωριστούν γονείς από τα παιδιά τους και φίλοι από τους φίλους τους. Τότε θα διαλυθούν οι συζυγικοί δεσμοί που δεν κρατήθηκαν αμόλυντοι και αγνοί. Τότε θα αποδιωχτούν οι παρθένοι στο σώμα αλλά άκαρδοι και άσπλαχνοι στον τρόπο, γιατί «ἡ γὰρ κρίσις ἀνέλεος τῷ μὴ ποιήσαντι ἔλεος (:η κρίση θα είναι ανελέητη σ’ όποιον δεν έκανε έλεος)» (Ιακ. Β’ , 13).

Θα παραλείψω όμως τα πολλά, γιατί κυριεύομαι από φόβο και φρίκη. Άγγελοι φοβεροί θα απομακρύνουν βίαια όλους τους αμετανόητους ασεβείς, που θα τρίζουν με τρόμο τα δόντια τους και θα γυρίζουν συχνά, για να βλέπουν τους δικαίους και την ευδαιμονία που έχασαν. Θα βλέπουν το φως εκείνο το περίλαμπρο και τα κάλλη του παραδείσου.
Θα βλέπουν τους γνωστούς τους στην τρισμακάρια εκείνη χώρα και τις μεγάλες δωρεές, που θα παίρνουν από το Βασιλιά της δόξας όσοι αγωνίστηκαν για τη σωτηρία τους σ’ αυτόν τον κόσμο. Ύστερα από λίγο, αφού θα έχουν αποχωριστεί απ’ όλους τους δικαίους και τους φίλους και τους γνωστούς τους, θα αποχωριστούν κι απ’ αυτόν το Θεό. Δεν θα μπορούν πια να βλέπουν τη χαρά και το Φως το αληθινό.

Τέλος, θα οδηγηθούν στις διάφορες κολάσεις για να παραδοθούν στην αιώνια τιμωρία. Τότε, βλέποντας την τέλεια εγκατάλειψή τους, βλέποντας ότι κάθε ελπίδα τους χάθηκε, βλέποντας ότι κανένας πια δεν μπορεί να τους βοηθήσει, θα λένε κλαίγοντας απαρηγόρητα με πικρά δάκρυα:” Ω! Πόσο καιρό χάσαμε στην αμέλεια! Πόσο χλευαστήκαμε από τον πονηρό! Όταν ακούγαμε στις Γραφές να μιλάει ο ίδιος ο Θεός, όχι μόνο δεν προσέχαμε, αλλά και γελούσαμε. Τώρα κραυγάζουμε, κι Αυτός αποστρέφει το πρόσωπό Του από μας!

Τι μας ωφέλησαν λοιπόν τ’ αγαθά του κόσμου; Πού είναι ο πατέρας και η μάνα που μας γέννησαν; Πού είναι οι αδελφοί; Πού τα παιδιά; Πού οι φίλοι; Πού ο πλούτος; Πού τα υπάρχοντα; Πού οι άρχοντες κι οι ηγεμόνες; Κανένας απ’ όλους αυτούς δεν μπορεί τώρα να μας σώσει. Ούτε κι εμείς μπορούμε να βοηθήσουμε τους εαυτούς μας. Αλλά εγκαταλειφθήκαμε εντελώς κι από το Θεό κι από τους αγίους.

Τι μπορούμε λοιπόν να κάνουμε; Τώρα πια δεν είναι καιρός μετάνοιας. Δεν ισχύουν πια οι προσευχές. Δεν ωφελούν πια τα δάκρυα. Δεν υπάρχουν πια οι πωλητές του λαδιού, δηλαδή οι φτωχοί και οι δυστυχισμένοι. Όταν μας παρακαλούσαν ν’ αγοράσουμε, εμείς κλείναμε τ’ αυτιά μας. Τώρα ζητάμε και δεν βρίσκουμε. Δεν υπάρχει λύτρωση για μας, τους αξιοθρήνητους. Δεν θα βρούμε ευσπλαχνία, γιατί δεν είμαστε άξιοι”. Τότε λοιπόν θα πάει ο καθένας στον τόπο των βασάνων, στον τόπο που ο ίδιος ετοίμασε για τον εαυτό του με τις πονηρές πράξεις του, εκεί «όπου το σκουλήκι δεν πεθαίνει και η φωτιά δεν σβήνει» (Μαρκ. Θ’, 44).

Να, ακούσατε τι κερδίζουν όσοι αμελούν και ραθυμούν και δεν μετανοούν. Ακούσατε πώς χλευάζονται όσοι χλεύαζαν τις εντολές του Κυρίου. Ο Πέτρος, ο κορυφαίος των αποστόλων, μας προειδοποιεί για την ημέρα εκείνη, λέγοντας: «Ἥξει δὲ ἡ ἡμέρα Κυρίου ὡς κλέπτης ἐν νυκτί, ἐν ᾖ οὐρανοὶ ῥοιζηδὸν παρελεύσονται, στοιχεῖα δὲ καυσούμενα λυθήσονται, καὶ γῆ καὶ τὰ ἐν αὐτῇ ἔργα κατακαήσεται. (:Η ημέρα του Κυρίου θα έρθει όπως ο κλέφτης τη νύχτα, και τότε οι ουρανοί θα εξαφανιστούν με τρομερό πάταγο, τα στοιχεία της φύσεως θα διαλυθούν στη φωτιά, και η γη, όπως και όλα όσα έγιναν πάνω σ’ αυτήν, θα κατακαούν)» (Β’ Πέτρ. γ’, 10). Αλλά και πρωτύτερα, ο ίδιος ο Δεσπότης και Κύριός μας μάς αποκάλυψε τα εξής: «Προσέξτε καλά τους εαυτούς σας. Μην παραδοθείτε στην κραιπάλη και στη μέθη και στις βιοτικές ανάγκες, και σας αιφνιδιάσει η ημέρα εκείνη· γιατί θα έρθει σαν την παγίδα σε όλους τους ανθρώπους που κατοικούν στη γη» (Λουκ. κα’ 34). Και αλλού: «Μπείτε από τη στενή πύλη… Στενή είναι η πύλη και γεμάτη δυσκολίες η οδός που οδηγεί στη ζωή» (Ματθ. ζ’ , 13).

Αδελφοί μου, ας βαδίσουμε τον δύσκολο αυτό δρόμο για να κληρονομήσουμε την αιώνια ζωή. Αυτός ο δρόμος απαιτεί μετάνοια, νηστεία, προσευχή, αγρυπνία, ταπεινοφροσύνη, περιφρόνηση της σάρκας, επιμέλεια της ψυχής, ελεημοσύνη, δάκρυα, πένθος. Να μισείται κανείς και να μη μισεί. Να συγχωρεί αυτούς που του κάνουν κακό. Να αδικείται και να ευεργετεί. Τέλος, να χύσει και το αίμα του για το Χριστό, όταν οι περιστάσεις το απαιτήσουν. Αντίθετα, είναι «πλατειά η πύλη και ευρύχωρη η οδός που οδηγεί στην καταστροφή» (Ματθ. ζ’ , 13).

Η πορεία αυτού του δρόμου εδώ είναι ευχάριστη, αλλά εκεί είναι θλιβερή. Εδώ είναι γλυκιά, εκεί όμως πικρότερη κι από τη χολή. Εδώ είναι εύκολη, εκεί όμως δύσκολη και οδυνηρή. Γνωρίσματα αυτής της πορείας είναι η πορνεία, η μοιχεία, η ασέλγεια, η ειδωλολατρία, η φιλονικία, ο θυμός, η διχόνοια, οι φθόνοι, οι φόνοι, τα γλέντια, τα πολυτελή γεύματα, η λαιμαργία και τα όμοια μ’ αυτά. Μα το χειρότερο απ’ όλα, η αμετανοησία και η τέλεια λησμοσύνη της ώρας του θανάτου.
Αυτή την ημέρα της δευτέρας παρουσίας του Χριστού συλλογίστηκαν οι άγιοι μάρτυρες και δεν λυπήθηκαν τα σώματά τους, αλλά υπέμειναν κάθε είδος βασάνων με χαρά και με την προσδοκία των ουράνιων στεφανιών. Για τον ίδιο λόγο αγωνίστηκαν στις ερημιές και στα βουνά, με νηστεία και αγνεία, όχι μόνο άνδρες, αλλά και γυναίκες, βαδίζοντας καρτερικά το στενό και θλιμμένο μονοπάτι, κι έτσι κέρδισαν τη βασιλεία των ουρανών. Αυτό το φοβερό δικαστήριο συλλογίστηκε και ο μακάριος Δαβίδ, γι’ αυτό έβρεχε κάθε νύχτα με δάκρυα το στρώμα του και παρακαλούσε το Θεό, λέγοντας: «καὶ μὴ εἰσέλθῃς εἰς κρίσιν μετὰ τοῦ δούλου σου, ὅτι οὐ δικαιωθήσεται ἐνώπιόν σου πᾶς ζῶν (:.Κύριε, μη θελήσεις όμως να προβείς σε λεπτομερή εξέταση της ζωής εμένα του δούλου σου, διότι κανείς από τους ζώντες ανθρώπους επί της γης δεν θα ευρεθεί τελείως αθώος και αναμάρτητος ενώπιόν σου)» (Ψαλμ. 142 , 2).

Εμπρός λοιπόν κι εμείς, πριν φτάσει η μέρα εκείνη, πριν τελειώσει το πανηγύρι της σύντομης τούτης ζωής, πριν έρθει ο Θεός και μας βρει απροετοίμαστους, ας ετοιμαστούμε για την υποδοχή Του με εξομολόγηση, με μετάνοια, με νηστεία, με δάκρυα, με αγαθοεργίες. Προσέξτε, μην τολμήσει κανείς να πει ότι δεν αμάρτησε. Όποιος το λέει αυτό, είναι τυφλός και απατά τον εαυτό του, μη γνωρίζοντας ότι ο σατανάς μπορεί να τον κυριεύει και με λόγια και με έργα και με την ακοή και με την όραση και με την αφή και με τους λογισμούς.

