Κυριακή 12 Ιουλίου 2026

Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης.

Παΐσιε τοῦ ὄρους Ἄθωνος δένδρον,
πολύκαρπον ὁσιώτατε ἐδείχθης.

Δεκάτῃ τε καὶ δευτέρᾳ Παΐσιος θάνε.

Τύπος εορτής: Στραθερή. Εορτάζει στις 12 Ιουλίου εκάστους έτους.

Ο Όσιος πατήρ Παΐσιος ο Αγιορείτης γεννήθηκε από ευλαβείς γονείς, τον Πρόδρομο και την Ευλαμπία Εζνεπίδη, στα Φάρασα της Καππαδοκίας στις 25 Ιουλίου του 1924 μ.Χ., λίγες μέρες πριν από τη φυγή των Φαρασιωτών από την πατρώα γη για την Ελλάδα. Στη βάπτισή του, ο Όσιος Αρσένιος ο Καππαδόκης (βλέπε 10 Νοεμβρίου), ο πλήρης ημερών και αγιότητος βίου κοσμούμενος ιερέας των Φαράσων, τον ονόμασε Αρσένιο, «για να τον αφήσει καλόγερο στο πόδι του», όπως χαρακτηριστικά είπε.

Στην Ελλάδα, η οικογένεια του μικρού Αρσενίου εγκαταστάθηκε στην Κόνιτσα της Ηπείρου, όπου ο ίδιος πέρασε τα παιδικά και νεανικά του χρόνια. Γαλουχούμενος με τις διηγήσεις για το θαυμαστό βίο του Αγίου Αρσενίου, έλεγε ότι θα γίνει μοναχός από την ηλικία των 5 ετών! Και αφού έμαθε να διαβάζει, αγαπημένη του ασχολία υπήρξε η ανἀγνωση των βίων των Αγίων, των οποίων εμιμείτο τους ασκητικούς αγώνες με θερμό ζήλο.

Μετά από τις εγκύκλιες σπουδές του δε θέλησε να συνεχίσει στα γράμματα, αλλά προτίμησε να μιμηθεί το Χριστό και μαθήτευσε στην τέχνη του ξυλουργού, την οποία άσκησε με επιμέλεια και δεξιοσύνη. Στην ηλικία των 15 ετών αξιώθηκε της θέας του Κυρίου, για ένα μόνο φιλότιμο λογισμό, μέσω του οποίου απέκρουσε μία δαιμονική προσβολή του πειρασμού της απιστίας. Από τότε φούντωσε μέσα του ακόμη περισσότερο η φλόγα της αγάπης του Θεού και ο πόθος για τη μοναχική ζωή.

Ακολούθησαν καιροί ταραχής και αναστάτωσης για την Ελλάδα, λόγω της ξένης Κατοχής και του εμφυλίου πολέμου. Ο Όσιος όμως, τόσο ως πολίτης όσο και ως στρατιώτης κατά τη θητεία του (1945 - 1949 μ.Χ.), επέδειξε απαράμιλλο θάρρος και αυτοθυσία. Ήταν πρόθυμος να δώσει κάθε στιγμή και τη ζωή του ακόμα για τη σωτηρία των άλλων. Ευρισκόμενος μάλιστα συχνά μέσα στον καταιγισμό των φονικών πυρών, συνέβη να σώσει με τις θερμές προσευχές του πολλούς στρατιώτες, αλλά να σωθεί και ο ίδιος με τρόπο θαυμαστό.

Επειδή το μεγαλύτερο διάστημα της στρατιωτικής του θητείας το υπηρέτησε με την ειδικότητα του ασυρματιστή, πολλές εκδόσεις αφιερωμένες στη ζωή του Οσίου τον αναφέρουν ως «Ασυρματιστή του Θεού». Μάλιστα, ο Όσιος φέροντας ως παράδειγμα την ειδικότητά του στον στρατό, απάντησε σε κάποιον που αμφισβητούσε τη χρησιμότητα της μοναχικής ζωής ότι οι μοναχοί είναι «ασυρματιστές του Θεού», εννοώντας την θερμή τους προσευχή και την έγνοιά τους για την υπόλοιπη ανθρωπότητα.

