Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2019

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος: Ο χριστιανός μπορεί να λυπάται μόνο για δύο λόγους!

Τη λύπη την έβαλε μέσα μας ο Θεός. Όχι, όμως, για να τη μεταχειριζόμαστε άσκοπα ή και βλαπτικά, σε ακατάλληλο χρόνο και σε αντίθετες συνθήκες στη φύση μας περιστάσεις, κλονίζοντας έτσι την υγεία της ψυχής και του σώματος, αλλά για ν’ αποκομίζουμε απ’ αυτήν όσο γίνεται μεγαλύτερο πνευματικό κέρδος.
Γι’ αυτό, δεν πρέπει να λυπόμαστε όταν παθαίνουμε κάτι κακό, μα όταν κάνουμε κάτι κακό. Εμείς, ωστόσο, έχουμε αντιστρέψει τα πράγματα. Έτσι, και αμέτρητα κακά να διαπράξουμε, ούτε λυπόμαστε ούτε ντρεπόμαστε. Αν, όμως, πάθουμε και το παραμικρό κακό από κάποιον, τότε τα χάνουμε, βαριοθυμούμε, γινόμαστε συντρίμμια και δεν συλλογιζόμαστε πως οι θλίψεις και οι πειρασμοί φανερώνουν τη φροντίδα του Θεού για μας περισσότερο από τα ευχάριστα περιστατικά.

Αλλά γιατί αναφέρω τις θλίψεις αυτής της ζωής; Μήπως και η απειλή του αιωνίου κολασμού δεν αποτελεί τη φιλανθρωπία του Θεού καλύτερα από την υπόσχεσή Του για την ουράνια βασιλεία; Γιατί ,αν δεν υπήρχε η απειλή του αιωνίου κολασμού, λίγοι θα ήταν εκείνοι που θα κέρδιζαν τη σωτηρία. Δεν είναι, βλέπεις, αρκετή για μας, τους ράθυμους, η υπόσχεση των ουράνιων αγαθών. Ο φόβος της κολάσεως πιο πολύ μας παρακινεί στην αρετή.
Γι’ αυτό, λοιπόν, υπάρχουν η λύπη και η αθυμία, όχι για να μας κυριεύουν όταν πεθαίνει ένα αγαπημένο μας πρόσωπο ή όταν χάνουμε χρήματα ή όταν δοκιμάζουμε κάποια αποτυχία, αλλά για να μας βοηθούν στον πνευματικό μας αγώνα.
Ας λυπόμαστε όχι για τη θλίψη ή τη βλάβη που μας προξενεί κάποιος, αλλά για τις αμαρτίες μας, με τις οποίες λυπούμε το Θεό. Γιατί οι αμαρτίες διώχνουν μακριά μας το Θεό, ενώ οι θλίψεις, που δοκιμάζουμε από άλλους ανθρώπους, τον κάνουν να μένει κοντά μας ως προστάτης.
Αλλωστε, πρέπει να το πάρεις απόφαση, άνθρωπέ μου, ότι στη ζωή αυτή θα έχεις βάσανα, δοκιμασίες, προβλήματα, πειρασμούς. Πρέπει να τ’ αντιμετωπίζεις με γενναιότητα όλα αυτά, χρησιμοποιώντας ως όπλα την πίστη, την ελπίδα, την υπομονή. Ας εύχεσαι, βέβαια, να μην πέσεις ποτέ σε πειρασμό. Όταν, όμως, παραχωρεί κάποιον ο Θεός, μην ταράζεσαι. Κάνε ό,τι μπορείς για να φανείς αληθινός στρατιώτης του Χριστού. Δεν βλέπεις που οι γενναίοι στρατιώτες, όταν η σάλπιγγα τους καλεί στην μάχη, αποβλέποντας στη νίκη, θυμούνται τους ένδοξους προγόνους τους, που έκαναν μεγάλα κατορθώματα, και ρίχνονται με θάρρος στον αγώνα; Όμοια κι εσύ, όταν έρχεται η ώρα της πνευματικής μάχης, να θυμάσαι τα κατορθώματα των αγίων μαρτύρων και ν’ αγωνίζεσαι με γενναιότητα, με πίστη, με χαρά.
Δεν μπορεί, λοιπόν, ποτέ να λυπάται ο χριστιανός; Μπορεί, αλλά για δύο μονάχα λόγους: Όταν είτε ο ίδιος είτε ο πλησίον του έρχεται σε αντίθεση με το Θεό και το άγιο θέλημά Του. Δεν πρέπει, επομένως, να στενοχωριούνται και να θλίβονται εκείνοι που κακολογούνται, μα εκείνοι που κακολογούν. Γιατί δε θ’ απολογηθούν οι πρώτοι ,για όσα λέγονται σε βάρος άλλων. Αυτοί πρέπει να τρέμουν και ν’ ανησυχούν, γιατί αργά ή γρήγορα θα συρθούν στο φοβερό Δικαστήριο του Θεού, όπου θα λογοδοτήσουν για όσες κακολογίες ξεστόμισαν. Κι εκείνοι που κακολογούνται, πάντως, πρέπει ν’ ανησυχούν, αν όσα λένε γι’ αυτούς είναι αληθινά.
Αξιολύπητοι, βλέπεις, είναι οι αμαρτωλοί, έστω κι αν κανένας δεν τους κατηγορεί. Αξιοζήλευτοι, απεναντίας, είναι οι ενάρετοι, έστω κι αν ο κόσμος όλος τους κατατρέχει. Γιατί, όταν η συνείδηση ενός ανθρώπου είναι ήσυχη, όσες τρικυμίες κι αν ξεσηκώνονται εναντίον του, αυτός θα βρίσκεται πάντα σε λιμάνι γαλήνιο. Όταν, όμως, η συνείδησή του είναι ταραγμένη, ακόμη κι αν όλα του έρχονται ευνοϊκά, θα βασανίζεται, σαν τον ναυαγό στη φουρτουνιασμένη θάλασσα.
Απόσπασμα από το βιβλίο «Θέματα ζωής Β΄ 
Κείμενα του Αγίου Ιωάννου του Χρυσόστομου.

Πως να κάνετε νοερά προσευχή αδιαλείπτως

Αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε
Έλεγε ο Γέρων Ιωσήφ ο Ησυχαστής:
Η πράξη της νοεράς προσευχής είναι να βιάσεις τον εαυτόν σου να λέγεις συνεχώς την ευχή με το στόμα αδιαλείπτως. Στην αρχή γρήγορα, να μην προφθάνει ο νους να σχηματίζει λογισμό μετεωρισμού. Να προσέχεις μόνο στα λόγια: «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με». Όταν αυτό πολυχρονίσει, το συνηθίζει ο νους και το λέγει και γλυκαίνεσαι ωσάν να έχεις μέλι στο στόμα σου και θέλεις να το λέγεις. Αν το αφήσεις στενοχωρείσαι πολύ.
Όταν το συνηθίσει ο νους και χορτάσει - το μάθει καλά τότε το στέλνει στην καρδιά. Επειδή ο νους είναι ο τροφοδότης της ψυχής και μεταφέρει στην καρδιά οτιδήποτε φαντασθεί. Όταν ο ευχόμενος κρατεί τον νου του να μη φαντάζεται τίποτε αλλά να προσέχει μόνο τα λόγια της ευχής τότε αναπνέοντας ελαφρά με κάποια βία και θέληση δική του τον κατεβάζει στην καρδιά και τον κρατεί μέσα και λέγει με ρυθμό την ευχή, «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με»;
Αν θέλεις να βρεις τον Θεό δια της «ευχής» δεν θα σταματάς ποτέ αυτήν την εργασία. Όρθιος, καθήμενος, βαδίζοντας δεν θα μένεις χωρίς την ευχή. Να μη βγαίνει πνοή χωρίς την ευχή για να εφαρμόζεται ο λόγος του Παύλου «Αδιαλείπτως προσεύχεσθε, εν παντί ευχαριστείτε».
Εάν μπορέσεις να λέγεις την «ευχή» εκφώνως και συνέχεια σε δύο-τρεις μήνες πιστεύω την συνηθίζεις και μετά πλησιάζει η Θεία Χάρις και σε ξεκουράζει. Αρκεί να μη σταματήσεις να την λέγεις με το στόμα, χωρίς διακοπή. Όταν την παραλάβει ο νους τότε θα ξεκουρασθείς με την γλώσσα να την λέγεις. Όλη η βία είναι στην αρχή, έως ότου γίνει συνήθεια. Κατόπιν θα την έχεις σ’ όλα τα χρόνια της ζωής σου. Μόνο κτύπα ευθέως την θύρα του Θείου ελέους και πάντως ο Χριστός μας θα σου ανοίξει, εάν επιμένεις.

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2019

Δάκρυα...

Τα παρακάτω δάκρυα ωφελούν τον άνθρωπο :
- Τα δάκρυα που προέρχονται από την αγάπη του Θεού.
- Τα δάκρυα που προέρχονται από τον φόβο του Θεού και ταπεινώνουν τον άνθρωπο.
- Τα δάκρυα που προέρχονται από τη μνήμη του θανάτου και της κολάσεως.
- Τα δάκρυα που προέρχονται από την ενθύμηση των αμαρτιών.
- Τα δάκρυα που προέρχονται από τη λύπη και τον πόνο της καρδιάς, γιατί έχει λυπήσει τον Θεό.
Τα παρακάτω δάκρυα ανήκουν στα πονηρά και τραυματίζουν την ψυχή του ανθρώπου :
- Τα δάκρυα της αλαζονείας.
- Τα δάκρυα της οργής.
- Τα δάκρυα που προέρχονται από την περιφρόνηση των άλλων και τις δοκιμασίες.
- Τα δάκρυα που προέρχονται από διάθεση εκδικήσεως.
- Τα δάκρυα που προέρχονται από το πνεύμα της ηδονής.
- Τα δάκρυα που προέρχονται από την κενοδοξία.
- Τα δάκρυα που προκαλούνται από τον διάβολο από τον χορτασμό της καρδιάς.
Τον καιρό του πένθους μπορεί ν’ αρχίσει με κακά δάκρυα και να τελειώσει με πνευματικά…
«Δεν έρχεται το πένθος από τα δάκρυα, αλλά τα δάκρυα από το πένθος».