Ποιος μπορεί να καυχηθεί ότι έχει αγνή καρδιά και καθαρές όλες τις αισθήσεις του; Κανένας δεν είναι αναμάρτητος, κανένας δεν είναι καθαρός, παρά μόνο Εκείνος, που, αν και πλούσιος, «επτώχευσε» για μας. Αυτός μόνο είναι αναμάρτητος. Αυτός βαστάζει την αμαρτία του κόσμου και δεν θέλει το θάνατο των αμαρτωλών, αλλά τη σωτηρία τους.
Σ’ Αυτόν ας καταφύγουμε κι εμείς, γιατί όσοι αμαρτωλοί πήγαν κοντά Του, σώθηκαν. Ας μην απελπιστούμε, αδελφοί μου, για τη σωτηρία μας. Αμαρτήσαμε; Ας μετανοήσουμε. Μύριες φορές αμαρτήσαμε; Μύριες φορές ας μετανοήσουμε. Για κάθε έργο αγαθό χαίρεται ο Θεός, εξαιρετικά όμως χαίρεται για μία ψυχή που μετανοεί.

Ελάτε λοιπόν, ας πέσουμε στα πόδια Του κι ας εξομολογηθούμε τις αμαρτίες μας. Δόξα στη φιλανθρωπία Του. Δόξα στη μακροθυμία Του. Δόξα στην αγαθότητα και τη συγκατάβασή Του. Δόξα στην ευσπλαχνία Του. Δόξα στη βασιλεία Του. Δόξα και τιμή και προσκύνηση στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ: «Θα θέλαμε θερμά να ευχαριστήσουμε τον Αρχιμ. Τιμόθεο, Καθηγούμενο της Ιεράς Μονής Παρακλήτου, για την ευλογία αναδημοσίευσης του φυλλαδίου».

alopsis.gr 

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2026

Ομιλία στην Κυριακή της Απόκρεω (Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

(Ματθ. κε’ 31-46)

Οἱ στατιστικολόγοι ἐκτιμοῦν ὅτι πάνω στὴ γῆ ζοῦνε ἑνάμιση δισεκατομμύριο ἄνθρωποι [Αὐτὰ ἴσχυαν τὴν ἐποχὴ ποὺ ὁ ἅγιος Νικόλαος Βελιμ. ἔγραφε τὸ κείμενο αὐτὸ γύρω στὴν δεκαετία τοῦ 1930]. Ἀπ᾽ αὐτὸ τὸ ἑνάμιση δισεκατομμύριο οὔτε ἕνας ἄνθρωπος δὲν μπορεῖ νὰ σᾶς πεῖ, μὲ τὶς διανοητικές του δυνατότητες, τί θὰ γίνει, ὅταν ἔρθει τὸ τέλος τοῦ κόσμου καὶ τί θὰ γίνουμε ἐμεῖς ὅταν πεθάνουμε. Κι ὅλες αὐτὲς οἱ χιλιάδες ἑκατομμύρια ἄνθρωποι ποὺ ἔζησαν πρὶν ἀπὸ μᾶς στὴ γῆ, δὲ θὰ μποροῦσαν οὔτε κι αὐτοὶ μὲ τὴ διαδικασία τῶν νοητικῶν λειτουργιῶν τους νὰ μᾶς ἀπαντήσουν μὲ σιγουριὰ καὶ σαφήνεια γιὰ τὸ τέλος τοῦ κόσμου καὶ τί μᾶς περιμένει μετὰ τὸν θάνατό μας, νὰ μᾶς ποῦν ὁτιδήποτε ποὺ θὰ μπορούσαμε νὰ τὸ ἀποδεχτοῦμε σὰν ἀληθινὸ μὲ τὴν καρδιὰ καὶ τὸ νοῦ μας.

Ἡ ζωή μας εἶναι σύντομη, οἱ μέρες μας μετρημένες. Ὁ χρόνος ὅμως εἶναι μεγάλος, μετριέται σὲ ἑκατοντάδες καὶ χιλιάδες χρόνια. Ποιός ἀπὸ μᾶς μπορεῖ νὰ ξεπεράσει τὰ ὅριά του καὶ νὰ φτάσει στὸ τέλος τοῦ χρόνου, νὰ δεῖ τὰ ἔσχατα γεγονότα καὶ νὰ πληροφορήσει ὅλους ἐμᾶς λέγοντας: «Ἔτσι κι ἔτσι θὰ γίνουν τὰ πράγματα στὸ τέλος τοῦ χρόνου. Αὐτὸ θὰ συμβεῖ στὸν κόσμο κι αὐτὸ θὰ γίνει μὲ σᾶς τοὺς ἀνθρώπους»; Κανένας. Ἀλήθεια, κανένας ἀπ᾽ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους ποὺ ζοῦν. Ἐκτὸς κι ἂν ὑπῆρχε κάποιος ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ μᾶς πείσει πὼς εἶχε μπεῖ στὸ νοῦ τοῦ Δημιουργοῦ του κόσμου καὶ τῆς ἀνθρωπότητας, πὼς ἤξερε ὁλόκληρο τὸ σχέδιο τῆς δημιουργίας, πὼς ἦταν ζωντανὸς πρὶν ἀπὸ τὴν ἔναρξη τοῦ κόσμου καὶ εἶχε καθαρὴ ἄποψη γιὰ τὸ τέλος τοῦ χρόνου καὶ τὰ γεγονότα ποὺ θὰ σημαδέψουν τὸ τέλος αὐτό. Ὑπάρχει τέτοιος ἄνθρωπος ἀνάμεσα στὰ δισεκατομμύρια ποὺ ζοῦν σήμερα; Ὄχι, οὔτε ὑπάρχει οὔτε ὑπῆρξε ποτέ.

Ὑπῆρχαν προφῆτες πού, ὄχι ἀπὸ δικό τους νοῦ ἀλλ᾽ ἀπὸ ἀποκάλυψη Θεοῦ, εἶπαν κάποια πράγματα, σύντομα καὶ ἀσαφῆ, γιὰ τὸ τί θὰ γίνει στὸ τέλος. Κι αὐτὸ ὄχι τόσο γιὰ νὰ δώσουν ἀκριβῆ περιγραφὴ τοῦ τέλους τοῦ κόσμου, ὅσο γιὰ νὰ προειδοποιήσουν μὲ τὴν πρόνοια τοῦ Θεοῦ τοὺς ἀνθρώπους, ὥστε νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ ἐπιστρέψουν ἀπὸ τὸ δρόμο τῆς ἀνομίας. Νὰ σκεφτοῦν περισσότερο τὰ φοβερὰ πράγματα ποὺ μᾶς περιμένουν κι ὄχι τὰ μικρὰ καὶ παροδικὰ ποὺ περνοῦν σὰν σύννεφο καὶ κρύβουν τὴν πύρινη καὶ φοβερὴ πραγματικότητα. Ν᾽ ἀναλογιστοῦν τὰ γεγονότα ἐκεῖνα ἀπὸ τὰ ὁποῖα ὁλόκληρη ἡ ζωὴ τοῦ ἀνθρώπου στὴ γῆ, ἡ ὕπαρξη τοῦ ἰδίου τοῦ κόσμου, τὰ ἄστρα κι ὁ κύκλος τοῦ εἰκοσιτετραώρου θὰ φτάσουν στὸ τέλος τους.

Ἕνας καὶ μόνο Ἕνας μᾶς μίλησε καθαρὰ καὶ μὲ σαφήνεια γιὰ ὅλα ὅσα θὰ γίνουν στὸ τέλος τοῦ χρόνου: Ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Ἂν ὑπῆρχε ὁποιοσδήποτε ἄλλος νὰ μᾶς πεῖ αὐτὰ ποὺ Ἐκεῖνος εἶπε γιὰ τὸ τέλος τοῦ κόσμου, δὲν θὰ τὸν πιστεύαμε, ἀκόμα κι ἂν ἦταν ὁ μεγαλύτερος σοφός. Ἂν μιλοῦσε μὲ τὴν ἀνθρώπινη σοφία του καὶ ὄχι ἀπὸ θεία ἀποκάλυψη, δὲν θὰ τὸν πιστεύαμε. Ἡ ἀνθρώπινη σοφία κι ἡ ἀνθρώπινη λογική, ὅσο μεγάλες καὶ σπουδαῖες κι ἂν εἶναι, εἶναι πολὺ μικρὲς γιὰ νὰ φτάσουν στὴ δημιουργία καὶ στὸ τέλος τοῦ κόσμου. Ἡ σοφία εἶναι ἄχρηστη ἐκεῖ ποὺ χρειάζεται τὸ ὅραμα. Ἀπὸ προφήτη ἔχουμε ἀνάγκη, ποὺ βλέπει τόσο καθαρὰ ὅσο ἐμεῖς βλέπουμε τὸν ἥλιο, γιὰ νὰ δεῖ ὁλόκληρο τὸν κόσμο ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἴσαμε τὸ τέλος του, καθὼς καὶ τὴν ἴδια τὴν ἀρχή, τὸ ἴδιο τὸ τέλος. Μόνο ἕνας τέτοιος ἄνθρωπος ἔχει ὑπάρξει: ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστός. Μόνο Ἐκεῖνον μποροῦμε καὶ πρέπει νὰ πιστεύουμε, ὅταν μᾶς λέει τί θὰ γίνει στὸ τέλος. Ὅλα ὅσα προφήτεψε, ἐπαληθεύτηκαν. Τόσο ὅταν ἀφοροῦσαν σὲ πρόσωπα, ὅπως ὁ Πέτρος, ὁ Ἰούδας κι οἱ ἄλλοι ἀπόστολοι, σὲ λαούς, ὅπως οἱ Ἰουδαῖοι, σὲ κάποιους τόπους ὅπως ἡ Ἱερουσαλήμ, ἡ Καπερναούμ, ἡ Βηθσαϊδὰ καὶ τὸ Χοραζίν, καθὼς καὶ στὶς Ἐκκλησίες τοῦ Θεοῦ, ποὺ ἱδρύθηκαν μὲ τὸ αἷμα Του.