Ύστερα και από αυτές τις περιπέτειες, θέλησε να καταταγεί στο αγγελικό τάγμα των μοναχών, με τα φτερά που δίνει ο θείος έρωτας. Έτσι, μετέβη στο Άγιον Όρος, αναζητώντας έναν οδηγό για τη ζωή της κατά Θεόν ησυχίας. Δεν κατάφερε όμως να εκπληρώσει αμέσως τον πόθο του. Παράλληλα, οι δικοί του βρέθηκαν την ίδια περίοδο σε μεγάλη οικονομική δυσκολία, οπότε τον κάλεσαν να τους βοηθήσει. Έτσι, επέστρεψε στην Κόνιτσα και εργάστηκε ως μαραγκός. Μετά από 3 χρόνια όμως (1953 μ.Χ.), σε ηλικία 29 ετών πλέον, εγκατέλειψε τα πράγματα του κόσμου και επέστρεψε στην Αθωνική Πολιτεία.

Αφού περιήλθε σκήτες και καλύβες, ακολούθησε τελικά τη συμβουλή ενός σεβάσμιου γέροντα και εντάχθηκε στην αδελφότητα της Ιερά Μονή Εσφιγμένου, γνωστής τότε για την αυστηρή της τάξη. Εκεί έζησε μέσα στην ολοτελή υπακοή και επιδόθηκε σε υπέρμετρη άσκηση, υπερβάλλοντας σε κόπους για χάρη του Χριστού και των αδελφών του. Έτσι, στις 27 Μαρτίου 1954 μ.Χ. εκάρη μοναχός. Έλαβε ρασοευχή και το όνομα Αβέρκιος. Έχοντας όμως άσβεστο μέσα του τον πόθο για τον ησύχιο και απράγμονα βίο, πήρε την ευλογία του Ηγουμένου και πήγε να μονάσει στην Ιερά Μονή Φιλοθέου, που ήταν τότε σε κατάσταση ιδιόρρυθμη. Εκεί προετοιμάστηκε για τη ζωή του ερημίτη, κάτω από την καθοδήγηση ενός διακριτικού και σοφού γέροντα, του γέροντα Συμεών. Στις 12 Μαρτίου 1956 μ.Χ., εκάρη μικρόσχημος μοναχός και έλαβε το όνομα «Παΐσιος», χάρη στο Μητροπολίτη Καισαρείας Παΐσιο τον β΄, ο οποίος ήταν και συμπατριώτης του.

Τον Αύγουστο του 1958 μ.Χ., υπακούοντας σε θεία βουλή, δεν εγκαταστάθηκε στην έρημο, για την οποία προετοιμαζόταν, αλλά στην κατεστραμμένη Ιερά Μονή της Παναγίας του Στομίου, που βρίσκεται κοντά στην Κόνιτσα. Σε αυτήν έζησε 4 χρόνια, ζώντας ισάγγελο βίο, παλεύοντας με τους πειρασμούς, ευεργετώντας τους ανθρώπους της περιοχής, σώζοντας πολλούς από τις διδασκαλίες των προτεσταντικών ομάδων που δρούσαν εκεί, και ανακαινίζοντας με πολύ μόχθο το Μοναστήρι.

Τo 1962 μ.Χ., όταν και ολοκληρώθηκε το έργο της ανακαίνισης και ο κίνδυνος από τις ετερόδοξες ομάδες εξέλιπε, ο Όσιος παρακαλούσε μέσα στους πειρασμούς, που καθημερινά τον πολιορκούσαν, θερμά το Θεό να του δείξει το δρόμο που έπρεπε να ακολουθήσει. Έτσι, δέχθηκε ως θεόσταλτη την πρόσκληση κάποιου ιεροδιακόνου να τον συνοδεύσει στο θεοβάδιστο Όρος του Σινά. Πάνω σε κείνον τον άνυδρο και ξερό τόπο, στο κελί των Αγίων Γαλακτίωνος και Επιστήμης, έζησε επιτέλους αυτό που χρόνια ποθούσε, την προς Θεόν μόνωση.

Αγωνιζόμενος με πολλή ταπείνωση, διαρκή νηστεία, ακατάπαυστη αγρυπνία και αδιάλειπτη προσευχή, κατάφερε να υπερνικήσει τις παγίδες του μισόκαλου εχθρού και να απολαύσει την ένωση με το Θεό. Γεμάτος από τη χάρη της θείας παρακλήσεως, απολάμβανε την κατά Θεόν ευφρόσυνη μέσα στο καμίνι της απαράκλητης ερήμου. Έγινε μάλιστα ιδιαίτερα αγαπητός στους Βεδουίνους, δίνοντάς τους τρόφιμα με χρήματα από την πώληση στους προσκυνητές ξύλινων σταυρών που έφτιαχνε ο ίδιος.