Άγιος Γέροντας Παίσιος: "Αν εργάζεσαι την ἀρετή, θα πληρωθεῖς ἀπό τον Χριστό"

Ἄν ἐργάζεσαι τὴν ἀρετή, θὰ πληρωθεῖς ἀπὸ τὸν Χριστό. Καὶ ὅσο ἐργάζεσαι στὸν Χριστό, τόσο θὰ λαμπικάρεσαι, θὰ ἀγάλλεσαι. Ἀλλά ἐμεῖς λέμε: «Χαμένο τὸʹ χοῦμε νὰ ἐργασθοῦμε στὸν Χριστό;». Μά εἶναι φοβερό! Νὰ μήν ἀναγνωρίζουμε τὴν θυσία τοῦ Χριστοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο! Σταυρώθηκε ὁ Χριστός, γιὰ νὰ μᾶς λυτρώση ἀπὸ τὴν ἁμαρτία, γιὰ νὰ ἐξαγνισθῆ ὅλο τὸ ἀνθρώπινο γένος. Τί ἔκανε ὁ Χριστός γιὰ μας; τί κάνουμε ἐμεῖς γιὰ τὸν Χριστό;
Ὁ κόσμος θέλει νὰ ἁμαρτάνη καὶ θέλει τὸν Θεό καλό. Αὐτός νὰ μᾶς συγχωράη καὶ ἐμεῖς νὰ ἁμαρτάνουμε. Ἐμεῖς δηλαδή νὰ κάνουμε ὅ,τι θέλουμε καὶ Ἐκεῖνος νὰ μᾶς συγχωράη. Νὰ μᾶς συγχωράη συνέχεια καὶ ἐμεῖς τὸ βιολί μας.
Οἱ ἄνθρωποι δὲν πιστεύουν, γιʹ αὐτὸ ὁρμοῦν στὴν ἁμαρτία. Ὅλο τὸ κακό ἀπὸ ʹκει ξεκινάει, ἀπὸ τὴν ἀπιστία. Δὲν πιστεύουν στὴν ἄλλη ζωή, ὅποτε δὲν ὑπολογίζουν τίποτε. Ἀδικοῦν, ἐγκαταλείπουν τὰ παιδιά τους... Γίνονται πράγματα..., σοβαρές ἁμαρτίες. Οὔτε οἱ Ἅγιοι Πατέρες ἔχουν προβλέψει τέτοιες ἁμαρτίες στούς Ἱερούς Κανόνες – ὅπως γιὰ τὰ Σόδομα καὶ Γόμορρα εἶχε πεῖ ὁ Θεός: «Δὲν πιτεύω νὰ γίνωνται τέτοιες ἁμαρτίες, νὰ πάω νὰ δῶ!»
Ἄν δὲν μετανοήσουν οἱ ἄνθρωποι, ἄν δὲν ἐπιστρέψουν στὸν Θεό, χάνουν τὴν αἰώνια ζωή. Πρέπει νὰ βοηθηθῆ ὁ ἄνθρωπος νὰ νιώση τὸ βαθύτερο νόημα τῆς ζωῆς, νὰ συνέλθη, γιὰ νὰ νιώση τὴν θεία παρηγοριά. Σκοπός εἶναι νὰ ἀνεβῆ πνευματικά ὁ ἄνθρωπος, ὄχι ἁπλῶς νὰ μήν ἁμαρτάνη.
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Α’ «Μὲ Πόνο καὶ Ἀγάπη»  

Ο σημερινός κόσμος. Το μέγα φρενοκομείο (Φώτης Κόντογλου)


ΜΙΚΡΟ ΣΧΟΛΙΟ: Το ακόλουθο κείμενο, αν και γράφτηκε μερικές δεκαετίες πριν, εξακολουθεί να παραμένει επίκαιρο και στις μέρες μας.
Να δούμε ακόμα που θα φτάξουμε!
Δεν αφήσαμε βρωμιά, δεν αφήσαμε σιχαμένη πράξη, που να μην την κάνουμε, δεν αφήσαμε πονηρό διαλογισμό που να μην τον πούμε ή να μην τον γράψουμε με τη μεγαλύτερη αδιαντροπιά. Ξεχαλινωθήκαμε πια ολότελα. Γινήκαμε ένα τρελλό κοπάδι, που μας σαλαγά ο διάβολος με μια βουκέντρα, κι εμείς τρέχουμε λαχανιασμένοι. Η ελευθερία που δώσαμε στον εαυτό μας, με τη διαστρεμμένη γνώμη μας, γίνηκε τυραννία και μας κάνει ό,τι θέλει. Μεταμορφώθη­κε σε μια μάγισσα Κίρκη, και μας μεταμόρφωσε κι εμάς σε χοί­ρους, και γρούζουμε ευτυχισμένοι, τσαλαβουτώντας μέσα στις κο­πριές και στις σάπιες ακαθαρσίες. Καταντήσαμε ακόμα να τρώμε τις δικές μας τις ακαθαρσίες και τα εμπυασμένα κρέατά μας. Ποτέ ο άνθρωπος δεν είχε φτάξει ούτε στη μισή αναισθησία και σιχαμένη παραμόρφωση, απ' όσο έφταξε σήμερα...
Και με τα λόγια και με την πράξη καλλιεργούμε αυτό το καταραμένο χωράφι που ανοίξαμε μέσα μας και που φυτρώνει βρωμόχορτα και βρωμομανιτάρια. Μη νομίσει κανένας πως με τα λόγια δεν έρχεται η διαστροφή της ψυχής! Ίσια - ίσια, με τα λόγια βρωμίζεται κανένας περισσότερο απ' όσο βρωμίζεται κι από την ίδια τη βρώμικη πράξη. Οι μανάδες μας κάνανε τα συζυγικά χρέη τους, ακολουθώντας με φυσικόν τρόπο τον δρόμο που πρέπει να α­κολουθήσει ο άνθρωπος σε τούτον τον κόσμο, για να γεννηθούν κι άλ­λοι, καινούριοι άνθρωποι. Ωστόσο, ποτέ δεν έβγαινε από το στό­μα τους άπρεπος λόγος, λόγος αδιάντροπος. Και δεν γινότανε αυ­τό από υποκρισία, αλλά από το αίσθημα της φρονιμάδας και της σεμνότητας. 
Η μητέρα της Παναγίας, του Προδρόμου και των αγίων, που ήτανε αγιασμένες από την κούνια, πώς ήτανε δυνατό να ξεστομίσουνε ποτέ αισχρολογίες; Αυτή είναι, ω σημερινοί αδιάντροποι κι αδιάντροπες, η εμορφιά κι η υψηλή μεγαλοπρέπεια της ψυχής, που τη χάσατε, αλλοίμονο! και γινήκατε σαν και κείνα τα αναίσθητα σκυλιά που γλείφουνε τον πισινό τους μπροστά στον κόσμο.
Λοιπόν, επί τόσες χιλιάδες χρόνια δεν μπορέσανε οι άνθρωποι που ζήσανε πριν από εμάς, να ανακαλύψουνε αυτά τα σπουδαία μυστικά που ανακαλύψατε εσείς, δηλαδή να μην ντρέπεσαι να λες αισχρολογίες, μάλιστα να το κάνεις σκοπό της ζωής σου, και να επιδείχνεις, φανερά και χωρίς ντροπή, κάποια πράγματα που ο άνθρωπος τα είχε σφραγισμένα με μια μυστική σφραγίδα, οπού έγραφε απάνω πως «ο άνθρωπος δεν είναι κτήνος».
Το να γυρίσει ο άνθρωπος στο κτήνος, είναι το πιο εύκολο πράγμα. Κατρακυλά γλήγορα σ' αυτό, επειδή κατά κει είναι ο κα­τήφορος, και κατά δω ο ανήφορος. Ο άνθρωπος ανηφόρισε επί χιλιάδες χρόνια για ν' ανέβει εκεί που βρίσκεται, με αγώνα, με βάσανα, με ιδρώτες. Η αλήθεια είναι πως κάθε τόσο κατρακυλού­σε κατά πίσω, κατά το ζώο, αλλά το κατρακύλισμά του ήτανε προ­σωρινό και περιορισμένο, και γι' αυτό το κατρακύλισμα έλεγεν ο Δαυίδ: «Ανθρωπος εν τιμή ων ου συνήκεν. Κατελογίσθη τοις κτήνεσι τοις αλόγοις και ωμοιώθη αυτοίς».
Σήμερα όμως το κατρακύ­λισμα είναι θανατερό, γιατί δεν κατρακυλίσαμε κατά τον βούρκο επειδή γλιστρήσαμε, κρατώντας το πρόσωπο γυρισμένο προς τ' α­πάνω, αλλά πήραμε θεληματικά μας τον κατήφορο, και τρέχουμε σαν τρελλοί, για να προφτάξουμε να βουλιάξουμε μέσα στον βόθρο.
Η αμαρτία πάντα τραβούσε τον άνθρωπο, αλλά, λίγο ως πο­λύ, αντιστεκότανε ο άνθρωπος στα πονηρά χάδια της, γιατί ο απομέσα άνθρωπος δεν έστρεγε στην αμαρτία, που αφήνει πάντα ένα πικρό κατακάθι στο ποτήρι που κερνιέται. Τώρα όμως η αν­θρωπότητα έπαθε πώρωση και δεν καταλαβαίνει τι κάνει. Χοντροπέτσιασε, σαν τον λεπρό που το πετσί του είναι πεθαμένο, και δεν νοιώθει πια τίποτα.
Αφορμή για τέτοιες σκέψεις δίνεται σε όποιον έχει ακόμα μέσα του κάποια ανθρωπιά, κάθε μέρα. Τί λέγω; Κάθε ώρα, κάθε στιγμή, βλέποντας, ακούγοντας και διαβάζοντας χίλιες δυο φρι­χτές ασκήμιες που γίνουνται στον κόσμο, προπάντων στα λεγόμε­να «εξευγενισμένα έθνη», και που διαφημίζουνται σαν να είναι κά­ποια κατορθώματα πιο μεγάλα από όσα έκανε ο Μεγαλέξαντρος, ο Κολόμπος ή κανένας άλλος στα περασμένα, η κάποια έργα πιο σπουδαία από του Φειδία, του Πραξιτέλη, του Ανθεμίου, και των άλλων που σταθήκανε φημισμένοι τεχνίτες.
Σήμερα μου έστειλε κάποιος μια εφημερίδα για να διαβάσω: «Το χορόδραμα του προπατορικού αμαρτήματος μέσα σε μια εκ­κλησία του Λονδίνου». Μ' όλο που είμαι έτοιμος να ακούσω στον καιρό μας και τις πιο ξωφρενικές ατιμίες και ανοησίες να γίνουνται στ' όνομα της «Τέχνης», η αλήθεια είναι πως ανατρίχιασα α­πό το καινούριο φρούτο «της πολιτισμένης και ελεύθερης εποχής μας», δηλαδή του «Παγκόσμιου Φρενοκομείου».
«Η παράσταση, γράφει η εφημερίδα, εδόθη στην εκκλησία του αγίου Φιλίππου στο Λονδίνο και εσημείωσε επιτυχία». Μπορούν οι βρωμόμυγες να μην τρέξουν στο ψοφήμι; Πώς να μη σημειώσει επιτυχία το χορόδρα­μα, αφού είμαστε όλοι άρρωστοι, υστερικοί, δηλητηριασμένοι από το φαρμάκι που μας ποτίζουνε λίγο - λίγο από πολλά χρόνια;
Πρώ­τα - πρώτα έχουμε μεγάλη μανία σήμερα για τα θεάματα, όπως τον καιρό των Ρωμαίων, που φώναζε ο όχλος: «θέλουμε ψωμί και θεάματα!». «Panem et circenses!». Αυτή η μανία ολοένα, και με­γαλώνει, κι έχουμε καταντήσει πλάσματα υστερικά, παλαβά, που σκοτωνόμαστε για να δούμε έναν «αστέρα» του κινηματογράφου και να πάρουμε από αυτόν ένα «αυτόγραφο», δηλαδή ένα παλιόχαρτο που θα πεταχτεί κάποια μέρα στα σκουπίδια.
Παρακάτω γράφει η εφημερίδα: «Οι Αγγλοι κριτικοί ήταν ενθουσιασμένοι». Βλέπεις πόσο σοβαρό είναι το πράγμα; Ενθουσιάσθηκε κι η γρηά - Κριτική! Ξύλο που θέλουμε!
Αλλά το περισσότερο ξύλο πρέπει να πέσει στη ράχη του α­γίου επισκόπου Ριχάρδου Αγκαρ, που έδωσε την άδεια για το θεάρεστο αυτό έργο, και μάλιστα «έχει διαρρυθμίσει τον χώρο κατάλ­ληλα για να δίδωνται παραστάσεις στην εκκλησία»! Χριστέ μου, πάρε πάλι το κουρμπάτσι και κάνε μελανόν αυτόν τον άξιο υπηρέτη σου, που ρεζίλεψε τη θρησκεία σου όσο κανένας άθεος! Πάντα από τους παπάδες χάλασε η θρησκεία, αλλά τουλάχιστον σε άλλους και­ρούς, είχανε ένα χαλινάρι. Τούτος είναι αδιάντροπος, γιατί είναι σημερινός μαθητής του διαβόλου, που σκέπασε με τα φτερά του την οικουμένη.
Και είδες; Πάλι η «Τέχνη» τα σκέπασε: Ο όσιος πατήρ Ρίτσαρντ είπε ότι «το μπαλλέτο είναι πολύ σοβαρό και ότι εξυπηρετεί το πνεύμα της Τέχνης». Με την τέχνη κρύβουμε τις μπομπές μας. Η τέχνη κατάντησε πορνολογία για παραδολογία. Σαν τεχνίτης που είμαι, ντρέπουμαι. Τέτοιον παπά ή επίσκοπο νάχεις να σε διδάχνει, τί ανάγκη έχεις;
Σήμερα καταγίνουνται όλοι με το «σεξ». Μα δεν υπάρχει, τέλος πάντων, τίποτ' άλλο απ’ αυτό το «σεξ», απ' αυτή τη γενετήσια ορμή; Οι γεροί άνθρωποι που ζήσανε σε άλλα χρόνια, εκείνοι οι δράκοι που ήτανε γεμάτοι ζωή, δεν είχανε «σεξ», και έχουμε εμείς τα ψοφήμια, και πρώτες απ’ όλους οι ξανθόψειρες με το κρύο αίμα, που λυσσάξανε στη Σουηδία, στην Αγγλία, και σε όλα τα παγω­μένα μέρη της σφαίρας;
Μ' όλο που κάνουνε τον χαρούμενο οι σκλάβοι της αμαρτίας, στο βάθος είναι δυστυχισμένοι. Ζούνε στον ίσκιο του θανάτου, για­τί: «τα οψώνια της αμαρτίας θάνατος». Για τούτο κι αυτοκτονούν. Αιτία για όλα αυτά είναι η απιστία και το ότι λείπει ο φόβος του Θεού από τον άνθρωπο. Ένας άγιος λέγει: «Φόβου χρεία τη αν­θρωπίνη φύσει», «Η ανθρωπίνη φύση έχει ανάγκη από φόβο». Α­μα λείψει ο φόβος του Θεού, κι η συνείδηση βουβαθεί, ο άνθρωπος κατρακυλά στο χάος. Μπορεί αυτός ο λεγόμενος επίσκοπος Ρίτσαρντ να πιστεύει σε Θεό και να κάνει αυτά που κάνει;
Μα, τέλος πάντων, δεν υπάρχει πια τίποτ' άλλο από το μασκαραλίκι; Συνεργεί σ' αυτή την κατάσταση κι η ανοησία, η επιπολαι­ότητα, η βλακεία κι η περιωρισμένη αντίληψη, που κάνει τον άν­θρωπο να ζήτα να θραφεί με σκουπίδια και με κοπριές, κι ας φαίνουνται απ' έξω κάποιοι απ' αυτούς τους ανήθικους πως είναι σπου­δαίοι στο μυαλό και στην επιστήμη. Υπάρχει κάποια άλλη εξυ­πνάδα μέσα στον άνθρωπο, που τον κάνει να είναι σε όλα σοβαρός. Αυτοί οι εκφυλισμοί λένε πως έχουνε μέσα τους κάποιο «κενό», και πως θέλουνε να το γεμίσουνε. Και απ' αυτούς έμαθε κι όλος ο κόσμος, κάποιοι ανθρωπάκοι σαρακοστιανοί, κάποια δεσποινάρια, και λένε όλοι τους, σαν παπαγάλοι, πως έχουνε «κενό» μέσα τους, «άγχος» και τα τέτοια. Τί «κενό» έχεις, βρε, που από την πνευματι­κή τεμπελιά κατάντησες ένας μπούφος; Τόσοι και τόσοι σπουδαίοι άνθρωποι, με φαρδειά ψυχή, άνθρωποι που λάμψανε απάνω σε τού­τη τη γη και τιμήσανε το ανθρώπινο γένος, βρήκανε τόσα ευγενι­κά και μεγάλα πράγματα για να ξεδιψάσουνε την απομέσα δί­ψα τους και να χορτάσουνε την απομέσα πείνα τους, κι εσύ, δεν βρίσκεις τίποτ' άλλο για να βάλεις μέσα σου, παρά τη βρώμα;
Κύτταξε την πλάση που είναι γύρω σου, και χόρτασε από εμορφιά κι από μεγαλείο. Και πάλι μέσα σου μπορείς να βρεις τό­σους κρυμμένους θησαυρούς, μα δεν είσαι σε θέση να καταλάβεις τον Χριστό που λέγει: «η βασιλεία του Θεού βρίσκεται μέσα σας». Η βασιλεία του Θεού είναι η υπέρτατη ευδαιμονία, που νοιώθει η ψυχή, κι αναβρύζει μέσα μας αυτό το δροσερό αθάνατο νερό. Αλ­λά ο διάβολος μας τυφλώνει και δεν βλέπουμε τίποτα από τα ω­ραία της δημιουργίας κι από τους μυστικούς θησαυρούς που βρίσκουνται μέσα στον άνθρωπο, αλλά μας κάνει χοίρους, που χώνουνε τη μουτσούνα τους στη λάσπη και στις ακαθαρσίες για να ευχαριστηθούνε.
Η ηθική μας φαίνεται πια μια ψευτιά, μια πρόληψη, ένα μπόδιο για «να απολαύσουμε τη ζωή». Μα η ηθική είναι κείνη που σηκώνει τον άνθρωπο απάνω από το κτήνος και τον ντύνει με μιαν άφθαρτη στολή, κεντημένη με κάθε ευγένεια, με κάθε υψηλό και σοβαρό αίσθημα και πλουμισμένη με τα αθάνατα διαμάντια που λέγουνται φρονιμάδα, σεμνότητα, γενναιότητα της καρδίας, ευαι­σθησία κι ευγένεια της ψυχής και με όσα κάνουνε τον άνθρωπο, από ένα σιχαμερό και εξευτελισμένο ζώο, ένα πλάσμα πολύ σπου­δαίο και θαυμαστό.
Για τούτο λέει ο Δαυίδ στον Θεό: «Τί είναι, λοιπόν, ο άνθρωπος και τον θυμάσαι, τί είναι αυτό το πλάσμα και φροντίζεις γι' αυτό; Τον έπλασες λίγο πιο κάτω από τους Αγγέ­λους, τον στεφάνωσες με δόξα και με τιμή, και τον έβαλες εξουσια­στή απάνω στα έργα των χεριών σου». «Ηλάττωσας αυτόν βραχύ τι παρ' Αγγέλους, δόξη και τιμή εστεφάνωσας αυτόν, και κατέστησας αυτόν επί τα έργα των χειρών Σου».