Οἱ προφητεῖες τοῦ Κυρίου γιὰ τὰ γεγονότα ποὺ θὰ συμβοῦν κατὰ τὸ τέλος τοῦ κόσμου, τὸ ἴδιο τὸ τέλος καὶ ἡ τελικὴ κρίση, δὲν ἔχουν ἀκόμα ἐπαληθευτεῖ. Ὅποιος ἔχει μάτια ὅμως βλέπει καθαρὰ πὼς στὶς μέρες μας, τὰ γεγονότα ποὺ εἶπε πὼς θὰ εἶναι σημεῖα τῶν καιρῶν ὅτι ἔρχεται τὸ τέλος, ἔχουν ἀρχίσει νὰ ἐμφανίζονται στὸν κόσμο. Δὲν ἔχουν ἤδη ἐμφανιστεῖ διάφοροι γυρολόγοι τῆς χαρᾶς, ποὺ γυρεύουν ν᾽ ἀντικαταστήσουν τὸν Χριστὸ καὶ τὴ διδασκαλία Του μὲ τὸν ἑαυτό τους καὶ τὴ δική τους διδασκαλία; Δὲν ἔχουν ξεσηκωθεῖ ἔθνη ἐνάντια σὲ ἄλλα ἔθνη καὶ βασιλεῖες ἐνάντια σὲ βασιλεῖες; Δὲν τρέμει ἡ γῆ καὶ οἱ καρδιές μας μαζί της μὲ τοὺς πολέμους καὶ τὶς ἐπαναστάσεις ποὺ γίνονται σὲ ὅλον τὸν πλανήτη; Δὲν εἶναι πολλοὶ αὐτοὶ ποὺ προδίδουν τὸν Χριστὸ κι ἄλλοι ποὺ ἀρνοῦνται τὴν Ἐκκλησία Του; Δὲν ἔχει περισσέψει ἡ ἀνομία, δὲν ἔχει ψυχραθεῖ ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν; Δὲν ἔχει κηρυχτεῖ τὸ εὐαγγέλιο τοῦ Χριστοῦ σ᾽ ὁλόκληρο τὸν κόσμο, «εἰς μαρτύριον πᾶσι τοῖς ἔθνεσι» (βλ. Ματθ. κδ´ 3-14);

Εἶναι ἀλήθεια πὼς τὰ χειρότερα δὲν ἦρθαν ἀκόμα, μὰ ἔρχονται γρήγορα, χωρὶς καθυστέρηση. Εἶναι ἀλήθεια πὼς ὁ Ἀντίχριστος δὲν ἐμφανίστηκε ἀκόμα, οἱ προφῆτες κι οἱ πρόδρομοί του ὅμως ὑπάρχουν σὲ κάθε ἔθνος. Εἶναι ἀλήθεια πὼς ἡ μεγαλύτερη καταστροφικὴ δυστυχία ποὺ ἔχει ὑπάρξει ἀπὸ τότε ποὺ δημιουργήθηκε ὁ κόσμος δὲν ἔφτασε ἀκόμα, ὁ ἀφόρητος ρόγχος τοῦ θανάτου δὲν ἀκούστηκε κοντά μας. Τὴν καταστροφὴ ὅμως τὴν βλέπουν καθαρὰ ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ πνευματικοὶ ἄνθρωποι ποὺ προσμένουν τὴν ἔλευση τοῦ Χριστοῦ. Εἶναι ἀλήθεια πὼς ὁ ἥλιος δὲν σκοτίστηκε ἀκόμα, τὸ φεγγάρι δὲν ἔχασε τὸ φῶς του, οὔτε τ᾽ ἀστέρια ἔπεσαν ἀπὸ τὸν οὐρανό. Ὅταν γίνουν αὐτὰ ὅμως δὲν θὰ ὑπάρχει χρόνος νὰ γράψει κανεὶς ἢ νὰ μιλήσει γί᾽ αὐτά. Οἱ καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων θὰ γεμίσουν φόβο καὶ τρόμο, οἱ γλῶσσες τους θὰ βουβαθοῦν καὶ τὰ μάτια τους θὰ κοιτάζουν στὸ φοβερὸ σκοτάδι, σὲ μία γῆ δίχως ἡμέρα, σ᾽ ἕναν οὐρανὸ χωρὶς ἄστρα. Ξαφνικὰ μέσα σ᾽ αὐτὸ τὸ σκοτάδι, θὰ ἐμφανιστεῖ τὸ σημεῖο τοῦ Υἱοῦ τοῦ Ἀνθρώπου, ἕνας λαμπρὸς καὶ πανένδοξος σταυρὸς ποὺ θὰ ἐκτείνεται ἀπὸ τὴν ἀνατολὴ ὣς τὴ δύση κι ἀπὸ τὸ βορρᾶ ὣς τὸ νότο, μὲ μία λαμπρότητα ποὺ ποτὲ δὲν εἶχε ὁ ἥλιος ποὺ βρίσκεται ἀπὸ πάνω μας. Καὶ τότε ὅλοι οἱ ἄνθρωποι θ᾽ ἀτενίσουν τὸν Κύριο Ἰησοῦ «ἐρχόμενον ἐπὶ τῶν νεφελῶν τοῦ οὐρανοῦ μετὰ δυνάμεως καὶ δόξης πολλῆς» (Ματθ. κδ´ 30). Ὁ χορὸς τῶν ἀγγέλων θὰ σαλπίσει τὶς σάλπιγγες κι ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς θὰ συναχθοῦν μπροστά Του. Ἡ σάλπιγγα θὰ ἠχήσει γιὰ νὰ γίνει μία συγκέντρωση ποὺ δὲν ἔχει προηγούμενό της ἀπὸ τὴ δημιουργία τοῦ κόσμου, γιὰ τὴν κρίση ποὺ θὰ εἶναι καὶ ἡ τελική.

Ὅλα αὐτὰ τὰ σημεῖα καὶ τὰ γεγονότα ποὺ θὰ γίνουν στὸ τέλος τοῦ κόσμου καὶ τοῦ χρόνου περιγράφονται σὲ ἄλλο σημεῖο τοῦ εὐαγγελίου. Τὸ εὐαγγέλιο τῆς κρίσεως ποὺ διαβάζεται τὴ σημερινὴ μέρα περιγράφει τὴν τελικὴ ρύθμιση τῶν γεγονότων ἀνάμεσα στὸ χρόνο καὶ τὴν αἰωνιότητα, ἀνάμεσα στὸν Θεὸ καὶ τοὺς ἀνθρώπους. Περιγράφει τὴν τελικὴ κρίση καὶ τὸν τρόπο ποὺ αὐτὴ θὰ γίνει. Περιγράφει γιὰ μᾶς τὴ φοβερὴ ἐκείνη στιγμή, τὴν πιὸ εὐτυχισμένη γιὰ τοὺς δικαίους- ποὺ τὸ ἔλεος τοῦ Θεοῦ θὰ δώσει τὴ θέση του στὴ θεία δικαιοσύνη. Τότε θὰ εἶναι ἀργὰ πιὰ γιὰ καλὲς πράξεις, πολὺ ἀργὰ γιὰ μετάνοια. Τότε ὁ θρῆνος μας δὲν θὰ λάβει ἀπάντηση καὶ τὰ δάκρυά μας δὲν θὰ τὰ ὑποδέχονται πιὰ τὰ χέρια τῶν ἀγγέλων.

+++

«Ὅταν δὲ ἔλθῃ ὁ υἱὸς τοῦ ἀνθρώπου ἐν τῇ δόξῃ αὐτοῦ καὶ πάντες οἱ ἅγιοι ἄγγελοι μετ᾽ αὐτοῦ, τότε καθίσει ἐπὶ θρόνου δόξης αὐτοῦ» (Ματθ. κε´ 31). Ὅπως στὴν παραβολὴ τοῦ Ἀσώτου Υἱοῦ ὁ Θεὸς παρουσιάζεται σὰν ἄνθρωπος, ἔτσι κι ἐδῶ ὁ Χριστὸς ὀνομάζεται Υἱὸς τοῦ Ἀνθρώπου. Εἶναι Ἐκεῖνος, κανένας ἄλλος. Ὅταν ἔρθει γιὰ δεύτερη φορὰ στὸν κόσμο, ἡ ἔλευσή Του δὲν θὰ εἶναι ἄγνωστη καὶ ταπεινή, ὅπως ἦταν πρώτη φορά, ἀλλὰ φανερὴ ἐν δόξη. Ἡ δόξα αὐτὴ εἶναι ἡ ἴδια ποὺ εἶχε ὁ Χριστὸς προαιώνια, προτοῦ δημιουργηθεῖ ὁ κόσμος (βλ. Ἰωάν. ιζ´ 5), ἀλλὰ εἶναι κι ἡ δόξα τῆς νίκης κατὰ τοῦ Σατανᾶ, τοῦ παλιοῦ κόσμου καὶ τοῦ θανάτου. Δὲν θὰ ἔρθει μόνος Του, μὰ μαζὶ μὲ ὅλους τοὺς ἀμέτρητους ἀγγέλους Του. Θὰ ἔρθει μαζί τους ἐπειδή, σὰν ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ καὶ στρατιῶτες Του ποὺ ἦταν, ἔλαβαν μέρος στὸν πόλεμο κατὰ τοῦ πονηροῦ καὶ στὴ νίκη ἐναντίον του. Χαίρεται νὰ μοιράζεται τὴ δόξα Του μαζί τους. Γιὰ νὰ δοθεῖ ἔμφαση στὴ μεγαλειώδη φύση αὐτοῦ τοῦ γεγονότος, ἀναφέρεται ἰδιαίτερα πὼς ὅλοι οἱ ἄγγελοι θὰ ἔρθουν μαζὶ μὲ τὸν Κύριο. Δὲν ὑπάρχει ἄλλο γεγονὸς ποὺ ν’ ἀναφέρεται πὼς ἦταν παρόντες ὅλοι οἱ ἄγγελοι τοῦ Θεοῦ. Ἐμφανίζονται πάντα σὲ μεγαλύτερο ἢ μικρότερο πλῆθος. Στὴν τελικὴ Κρίση ὅμως θὰ εἶναι ὅλοι παρόντες, συγκεντρωμένοι γύρω ἀπὸ τὸ Βασιλιὰ τῆς δόξης.