Δεν θα υπήρχε, έτσι, κανένας λόγος να εγκαταλείψει το στάδιο εκείνο της αρετής, εάν – φεύ! – δεν ενέσκηπτε η σωματική ασθένεια από το τραχύ κλίμα, η οποία τον ανάγκασε να επιστρέψει στην κατά σάρκα πατρίδα του. Επανερχόμενος στο Άγιον Όρος το 1964 μ.Χ., δεν ελάττωσε το πλήθος των ασκητικών αγώνων του, παρά την καταβολή του σώματος, καθώς στο πνεύμα διατηρούσε την πρότερη ζέση του. Ζώντας λοιπόν ως ξένος και παρεπίδημος στη γη, έφτασε να γίνει πολίτης του ουρανού.

Έχοντας, συνεπώς, την πράξη ως την «επίβασιν» της θεωρίας, έφτασε σε υψηλά μέτρα και έγινε κοινωνός θείων μυστηρίων. Εντρύφησε έτσι και στην ωραιότητα του Κυρίου, ενώ επιπλέον έτυχε και της Θεομητορικής ευλογίας. Συνομίλησε με αγίους που εμφανίστηκαν μπροστά του, βίωσε την όραση του Άγγελου Φύλακά του, άκουσε αγγελικούς ύμνους και καταυγάσθηκε από το ουράνιο φως.

Το 1966 μ.Χ. ασθένησε σοβαρά και εισήχθη στο Κέντρο Νοσημάτων Θώρακος Βορείου Ελλάδας (Νοσοκομείο Παπανικολάου). Υποβλήθηκε σε εγχείρηση, με αποτέλεσμα μερική αφαίρεση των πνευμόνων. Στο διάστημα μέχρι να αναρρώσει και να επιστρέψει στο Άγιον Όρος φιλοξενήθηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο Αγίου Ιωάννου του Ευαγγελιστού στη Σουρωτή. Επέστρεψε στο Άγιον Όρος μετά την ανάρρωσή του και το 1967 μ.Χ. μετακινήθηκε στα Κατουνάκια και συγκεκριμένα στο Λαυρεώτικο κελί του Υπατίου (Βλάχικα).

Στις 12 Αυγούστου 1968 μ.Χ. ο Όσιος Παΐσιος, εισήλθε στην Ιερά Μονή Σταυρονικήτα και μόνασε στο κελί του Τιμίου Σταυρού.

Το 1979 μ.Χ. αφήνει τον Τίμιο Σταυρό και αναζητώντας κελί πηγαίνει στην εγκαταλελειμμένη «Παναγούδα». Εκεί ο Όσιος εργάστηκε σκληρά για να δημιουργήσει ένα κελί με «ομόλογο», όπου και έμεινε μέχρι και το τέλος τη ζωής του. Από την εποχή που εγκαταστάθηκε στην Παναγούδα πλήθος λαού τον επισκεπτόταν. Ήταν μάλιστα τόσο το πλήθος ώστε να υπάρχουν και ειδικές σημάνσεις που επεσήμαναν τον δρόμο προς το κελί του, ώστε να μην ενοχλούν οι επισκέπτες τους υπολοίπους μοναχούς. Επίσης δεχόταν πάρα πολλές επιστολές. Όπως έλεγε ο Όσιος στενοχωρείτο πολύ, γιατί από τις επιστολές μάθαινε μόνο για διαζύγια και ασθένειες ψυχικές ή σωματικές. Παρά το βεβαρημένο πρόγραμμά του, συνέχιζε την έντονη ασκητική ζωή, σε σημείο να ξεκουράζεται ελάχιστα, 2 με 3 ώρες την ημέρα. Εξακολούθησε όμως να δέχεται και να προσπαθεί να βοηθήσει τους επισκέπτες. Συνήθιζε επίσης να φτιάχνει «σταμπωτά» εικονάκια τα οποία χάριζε στους επισκέπτες σαν ευλογία.

Σε όλη αυτήν την καθημερινή κούραση του Οσίου Παϊσίου έρχονται να προστεθούν και τα προβλήματα υγείας που τον ταλαιπωρούσαν. Τα τελευταία χρόνια της ζωής του οι πόνοι από τις διάφορες αρρώστιες όπως κολίτιδα, η οποία του άφησε μόνιμα δυσπεπτικά, βουβωνοκήλη και κυρίως από τον καρκίνο που του είχε διαγνωσθεί, γίνονταν όλο και περισσότεροι. Παρ' όλ' αυτά όμως αυτός ήταν ήρεμος και υπέμενε χωρίς να διαμαρτύρεται καθόλου. Αντιθέτως συνέχιζε να προσεύχεται για όλους.