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2019

Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: "Ἡ λαχτάρα για την προσευχή"

– Γέροντα, πῶς πρέπει νὰ προσεύχωμαι;
– Νὰ αἰσθάνεσαι σὰν μικρὸ παιδί, καὶ τὸν Θεὸ νὰ Τὸν αἰσθάνεσαι Πατέρα σου καὶ νὰ Τὸν παρακαλᾶς γιὰ ὅ,τι ἔχεις ἀνάγκη. Μιλώντας ἔτσι μὲ τὸν Θεό, δὲν θὰ θέλης μετὰ νὰ ξεκολλήσης ἀπὸ κοντά Του, γιατὶ μόνο στὸν Θεὸ βρίσκει κανεὶς τὴν ἀσφάλεια, τὴν παρηγοριά, τὴν ἀνέκφραστη ἀγάπη μὲ τὴν θεία στοργή.
Προσευχὴ εἶναι νὰ βάλουμε τὸν Χριστὸ μέσα στὴν καρδιά μας, νὰ Τὸν ἀγαπήσουμε μὲ ὅλο μας τὸ εἶναι. «Ἀγαπήσεις Κύριον τὸν Θεόν σου ἐξ ὅλης τῆς καρδίας [//25] σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ψυχῆς σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς ἰσχύος σου καὶ ἐξ ὅλης τῆς διανοίας σου»1, λέει ἡ Ἁγία Γραφή.
Ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἀγαπήση τὸν Θεὸ καὶ ἔχη ἐπικοινωνία μαζί Του, δὲν τὸν συγκινεῖ τίποτε τὸ γήινο. Γίνεται σὰν τρελλός. Βάλε σὲ ἕναν τρελλὸ τὴν καλύτερη μουσική· δὲν συγκινεῖται. Δεῖξε τοὺς καλύτερους ζωγραφικοὺς πίνακες· δὲν δίνει καμμιὰ σημασία. Δῶσε τὰ καλύτερα φαγητά, τὰ καλύτερα ροῦχα, τὰ καλύτερα ἀρώματα· δὲν τὰ προσέχει, εἶναι στὸν κόσμο του. Ἔτσι καὶ ὅποιος ἔχει ἐπικοινωνία μὲ τὸν οὐράνιο κόσμο, εἶναι κολλημένος ἐκεῖ καὶ δὲν ξεκολλάει μὲ τίποτε.
Ὅπως δὲν μπορεῖς νὰ ξεκολλήσης τὸ παιδὶ ἀπὸ τὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάνας, ἔτσι δὲν μπορεῖς νὰ ξεκολλήσης ἀπὸ τὴν προσευχὴ καὶ τὸν ἄνθρωπο ποὺ ἔχει καταλάβει τὸ νόημά της. Τί αἰσθάνεται τὸ παιδάκι στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μητέρας του; Μόνον ὅποιος νιώθει τὴν παρουσία τοῦ Θεοῦ καὶ τὸν ἑαυτό του μικρὸ παιδί, μπορεῖ νὰ τὸ καταλάβη αὐτό.
Ἔχω γνωρίσει ἀνθρώπους πού, ὅταν προσεύχωνται, νιώθουν σὰν μικρὰ παιδιά. Καὶ ἂν τοὺς ἀκούση κανεὶς τὴν ὥρα ποὺ προσεύχονται, θὰ πῆ ὅτι εἶναι μικρὰ παιδιά. Ἐὰν δῆ καὶ τί κινήσεις κάνουν, θὰ πῆ ὅτι παλάβωσαν! Ὅπως τὸ παιδάκι τρέχει, πιάνει τὸν πατέρα του ἀπὸ τὸ μανίκι καὶ τοῦ λέει: «δὲν ξέρω τί θὰ κάνης, ἀλλὰ θὰ μοῦ τὸ κάνης αὐτὸ ποὺ σοῦ ζητῶ», μὲ τέτοια ἁπλότητα καὶ παρρησία παρακαλοῦν καὶ αὐτοὶ οἱ ἄνθρωποι τὸν Θεό.
– Γέροντα, ἡ ἐπιθυμία γιὰ προσευχὴ εἶναι δυνατὸν νὰ δημιουργηθῆ ἀπὸ μιὰ συναισθηματικὴ ἀνάγκη γιὰ ἐπικοινωνία, γιὰ παρηγοριά;
– Κι ἂν δημιουργηθῆ ἀπὸ μιὰ καλὴ συναισθηματικὴ ἀνάγκη γιὰ τὸν Θεό, καλὸ δὲν εἶναι; Φαίνεται ὅμως ὅτι ἐσὺ ξεχνιέσαι, καὶ μόνο στὴν ἀνάγκη τρέχεις στὴν προσευχή. Φυσικά, γι’ αὐτὸ ὁ Θεὸς ἐπιτρέπει τὶς διάφορες ἀνάγκες καὶ δυσκολίες, γιὰ νὰ καταφεύγουμε σ’ Αὐτόν, ἀλλὰ πιὸ καλὸ εἶναι ἀπὸ ἀγάπη νὰ τρέχη τὸ παιδὶ στὸν πατέρα ἢ στὴν μάνα. Φαντάζεσαι ἕνα παιδὶ ποὺ ξέρει πόσο τὸ ἀγαποῦν οἱ γονεῖς του, νὰ τὸ σπρώχνουν μὲ τὸ ζόρι νὰ πάη στὴν ἀγκαλιὰ τῆς μάνας ἢ τοῦ πατέρα του;
Ὁ Θεὸς εἶναι στοργικὸς Πατέρας καὶ μᾶς ἀγαπάει. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ λαχταρᾶμε πότε θὰ ἔρθη ἡ ὥρα τῆς προσευχῆς καὶ νὰ μὴ χορταίνουμε νὰ μιλᾶμε μαζί Του.
1 Λουκ. 10, 27. Βλ. καὶ Ματθ. 22, 37· Μάρκ. 12, 30.  
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ ΣΤ’ «Περί Προσευχής»