Πολλοὶ προφῆτες, εἴτε ἀρχαῖοι εἴτε μεταγενέστεροι, εἶδαν τὸ θρόνο τῆς δόξας τοῦ Θεοῦ (Ἡσ. ϛ´ 1, Δαν. ζ´ 9, Ἀποκ. δ´ 2, κ´ 4). Ὁ θρόνος αὐτὸς ἀποτελεῖται ἀπὸ τὶς ἀγγελικὲς δυνάμεις, πάνω στὶς ὁποῖες ἐπικάθεται ὁ Κύριος. Εἶναι θρόνος τῆς δόξας, τῆς νίκης, ὅπου κάθεται ὁ οὐράνιος Πατέρας καὶ ὅπου πῆρε τὴ θέση Του ὁ Κύριος Ἰησοῦς μετὰ τὴ νίκη Του (Ἀποκ. γ΄ 21).

Πόσο μεγαλόπρεπη θὰ εἶναι ἡ ἔλευση τοῦ Κυρίου, ποὺ θὰ περιβάλλεται ἀπὸ τόσο ἰδιαίτερα καὶ φοβερὰ γεγονότα! Ὁ προφήτης Ἠσαΐας εἶχε προφητεύσει: «Ἰδοὺ γὰρ Κύριος ὡς πῦρ ἥξει καὶ ὡς καταιγὶς τὰ ἅρματα αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐν θυμῷ ἐκδίκησιν αὐτοῦ καὶ ἀποσκορακισμὸν αὐτοῦ ἐν φλογὶ πυρὸς» (Ἡσ. ξϛ´ 15). Ὁ Δανιὴλ εἶδε καὶ εἶπε πὼς «ποταμὸς πυρὸς εἷλκεν ἔμπροσθεν αὐτοῦ· χίλιαι χιλιάδες ἐλειτούργουν αὐτῷ, καὶ μύριαι μυριάδες παρειστήκεισαν αὐτῷ· κριτήριον ἐκάθισε, καὶ βίβλοι ἠνεώχθησαν» (Δαν. Ζ´ 10).

Ὅταν ὁ Κύριος ἔρθει μὲ δόξα πολλὴ καὶ καθίσει στὸ θρόνο Του, τότε «συναχθήσονται ἔμπροσθεν αὐτοῦ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾽ ἀλλήλων ὥσπερ ὁ ποιμὴν ἀφορίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τῶν ἐρίφων, καὶ στήσει τὰ μὲν πρόβατα ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ, τὰ δὲ ἐρίφια ἐξ εὐωνύμων» (Ματθ. κε´ 32-33). Τότε θὰ συναχθοῦν μπροστά Του ὅλα τὰ ἔθνη τῆς γῆς καὶ θὰ τοὺς χωρίσει, ὅπως ὁ τσοπάνος χωρίζει τὰ πρόβατα ἀπὸ τὰ ἐρίφια. Τὰ πρόβατα θὰ τὰ βάλει στὰ δεξιά Του καὶ τὰ ἐρίφια στ’ ἀριστερά Του.

Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς Πατέρες προβληματίστηκαν σχετικὰ μὲ τὸ χῶρο ὅπου ὁ Χριστὸς θὰ κρίνει ὅλα τὰ ἔθνη. Ἀναφερόμενοι στὸν προφήτη Ἰωήλ, συμπεραίνουν πὼς ἡ κρίση θὰ γίνει στὴν κοιλάδα Ἰωσαφάτ, ὅπου ὁ βασιλιὰς ἐκεῖνος χωρὶς νὰ πολεμήσει, χωρὶς νὰ χρησιμοποιήσει ὅπλα, εἶχε ἐνάντια στοὺς Μωαβίτες καὶ τοὺς Ἀμμωνίτες μία πολὺ σπουδαία νίκη, σὲ τέτοιο βαθμό, ὥστε νὰ μὴ μείνει κανένας τοὺς ζωντανός. «ἐξεγειρέσθωσαν καὶ ἀναβαινέτωσαν πάντα τὰ ἔθνη εἰς τὴν κοιλάδα Ἰωσαφάτ, διότι ἐκεῖ καθιῶ τοῦ διακρίναι πάντα τὰ ἔθνη κυκλόθεν», εἶπε ὁ προφήτης Ἰωὴλ (δ´ 12).

Ἴσως ὁ θρόνος τοῦ Κυρίου νὰ στηθεῖ πάνω ἀπὸ τὴν κοιλάδα αὐτή, μὰ δὲν ὑπάρχει κοιλάδα στὸν κόσμο ποὺ νὰ μπορεῖ νὰ χωρέσει ὅλα τὰ ἔθνη καὶ τοὺς λαοὺς τῆς γῆς, ζωντανοὺς καὶ νεκρούς, ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ὣς τὸ τέλος τοῦ κόσμου, ποὺ βέβαια θὰ εἶναι πολλὰ δισεκατομμύρια. Ὁλόκληρη ἡ ἐπιφάνεια τῆς γῆς, μαζὶ μὲ τοὺς ὠκεανούς, δὲν θὰ μποροῦσε νὰ δώσει τόσο χῶρο, ὥστε νὰ συγκεντρωθοῦν ἐκεῖ ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἔζησαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου στὴ γῆ. Ἂν αὐτὴ ἦταν ἁπλὰ συγκέντρωση ψυχῶν, τότε ἴσως θὰ μποροῦσε νὰ τοὺς μαζέψει ὅλους κανεὶς στὴν κοιλάδα Ἰωασαφάτ. Ἀφοῦ ὅμως θὰ συγκεντρωθοῦν ἄνθρωποι μὲ τὰ σώματά τους (γιατί οἱ νεκροὶ θὰ ἀναστηθοῦν καὶ σωματικά), τότε τὰ λόγια τοῦ προφήτη θὰ πρέπει νὰ τὰ κατανοήσουμε συμβολικά. Ἡ κοιλάδα Ἰωασαφὰτ εἶναι ὁ κόσμος ὁλόκληρος, ἀπὸ τὴ μακρινὴ ἀνατολὴ ὣς τὴ μακρινὴ δύση. Κι ὅπως ὁ Θεὸς κάποτε ἔδειξε τὴ δύναμή Του στὴν κοιλάδα Ἰωασαφάτ, ἔτσι καὶ τὴν ἔσχατη μέρα θὰ δείξει τὴν ἴδια δύναμη καὶ θὰ κρίνει ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος.

Καὶ ἀφοριεῖ αὐτοὺς ἀπ᾽ ἀλλήλων. Ὅλοι ἐκεῖνοι ποὺ συγκεντρώθηκαν θὰ διαχωριστοῦν σὲ μία στιγμή, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο ποὺ ὁ τσοπάνος στέλνει μὲ τὴ φωνή του τὰ πρόβατα ἀπὸ τὴ μία μεριὰ καὶ τὰ ἐρίφια ἀπὸ τὴν ἄλλη. Μερικοὶ ἀπὸ τοὺς συγκεντρωμένους θὰ πᾶνε ἀριστερὰ καὶ ἄλλοι δεξιά. Κι ὅλα θὰ γίνουν ξαφνικά, σὰ νὰ τοὺς σπρώχνει μία ἀκαταμάχητη μαγνητικὴ δύναμη μὲ τέτοιο τρόπο, ὥστε κανένας νὰ μὴ μπορεῖ νὰ κινηθεῖ ἀπὸ ἀριστερὰ πρὸς τὰ δεξιὰ ἢ ἀπὸ τὰ δεξιὰ πρὸς τ᾽ ἀριστερά.

«Τότε ἐρεῖ ὁ βασιλεὺς τοῖς ἐκ δεξιῶν αὐτοῦ· δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου» (Ματθ. κε´ 34). Τότε ὁ βασιλιὰς θὰ στραφεῖ πρὸς αὐτοὺς ποὺ βρίσκονται στὰ δεξιά του καὶ θὰ τοὺς πεῖ: ἐλᾶτε ἐσεῖς, οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατέρα μου, νὰ κληρονομήσετε τὴ βασιλεία τῶν οὐρανῶν, ποὺ ἔχει ἑτοιμαστεῖ γιὰ σᾶς ἀπὸ τότε ποὺ δημιουργήθηκε ὁ κόσμος.

Στὴν ἀρχὴ ὁ Χριστὸς ὀνομάζει τὸν ἑαυτό Του Υἱὸ τοῦ Ἀνθρώπου, δηλαδὴ Υἱὸ τοῦ Θεοῦ. Ἐδῶ ὁ ἴδιος ἀποκαλεῖ τὸν ἑαυτό Του Βασιλιᾶ, γιατί τοῦ δόθηκαν ἡ βασιλεία καὶ ἡ δύναμη καὶ ἡ δόξα. Δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου. Ἐκεῖνοι ποὺ ὁ Χριστὸς καλεῖ ἔτσι, εἶναι πραγματικὰ εὐλογημένοι. Γιατί ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ περιέχει μέσα της ὅλα τ’ ἀγαθά, καθὼς τὴ χαρὰ καὶ τὴ χάρη τοῦ οὐρανοῦ. Γιατί ὁ Κύριος δὲν λέει «εὐλογημένοι μου», ἀλλὰ «εὐλογημένοι τοῦ Πατέρα Μου»; Γιατί εἶναι ὁ μοναδικὸς Υἱὸς τοῦ Θεοῦ, ὁ Μονογενὴς καὶ ἄκτιστος προαιωνίως καὶ στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Κι οἱ δίκαιοι εἶναι μὲ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ ἀδελφοί τοῦ Χριστοῦ ἐξ υἱοθεσίας.