Μετά το 1993 μ.Χ. παρουσίαζε αιμορραγίες για τις οποίες αρνούνταν να νοσηλευτεί, λέγοντας ότι «όλα θα βολευτούν με το χώμα». Το Νοέμβριο του ίδιου έτους βγήκε για τελευταία φορά από το Άγιον Όρος και πήγε στη Σουρωτή, στο Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου για τη γιορτή του Αγίου Αρσενίου (10 Νοεμβρίου). Εκεί έμεινε για λίγες μέρες και ενώ ετοιμαζόταν να φύγει ασθένησε και μεταφέρθηκε στο Θεαγένειο, όπου έγινε διάγνωση για όγκο στο παχύ έντερο. Θεώρησε τον καρκίνο εκπλήρωση αιτήματός του προς το Θεό και ωφέλιμο για την πνευματική του υγεία. Στις 4 Φεβρουαρίου του 1994 μ.Χ. χειρουργήθηκε. Παρότι η ασθένεια δεν έπαυσε, αλλά παρουσίασε μεταστάσεις στους πνεύμονες και στο ήπαρ, ο Όσιος ανακοίνωσε την επιθυμία του να επιστρέψει στο Άγιον Όρος στις 13 Ιουνίου. Ο υψηλός πυρετός όμως και η δύσπνοια τον ανάγκασαν να παραμείνει.

Στο τέλος του Ιουνίου οι γιατροί του ανακοίνωσαν ότι τα περιθώρια ζωής του ήταν δύο με τρεις εβδομάδες το πολύ. Τη Δευτέρα 11 Ιουλίου (γιορτή της Αγίας Ευφημίας) κοινώνησε για τελευταία φορά γονατιστός μπροστά στο κρεβάτι του. Τις τελευταίες μέρες της ζωής του αποφάσισε να μην παίρνει φάρμακα ή παυσίπονα, παρά τους φρικτούς πόνους της ασθένειάς του. Κοιμήθηκε την Τρίτη 12 Ιουλίου 1994 μ.Χ. και ώρα 11:00 και ενταφιάστηκε στο Ιερό Ησυχαστήριο του Αγίου Ιωάννη του Θεολόγου στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης.

Στις 13 Ιανουαρίου 2015 συνήλθε η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και αποφάσισε την κατάταξη του Οσίου Παϊσίου του Αγιορείτου στο Αγιολόγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Η ανακοίνωση της Ιεράς Συνόδου έχει ως εξής:

«Συνῆλθεν, ὑπό τήν προεδρίαν τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος εἰς τήν τακτικήν συνεδρίαν αὐτῆς σήμερον, Tρίτην, 13ην Ἰανουαρίου 2015, πρός ἐξέτασιν τῶν ἐν τῇ ἡμερησίᾳ διατάξει ἀναγεγραμμένων θεμάτων.

Κατ᾿ αὐτήν, ἡ Ἁγία καί Ἱερά Σύνοδος: α) ὁμοφώνως ἀποδεχθεῖσα εἰσήγησιν τῆς Κανονικῆς Ἐπιτροπῆς ἀνέγραψεν εἰς τό Ἁγιολόγιον τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας τόν μοναχόν Παΐσιον Ἁγιορείτην καί β) προτάσει τῆς Α. Θ. Παναγιότητος, τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριάρχου κ. κ. Βαρθολομαίου, διά ψήφων κανονικῶν ἐξελέξατο παμψηφεί τόν Πανοσιολ. Ἀρχιμανδρίτην κ. Εἰρηναῖον Ἀβραμίδην, διακονοῦντα ἐν Παρισίοις, Βοηθόν Ἐπίσκοπον παρά τῷ Σεβασμιωτάτῳ Μητροπολίτῃ Γαλλίας κυρίῳ Ἐμμανουήλ, ὑπό τόν τίτλον τῆς πάλαι ποτέ διαλαμψάσης Ἐπισκοπῆς Ρηγίου.

Ἐν τοῖς Πατριαρχείοις, τῇ 13ῃ Ἰανουαρίου 2015
Ἐκ τῆς Ἀρχιγραμματείας τῆς Ἁγίας καί Ἱερᾶς Συνόδου»

Λειτουργικά κείμενα

Ἀπολυτίκιον  (Κατέβασμα)
Ἦχος α ́. Τῆς ἐρήμου πολίτης.
Τῶν Φαράσων τὸν γόνον, καὶ τοῦ Ἄθωνος κλέϊσμα, καὶ τῶν ἀπ᾿ αἰῶνος ὁσίων, μιμητὴν καὶ ἰσότιμον, Παΐσιον τιμήσωμεν πιστοί, τὸ σκεῦος χαρισμάτων τὸ μεστόν, ὡς φυλάσσοντα ἐκ πάντων τῶν λυπηρῶν, τοὺς πίστει ἀνακράζοντας, δόξα τῷ δεδωκότι σοι ἰσχύν, δόξα τῷ σὲ στεφανώσαντι, δόξα τῷ ἐνεργοῦντι διὰ σοῦ, πᾶσιν ἰάματα.

Έτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος γ ́. Θείας πίστεως.
Ὥσπερ ἄγγελος, φανεὶς ἐν κόσμῳ, ἐν τοῖς ἔτεσι, τοῖς τελευταίοις, χριστομίμητε Παΐσιε ὅσιε, ἀσκητικῶς γὰρ βιώσας ἐν Ἄθωνι, ὡς παμφαέστατος ἥλιος ἔλαμψας, καὶ κατηύγασας, πιστῶν τὰ πλήθη τῇ χάριτι, τοῖς ῥήμασι σημείοις καὶ τοῖς θαύμασι.

Έτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος δ ́. Ταχὺ προκατάλαβε.
Παΐσιε γέγονας, τῶν ἀσκητῶν ἡ κρηπίς, τοῦ Ἄθωνος κλέϊσμα, καὶ Σουρωτῆς ὁ τροφός, Κονίτσης τὸ καύχημα, σὺ γὰρ ἐπὶ τὰ ἴχνη, Ἀρσενίου ὁδεύσας, εἴληφας χαρισμάτων, τὴν πληθὺν Παρακλήτου, ἀφθόνως τοῖς σὲ τιμῶσιν, παρέχων τὰ πρόσφορα.

Έτερον Ἀπολυτίκιον
Ἦχος πλ. α ́. Τὸν Συνάναρχον Λόγον.
Τὸν πανεύφημον ἄνδρα, τοῦ ὄρους Ἄθωνος, τὸν ἐπ' ἐσχάτων τῶν χρόνων, καθάπερ φάος λαμπρόν, τὴν σκοτίαν τῶν πιστῶν διασκεδάσαντα, καὶ νοσήματα ψυχῶν, καὶ σαρκὸς ἐπιφοράς, ἰώμενον ὑπὲρ φύσιν, τῆς προοράσεως λύχνον, νέον Παΐσιον τιμήσωμεν.

Κοντάκιον
Ἦχος πλ. δ ́. Τῇ Ὑπερμάχῳ.
Ἁγίου Ὄρους ἀσκητὴν τὸν περιάκουστον, καὶ Ἐκκλησίας τὸν φωστῆρα τὸν νεόφωτον, ἐπαινέσωμεν ἐν ὕμνοις ὁλοκαρδίως, ποδηγῶν γὰρ τοὺς πιστοὺς πρὸς βίον ἄριστον, ποταμῶν τῶν δωρημάτων τούτους ἔπλησας, διὸ κράζουσι· Χαίροις πάτερ Παΐσιε.

Μεγαλυνάριον
Χαίροις τῶν Φαράσων θεῖος βλαστός, Ἄθωνος τοῦ Ὄρους περιάκουστος ἀσκητής, χαίροις τῆς Ἑλλάδος ὁ φωτιστὴς ὁ νέος, Παΐσιε τῶν νέων μέγιστε σύμμαχε.

Έτερον Μεγαλυνάριον
Χαίροις ὁ διδάσκαλος Σουρωτῆς, τοῦ Σιναίου ὄρους ὁ σεμνότατος ἀσκητής, χαίροις ἐν Κονίτσῃ τῶν συμπατριωτῶν σου, κατοίκων ὄντως τύπος Πάτερ πρὸς μίμησιν.

Έτερον Μεγαλυνάριον
Ἄνδρας καὶ γυναῖκας ναρκομανεῖς, καὶ πληθὺν ἀνθρώπων, δαιμονώντων ταῖς σαῖς λιταῖς, καὶ τοὺς ἀσθενοῦντας, πολυειδῶς θεόφρον, Παΐσιε μὴ παύσῃ, σώζων ἑκάστοτε.

Έτερον Μεγαλυνάριον
Μοναζόντων ὅσιε τὸν χορόν, ταῖς ἱκετηρίαις, πρὸς Δεσπότην διηνεκῶς, ὅσιε βοήθει, ὡς παῤῥησίαν ἔχων, Παΐσιε κρατίστην, θεομακάριστε.

Έτερον Μεγαλυνάριον
Ἔχοντες ὡς μέγιστον θησαυρόν, τὸν σὸν τάφον Πάτερ, ἀρυόμεθα οἱ πιστοί, δύναμιν καὶ θάρσος, ἐν τοῖς δεινοῖς τοῦ βίου, Παΐσιε παμμάκαρ, ἄνερ τῆς χάριτος.