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2019

Στις στενοχώριες και στις δυσκολίες … (Λόγοι οσίου Πορφυρίου)

Τὸ καταφύγιό μου ἦταν νὰ ταξιδέψω πρὸς τὰ πάνω…
– Στὴ στενοχώρια του καὶ στὴ δυσκολία του, ἀναγκάζεται κανεὶς νὰ καταφύγει στὸν Θεό.
– Ναί.
– Νὰ ἐκτείνει τὰς χεῖρας καὶ νὰ ζητήσει τὸ ἔλεός του: « Ἐν θλίψεσι ἐκέκραξα πρὸς Κύριον καὶ ἐπήκουσέ μου».
– Ἀλλὰ ὅλα αὐτὰ τὰ στοιχεῖα… Πώ, πώ, πώ…
– Ἤτανε πολὺ σπουδαῖα καὶ συγκινητικότατα, Γέροντα, αὐτὰ ποὺ εἴπατε.
– Ἀναμνήσεις. Καὶ εἶναι καὶ ὡραῖες καὶ οἱ ἀναμνήσεις ἀκόμα. Σὰν νὰ τὰ ζῶ. Μετὰ στὸ ἐκκλησάκι… Πά, πά, πά… Καὶ νὰ κοιτάζεις γύρω μὲ τὸ μυαλό σου… Δὲν σᾶς τὰ εἶπα ὅλα!
Μέσ’ στὸ ἐκκλησάκι ποὺ ἔμπαινα, πήγαινα, καθόμουνα στὸ στασίδι κι ἔριχνα μιὰ ματιά. Γύρω ἦσαν βουνά, ἀπὸ πάνω ἦσαν κουμαριές, δάσος, δάσος γύρω, οὔτε ψυχή. Μόνο κάτω στὸν κάμπο ἦταν τὰ χωριά, ἡ Βάθεια.  Ἐκεῖ ἔχει τέλεια ἐρημιά, δηλαδὴ γιὰ νὰ καταλάβετε τὸ ἔρημο καὶ τό, ἂς ποῦμε, τὸ ἀβοήθητο. Ἀνέβαινα ψηλὰ καὶ κοίταζα γιὰ νὰ τὸ καταλάβω καλά, ποῦ εἶμαι, ποῦ κάθομαι, ποῦ βρίσκομαι. Καταλάβατε; Καὶ μετὰ ἄλλα. Καλὰ εἶπα τὴ λέξη, «τὸ ἀβοήθητον»;
– Τὸ ἀβοήθητον, μάλιστα.
– Πῶς νὰ σοῦ πῶ. Σ’ ἕνα ἔρημο μέρος, ὅπως μοῦ ’τυχε ἐμένανε νὰ μὲ κλείσει ἕνας ἄγριος καιρὸς πάνω σ’ ἕνα βουνό, πού ’ναι ἕνα μοναστήρι τοῦ Ἁγίου Νικολάου Βάθειας κι ἔκανε μία κακοκαιρία, ἔβρεχε μέρες. Δέκα μέρες συνέχεια βροχὴ κι ἀέρας. Μούγκριζε ὁ ἀέρας, μούγκριζε ὁ πλάτανος κι ἐγὼ πήγαινα μέσα σ’ ἕνα ἐκκλησάκι ἀρχαῖο καὶ ἔτρεμε ὁ κουμπές του, καὶ τρέμανε οἱ ἅγιες ζωγραφιές του, οἱ τοιχογραφίες, κι ἐγὼ καθόμουνα στὸ στασίδι, ἔ, κι ἔβγαινα, πήγαινα ἔτσι πιὸ πάνω κι ἀπ’ τὰ σύννεφα καὶ ἀπὸ τὶς βροχὲς καὶ ἀπ’ τὸν ἀέρα, καὶ ἔβλεπα κάτω τὸν ἑαυτό μου ἔρημο μέσα στὴ θύελλα…, νὰ μουγκρίζει ὁ ἀέρας, τὰ θηρία, ἂς ποῦμε, τῆς φύσεως καὶ νὰ νομίζει κανείς, πὼς βρίσκεται στὴν κόλαση. Ἀλλὰ τὸ αἰσθανόμουνα σὰν τὸ πουλὶ τὸ κατατρεγμένο μὲ τὰ ξεροβόρια, μὲ τὰ χιόνια, ποὺ ζητοῦσε ἕνα καταφύγιο νὰ πάει νὰ γλυτώσει. Καὶ τὸ καταφύγιό μου ἦταν νὰ ταξιδέψω πρὸς τὰ πάνω, διότι ἐδῶ στὴ γῆ ἤτανε φουρτούνα, ἤτανε κακοκαιρία, ἤτανε δύσκολη ἡ ζωή. Καὶ ἡ ψυχή μου ζητοῦσε κάτι πιὸ ἅγιο, πιὸ ὑψηλό, πιὸ τέλειο. Κι αὐτὸ ἦταν ἡ ἀγκαλιὰ τοῦ Χριστοῦ.
Βλέπετε πῶς αὐτὰ ἔρχονται μόνα τους… Μὲ παρεξηγεῖτε; Αὐτὸς ὁ ἀσκητὴς ὅλα τὰ θυσιάζει ἀρκεῖ νὰ ἐπιτύχει τὸν τρόπο, ἔτσι νὰ αἰσθανθεῖ τὴ Χάρη τοῦ Θεοῦ, τὴ θαλπωρὴ τοῦ Χριστοῦ, τὴν ἀγκάλη τοῦ Χριστοῦ.  Ἔ, νὰ ἑνωθεῖ, νὰ αἰσθανθεῖ τὴν συντροφιά του μὲ τὸν Θεό. Τὴν ἕνωσή του μὲ τὸν Θεό. Κατάλαβες; Δὲν τό ’χει γιὰ κακό…  Ἐσεῖς ὅμως τὸ βλέπετε γιὰ κακό. Σοῦ λέει, τί εἶναι αὐτὸ τὸ πράγμα…!
Ἀπὸ τὸ βιβλίο τοῦ Ἁγίου Πορφυρίου “Θὰ σᾶς πῶ”
Άγιος Πορφύριος www.porphyrios.net

Τα άγρια θηρία των παθών (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)

ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΦΡΟΝΤΙΖΟΥΜΕ για την διόρθωσι των παθών. Για σκεφθήτε τι άσχημο πράγμα είναι να βλέπη κανείς το σπίτι του σε κακή κατάστασι και τους τοίχους έτοιμους να πέσουν, και αντί να το διορθώση, κάθεται και κατασκευάζει αυλές και προαύλια. Ή να είναι άρρωστο το σώμα και αντί να φροντίζη γι’ αυτό, κάθεται και υφαίνει χρυσά φορέματα.
Έτσι γίνεται τώρα. Ενώ η ψυχή μας βρί­σκεται σε κακή και αθλία κατάστασι, ενώ κυριεύεται από τον θυμό, από την κακολογία, από αισχρές επι­θυμίες, από επίδειξι και κενοδοξία, από ατίθασες και επαναστα­τικές κινήσεις, ενώ σύρεται στο χώμα και σπαράζεται από τόσα θηρία, αντί να κοιτάξουμε να την απαλλάξουμε από τα πάθη, ασχολούμεθα με σωματικές ανέσεις και καλλωπισμούς.
Όταν μία αρκούδα ξεφύγη από εκεί που την φυλάνε και γυρίζη ελεύθερη στους δρόμους, κλείνουμε τα σπίτια μας και βαδίζουμε από στενά δρομάκια για να μη πέσουμε επάνω σ’ αυτό το θηρίο. Και τώρα που όχι ένα θηρίο, αλλά πολλά σπαράζουν τον ψυχικό μας κόσμο ούτε είδησι παίρνουμε.
Για την ασφάλεια της πόλεως φροντίζουμε πολύ και κλεί­νουμε τα θηρία σε απόμερα μέρη και σε σιδερένια κλουβιά. Και τα φυλάμε όχι κοντά στην Βουλή ούτε στα δικαστήρια ούτε στα ανάκτορα, αλλά πολύ μακρυά. Απ’ εναντίας όμως στην ψυχή μας όπου υπάρχουν κάποια άλλη βουλή και κάποια άλλα ανάκτορα και δικαστήρια, αφίνουμε τα θηρία να ανεβαίνουν μέχρι τον νου, δηλαδή τον θρόνο τον βασιλικό, και να ωρύωνται και να θορυβούν.
Αυτή είναι η αιτία που όλα γίνονται άνω-κάτω και όλα γεμίζουν από ταραχή και τα εσωτερικά και τα εξωτερικά, και καθόλου δεν διαφέρουμε από πόλι που την αναστήλωσε βαρβα­ρική επιδρομή. Και ομοιάζει η κατάστασις σαν να επετέθη ένας δράκοντας σε φωλιά με νεοσσούς, και οι νεοσσοί με φωνές τρόμου πετούν κατατρομαγμένοι εδώ κι’ εκεί μη ξέροντας πως να απαλλαγούν από την αγωνία τους.
Γι’ αυτό σας παρακαλώ, ας φονεύσουμε τον δράκοντα, ας δεσμεύσουμε τα θηρία, ας τα πνίξουμε, ας τα σφάξουμε. Κάθε πονηρία που υπάρχει μέσα στο νου μας ας την εξοντώσουμε με την «μάχαιραν του Πνεύματος».
Έχουμε ν’ αντιμετωπίσουμε κι’ εμείς λέοντες που έχουν φοβερά δόντια και όποιος πέσει σ’ αυτά τον κομματιάζουν. Τέ­τοιοι λέοντες είναι ο θυμός, η σαρκική επιθυμία… Κοίταξε λοιπόν να ομοιάσης με τον προφήτη Δανιήλ και μη επιτρέψης σ’ αυτά τα πάθη να εμπήξουν τα δόντια τους μέσα στην ψυχή σου.
Μερικά άγρια θηρία, όταν είναι εύσωμα και καλοθρεμμένα, νικούν τους αντιπάλους των. Όταν όμως τα υποβάλη κανείς σε πείνα και τα αδυνατήση, τους εκοίμισε το θυμό και τους αφή­ρεσε την δύναμι, ώστε και ένας ασήμαντος αντίπαλος να τα βάζη μαζί τους.
Έτσι ακριβώς συμβαίνει και με τα πάθη της ψυχής. Όποιος τα αδυνατίζει, τα καθιστά υποχείρια στο λογικό. Όποιος τα καλοτρέφει, καθιστά την πάλη μαζί τους δυσκολώτερη, με αποτέλεσμα να τα τρέμη και να καταντήση δούλος των για πάντα.
Κάποιος σοφός έλεγε: «Η αμαρτία ξεκινά από την υπε­ρηφάνεια». Δηλαδή η υπερηφάνεια είναι ρίζα και πηγή και μητέρα της αμαρτίας.
Εξ αιτίας αυτής ο πρωτόπλαστος έχασε την μακαρία εκείνη ζωή στον παράδεισο, και ο διάβολος που τον εξηπάτησε, έχασε το τόσο υψηλό αξίωμά του. Γνωρίζοντας ο ακάθαρτος διάβολος ότι η υπερηφάνεια μπορεί και από τον ουρανό να γκρεμίζη, την σκέφθηκε ενώ επιχειρούσε να ρίξη κάτω τον Αδάμ από την τιμημένη θέσι του. Αφού τον «εφούσκωσε» με την υπόσχεσι πως θα γίνη ίσος με τον Θεόν, τον συνέτριψε και τον κατέβασε στα βάραθρα του άδη.
Τίποτε δεν αποξενώνει από την φιλανθρωπία του Θεού και τίποτε δεν παραδίνει στην φωτιά της κολάσεως, όσο το τυραννικό πάθος της υπερηφάνειας. Όταν υπάρχη μέσα μας αυτή, όλη η ζωή μας είναι ακάθαρτη, έστω και αν διαθέτουμε καθαρότητα ή παρθενία ή νηστεία ή ευχές ή ελεημοσύνη ή ο,τιδήποτε άλλο. Διότι, όπως λέγει η Γραφή, «είναι ακάθαρτος στα μάτια του Κυρίου κάθε υψηλοκάρδιος» (Παροιμ. ιστ’, 5).
Όχι μόνο η πορνεία ή η μοιχεία μολύνει τους ανθρώπους, αλλά και η υπερηφάνεια και μάλιστα πολύ περισσότερο από αυ­τές. Γιατί; Διότι η ανηθικότης αν και είναι ασυγχώρητο κακό, άλλ’ όμως ξεκινά από την αιτία της επιθυμίας. Στην αλαζονεία όμως δεν μπορείς να βρης κάποια αιτία ή κάποια πρόφασι, ώστε να έχης κάποιο ίχνος δικαιολογίας και συγγνώμης. Τίποτε άλλο δεν είναι αυτή, παρά διαστρέβλωσις της ψυχής και αρρώστεια βαρύτατη που δεν γεννάται από τίποτε άλλο παρά από την ανοη­σία. Δεν υπάρχει πιο ανόητο πράγμα στον κόσμο από τον αλα­ζονικό άνθρωπο.
Οι δόξες και οι λαμπρότητες του κόσμου είναι ασταθείς. Τίποτε δεν διαφέρουν τα λαμπρά πράγματα του κόσμου από τις θεατρικές παραστάσεις και από την ομορφιά των ανοιξιάτικων λουλουδιών. Πριν ακόμα εμφανισθούν, αναχωρούν. Αλλά και αν παραμείνουν λίγο καιρό, αμέσως υποκύπτουν στην φθορά.
Αλήθεια, ποιο πράγμα είναι πιο μηδαμινό, από την τιμή και την δόξα που προέρχεται από τους ανθρώπους; Ποιος είναι ο καρπός της; Ποια η ωφέλειά της; Σε ποιο χρήσιμο αποτέλε­σμα καταλήγει; Και είθε να ήταν μόνο αυτό το άσχημο! Αλλά τώρα, εκτός του ότι δεν προσφέρει κέρδος, προξενεί και ζημίες.
Όποιος υπακούει σ’ αυτήν την τόσο σκληρή και άσχημη «δέσποινα», είναι υποχρεούμενος να υποφέρη συνεχώς πολλά λυπηρά και επιβλαβή πράγματα. Είναι πράγματι «δέσποινα» σε όσους την έχουν και όσο πιο πολύ κολακεύεται από τους δού­λους της, τόσο περισσότερο σηκώνει το ανάστημά της και τους βασανίζει με σκληρότερες διαταγές. Αντιθέτως, αυτούς που την περιφρονούν και την απορρίπτουν, δεν μπορεί καθόλου να τους αντισταθή.
Είναι δηλαδή χειρότερη και από κάθε τύραννο και από κάθε θηρίο. Διότι ο τύραννος και τα θηρία, αν τους καλοπιάση και τους θωπεύση κανείς, πολλές φορές ημερεύουν, ενώ αυτή όσο περισσότερο πάμε με τα νερά της, τόσο πιο πολύ αγριεύει. Και όταν βρη κάποιον που υποτάσσεται σε όλα, τίποτε δεν δι­στάζει να τον διάταξη.
Έχει και κάποια σύμμαχο, που δεν σφάλλουμε αν την ονομάσουμε θυγατέρα της. Δηλαδή, όταν τραφή και αυξηθή και ριζώση καλά μέσα μας, γεννά την «απόνοιαν», που όχι λιγώτερο από την ίδια καταστρέφει και κατακρημνίζει την ψυχή τού ανθρώπου.
Πως λοιπόν θα μπορέσουμε να νικήσουμε το πάθος της κενοδοξίας; Αν στην μια δόξα αντιτάξουμε άλλη δόξα. Πολλές φορές καταφρονούμε τον υλικό πλούτο, όταν ατενίσουμε προς κάποιον άλλο πλούτο. Επίσης περιφρονούμε και την ίδια μας την ζωή, όταν αντιληφθούμε πως υπάρχει κάποια άλλη πολύ ανώτερη. Έτσι ακριβώς συμβαίνει και με την δόξα. Μπορούμε να περιφρονήσουμε εντελώς την δόξα τούτου του κόσμου, όταν αντιληφθούμε πως υπάρχει κάποια άλλη πολύ πιο σπουδαία, η πραγματική δόξα.
Η δόξα τούτου του κόσμου είναι άδεια και άχρηστη και διατηρεί το όνομα χωρίς περιεχόμενο. Η άλλη όμως δόξα είναι η αληθινή. Προέρχεται από τον ουρανό και έχει ως εγκωμιαστάς όχι ανθρώπους, αλλά αγγέλους και αρχαγγέλους και τον Δε­σπότη των αρχαγγέλων.
Εάν λοιπόν στραφής προς εκείνη την ομήγυρι, εάν καταλάβης τι στεφάνια υπάρχουν εκεί, εάν κοιτάξης προς τα χειρο­κροτήματα που υπάρχουν εκεί, ποτέ δεν θα μπορέσουν να σε κυριεύσουν τα εδώ ένδοξα πράγματα˙ και ούτε όταν τα απολαμβάνης θα τα θεωρής σπουδαία ούτε όταν σου λείπουν θα τα αναζητής.
Άλλωστε και στα ανάκτορα κανείς από τους δορυφόρους τού βασιλέως δεν εγκαταλείπει την προσπάθεια να είναι αρεστός σ’ αυτόν που φορεί το στέμμα και κάθεται επάνω στον θρόνο, και αντ’ αυτού να περιεργάζεται τις φωνές από τα σαλιγγάρια ή τον βόμβο από τις μυΐγες και τα κουνούπια που πετούν γύρω. Πράγματι οι έπαινοι των ανθρώπων δεν είναι πολύ σπουδαιότε­ροι από αυτά. Ας καταλάβουμε λοιπόν πόσο φτηνά είναι τα ανθρώπινα και ας συγκεντρώνουμε ό,τι καλό έχουμε στα ασύλητα ταμεία τού ουρανού και ας επιζητούμε την δόξα που είναι μόνιμη και αμετακίνητη.
Πες μου γιατί δεν μπορείς να νικήσης τον πειρασμό της δόξας, την στιγμή που άλλοι άνθρωποι τον νικούν. Μήπως αυτοί δεν έχουν την ίδια ψυχή, το ίδιο σώμα, την ίδια μορφή, την ίδια ζωή;
Σκέψου τον Θεόν. Σκέψου την δόξα τού ουρανού. Σύγκρινέ την με τα παρόντα, και γρήγορα θα διώξης μακρυά την επίγεια δόξα.
Εάν ποθής δόξα, να ποθής την πραγματική. Τι δόξα είναι αυτή που προξενεί ατιμίες; Τι δόξα είναι αυτή που σε αναγκάζει να επιθυμής ασήμαντες τιμές και να τις θεωρής απαραίτητες; Τιμή πραγματική είναι το να δοξάζεσαι από σπουδαία πρόσωπα, όχι από ασήμαντα. Εάν λοιπόν αγαπάς με πάθος την δόξα, να ποθής την δόξα που προέρχεται από τον Θεόν. Εάν συμβή αυτό, θα καταφρόνησης την επίγεια δόξα, και θα την ιδής άτιμη.