Ὁ Θεὸς καλεῖ τοὺς δικαίους νὰ μποῦν στὴν βασιλεία ποὺ ἔχει προετοιμαστεῖ γί᾽ αὐτοὺς ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Αὐτὸ σημαίνει πὼς ὁ Θεός, προτοῦ ἀκόμα δημιουργήσει τὸν ἄνθρωπο, εἶχε προετοιμάσει τὴν Βασιλεία γι᾽ αὐτόν. Προτοῦ πλάσει τὸν Ἀδάμ, ἦταν ὅλα φτιαγμένα γιὰ τὴ ζωή του στὸν παράδεισο. Ὁλόκληρη Βασιλεία, ὑπέροχη κι ὁλοφώτεινη, ποὺ περίμενε τὸ Βασιλιά της. Μετὰ ὁ Θεὸς ὁδήγησε τὸν Ἀδὰμ στὴ Βασιλεία αὐτή, κι ἡ Βασιλεία συμπληρώθηκε. Ὁ Θεὸς προετοίμασε τὴ βασιλεία γιὰ τοὺς δικαίους ἀπὸ τὴν ἀρχή. Μόνο τοὺς ἀφέντες τῆς περίμενε, μὲ τὸ Χριστὸ ὡς βασιλιὰ ἀρχηγό.

Ὁ Κριτὴς κάλεσε τοὺς δικαίους στὴ βασιλεία Του κι ἀμέσως μετὰ ἐξήγησε γιατί τοὺς τὴ χάριζε: «ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατά μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με» (Ματθ. κε´ 35-37). Γιατί πείνασα καὶ μοῦ δώσατε νὰ φάω, δίψασα καὶ μοῦ δώσατε νερό, ἤμουν ξένος καὶ σεῖς μὲ φιλοξενήσατε στὸ σπίτι σας, ἤμουν γυμνὸς καὶ μὲ ντύσατε, ἀρρώστησα καὶ μὲ ἐπισκεφθήκατε, ἤμουν στὴν φυλακὴ καὶ σεῖς ἤρθατε νὰ μὲ δεῖτε.

Ἀκούγοντας αὐτὴ τὴ θαυμάσια ἐξήγηση, οἱ δίκαιοι ζήτησαν δισταχτικὰ καὶ ταπεινὰ ἀπὸ τὸ βασιλιὰ νὰ τοὺς πεῖ πότε τὸν εἶδαν πεινασμένο καὶ διψασμένο, γυμνὸ καὶ ἄρρωστο καὶ πότε τὰ ἔκαναν ὅλ’ αὐτὰ σ’ Ἐκεῖνον. Καὶ στὴν ἐρώτηση αὐτὴ ὁ βασιλιὰς ἔδωσε πάλι τὴ θαυμάσια αὐτὴ ἀπάντηση: «ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾽ ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. κε´ 40). Ἀφοῦ ὅλ’ αὐτὰ τὰ ἐκάματε στοὺς ἐλαχίστους καὶ ταπεινοὺς ἀδελφούς μου, εἶναι σὰ νὰ τὰ ἐκάματε σ’ ἐμένα τὸν ἴδιο.

Ὅλη αὐτὴ ἡ ἑρμηνεία ἔχει δύο ὄψεις, μία ἐξωτερικὴ καὶ μία ἐσωτερική. Ἡ ἐξωτερικὴ ἑρμηνεία εἶναι σαφὴς στὸν καθένα. Ἐκεῖνος ποὺ τρέφει τὸν πεινασμένο, ξεδιψάει τὸ διψασμένο, ντύνει τὸ γυμνὸ καὶ στεγάζει τὸν ἄστεγο, εἶναι σὰν νὰ τὰ κάνει ὅλ’ αὐτὰ στὸν ἴδιο τὸν Κύριο. Ἐκεῖνος ποὺ ἐπισκέπτεται τοὺς ἀρρώστους ἢ τοὺς φυλακισμένους, εἶναι σὰν νὰ τὰ κάνει αὐτὰ στὸν Κύριο. Ἀναφέρεται στὴν Παλαιὰ Διαθήκη σχετικὰ πὼς «δανείζει Θεῷ ὁ ἐλεῶν πτωχόν, κατὰ δὲ τὸ δόμα αὐτοῦ ἀνταποδώσει αὐτῷ» (Παρ. ιθ´ 17). Ἐκεῖνος ποὺ ἐλεεῖ τὸν φτωχό, εἶναι σὰν νὰ δανείζει τὸν Θεό, ποὺ ἀνάλογα μὲ τὸ τί ἔδωσε, θὰ τοῦ τὸ ἀνταποδώσει.

Ὁ Κύριος, μέσα ἀπὸ κείνους ποὺ ζητοῦν τὴ βοήθειά μας, δοκιμάζει τὶς καρδιές μας. Ὁ Θεὸς δὲν χρησιμοποιεῖ τίποτα δικό μας γιὰ λογαριασμό Του. Δὲν ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τίποτα. Ἐκεῖνος ποὺ δημιούργησε τὸ ψωμί, δὲν μπορεῖ νὰ πεινάσει. Ἐκεῖνος ποὺ δημιούργησε τὸ νερό, δὲν γίνεται νὰ διψάσει. Αὐτὸς ποὺ ντύνει τὴν κτίση ὁλόκληρη δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι γυμνός, οὔτε καὶ ν᾽ ἀρρωστήσει αὐτὸς ποὺ εἶναι ἡ πηγὴ τῆς ὑγείας. Οὔτε καὶ γίνεται νὰ αἰχμαλωτιστεῖ ὁ Κύριος τῶν κυρίων.

Ὁ Θεὸς ζητᾶ ἀπὸ μᾶς νὰ δίνουμε ἐλεημοσύνη, ὥστε μ᾽ αὐτὸν τὸν τρόπο νὰ μαλακώσουν οἱ καρδιές μας, νὰ γίνουν πιὸ σπλαγχνικές. Θὰ μποροῦσε ὁ Θεὸς μὲ τὴν παντοδυναμία Του νὰ κάνει διὰ μιᾶς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους πλούσιους, χορτασμένους, ντυμένους κι εὐχαριστημένους. Ἀλλ᾽ ἀφήνει τοὺς ἀνθρώπους νὰ δοκιμάσουν τὴν πείνα καὶ τὴ δίψα, τὴν ἀρρώστια, τὴ φτώχεια καὶ τὴ δυστυχία γιὰ δύο λόγους. Πρῶτα, ὥστε ἐκεῖνοι ποὺ ὑποφέρουν ἀπ᾽ ὅλα αὐτὰ νὰ μπορέσουν ἔτσι νὰ μαλακώσουν τὴν καρδιά τους, νὰ γίνουν πιὸ σπλαγχνικοὶ καὶ νὰ ἔρθουν πιὸ κοντὰ στὸν Θεό, νὰ τὸν προσκυνήσουν μὲ πίστη καὶ προσευχή. Δεύτερο, ὥστε ὁ ἄνθρωπος μέσα ἀπὸ τὰ δικά του βάσανα νὰ κατανοήσει καὶ τοὺς ἄλλους, μὲ τὴν ταπείνωσή του νὰ κατανοήσει τὴν ταπείνωση τῶν ἄλλων. Ἔτσι θὰ καταλάβει τὴν ἀδελφότητα καὶ τὴν ἑνότητα ὅλων τῶν ἀνθρώπων μέσα ἀπὸ τὸν Ζῶντα Θεό, τὸν Δημιουργὸ καὶ δοτήρα ὅλων τῶν ἐπιγείων ἀγαθῶν. Ὁ Θεὸς ζητᾶ ἀπὸ μᾶς νὰ γίνουμε ἐλεήμονες, νὰ ἔχουμε πάνω ἀπ᾽ ὅλα ἔλεος. Γνωρίζει πὼς τὸ ἔλεος εἶναι ὁ τρόπος γιὰ ν᾽ ἀποκαταστήσει ὁ ἄνθρωπος τὴν πίστη στὸν Θεό, τὴν ἐλπίδα στὸν Θεὸ καὶ τὴν ἀγάπη γιὰ τὸν Θεό.

Αὐτὴ εἶναι ἡ ἐξωτερικὴ ἑρμηνεία. Ἡ δεύτερη ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸν Χριστὸ μέσα μας. Σὲ κάθε καθαρὴ σκέψη ποὺ ἔχουμε στὸ νοῦ μας, σὲ κάθε εὐγενικὸ συναίσθημα τῆς καρδιᾶς μας καὶ σὲ κάθε ὑψηλὴ φιλοδοξία κι ἐπιθυμία τῆς ψυχῆς μας γιὰ τὴν ἐπίτευξη τοῦ ἀγαθοῦ, ὁ Χριστὸς ἀποκαλύπτεται μέσα μας μὲ τὴ δύναμη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅλες αὐτὲς τὶς ἁγνὲς σκέψεις, τὰ εὐγενικὰ συναισθήματα καὶ τὶς ὑψηλὲς φιλοδοξίες, τὶς ὀνομάζει ἐλαχίστους ἀδελφούς Του. Τὰ ὀνομάζει ἔτσι ὅλ᾽ αὐτά, ἐπειδὴ βρίσκονται μέσα μας σὲ μία ἀσήμαντη μειονότητα σὲ σύγκριση μὲ τοὺς μεγάλους ἐσωτερικοὺς ἀγροὺς ποὺ εἶναι γεμάτοι ἀπορρίμματα καὶ κακία. Ἂν ὁ νοῦς μας πεινάει γιὰ τὸν Θεὸ καὶ τὸν ταΐσουμε, εἶναι σὰν νὰ τρέφουμε τὸν Χριστὸ μέσα μας. Ἂν ἡ καρδιά μας εἶναι γυμνὴ ἀπὸ κάθε ἀγαθὸ κι εὐγενικὸ πράγμα ποὺ ἀνήκει στὸν Θεὸ καὶ τὴν ντύσουμε, εἶναι σὰν νὰ ντύσαμε τὸν Χριστὸ μέσα μας. Ἂν ἡ ψυχή μας εἶναι ἄρρωστη καὶ φυλακισμένη ἀπὸ τὴν κακή μας ὕπαρξη καὶ τὰ κακά μας ἔργα καὶ τὸ ἀντιληφθοῦμε αὐτὸ καὶ τὴν ἐπισκεφτοῦμε, τότε εἶναι σὰ νὰ ἐπισκεφτήκαμε τὸν Χριστὸ μέσα μας.