Έτερον Μεγαλυνάριον
Πάτερ ὁσιώτατε τοὺς βροτούς, τοὺς ὑμνολογοῦντας, πολιτείαν σου τὴν σεπτήν, τῇ ἐπισκοπῇ σου, προστάτευσον ἐκ βλάβης, βελίαρ τοῦ ἀρχαίου, τοῦ πολεμήτορος. Πᾶσαι τῶν ἀγγέλων.

Ὁ Οἶκος
Ἄγγελος ὥσπερ ἄλλος, ἐν ἐσχάτοις τοῖς χρόνοις, Παΐσιε ἐφάνης ἐν Ἄθῳ, ὁσίως γὰρ ζήσας ἐν γῇ, ἀσκητῶν τῶν ἀρχαίων ἰσοστάσιος, ἐφάνης τοῖς συνοῦσί σοι, βοῶσί σοι θερμῶς τοιαῦτα·

Χαῖρε Φαράσων ὁ θεῖος γόνος·
χαῖρε τοῦ Ἄθωνος μέγας ὄλβος.

Χαῖρε τῆς Κονίτσης τὸ ἔνθεον καύχημα·
χαῖρε Σουρωτῆς κοινοβίου καλλώπισμα.

Χαῖρε βρύσις ἡ πολύκρουνος ὑπὲρ φύσιν δωρεῶν·
χαῖρε ῥεῦμα ἀκατάσχετον ἰαμάτων σωστικῶν.

Χαῖρε ὅτι κλεΐζεις τὴν Μονὴν Ἐσφιγμένου·
χαῖρε ὅτι οἰκεῖς ἐν τῷ ὄρει Σιναίου.

Χαῖρε βροτῶν ἀτύφων ὁ ἔξαρχος·
χαῖρε πολλῶν χαρίτων ὁ κάτοχος.

Χαῖρε δεινῶς ἀλγουμένων ὁ ῥύστης·
χαῖρε ἀνδρῶν μοναστῶν ὑποφήτης.

Χαίροις πάτερ Παΐσιε.

Κάθισμα
Ἦχος α ́. Τὸν τάφον σου Σωτήρ.
Τῇ χάριτι Χριστοῦ, ὡς οἱ πάλαι Πατέρες, συνέζησας σεμνέ, τοῖς ἀλόγοις θηρίοις, καὶ φίλος ἐτέλεσας, πτερωτῶν καὶ τῶν ὄφεων, ὅθεν ἅπαντες, οἱ σὲ εἰδόντες θεόφρον, ἐξεπλάγησαν, καὶ Παντοκράτορα Λόγον, ἀνύμνησαν Ὅσιε.

Έτερον Κάθισμα
Ἦχος γ ́. Τὴν ὡραιότητα.
Τὸν πολυθαύμαστον, σεμνὸν Παΐσιον, τὸν καθαιρέσαντα, ὀφρὺν τοῦ δράκοντος, καὶ ἡδονὰς τὰς σαρκικάς, συντρίψαντα τῇ ἀσκήσει, Ἄθωνος τὸ κλέϊσμα, καὶ Φαράσων ἐκβλάστημα, τὸν εὐεργετήσαντα, πολυτρόπως τοῖς θαύμασι, τὰ πλήθη τῶν πιστῶν ὀρθοδόξων, πάντες τιμήσωμεν ἐνθέως.

Έτερον Κάθισμα
Ἦχος πλ. δ ́. Τὴν Σοφίαν καὶ Λόγον.
Τῆς νεότητος ὤφθης παιδαγωγός, καὶ ἀκέστωρ ἀνθρώπων ναρκομανῶν, τοῖς σχοῦσι δυσίατα, πορνικὰ ἁμαρτήματα, ταῖς σαῖς εὐχαῖς ἐφάνης, θεράπων πανάριστος, καὶ ἐκ τῶν ἐκζητούντων, ὁδὸν τὴν σωτήριον, Πάτερ ἐπεγνώσθης, ἀκριβὴς ποδηγέτης, καὶ πάντων Παΐσιε, βακτηρία γεγένησαι, ἀσκητὰ θεοφώτιστε, διὸ ἐν Σουρωτῇ οἱ πιστοί, τὸν σὸν τάφον, προσκυνοῦντες χαίρουσι, καὶ σεμνῶς τὴν σὴν μνήμην, κατὰ χρέος προσμέλπουσι.