Εάν όμως δεν αντικρύσης την δόξα τού Θεού, ούτε θα κατανόησης ότι η εδώ δόξα είναι αισχρή και καταγέλαστη. Όπως ακριβώς συμβαίνει με την φιλία μιας κακής και άσχημης γυναίκας. Όσο κανείς συνδέεται μαζί της με πάθος, δεν μπορεί να ιδή την δυσμορφία της, διότι το πάθος σκοτίζει την ορθή κρίσι.
Τι είναι η δόξα; Δώσε μου έναν ορισμό της. Είναι, θα ειπή κάποιος, το να θαυμάζεσαι από όλους. Πως να θαυμάζεσαι δίκαια ή άδικα; Εάν άδικα, τότε δεν πρόκειται για θαυμασμό, αλλά για κατηγορία και κολακεία και κατηγορία. Εάν δίκαια, τούτο είναι κάτι αδύνατο. Διότι οι άνθρωποι δεν κρίνουν ορθά, αλλά θαυμάζουν όσους τους εξυπηρετούν στις επιθυμίες τους. Και αν αμφιβάλλετε, κοιτάξτε αυτούς που αφιερώνουν τα πρά­γματά τους και τα χρήματά τους στις ανήθικες γυναίκες, στους ηνιόχους, στους χορευτές.
Εάν κάποιος πεθαίνη για επαίνους, ενεργεί όχι όπως θέλει ο ίδιος, αλλά σύμφωνα με την όρεξι των άλλων. Έτσι γρήγορα ξεφεύγει από τον δρόμο της αρετής.
Τι θα είχαμε να συμβουλεύαμε σ’ αυτό το ζήτημα; Τι άλλο παρά να κοιτάμε προς τον Θεόν, να πράττουμε όλα όσα Εκείνος υιοθετεί, να εφαρμόζουμε το καλό και να μη χάσκουμε προς τα ανθρώπινα πράγματα και τον ανθρώπινο έπαινο.
Ο υπολογισμός στον ανθρώπινο έπαινο φθείρει και την νηστεία και την προσευ­χή και την ελεημοσύνη· και όλο μας τον πνευματικό πλούτο τον αδειάζει. Για να γλυτώσουμε από όλα αυτά, ας φύγουμε μακρυά από το πάθος της φιλοδοξίας.
Και πάντοτε να κοιτάμε ένα πράγμα, τον έπαινο του Θεού, την ιδική Του γνώμη, την επευφημία αυτού που είναι Δεσπότης όλων μας. Έτσι θα δια­νύσουμε ενάρετα την επίγεια ζωή μας και θα αξιωθούμε μαζί με όλους τους φίλους τού Θεού των μελλοντικών αγαθών.
Εκείνος που έχει μάθει να μη πέφτη σε πορνεία, ούτε σε μοιχεία θα πέση, ενώ εκείνος που έχει παραδοθή στο πρώ­το, γρήγορα θα κατάληξη και στο δεύτερο.
Τι έχω να σας συμβουλεύσω; Θα σας συμβουλεύσω κάτι για να κόψουμε τις ρίζες του κακού.
Όσοι έχετε νέα παιδιά και πρόκειται να τα οδηγήσετε στον κοσμικό βίο, να τα παρακινήτε γρήγορα για τον γάμο. Στους νέους είναι εξημμένες και ενοχλητικές οι σαρκικές επιθυμίες. Γι’ αυτό στον προ του γάμου καιρό να τους συγκρατήτε με συμβουλές, με απειλές, με φόβους, με υποσχέσεις, με αναρί­θμητα άλλα. Όταν όμως είναι καιρός γάμου, να μη αναβάλλετε να τους στεφανώνετε.
Μόλις το παιδί μεγαλώση, πριν πάη στρατιώτης, πριν από τις άλλες βιωτικές υποθέσεις, φρόντιζε για τον γάμο του. Και όταν εκείνο ιδή ότι γρήγορα του φέρνεις την νύμφη και ότι είναι σύντομος ο χρόνος, θα μπόρεση να δαμάση την φλόγα. Αν όμως ιδή ότι αμελείς και αργείς και περιμένεις πότε θα αυξηθή η περιουσία, θα απελπισθή από το μακρό χρονικό διά­στημα και θα γλυστρήση στην ανηθικότητα. Αλλά αλλοίμονο! Και εδώ ρίζα τού κακού η φιλαργυρία!
Κανένας δεν ενδιαφέρεται πως το παιδί θα αποκτήση σεμνότητα, σωφροσύνη, επιείκεια, αλλά κοιτούν με μανία πως να συγκεντρώσουν χρήματα. Χάριν του χρυσού παραγκωνίζονται όλα τα άλλα.
Σας παρακαλώ λοιπόν να φροντίζετε πρώτα για τις ψυχές των παιδιών σας.
Αν το παιδί σας πλησίαση αγνό τη νύφη, τότε η χαρά θα είναι πιο ευλογημένη, ο φόβος τού Θεού μεγαλύτερος και ο γάμος πραγματικά τίμιος, αφού θα υποδέχεται σώματα κα­θαρά και αμόλυντα, και τα παιδιά που θα γεννηθούν θα είναι γε­μάτα από πολλή ευλογία, και μεταξύ τους οι σύζυγοι θα ομο­νοούν.
Όταν όμως ο νέος αρχίζη να διαπράττη ασέλγειες και συνηθίση στην ζωή της ανηθικότητος, τότε και όταν παντρευθή τα ίδια θα κάνη. Η γυναίκα του την πρώτη και την δεύτερη ημέρα θα τού φανή καλή και επαινετή. Αμέσως θα επανέλθη στην προηγούμενη ασέλγεια, στα ασύδοτα και άσεμνα γέλια, στα αισχρά λόγια, στα σχήματα και στις κινήσεις της μαλθακότητος και σ’ όλη την άλλη απρέπεια, που δεν μας επιτρέπεται να την περιγράψουμε.
Η σοβαρή και αξιοπρεπής γυναίκα του δεν εκθέτει τον εαυτό της σε τέτοιες απρέπειες. Διότι εδόθηκε στον άνδρα για να ζήσουν μαζί, να αποκτήσουν παιδιά, όχι για ασχημίες και γέλια· για να παραμένη στο σπίτι και να το τακτοποιή, για να τον διδάσκη να είναι σεμνός και εγκρατής.
Αλλά σου φαίνονται γλυκά τα κινήματα της αμαρτωλής γυναίκας; Το ξέρω κι’ εγώ. Το διακηρύσσει και η Γραφή: «Από τα χείλη της ανήθικης γυναίκας στάζει μέλι» (Παροιμ. ε’, 3). Για αυτό σου ομιλώ έτσι, για να μη γευθής εκείνο το μέλι, διότι αμέ­σως μετατρέπεται σε χολή. Και αυτό το τονίζει η Γραφή: «Αυτή η γλυκύτητα για λίγο ευχαριστεί τον φάρυγγά σου, και έπειτα το μέλι γίνεται πικρότερο από την χολή και σφάζει περισσότερο απ’ ό,τι το ακονισμένο δίκοπο μαχαίρι» (Παροιμ. ε’, 4).
Είπα προς τους πατέρες σας ότι πρέπει γρήγορα να σας οδηγούν στον γάμο, αλλά όμως και εσείς οι νέοι δεν είσθε ανεύ­θυνοι. Δεν φταίει το νεαρό της ηλικίας, διότι θα έπρεπε τότε όλοι οι νέοι να είναι ανήθικοι, αλλά εσείς οι ίδιοι σπρώχνετε τον εαυτό σας στην φωτιά.
Όταν πας στο θέατρο και αφήσης τα μάτια σου να χορ­ταίνουν με τα άσεμνα και τα γυμνά, για λίγο αισθάνθηκες ηδονή, αλλά κατόπιν απεκόμισες από εκεί πολλή έξαψι και φλό­γα. Όταν παρακολουθής θεάματα και τραγούδια που δεν έχουν κανένα άλλο θέμα παρά τον παράνομο έρωτα… πως θα μπόρεσης να δείξης σωφροσύνη και εγκράτεια; Αυτά τα διηγήματα, αυτά τα θεάματα, αυτά τα τραγούδια σου κυρίευσαν την ψυχή. Και το βράδυ που θα κοιμηθής θα τα ιδής και στα όνειρά σου, διότι συνήθως η ψυχή φαντάζεται στα όνειρα ό,τι σκέπτεται και επι­θυμεί κατά την ημέρα.
Όταν λοιπόν πηγαίνης σ’ αυτά τα θεάματα, και βλέπης αισχρά πράγματα και ακούς λόγια αισχρότερα, και τραυματί­ζεσαι, χωρίς έπειτα να χρησιμοποιής φάρμακα, πως δεν θα αυξηθή η σήψις; Πως δεν θα χειροτέρευση η αρρώστεια; Όταν λοιπόν επισωρεύουμε επάνω μας αυτά που βλάπτουν, και καθό­λου δεν φροντίζουμε γι’ αυτά που ωφελούν, πως μπορεί να έχουμε κάποια υγεία;
Εύκολο είναι να αποκτήση κανείς εγκράτεια και σωφροσύνη, αρκεί να το θελήση, αρκεί να απομακρύνεται από τις επι­βλαβείς αιτίες.
Δεν υπάρχει πιο εύκολο πράγμα από το να περιπατή ο άνθρωπος. Και όμως και αυτό γίνεται κουραστικό και δύσκολο σε μερικές γυναίκες, αλλά και σε άνδρες, από την ζωή της χλι­δής, της ανέσεως και της μαλθακότητος.
Όταν θελήσουμε κάτι, δεν υπάρχει καμμιά δυσκολία. Και όταν δεν το θελήσουμε, δεν υπάρχει καμμιά ευκολία. Όλα εξαρ­τώνται από εμάς. Από το εάν θέλουμε ή εάν δεν θέλουμε.
Ο Παύλος γράφοντας προς τους Εβραίους ομιλεί και συμβουλεύει ως εξής: «Να επιδιώκετε την ειρήνη με όλους, και τον αγιασμό, διότι χωρίς αυτόν κανείς δεν θα ιδή το πρόσωπον τού Κυρίου» (Εβρ. ιβ’, 14). Εδώ λέγοντας αγιασμό εννοεί την σωφροσύνη, να αρκήται δηλαδή ο καθένας στην ιδική του γυ­ναίκα και να μη πηγαίνη σε άλλη.
Όποιος δεν αρκείται στην ιδική του, δεν υπάρχει τρόπος να σωθή, αλλά οπωσδήποτε θα απολεσθή, έστω κι’ αν έχη αναρί­θμητα καλά έργα. Εξ αιτίας της πορνείας δεν πρόκειται να εισέλθη στην βασιλεία των ουρανών. Αλλά δεν πρέπει αυτό να το ονομάσουμε πορνεία, θα το ονομάσουμε μοιχεία. Όπως η συζευγμένη γυναίκα, αν πάη με άλλον άνδρα, γίνεται μοιχαλίδα, έτσι και ο συζευγμένος με γυναίκα, αν πλησιάζη σε άλλη, γί­νεται μοιχός.
Ο μοιχός δεν θα κληρονομήση την βασιλεία, αλλά θα πέση στην κόλασι. Άκου τι λέγει γι’ αυτούς ο Χριστός: «Το σκουλήκι που θα τους τρώγη δεν θα πεθαίνη, και η φωτιά που θα τους καίη, δεν θα σβήση» (Μαρκ. θ’, 45). Καμμιά συγχώρησι δεν έχει αυτός που έχοντας τόση ανάπαυση στην γυναίκα του παρανομεί με άλλη. Αυτό είναι ακράτεια. Εάν τόσοι άνδρες απέχουν και από την ιδική τους γυναίκα, όταν είναι καιρός νη­στείας, όταν είναι καιρός προσευχής, τι να ειπούμε γι’ αυτόν που ούτε στην ιδική του αρκείται, αλλά και άλλη πλησιάζει; Πόση φωτιά επισωρεύει επάνω του;
Ο άνδρας που θα απομακρύνη και θα διώξη την ιδική του γυναίκα, δεν επιτρέπεται να πλησίαση άλλη, γιατί αυτό αποτελεί μοιχεία. Για σκεφθήτε τώρα τι αμάρτημα είναι, να έχη κανείς την ιδική του και να εισάγη και άλλη. Κανείς ας μη αφήση αυτό το νόσημα στην ψυχή του, αλλά ας το ξερριζώση αμέσως. Γιατί δεν ζημιώνει τόσο την γυναίκα του, όσο τον εαυτό του. Πρόκει­ται για πολύ βαρύ και ασυγχώρητο αμάρτημα. Γι’ αυτό, αν μία γυναίκα έχη ειδωλολάτρη σύζυγο και τον χωρίση παρά την θέ­λησή του, τιμωρείται από τον Θεόν. Εάν όμως χωρίση αυτόν που την εξαπατά, δεν τιμωρείται.
«Εάν μια γυναίκα Χριστιανή έχη άνδρα άπιστο (ειδωλο­λάτρη), και αυτός συγκατανεύει να συγκατοική μαζί της, ας μη τον αφίνη» (Α’ Κορ. ζ’, 15). Όταν όμως έχουμε στην μέση πορνεία, η Γραφή ομιλεί διαφορετικά: «Εάν κάποιος διώξη την γυναίκα του, χωρίς να υπάρχη λόγος πορνείας, την κάνει να γίνη μοιχαλίδα» (Ματθ. ε’, 32).
Εκείνος που θα συνέλθη με πόρνη, θα γίνη κατ’ ανάγκη ένα σώμα μαζί της. Πως λοιπόν η σεμνή σύζυγός που είναι μέ­λος τού σώματος τού Χριστού, θα τον δεχθή; Πως θα ενωθή με αυτόν που έγινε μέλος τού σώματος της πόρνης;