Μὲ λίγα λόγια, ἂν αὐτὸς ὁ δεύτερος ἑαυτὸς ποὺ ἔχουμε μέσα μας καὶ ποὺ ἀντιπροσωπεύει τὸ δίκαιο ἄνθρωπο, ὑποδουλωθεῖ καὶ ταπεινωθεῖ ἀπὸ τὸν πονηρὸ κι ἁμαρτωλὸ ἐσωτερικό μας ἄνθρωπο καὶ μεῖς τὸν προστατεύσουμε, εἶναι σὰν νὰ προστατεύουμε τὸν Χριστὸ μέσα μας. Ὁ δίκαιος ἄνθρωπος μέσα μας εἶναι πολὺ μικρός, ἐνῶ ὁ ἁμαρτωλὸς μέσα μας εἶναι ἕνας πραγματικὸς Γολιάθ. Ὁ δίκαιος ἄνθρωπος μέσα ὅμως εἶναι ὁ μικρὸς ἀδελφός τοῦ Χριστοῦ, ὁ ἐλάχιστος, κι ὁ ἁμαρτωλὸς Γολιὰθ μέσα μας εἶναι ὁ ἐχθρὸς τοῦ Χριστοῦ. Ἂν τότε προστατέψουμε τὸ δίκαιο ἄνθρωπο μέσα μας, ἂν τὸν ἐλευθερώσουμε, τὸν ἐνισχύσουμε καὶ τὸν βγάλουμε στὸ φῶς· ἂν τὸν σηκώσουμε ψηλότερα ἀπὸ τὸν ἁμαρτωλό, ὥστε νὰ τὸν κυριεύσει καὶ νὰ μποροῦμε νὰ ποῦμε μαζὶ μὲ τὸν ἀπόστολο Παῦλο, «ζῶ δὲ οὐκέτι ἐγώ, ζῇ δὲ ἐν ἐμοὶ Χριστὸς» (Γαλ. β´ 20), τότε θὰ κληθοῦμε εὐλογημένοι καὶ στὴν τελευταία Κρίση θὰ ἀκούσουμε τὰ λόγια τοῦ Βασιλιᾶ: δεῦτε οἱ εὐλογημένοι τοῦ πατρός μου, κληρονομήσατε τὴν ἡτοιμασμένην ὑμῖν βασιλείαν ἀπὸ καταβολῆς κόσμου.

Σὲ κείνους ποὺ θὰ βρεθοῦν ἀριστερά Του θὰ πεῖ ὁ Κριτής: «πορεύεσθε ἂπ ἐμοῦ οἱ κατηραμένοι εἰς τὸ πῦρ τὸ αἰώνιον τὸ ἠτοιμασμένον τῷ διαβόλω καὶ τοῖς ἀγγέλοις αὐτοῦ» (Ματθ. κε´ 41). Φύγετε μακριὰ ἀπὸ μένα ἐσεῖς οἱ καταραμένοι, πηγαίνετε στὸ αἰώνιο πῦρ ποὺ ἔχει ἑτοιμαστεῖ γιὰ τὸ διάβολο καὶ τοὺς πονηροὺς ἀγγέλους του. Ὁ Κριτὴς εἶναι φοβερός, ἀλλὰ δίκαιος. Ὁ Βασιλιὰς καλεῖ τοὺς δικαίους κοντά Του καὶ τοὺς δίνει τὴ βασιλεία Του, ἐνῶ ἀπομακρύνει τοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ τοὺς στέλνει στὸ αἰώνιο πῦρ, στὴν πονηρὴ συντροφιὰ τοῦ διαβόλου καὶ τῶν ὑπηρετῶν του. Στὸ ἔργο τοῦ «Περὶ Τελικῆς Κρίσεως» ὁ Μέγας Βασίλειος γράφει: «Ἂν ὑπάρχει κάποιο τέλος στὰ αἰώνια βάσανα, σημαίνει πὼς ὑπάρχει τέλος στὴν αἰώνια ζωή. Καθὼς ὅμως εἶναι ἀδύνατο νὰ φανταστεῖς τὸ τέλος τῆς αἰώνιας ζωῆς, πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ σκεφτεῖς ὅτι θὰ ὑπάρξει τέλος στὰ αἰώνια βάσανα;»

Κάτι ὅμως δὲν λέει ὁ Κύριος, ποὺ εἶναι πολὺ σπουδαῖο. Ὅτι τὸ αἰώνιο πῦρ ἔχει ἑτοιμαστεῖ γιὰ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀπὸ καταβολῆς κόσμου, ὅπως κι ἡ βασιλεία Του γιὰ τοὺς δικαίους. Τί σημαίνει αὐτό; Εἶναι πεντακάθαρο πὼς ὁ Κύριος ἑτοίμασε τὸ αἰώνιο πῦρ μόνο γιὰ τὸ διάβολο καὶ τοὺς ἀγγέλους του, ἐνῶ τὴ βασιλεία Του τὴν ἑτοίμασε γιὰ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἀπὸ καταβολῆς κόσμου. Ὁ Θεὸς θέλει «πάντας ἀνθρώπους σωθῆναι» (Α´ Τιμ. β´ 4), νὰ μὴ χαθεῖ κανένας. Ὁ Θεὸς δὲν ἤθελε νὰ κολαστοῦν οἱ ἄνθρωποι, ἀλλὰ νὰ σωθοῦν. Οὔτε καὶ ἑτοίμασε προκαταβολικὰ γι᾽ αὐτοὺς τὴ φωτιὰ τῆς κόλασης ἀλλὰ τὴ βασιλεία Του, μόνο αὐτή. Ἀπὸ αὐτὸ προκύπτει μὲ σαφήνεια πὼς ἐκεῖνοι ποὺ λένε γιὰ τὸν ἁμαρτωλὸ ὅτι «εἶναι προορισμένος νὰ γίνει ἁμαρτωλός», ἔχουν λαθεμένη ἀντίληψη. Ἂν πραγματικὰ εἶναι προορισμένος ἁμαρτωλός, αὐτὸ δὲν προέρχεται ἀπὸ τὸν Θεό, ἀλλ᾽ ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Ὅτι αὐτὸ δὲν ἔχει προοριστεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ συμπεραίνεται ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ὁ Θεὸς δὲν ἑτοίμασε προκαταβολικὰ κανένα εἶδος βασάνων γιὰ τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλὰ μόνο γιὰ τὸ διάβολο. Ἑπομένως στὴν Τελικὴ Κρίση ὁ δίκαιος κριτὴς δὲν θὰ ἔχει τόπο γιὰ νὰ στείλει τοὺς ἁμαρτωλούς, παρὰ στὸ σκοτεινὸ βασίλειο τῶν δαιμόνων. Κι ὅτι εἶναι στὴ δικαιοσύνη τοῦ Κριτῆ νὰ τοὺς στείλει ἐκεῖ εἶναι φανερὸ ἀπὸ τὸ γεγονὸς ὅτι ἐκεῖνοι, κατὰ τὴ διάρκεια τῆς ἐπίγειας ζωῆς τους, εἶχαν ἀπομακρυνθεῖ ἀπὸ τὸν Θεὸ κι εἶχαν παραδοθεῖ στὴν ὑπηρεσία τοῦ πονηροῦ.

+++

Κρίνοντας τοὺς ἁμαρτωλοὺς ποὺ βρίσκονται ἀριστερά Του ὁ βασιλιὰς τοὺς ἐξηγεῖ ἀμέσως γιατί εἶναι καταραμένοι καὶ γιατί τοὺς στέλνει στὸ αἰώνιο πῦρ: «ἐπείνασα γάρ, καὶ οὐκ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ οὐκ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ οὐ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ οὐ περιεβάλετέ με, ἀσθενὴς καὶ ἐν φυλακῇ, καὶ οὐκ ἐπεσκέψασθέ με» (Ματθ. κε´ 42-43). Πείνασα καὶ δὲν μοῦ δώσατε νὰ φάω, δίψασα καὶ δὲν μὲ ποτίσατε. Ἤμουν ξένος καὶ δὲν μὲ πήρατε στὸ σπίτι σας, ἤμουν γυμνὸς καὶ δὲν μὲ ντύσατε, ἤμουν ἄρρωστος ἢ φυλακισμένος καὶ δὲν μὲ ἐπισκεφθήκατε.

Τίποτα ἀπ’ αὐτὰ ποὺ εἶχαν κάνει οἱ δίκαιοι δὲν ἔκαναν οἱ ἁμαρτωλοί. Καὶ σὰν ἄκουσαν τὰ λόγια αὐτὰ τοῦ Κυρίου οἱ ἁμαρτωλοί, ρώτησαν, ὅπως καὶ οἱ δίκαιοι: «Κύριε, πότε σὲ εἴδομεν πεινῶντα ἢ διψῶντα…;» Κι ὁ Κύριος ἀπάντησε: «ἀμὴν λέγω ὑμῖν, ἐφ᾽ ὅσον οὐκ ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἐλαχίστων, οὐδὲ ἐμοὶ ἐποιήσατε» (Ματθ. κε´ 45). Ἀλήθεια σᾶς λέω: ἀφοῦ δὲν ἐκάματε τίποτα στοὺς ἀδελφούς μου τοὺς ἐλαχίστους, οὔτε καὶ σὲ μένα κάματε.