Έτερον Κάθισμα
Ἦχος δ ́.Ταχὺ προκατάλαβε.
Εὐχῆς ἐργαστήριον, ἡ σὴ ἁγία ψυχή, Παΐσιε γέγονε, τῇ συνεχεῖ προσευχῇ, καὶ θείαις δεήσεσι, σὺ γὰρ μακροχρονήσας, ἐν τῇ κέλλῃ σου πάτερ, ὤφθης καθάπερ στήλη, φωτεινὴ ἱκετεύων, Χριστὸν τὸν πάντων κτίστην, καὶ παντοκράτορα.

saint.gr 

Εστία Πατερικών Μελετών. Η ιστορία τής νομιμοποίησης των αμβλώσεων και η ανάγκη γενικής ανατροπής της.

Τό Ἀνώτατο Δικαστήριο τῶν Η.Π.Α., στίς 24 Ἰουνίου 2022, ἡμέρα πού ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ τή γέννηση τοῦ Τιμίου Προδρόμου, ἐξέδωσε τήν ἱστορική ἀπόφαση μέ τήν ὁποία ἀνέτρεψε τήν προηγούμενη ἀπόφαση στήν ὑπόθεση  «Roe v. Wade» (1973), μέ τήν ὁποία ἀνατραπεῖσα ἀπόφαση, ἀναγνωρίστηκε τό «συνταγματικό δικαίωμα» τῆς γυναίκας στήν ἄμβλωση, παραβλέποντας τά δικαιώματα τοῦ κυοφορουμένου ἀνθρώπου. Ἡ ἐξ ἀρχῆς ἐσφαλμένη ἐκείνη ἀπόφαση ἀπετέλεσε «σημαία» γιά τά φεμινιστικά κινήματα, παρασύροντας σχεδόν ὅλο τόν κόσμο στήν ἀποδοχή τῆς ἔκτρωσης, ὡς μίας ἁπλῆς χειρουργικῆς ἐπέμβασης.

Ἐνάγουσα στήν ὑπόθεση ἦταν μία ἀκτιβίστρια, ἡ ὁποία ἔγινε γνωστή μέ τό ψευδώνυμο Jane Roe. Ἡ συγκεκριμένη γυναίκα εἶχε κινηθεῖ νομικά προκειμένου νά ἐπιτύχει τήν Συνταγματική Ἀναγνώριση τῆς ἔκτρωσης καθότι ἡ ἴδια κυοφοροῦσε τό τρίτο της παιδί, χωρίς ὅμως νά τό ἔχει «προγραμματίσει». Οἱ δικαστές τοῦ Ἀνωτάτου Δικαστηρίου προχωρώντας σέ νομικούς ἀκροβατισμούς γιά νά φθάσουν σέ μία προειλημμένη ἰδεολογική ἀπόφαση, «δικαίωσαν» τήν Roe μέ μία ἀπόφαση πού ἴσχυσε γιά 49 χρόνια, παρά τήν ἰσχυρή κριτική πού δέχτηκε γιά τά νομικά ἐπιχειρήματά της, ἀκόμα καί ἀπό ὑπερασπιστές τῶν ἐκτρώσεων. Χαρακτηρίστηκε δέ ἡ ἀπόφαση περισσότερο ὡς ἀκτιβιστική, παρά νομική, ἀφοῦ τό σκεπτικό της ἦταν ἀντίθετο μέ τά διδάγματα τῆς βιολογίας καί μέ τό δίκαιο τῆς Ἀμερικῆς.

Εἶναι ἀξιοσημείωτο ὅτι ἡ Roe, ἄν καί πέτυχε τόν ἀρχικό σκοπό της, δηλαδή τήν νομική ἀναγνώριση τοῦ «δικαιώματός» της νά κάνει ἔκτρωση, τελικά ἡ ἴδια δέν πραγματοποίησε τήν ἔκτρωση καί γέννησε τό παιδί της δίνοντάς το μετά γιά υἱοθεσία. Μάλιστα στό ὑπόλοιπο τῆς ζωῆς της ἀφιερώθηκε στόν ἀγώνα κατά τῶν ἀμβλώσεων, χαρακτηρίζοντας τήν ὑπόθεση «ROE» ὡς τό μεγαλύτερο λάθος τῆς ζωῆς της.

Ἡ συνέχεια γνωστή. Ἡ Ἀμερική ὡς χώρα πού διαδραματίζει βαρύνοντα ρόλο στίς ἐξελίξεις στόν ὑπόλοιπο πλανήτη, συμπαρέσυρε στήν ἀναγνώριση τοῦ «δικαιώματος» στήν ἄμβλωση σχεδόν ὅλο τόν κόσμο. Ἡ Ἑλλάδα, πιστός οὐραγός κάθε δυτικοῦ παραλογισμοῦ, προχώρησε τό 1986 στή νομιμοποίηση τῶν ἐκτρώσεων, μέ ἕνα νομοθέτημα τό ὁποῖο σήμανε τήν πνευματική καί δημογραφική κατάρρευση τῆς χώρας.