Και πρόσεξε τι άλλο αναφέρει η Γραφή: Αυτή που έχει σύζυγο ειδωλολάτρη δεν είναι ακάθαρτη, «διότι έχει αγιασθή ο σύζυγος δια της γυναικός» (Α’ Κορ. ζ’,14). Ενώ για την πόρνη ομιλεί διαφορετικά: «Να πάρω λοιπόν τα μέλη τού Χριστού και να τα κάνω μέλη πόρνης»; (Α’ Κορ. στ’,15). Στην πρώτη περίπτωσι, παρά την συνοίκησι με ειδωλολάτρη, ο αγιασμός παραμένει και δεν απομακρύνεται, ενώ στην δεύτερη περίπτωσι φεύγει.
Φοβερό λοιπόν αμάρτημα η πορνεία. Φοβερό και πρόξενο αθανάτου κολάσεως. Αλλά και σ’ αυτήν την ζωή επιφέρει αναρίθμητα κακά, διότι αυτός που πορνεύει, αναγκάζεται να κάνη ζωή κουραστική, αγωνιώδη και ταλαίπωρη. Μπαίνοντας στο ξένο σπίτι, κατέχεται από υποψία, υποψιάζεται τους υπηρέ­τες, υποψιάζεται τους υπολοίπους, ζει μια ζωή που δεν είναι κα­λύτερη από τη ζωή των κολασμένων.
Γι’ αυτό σάς παρακαλώ, φροντίστε να απαλλαγήτε από το νόσημα αυτό. Διαφορετικά μη εισέρχεσθε στον ιερό χώρο της Εκκλησίας. Τα γεμάτα ψώρα πρόβατα δεν πρέπει να είναι μαζί με τα υγιή, αλλά μακρυά, μέχρις ότου θεραπευθούν. Έχουμε γίνει μέλη τού Χριστού. Ας μη γίνουμε μέλη της πόρνης. Εδώ δεν είναι οίκημα αμαρτίας, αλλά Εκκλησία. Εάν εσύ έχης καταστήση τον εαυτό σου μέλος της πόρνης, μη στέκεσαι στην Εκ­κλησία, για να μη μολύνης τον τόπο.
Και αν ακόμη δεν υπήρχε κόλασις, εσύ έπειτα από την ιερή συμφωνία, από τις λαμπάδες τού γάμου, από τον νόμιμο δεσμό, από την παιδοποιία, από τον σύνδεσμο, πως θα το ανεχθής να προσκολλάσαι σε άλλη γυναίκα; Και πώς δεν ντρέ­πεσαι; Πώς δεν κοκκινίζεις; Αγνοείς ότι πολλοί άνθρωποι κατα­δικάζουν και αυτούς που μετά τον θάνατο της συζύγου των παίρνουν άλλη, παρ’ όλο που το πράγμα δεν είναι κολάσιμο. Εσύ όμως, εισάγεις άλλη γυναίκα, ενώ ακόμη ζει η ιδική σου! Αυτά όλα πόση ακράτεια και σαρκικότητα δείχνουν!
Μάθε πως για όλα αυτά έχει λεχθή: «Το σκουλήκι τους δεν πεθαίνει και η φωτιά δεν σβήνει» (Μάρκ. θ’, 45). Ας φρίξης την απειλή, ας φοβηθής την κόλασι. Η εδώ ηδονή δεν συγκρί­νεται με την εκεί κόλασι.
Πιο βλαβερή από όλες τις δαιμονικές ενέργειες είναι η υπερβολική αθυμία και μελαγχολία. Όποιους ο δαίμονας έχει δεμένους με αυτές, κυριαρχεί πλήρως επάνω τους. Αν όμως απαγκιστρωθούν, δεν μπορεί να τους κάνη κανένα κακό.
Την αθυμία και μελαγχολία τις τοποθέτησε ο Θεός μέσα στην ανθρώπινη φύσι όχι για να τις χρησιμοποιούμε αντικανο­νικά και απάνθρωπα και να καταστρέφουμε τους εαυτούς μας, αλλά για να ωφελούμεθα. Και πως μπορεί να ωφελούμεθα; Όταν τις χρησιμοποιούμε τότε που πρέπει. Όχι τότε που μας βλάπτουν οι άλλοι, αλλά τότε που βλάπτουμε εμείς τους άλλους. Εμείς όμως αντιστρέψαμε τους όρους και ενώ διαπράττουμε τόσες κακίες δεν στενοχωρούμεθα καθόλου. Αν τύχη όμως και μας βλάψη κανείς στο παραμικρό, τα παραδίνουμε όλα, απογοητευόμαστε, μας πιάνει ίλιγγος, είμαστε έτοιμοι να αυτοκτονήσουμε, να πεθάνουμε.
Ο θυμός είναι φοβερή φωτιά που κατατρώγει τα πάντα. Καταστρέφει το σώμα. Διαφθείρει και κάνει κακόμορφη και αηδιαστική την ψυχή. Δεν υπάρχει τίποτε πιο αισχρό, πιο άτιμο, πιο φοβερό, πιο αποκρουστικό, πιο βλαβερό από τον θυμό. Αν μπορούσε ο οργίλος να παρατηρούσε τον εαυτό του την ώρα της οργής, δεν θα χρειαζόταν άλλη νουθεσία. Δεν υπάρχει τίποτε πιο άσχημο από το ωργισμένο πρόσωπο.
Η οργή είναι μια μέθη ή καλύτερα κάτι χειρότερο από την μέθη και αθλιώτερο από τον διάβολο. Εκείνος που κατα­λαμβάνεται από το πάθος της οργής είναι σαν μεθυσμένος. Το πρόσωπο του φουσκώνει, η φωνή του τραχύνεται, τα μάτια του κοκκινίζουν, το μυαλό του σκοτεινιάζει, ο νους του καταποντί­ζεται, η γλώσσα του τρέμει, τα μάτια του αναταράζονται, τα αυτιά του ακούνε άλλα αντ’ άλλων, τα μηνίγγια του κτυπώνται από την οργή πολύ περισσότερο απ’ ό,τι αν τα κτυπούσε το πιο δυνατό κρασί. Και επικρατεί επάνω του τέτοια ζάλη και ανατα­ραχή και τρικυμία που χειρότερες δεν γίνονται.
Αν όμως συγκρατούμε τον εαυτό μας να μη ξεσπά σε κραυγές, θα βρούμε μια σπουδαία και φιλοσοφημένη αντιμετώπισι. Γι’ αυτό και ο Παύλος μαζί με την οργή απαγορεύει και την κραυγή: «Κάθε οργή και κραυγή ας φύγη μακρυά σας» (Εφεσ. δ’,31).
Πρέπει να φεύγουμε μακρυά από την οργή, και στις συ­ζητήσεις μας να δείχνουμε την ειλικρίνειά μας όχι μόνο με την αποφυγή της οργής αλλά και της κραυγής. Η κραυγή είναι το υλικό της οργής. Ας δέσουμε το άλογο, για να εξοντώσουμε και τον καβαλάρη. Ας κόψουμε τα φτερά τού θυμού, και δεν πρόκειται να ανεβή προς τα ύψη το κακό. Η οργή ανήκει στα πάθη που χαρακτηρίζονται για ταχύτητα και οξύτητα, και μπορεί με πολλή ευκολία να ληστέψη τις ψυχές μας. Γι’ αυτό πρέπει από παντού να της κλείνουμε την πόρτα. Γιατί οπωσδήποτε δεν στέκει, τα μεν άγρια θηρία να κατορθώνουμε να τα εξημερώ­νουμε, ενώ την ψυχή μας να την αφίνουμε σε κατάστασι αγριότητος.
Μερικές φορές ο θυμός είναι χρήσιμος. Πότε; Όταν επιτίθεται εναντίον των εχθρών μας. Αν μπόρεσες και κυριάρ­χησες επάνω του, τότε συντήρησέ τον, γιατί θα είναι χρήσιμος σαν άλλος σκύλος που δεν θα γαυγίζη τα πρόβατα ή τους ιδικούς μας, αλλά τους λύκους, τους πειρατές, τον λήσταρχο (διάβολο).
Σ’ εκείνον που αρχίζει να λέγη για τους άλλους, πες του: «Έχεις να επαινέσης και να εγκωμιάσης κάποιον; Τότε, ανοίγω τα αυτιά μου, για να δεχθώ τα αρώματα. Εάν όμως πρόκειται να τον κακολογήσης, κλείνω την είσοδο. Δεν δέχομαι κόπρο και βόρβορο. Τι ωφέλεια θα έχω εγώ, αν μάθω ότι ο τάδε είναι κακός; Αντιθέτως θα βλαβώ και θα ζημιωθώ υπερβολικά».
Πες του: «Ας κοιτάξουμε τα ιδικά μας, ας ενδιαφερθούμε για τις αμαρτίες μας και την ενοχή μας. Ας δείξουμε περιέργεια και φροντίδα για την ιδική μας ζωή. Τι απολογία θα έχουμε, τι συγχώρησι θα βρούμε, την στιγμή που τα ιδικά μας ούτε καν τα σκεπτόμαστε και ασχολούμεθα με πάθος για τα ξένα; Όπως είναι αυθάδεια περνώντας να σκύψουμε σ’ ένα ξένο σπίτι και να κοιτάμε μέσα, έτσι ακριβώς είναι κατωτερότης να περιεργαζώμεθα την ζωή τού άλλου».
Αν, βαδίζοντας στον δρόμο, ανακατέψη κάποιος βόρβο­ρο, δεν τον παρατηρείς και δεν τον ελέγχεις για την πράξι του; Αυτό χρειάζεται να κάνουμε και σε όσους κουτσομπολεύουν και κατηγορούν τους άλλους.
Ο βόρβορος που θα ανακατευθή δεν χτυπάει στο κε­φάλι με την δυσωδία του τόσο πολύ, όσο λυπούν και βλάπτουν την ψυχή των ακροατών ακάθαρτες διηγήσεις για την ζωή των άλλων.
Προσοχή στα λόγια σου. Μη κακολογής, για να μη μολύνης τον εαυτό σου. Να μη αναμειγνύης τον βόρβορο με την λάσπη και τους πλίνθους, αλλά να πλέκης στεφάνια από τριαν­τάφυλλα και μενεξέδες και άλλα άνθη.
Να μη βάζης κόπρο στο στόμα σου, όπως οι κάνθαροι. (Κάνθαροι είναι αυτοί που ομιλούν άπρεπα. Και γεύονται πρώ­τοι την δυσωδία αυτοί οι ίδιοι). Αλλά να πλησιάζης το στόμα σου στα άνθη σαν τις μέλισσες και να κατασκευάζης κηρύθρες όπως εκείνες, και σε όλους να είσαι ευγενής και γλυκομίλητος.
Τον άνθρωπο που κακολογεί όλοι τον αποστρέφονται σαν κάτι σάπιο που αναδίδει δυσοσμία, σαν την βδέλλα που πίνει αίμα και σαν τον κάνθαρο που τρέφεται με κόπρο, με ό,τι δηλαδή ακάθαρτο υπάρχει στους άλλους.
Και δεν πρέπει να ξεχνούμε ότι στην ημέρα της Κρίσεως θα δώσουμε λόγο για κάθε μας «αργόν λόγον» (Ματθ. ιβ’, 36), πολύ δε περισσότερο για κάθε μας ύβρι και κακολογία.
Μη μου ειπής ότι δεν κάνεις ανήθικες πράξεις. Τι το όφελος αν δεν είσαι ανήθικος, αλλά είσαι φιλάργυρος; Το πουλί και αν δεν πιασθή ολόκληρο στην παγίδα, αλλά μόνο από το ένα του πόδι, όλο είναι πιασμένο και καταδικασμένο. Και τίποτε δεν το ωφελούν τα φτερά, αφού είναι πιασμένο από το πόδι.
Στον ψυχικό μας κόσμο, ο θυμός, η επιθυμία και τα άλλα, εάν ξεπεράσουν το όριό τους επιφέρουν φθορά. Έτσι συμβαίνει και με το φαγητό. Εάν υπερβή το κανονικό όριο, προξενεί στο σώμα αρρώστεια. Από που προέρχονται οι πόνοι στα πόδια, οι παραλυσίες, οι τρομώδεις κινήσεις;
Εάν ο οφθαλμός θελήση να καταλάβη περισσότερο χώρο στο σώμα ή να ιδή περισσότερο από ό,τι μπορεί ή να αποκτήση περισσότερο φως, οπωσδήποτε αντί για καλό ζημιώθηκε. Σκέψου μάλιστα να θελήση να αντικρύση δυνατώτερο φως!
Το αυτί, εάν δεχθή ισχυρό ήχο, μας δημιουργεί αναστάτωσι.
Το μυαλό, εάν σκεφθή όσα υπερβαίνουν την δύναμί του, σαστίζει και δεν κερδίζει τίποτε.
Όλα αυτά δεν είναι τίποτε άλλο, παρά πλεονεξία.
Όταν θελήσουμε να αποκτήσουμε πολλά χρήματα, χωρίς να το καταλάβουμε, τρέφουμε μέσα μας ένα θηρίο. Τότε έχουμε πολλά, μας λείπουν πολλά, βάζουμε τον εαυτό μας σε αναρί­θμητες φροντίδες, προσφέρουμε στον διάβολο πολλές λαβές. Γι’ αυτό ο διάβολος δεν κουράζεται πολύ με τους πλουσίους. Εξ αιτίας τού πλούτου μπορεί εύκολα και τους καταβάλλη, όπως αντίθετα δυσκολεύεται πολύ με τους πτωχούς. Γι’ αυτό, σας παρακαλώ, φεύγετε μακρυά από την φιλοχρηματία.