Ἡ ἑρμηνεία ποὺ ἔκανε ὁ Βασιλιὰς στοὺς ἁμαρτωλοὺς ἔχει ἐπίσης δυὸ σημασίες, μία ἐξωτερικὴ καὶ μία ἐσωτερική, ὅπως καὶ στὴν πρώτη περίπτωση μὲ τοὺς δικαίους. Ὁ νοῦς τῶν ἁμαρτωλῶν ἦταν σκοτισμένος, ἡ καρδιά τους σκληρὴ κι ἡ ψυχή τους εἶχε κακὴ διάθεση πρὸς ἐκείνους ποὺ πεινοῦσαν, διψοῦσαν, ἦταν γυμνοί, ἄρρωστοι καὶ φυλακισμένοι στὴ γῆ. Μὲ τὸ σκοτισμένο τους νοῦ δὲν μποροῦσαν νὰ δοῦν πὼς ὁ Χριστὸς τοὺς καλοῦσε νὰ ἐλεήσουν τοὺς φτωχοὺς καὶ βασανισμένους ἀδελφούς τους. Ἡ σκληρὴ καρδιά τους δὲν μαλάκωνε μὲ τὰ δάκρυα τῶν ἄλλων. Οὔτε καὶ τὸ παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων Του ἄλλαζε τὴν κακοπροαίρετη ψυχή τους, γιὰ νὰ ἐπιθυμήσουν τὸ καλὸ καὶ νὰ τὸ κάνουν. Ἔτσι ὅπως ἦταν ἄσπλαχνοι στὸν Χριστό, μέσῳ τῶν ἀδελφῶν Του, ἦταν ἄσπλαχνοι καὶ στὸν Χριστὸ μέσα ἀπὸ τὸν ἴδιον τὸν ἑαυτό τους. Μὲ τὸ ποὺ τοὺς ἐρχόταν κάποια ἁγνὴ σκέψη, τὴν ἐξαφάνιζαν θεληματικὰ καὶ τὴν ἀντικαθιστοῦσαν μὲ ἄλλες σκέψεις, ἀκάθαρτες καὶ βλάσφημες. Ξερίζωσαν κάθε εὐγενικὸ συναίσθημα ἀπὸ τὴν καρδιά τους καὶ τὸ ἀντικατέστησαν μὲ ἀσπλαχνία, λαγνεία καὶ ἰδιοτέλεια. Κάθε ἐπιθυμία ποὺ ἐκδηλωνόταν μέσα τους, γιὰ νὰ κάνουν κάποια καλὴ πράξη, ἀκολουθώντας τὶς ἐντολὲς τοῦ Χριστοῦ, τὴν καταπίεζαν ἀμέσως καὶ στὴ θέση της ἔβαζαν ἄλλη, πῶς νὰ κάνουν κακὸ στοὺς ἄλλους ἢ ν᾽ ἁμαρτήσουν, γιὰ νὰ προκαλέσουν τὴν ὀργὴ τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι τὸν ἐλάχιστο ἀδελφό τοῦ Χριστοῦ, δηλαδὴ τὸ δίκαιο ἄνθρωπο ποὺ βρισκόταν μέσα τους, τὸν σταύρωναν, τὸν σκότωναν, καὶ τὸν ἔθαβαν. Ὁ σκοτεινὸς Γολιὰθ ποὺ εἶχαν θρέψει, δηλαδὴ ὁ ἄδικος ἄνθρωπος μέσα τους ἢ ὁ ἴδιος ὁ διάβολος, παρέμενε νικητὴς στὸ πεδίο τῆς μάχης.

Τί μπορεῖ νὰ κάνει ὁ Θεὸς σὲ τέτοιους ἀνθρώπους; Μπορεῖ ἆραγε νὰ δεχτεῖ στὴ βασιλεία Του ἐκείνους ποὺ ἔβγαζαν τὴ βασιλεία αὐτὴ ἀπὸ τὴ ζωή τους; Μπορεῖ νὰ καλέσει κοντά Του αὐτοὺς ποὺ ξερίζωσαν μέσα τους τὴν εἰκόνα τοῦ Θεοῦ, αὐτοὺς ποὺ διακήρυξαν μυστικὰ στὴν καρδιά τους ἀλλὰ κι ἀνοιχτά, μπροστὰ σ᾽ ὅλον τὸν κόσμο, πὼς εἶναι ἐχθροί τοῦ Θεοῦ καὶ ὑπηρέτες τοῦ διαβόλου; Ὄχι! Αὐτοὶ ἔγιναν μὲ τὴν ἐλεύθερη βούλησή τους ὑπηρέτες τοῦ διαβόλου. Κι ὁ Κύριος στὴν τελική Του κρίση θὰ τοὺς στείλει νὰ συντροφέψουν ἐκείνους ποὺ εἶχαν παρέα σ᾽ ὁλόκληρη τὴ ζωή τους. Θὰ τοὺς στείλει δηλαδὴ στὸ αἰώνιο πῦρ ποὺ ἔχει προετοιμαστεῖ γιὰ τὸ διάβολο καὶ τοὺς πονηροὺς ἀγγέλους του.

Ἀμέσως μετὰ ἀπ’ αὐτό, φτάνει στὸ τέλος της ἡ πιὸ σύντομη ἀλλὰ κι ἡ μέγιστη διαδικασία στὴν ἱστορία τοῦ κτιστοῦ κόσμου. «καὶ ἀπελεύσονται οὗτοι εἰς κόλασιν αἰώνιον, οἱ δὲ δίκαιοι εἰς ζωὴν αἰώνιον» (Ματθ. κε´ 46). Καὶ τότε θὰ πορευτοῦν (οἱ ἁμαρτωλοὶ) στὴν αἰώνια κόλαση, οἱ δὲ δίκαιοι στὴν αἰώνια ζωή.

Ἡ ζωὴ καὶ ἡ κόλαση ἐδῶ στέκονται ἡ μία ἀπέναντι στὴν ἄλλη. Ἐκεῖ ποὺ ὑπάρχει ζωή, δὲν ὑπάρχει κόλαση, δὲν ὑπάρχουν βάσανα. Ἐκεῖ ποὺ εἶναι ἡ κόλαση, δὲν ὑπάρχει ζωή. Ἡ πληρότητα τῆς ζωῆς ἀποκλείει τὴν κόλαση. Ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν παρέχει τὴν πληρότητα τῆς ζωῆς. Ὁ τόπος τοῦ διαβόλου παράγει κόλαση καὶ βασανιστήρια, μακριὰ ἀπὸ τὴ ζωὴ ποὺ δίνει ὁ Χριστός.

Στὴν ἐπίγεια ζωή μας βλέπουμε πὼς ἡ ψυχὴ τοῦ ἁμαρτωλοῦ ποὺ ἔχει λίγη ζωὴ μέσα της (δηλ. λίγο Θεό), εἶναι γεμάτη μὲ πολὺ μεγαλύτερα βάσανα ἀπ’ ὅσα ἔχει ἡ ψυχὴ τοῦ δικαίου ἀνθρώπου ποὺ ἔχει μέσα του περισσότερη ζωὴ (δηλ. περισσότερο Θεό). Ὅπως εἰπώθηκε μὲ σοφία τοὺς ἀρχαίους χρόνους: «πᾶς ὁ βίος ἀσεβοῦς ἐν φροντίδι, ἔτη δὲ ἀριθμητὰ δεδομένα δυνάστῃ, ὁ δὲ φόβος αὐτοῦ ἐν ὠσὶν αὐτοῦ…μὴ πιστευέτω ἀποστραφῆναι ἀπὸ σκότους· ἐντέταλται γὰρ ἤδη εἰς χεῖρας σιδήρου…ἀνάγκη δὲ καὶ θλῖψις αὐτὸν καθέξει ὥσπερ στρατηγὸς πρωτοστάτης πίπτων. ὅτι ἦρκε χεῖρας ἐναντίον τοῦ Κυρίου» (Ἰώβ ιε´ 20-25). Ὁλόκληρος ὁ βίος τοῦ ἀσεβοῦς, λέει, δαπανᾶται καὶ βρίσκεται συνέχεια μὲ φροντίδες καὶ ἀγωνία. Ἀκόμα καὶ τοῦ ἰσχυροῦ καὶ κυριάρχου ἀνθρώπου, τὰ χρόνια εἶναι μετρημένα. Ὁ φόβος ποὺ τὸν συνέχει καὶ τὸν κάνει ν’ ἀγωνιᾶ, ἠχεῖ πάντοτε στ’ αὐτιά του…ἂς μὴν ἀπατᾶται πὼς κάποτε θὰ γλιτώσει ἀπὸ τὸ σκοτάδι τῆς συμφορᾶς καὶ τῆς ὀδύνης, γιατί ἔχει δοθεῖ ἐντολὴ ἀπὸ τὸν Θεὸ νὰ περιπέσει στὴν ἐξουσία σιδερένιου μαχαιριοῦ… θὰ τὸν κυριεύσει ὁπωσδήποτε ἡ θλίψη καὶ θὰ πέσει, ὅπως ὁ στρατηγὸς ποὺ πρωτοστατεῖ στὴ μάχη, ἀλλὰ δὲν βρίσκει τρόπο νὰ ξεφύγει.

Ἡ ζωὴ ἐδῶ στὴ γῆ εἶναι κόλαση μεγάλη γιὰ τὸν ἁμαρτωλό. Κι ὁ ἁμαρτωλὸς τὸ βρίσκει πολὺ πιὸ δύσκολο νὰ ὑπομένει τὰ βάσανα σ’ αὐτὴ τὴ ζωὴ ἀπ’ ὅ,τι ὁ δίκαιος. Μόνο ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ζωὴ μέσα του μπορεῖ νὰ ὑπομείνει βάσανα, νὰ τὰ περιφρονήσει, νὰ ξεπεράσει ὅλα τὰ κακὰ τοῦ κόσμου καὶ νὰ νιώθει χαρούμενος. Ἡ ζωὴ κι ἡ χαρὰ εἶναι ἀδιαίρετες. Ὁ Χριστὸς ὁ ἴδιος λέει στὸ δίκαιο ἄνθρωπο ποὺ ὁ κόσμος ἀποκλείει, καταδιώκει καὶ ταπεινώνει: «Χαίρετε καὶ ἀγαλλιᾶσθε» (Ματθ. ε´ 12).

Ὁλόκληρη ἡ ἐπίγεια ζωή μας δὲν εἶναι παρὰ μία ἀμυδρὰ σκιὰ τῆς πραγματικῆς, τῆς πλήρους ζωῆς στὴ βασιλεία τοῦ Θεοῦ. Ὅλα τὰ βάσανά μας στὴ γῆ δὲν εἶναι παρὰ μία ἀμυδρὰ σκιὰ τῶν τρομερῶν βασάνων, ποὺ θὰ ὑποστοῦν οἱ ἁμαρτωλοὶ στὴν κόλαση. Στὰ ἀποφθέγματα τῶν ἁγίων πατέρων διαβάζουμε τὸ ἑξῆς: «Ρώτησαν κάποιο μεγάλο γέροντα: Πατέρα, πῶς ὑπομένεις τόσο καρτερικὰ τέτοιους ἀγῶνες; Κι ὁ γέροντας ἀπάντησε: Ὅλοι οἱ ἀγῶνες μου ἐδῶ στὴ γῆ εἶναι μικρότεροι ἀπὸ τὰ βάσανα μίας μέρας στὴν κόλαση».

Ἡ ζωὴ ἐδῶ στὴ γῆ, ὅσο ὑπέροχη κι ἂν εἶναι, ἀνακατεύεται μὲ βάσανα. Δὲν ὑπάρχει πληρότητα ζωῆς ἐδῶ. Ἀλλὰ καὶ τὰ βάσανα στὴ γῆ, ὅσο μεγάλα κι ἂν εἶναι, ἀνακατεύονται μὲ τὴ ζωή. Στὴν τελικὴ κρίση ὅμως τὰ βάσανα θ’ ἀπομονωθοῦν ἀπὸ τὴ ζωή. Καὶ τὰ δυό τους βέβαια θὰ εἶναι αἰώνια. Τί σημαίνει ἡ αἰωνιότητα αὐτή, ὁ ἀνθρώπινος νοῦς δὲν μπορεῖ νὰ τὸ χωρέσει. Σὲ κεῖνον ποὺ θά ᾽χει τὴ χαρὰ ν’ ἀτενίσει ἔστω καὶ γιὰ μία στιγμὴ τὸ πρόσωπο τοῦ Θεοῦ, θὰ τοῦ φανεῖ πὼς ἡ στιγμὴ αὐτὴ κράτησε χιλιάδες χρόνια. Ἐκεῖνος ποὺ θὰ βασανιστεῖ ἀπὸ τὸ διάβολο στὴν κόλαση γιὰ μία στιγμή, αὐτὴ ἡ στιγμὴ θὰ τοῦ φανεῖ ὅτι κράτησε αἰῶνες. Ὁ χρόνος, ὁ ρυθμὸς τῆς μέρας καὶ τῆς νύχτας, δὲν θὰ εἶναι ὅπως τὸν ξέραμε, ἀλλὰ θὰ εἶναι «μία ἡμέρα, καὶ ἡ ἡμέρα αὐτὴ γνωστὴ τῷ Κυρίῳ» λέει ὁ προφήτης Ζαχαρίας (ιδ´ 7. βλ. Ἀποκ. κβ´ 5). Ἥλιος δὲν θὰ ὑπάρχει πιά, παρὰ μόνο ὁ Θεός. Κι ὁ ἥλιος αὐτὸς δὲν θ’ ἀνατέλλει καὶ θὰ δύει ὅπως τώρα. Ἡ αἰωνιότητα δέ θὰ μετριέται μὲ μέρες, ὅπως γίνεται τώρα μὲ τὸ χρόνο. Οἱ εὐλογημένοι θὰ μετρᾶνε τὴν αἰωνιότητα μὲ τοὺς ὅρους τῆς εὐφροσύνης τους κι οἱ ἁμαρτωλοὶ ποὺ θὰ βασανίζονται μὲ τοὺς ὅρους τῶν βασάνων τους.

+++

Ἔτσι μίλησε κι αὐτὰ εἶπε ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς γιὰ τὸ τελευταῖο καὶ μέγιστο γεγονὸς ποὺ θὰ λάβει χώρα στὰ ὅρια τοῦ τέλους τοῦ χρόνου καὶ τῆς αἰωνιότητας. Καὶ πιστεύουμε πὼς ὅλ᾽ αὐτὰ θὰ γίνουν, ἀκριβῶς ὅπως τὰ εἶπε. Πρῶτα ἐπειδὴ ὅλα ὅσα προεῖπε ὁ Χριστὸς ἐπαληθεύτηκαν ἀπόλυτα καὶ δεύτερον, ἐπειδὴ ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ μεγαλύτερος φίλος μας, ὁ Μόνος ποὺ ἀγαπᾶ πραγματικὰ τὸ ἀνθρώπινο γένος. Καὶ στὴν ἀληθινὴ ἀγάπη ἐμπεριέχει μόνο τὴν τέλεια ἀλήθεια. Ἂν αὐτὰ δὲν ἐπρόκειτο νὰ γίνουν, δὲν θὰ μᾶς τά ᾽λεγε ὁ Κύριος. Ὅμως μᾶς τὰ εἶπε, καὶ θὰ γίνουν. Κι αὐτὰ βέβαια δὲν μᾶς τὰ εἶπε γιὰ νὰ κάνει ἐπίδειξη τῶν γνώσεων στοὺς ἀνθρώπους. Ὄχι! Ὁ Χριστὸς δὲν ζητοῦσε τὴ δόξα τῶν ἀνθρώπων (βλ. Ἰωάν. ε´ 41). Ὅλα μᾶς τὰ εἶπε γιὰ χάρη τῆς σωτηρίας μας. Ἐκεῖνος ποὺ ἔχει ἀντίληψη καὶ ὁμολογεῖ Χριστό, τὸν Κύριο, θὰ συνειδητοποιήσει πὼς ἡ ἀνάγκη γιὰ νὰ τὰ γνωρίζει αὐτὰ εἶναι μόνο γιὰ τὴ σωτηρία του. Ὁ Κύριος δὲν ἔκανε τίποτα, δὲν εἶπε οὔτε λέξη, οὔτε καὶ ἐπέτρεψε νὰ τοῦ συμβεῖ κάτι στὴ διάρκεια τῆς ζωῆς Του, ποὺ δὲν ἀφοροῦσε τὴ σωτηρίας μας.

Ἂς γίνουμε συνετοὶ καὶ φρόνιμοι, λοιπόν, κι ἂς ἔχουμε πάντα μπροστὰ στὰ πνευματικά μας μάτια τὴν εἰκόνα τῆς Τελικῆς Κρίσης. Ἡ εἰκόνα αὐτὴ ἔχει κάνει ἤδη πολλοὺς ἁμαρτωλοὺς νὰ γυρίσουν ἀπὸ τὸ δρόμο τῆς ἀπωλείας στὸ δρόμο τῆς σωτηρίας. Ἡ ζωή μας εἶναι μικρή. Κι ὅταν τελειώνει, δὲν θὰ ὑπάρχουν περιθώρια γιὰ μετάνοια. Στὴ σύντομη ἐπίγεια ζωή μας πρέπει ν᾽ ἀποφασίσουμε ἐκεῖνο ποὺ θὰ εἶναι κρίσιμο γιὰ μᾶς στὴν αἰωνιότητα: Θὰ σταθοῦμε στὰ δεξιὰ ἢ στ᾽ ἀριστερὰ τοῦ Βασιλιᾶ τῆς Δόξας; Ὁ Θεὸς μᾶς ἀνέθεσε ἕνα μικρὸ κι ἁπλὸ καθῆκον, ἀλλὰ ἡ ἀνταπόδοση ἢ ἡ τιμωρία εἶναι πελώρια, ξεπερνοῦν τὴ δύναμη, κάθε ἀνθρώπινης γλώσσας γιὰ νὰ τὴν ἐκφράσουν.

Ἂς μὴν ὀλιγωρήσουμε λοιπόν, ἂς μὴ χάσουμε οὔτε μία μοναδικὴ μέρα. Κάθε μέρα μπορεῖ νὰ εἶναι καὶ ἡ τελευταία μας, ἡ ἀποφασιστική. Κάθε μέρα εἶναι δυνατὸ νὰ φέρει τὴν καταστροφὴ τοῦ κόσμου αὐτοῦ, νὰ γίνει ἡ αὐγὴ τῆς πολυαναμενόμενης Ἡμέρας. Λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Διάλογος: «οὐκ οἴδατε ὅτι ἡ φιλία τοῦ κόσμου ἔχθρα τοῦ Θεοῦ ἐστιν;» (Ἰακ. δ΄ 4). Ἑπομένως ἐκεῖνος ποὺ δὲν χαίρεται, ὅταν ἐγγίζει τὸ τέλος τοῦ κόσμου, δείχνει πὼς δέν εἶναι φίλος του καὶ ἑπομένως ἐχθρός τοῦ Θεοῦ. Τέτοιες σκέψεις ὅμως δὲν κάνουν οἱ πιστοί, ποὺ γνωρίζουν διὰ πίστεως πὼς ὑπάρχει καὶ ἄλλη ζωή, τὴν ὁποία καὶ ἐπιθυμοῦν εἰλικρινά».

Εἴθε νὰ μὴ ντροπιαστοῦμε τὴν Ἡμέρα τοῦ Κυρίου, μπροστὰ στὸν Κύριο, στὴ χορεία τῶν ἀγγέλων Του καὶ στὰ δισεκατομμύρια τῶν δικαίων καὶ τῶν ἁγίων. Εἴθε νὰ μὴ χωριστοῦμε αἰώνια ἀπὸ τὸν Κύριο, ἀπὸ τοὺς ἀγγέλους καὶ τοὺς ἁγίους Του, ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς καὶ τοὺς φίλους μας ποὺ θὰ βρίσκονται στὰ δεξιά Του. Ἀλλὰ μαζὶ μὲ τὰ ἀμέτρητα πλήθη τῶν ἀγγέλων καὶ τῶν ἁγίων νὰ ψάλλουμε τὸν ἐπινίκιο ὕμνο: «ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος Κύριος Σαβαώθ! Ἀλληλούια!». Εἴθε νὰ δοξάζουμε μαζὶ μὲ τὶς οὐράνιες δυνάμεις τὸν Σωτήρα Κύριό μας, τὸν Υἱό, μαζὶ μὲ τὸν Πατέρα καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, τὴν ὁμοούσια καὶ ἀδιαίρετη Τριάδα στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.

(Πηγή: «Καιρός Μετανοίας» Ομιλίες Β’, Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Επιμέλεια – Μετάφραση – Κεντρική διάθεση: Πέτρος Μπότσης)

Συνιστούμε ανεπιφύλακτα στους επισκέπτες της ιστοσελίδος μας το εξαιρετικό βιβλίο με τις ομιλίες του Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς:

alopsis.gr 

Η ευχή του Ιησού για τους κεκοιμημένους

Παράλληλα μέ τά τρισάγια, τά μνημόσυνα, τά ὀνόματα πού δίνομε στήν Προσκομιδή γιά μνημόνευσι, μαζί μέ τά Σαρανταλείτουργα καί τίς ἐλεημοσύνε...