Δεν υπάρχει τίποτε χειρότερο από τον φιλάργυρο. Και τον εαυτό του βλάπτει και με όλο τον κόσμο και την κτίσι κα­ταντά εχθρός. Υποφέρει που δεν βγάζουν χρυσάφι αντί για στάχυα η γη και αντί για νερό οι βρύσες και αντί για πέτρες τα βουνά.
Σε κάθε καλή κατάστασι, σε κάθε κοινωφελή προσπάθεια παρουσιάζεται διστακτικός και αντίθετος και διώχνει κάθε τι που δεν πρόκειται να τού αποφέρη χρήματα. Αντίθετα υπομένει τα πάντα, προκειμένου να αποκτήση έστω και δύο δεκάρες.
Όλους τους ανθρώπους τους μισεί, και τους φτωχούς και τους πλουσίους. Τους φτωχούς μη τυχόν και τού ζητήσουν χρήματα. Τους πλουσίους γιατί δεν έχει τα χρήματά τους. Κατά την γνώμη του όσα έχουν οι άλλοι είναι ιδικά του. Γι’ αυτό και με όλους διάκειται δυσμενώς, σαν να τον έχουν αδικήσει.
Χορτασμό δεν γνωρίζει, ικανοποίησι δεν ξέρει, απ’ όλους είναι αθλιώτερος. Καθώς πάλι ο απηλλαγμένος από αυτό το πάθος είναι πιο αξιοζήλευτος από όλους τους φιλοσόφους.
Ας μη σκεπτώμαστε ότι είναι τυραννικό πάθος η φιλο­χρηματία, αλλά ότι εκείνο που μας τυραννεί είναι η αμέλεια και η ραθυμία μας. Υπάρχουν άνθρωποι που ούτε καν γνωρίζουν τα χρήματα. Δεν πρόκειται για μία φυσική επιθυμία. Οι φυσικές επιθυμίες τοποθετήθηκαν στον άνθρωπο από την δημιουργία του. Εξ αρχής. Το χρυσάφι όμως και το ασήμι, μέχρι πολλού χρόνου ήταν εντελώς άγνωστα.
Πως λοιπόν εμφανίσθηκε έντονη η φιλοχρηματία; Από υπερβολική κενοδοξία και αμέλεια και ραθυμία.
Υπάρχουν επιθυμίες αναγκαίες, φυσικές, ουδέτερες. Αναγκαίες είναι όσες επιφέρουν τον θάνατο, εάν δεν ικανοποιη­θούν. Αυτές είναι φυσικές και αναγκαίες, όπως λ. χ. το φαγητό, το ποτό, ο ύπνος. Η σαρκική επιθυμία είναι φυσική, αλλά δεν είναι αναγκαία, διότι πολλοί την ενίκησαν, χωρίς να πάθουν τίποτε. Ενώ ο πόθος της φιλοχρηματίας ούτε φυσικός είναι ούτε αναγκαίος, αλλά περιττός. Γι’ αυτό από την θέλησί μας εξαρτάται αν θα υποκύψουμε σ’ αυτήν.
Ο Χριστός ομιλώντας για την παρθενία λέγει: «Ο δυνά­μενος χωρείν χωρείτω» (Ματθ. ιθ’,12). Δηλαδή «όποιος μπορεί να νιώση και να εφαρμόση τον λόγο περί παρθενίας, ας τον νιώση και ας τον εφαρμόση». Ενώ για τα χρήματα δεν ωμίλησε έτσι, αλλά διαφορετικά: «Όποιος δεν απαρνηθή όλα τα υπάρ­χοντά του, δεν μου είναι άξιος» (Λουκ. ιδ’, 33).
Εκείνο δηλαδή που ήταν εύκολο, το επρότεινε, ενώ εκείνο που ήταν για λίγους, το άφινε στην εκλογή τού καθενός.
Ας προσέξουμε λοιπόν και ας μη καταστήσουμε τους εαυτούς μας αναπολόγητους. Γιατί εκείνος που θα νικηθή από το σκληρότερο πάθος, δεν θα τιμωρηθή πολύ, ενώ εκείνος που θα νικηθή από το μικρό, θα είναι αναπολόγητος.
Τι θα Τού απαντήσουμε τότε, όταν μας ειπή: «Με είδατε πεινασμένο και δεν με εθρέψατε»; (Ματθ. κε’,35). Τι θα Τού απολογηθούμε; Θα Τού προβάλουμε την φτώχεια μας; Αλλά δεν πρόκειται να είμαστε πιο φτωχοί από εκείνη την χήρα που έδωσε τους δύο οβολούς και τους ξεπέρασε όλους (Μαρκ. ιβ’, 42).
Άκου τι λέγει ο Παύλος: «Όσοι επιθυμούν να πλουτήσουν, πέφτουν μέσα σε πειρασμούς» (Α’ Τιμοθ. στ’, 9). Ας πει­σθούμε λοιπόν σ’ αυτόν, διότι και εκείνοι (οι συνταξιδιώτες του από την Κρήτη ως την Μάλτα — Πράξ., κεφ. κζ’) που δεν επείσθηκαν, είδατε τι κακό έπαθαν… Ας νομίζουμε ότι η οικουμένη είναι ένα πλοίο, όπου υπάρχουν οι κακούργοι και ελεεινοί, οι άρχοντες, οι φύλακες, οι δίκαιοι, όπως ο Παύλος, οι δέσμιοι, οι δεσμευμένοι από τις αμαρτίες. Εάν υπακούσουμε στον Παύλο, δεν θα χαθούμε δέσμιοι, αλλά και θα απαλλαγούμε από τα δεσμά. Προς χάριν του ο Θεός θα μας σώση κι’ εμάς (Πράξ. κζ’, 24).
Μήπως νομίζεις ότι οι αμαρτίες και τα πάθη δεν είναι δεσμός βαρύς και άσχημος; Γιατί σ’ αυτήν την περίπτωσι δεν είναι μόνο τα χέρια δεμένα, αλλά ολόκληρος ο άνθρωπος.
Πες μου, όταν κάποιος έχη στην κατοχή του πολλά χρή­ματα και δεν τα εξοδεύη, αλλά τα φυλάη, αυτός δεν δεσμεύεται με αδιάσπαστα δεσμά και δεν καταντά χειρότερος από κάθε δέσμιο;
Εάν κάποιος άλλος πιστεύη στην μοίρα, δεν παραδίνει τον εαυτό του σε δεσμά;
Εάν πάλι παραδίνη τον εαυτό του σε σαρκικές επιθυμίες και έρωτες;
Και ποιος θα μπόρεση να μας σπάση αυτά τα δεσμά;
Οπωσδήποτε χρειαζόμαστε την βοήθεια τού Θεού, για να μπορέσουμε να τα σπάσουμε.
Μερικά πράγματα που φαίνονται αδιάφορα, πλην όμως γεννούν αμαρτίες, ας τα διώξωμε από τη διάνοιά μας. Υπάρχουν πράγματα που είναι αμαρτήματα, και υπάρχουν άλλα που δεν είναι, αλλά προκαλούν. Π. χ. τα γέλια δεν είναι κατ’ ουσίαν αμαρτία, αλλά όταν προχωρήσουν πολύ, καταλήγουν. Δηλαδή από τα γέλια προέρχονται τα ευτράπελα, από τα ευτράπελα τα αισχρόλογα, από τα αισχρόλογα οι αισχρές πράξεις, και από τις αισχρές πράξεις η κόλασις και η τιμωρία. Εξουδετέρωσε λοιπόν από την αρχή τη ρίζα, και έτσι εξοντώνεις όλη την αρρώστεια.
Εάν προφυλασσώμεθα από αυτά που είναι αδιάφορα, δεν πρόκειται να φθάσουμε ποτέ σ’ αυτά που είναι απηγορευμένα. Το να κοιτάξη κανείς γυναίκες φαίνεται στους πολλούς αδιάφορο. Αλλά από το κοίταγμα δημιουργούνται ανήθικες επιθυ­μίες, από τις επιθυμίες ανήθικες πράξεις και από αυτές κόλασις και τιμωρία.
Δεν βλέπετε τους ηνιόχους με πόση ακρίβεια και εξά­σκηση, και κούρασι αγωνίζονται, και πως εγκρατεύονται από φαγητά και από όλα τα άλλα, ώστε να μη καταβληθούν και πέσουν κάτω από τα άρματα. Βλέπεις πόση τέχνη χρειάζεται. Και υπάρχουν ανδρείοι ηνίοχοι που αντί για έναν, αναλαμ­βάνουν δύο ίππους και τους ηνιοχούν με ευκολία.
Αναφέρεται ότι στην Ινδία το μεγάλο και φοβερό θηρίο που λέγεται ελέφαντας είναι δυνατόν να πειθαρχή φρόνιμα ακό­μη και σε παιδί δεκαπέντε ετών. Και γιατί τα είπα όλα αυτά; Για να μάθουμε να φροντίζουμε όχι πως να δαμάζουμε τους ελέ­φαντες και τους ίππους, αλλά τα πάθη που έχουμε μέσα μας.
Όταν κάποιος σε ταράζη και σε ενοχλή, μη κοιτάζης αυτόν, αλλά τον δαίμονα ο οποίος τον σπρώχνει, και όλη σου την οργή ας την στρέψης εναντίον του. Τον άνθρωπο που γίνεται όργανο του δαίμονος λυπήσου τον και δείξε του ευσπλαγχνία. Ο Χριστός λέγει ότι το ψεύδος προέρχεται από τον διάβολο (Ιωάν. η’, 44). Πολύ περισσότερο η αναίτιος οργή.
Όταν κάποιος σε περιγελά, σκέψου ότι ο διάβολος τον σπρώχνει. Αυτό δεν προέρχεται από τους Χριστιανούς. Διότι ο Χριστιανός έχει εντολή να πενθή, και ακούει τον Χριστόν να τού λέγη: «Αλλοίμονο σ’ αυτούς που γελούν» (Λουκ. στ’, 25). Εάν παρ’ όλα αυτά ονειδίζη και περιγελά και εξάπτεται, εμείς δεν πρέπει να τον περιγελούμε, αλλά να τον θρηνούμε.
Ο Απόστολος συνιστά: «Νεκρώσατε τα μέλη σας τα επί της γης» (Κολ. γ’, 5). Ας σβήσουμε λοιπόν την κακή επιθυμία, ας φονεύσουμε τον θυμό, ας θανατώσουμε τον φθόνο. Αυτό σημαίνει «θυσία ζωντανή» (Ρωμ. ιβ’, 1). Αυτή η θυσία δεν κατα­λήγει σε στάχτη, δεν σκορπίζεται σε καπνό, δεν έχει ανάγκη από ξύλα και φωτιά και μαχαίρι. Για φωτιά και μαχαίρι έχει το Άγιον Πνεύμα.
Χρησιμοποίησε και συ αυτό το μαχαίρι και κάνε περιτομή της καρδιάς σου. Κόψε από την καρδιά σου ό,τι περιττό και ξένο. Άνοιξε και ό,τι κλειστό υπάρχει στην ακοή σου. Διότι τα πάθη και οι αμαρτωλές επιθυμίες φράζουν την είσοδο τού λόγου τού Θεού. Όταν εμφανισθή επιθυμία για χρήματα, δεν μας αφίνει να ακούσουμε τον λόγο για την ελεημοσύνη. Όταν εμφανισθή φθόνος, εμποδίζει να ακούσουμε διδασκαλίες περί αγάπης. Και όταν παρουσιασθή κάποιο άλλο πάθος, φέρνει νωθρότητα στην ακοή για κάθε καλή διδασκαλία. Ας φονεύ­σουμε λοιπόν τις πονηρές επιθυμίες. Ας το θελήσουμε. Αν το θελήσουμε, αυτό είναι αρκετό· όλα τα πάθη θα σβήσουν.
Εκείνος μόνο είναι ελεύθερος και εκείνος μόνο είναι άρχοντας και πιο βασιλικός από τους βασιλείς, ο απηλλαγμένος από τα πάθη.
Αφού το γνωρίζουμε αυτό, ας επιζητήσουμε την αληθινή ελευθερία και ας απαλλάξουμε τον εαυτό μας από την κακή δουλεία. Και ας μη νομίσουμε τίποτε πιο αξιομακάριστο, ούτε τα μεγάλα αξιώματα ούτε τα τυραννικά πλούτη, αλλά μόνο την αρετή.
Τόσο πολύ απέχει από την υποδούλωσι σ’ ένα πάθος αυτός που αγαπά τον Χριστόν, όσο απέχει από το να δεχθή κηλίδες το καθαρό χρυσάφι που πυρακτώνεται στην φωτιά. Όπως ακριβώς οι μυΐγες δεν τολμούν να πέσουν μέσα στις φλόγες, αλλά φεύγουν μακρυά, έτσι και τα πάθη δεν τολμούν ούτε καν να πλησιάσουν σ’ έναν τέτοιο άνθρωπο.
(“ΦΛΕΓΟΝΤΑ ΘΕΜΑΤΑ” – ΕΚΔΟΣΕΙΣ Ι. Μ. ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ)

Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος: Ο χριστιανός μπορεί να λυπάται μόνο για δύο λόγους!

Τη λύπη την έβαλε μέσα μας ο Θεός. Όχι, όμως, για να τη μεταχειριζόμαστε άσκοπα ή και βλαπτικά, σε ακατάλληλο χρόνο και σε αντίθετες συ...