Καί ἄν στήν Ἑλλάδα οἱ ἀντιδράσεις ἦταν ἰσχνές, στήν Ἀμερική δημιουργήθηκε ἕνα μεγάλο κίνημα πού ἔδωσε μεγάλες μάχες γιά τήν προστασία τῆς ἀγέννητης ζωῆς, οἱ λεγόμενοι pro-lifers οἱ ὁποῖοι ἀντιστάθηκαν μέ κάθε νόμιμο μέσο σέ αὐτόν τόν παραλογισμό. Καί ἐνῶ ὁ ἀγώνας τούς φάνταζε μάταιος, ἔπειτα ἀπό μισό αἰώνα ἦλθε γι’ αὐτούς ἡ δικαίωση. Ἀλλά ἀκόμα καί ἄν δέν ἐρχόταν ἡ δικαστική νίκη, ὁ ἀγώνας τους ὄντως δέν ἦταν μάταιος, ἀφοῦ σέ προσωπικό ἐπίπεδο διαχώρισαν τή θέση τους ἀπό μία κοινωνία πού νομιμοποίησε τό φόνο τῶν πλέον ἀδυνάτων ἀνθρωπίνων ὄντων καί ἐπιπλέον ἀφύπνισαν ἑκατομμύρια συνειδήσεις, ματαιώνοντας στήν πράξη χιλιάδες ἐκτρώσεις.

Ὁ δικαιωμένος ἀπό κάθε ἄποψη ἀγώνας τους, ἐμπνέει κάθε ἐλεύθερο ἄνθρωπο πού δέν ὑπέταξε τή συνείδησή του στά κελεύσματα τῆς νέας τάξης πραγμάτων καί καταρρίπτει τό ἐπιχείρημα τῆς «ματαιότητας» τῆς ἀντίστασης, πού κρύβει περισσότερο τήν ἀνυπαρξία διάθεσης γιά ἀγώνα. Ὅπως κάθε ἀγαθό, ὁ ἀγώνας αὐτός εἶχε τό κόστος του. Αὐτό τό κόστος καί οἱ δυσκολίες εἶναι τά παράσημα τῶν ἀγωνιζομένων καί ἴσως ἔχουν μεγαλύτερη ἀξία ἀκόμα καί ἀπό τήν ἴδια τήν ἔκβαση τοῦ ἀγώνα.

Οἱ ἄνθρωποι πού τόλμησαν νά τά βάλουν μέ τά μεγαθήρια τῶν ὑγειονομικῶν ἑταιρειῶν ἀμβλώσεων, μέ τό λόμπυ τοῦ ἀκραίου φεμινισμοῦ, μέ τά συστημικά ΜΜΕ, χαρακτηρίστηκαν γραφικοί, περιθωριοποιήθηκαν, ἀπειλήθηκαν. Παρόμοιες καταστάσεις συνέβησαν καί μέ τό ἐσχάτως ἐμφανισθέν κίνημα τῶν pro-lifers (ὑπέρ τῆς ζωῆς) στήν Ἑλλάδα, οἱ ὁποῖοι ἔδρασαν εἰρηνικά, ἐνημερώνοντας μέ ἡμερίδες, ἀφίσες στό μετρό. Δράσεις πού συνάντησαν σθεναρή ἀντίδραση ὄχι μόνο ἀπό τούς συστημικούς μπαχαλάκηδες πού ἀπειλοῦσαν καί ἔγραφαν συνθήματα ἐναντίον ἰατρῶν, τραμπούκιζαν τά γραφεῖα τοῦ «ἀφῆστε με νά ζήσω», μαζεύονταν ἔξω ἀπό τούς χώρους τῶν ἡμερίδων γιά νά δημιουργήσουν προβλήματα καί οὕτω καθ’ ἑξῆς, ἀλλά καί ἀπό τήν ἴδια τήν ἐξουσία αὐτοπροσώπως μέ τή ματαίωση τῆς καμπάνιας στό μετρό.

Ἡ Ἀνθρώπινη Ζωή εἶναι μοναδική, ἀναντικατάστατη, ξεκινάει ἀκριβῶς τή στιγμή τῆς σύλληψης καί εἶναι ἕνα Μοναδικό Δῶρο Θεοῦ καθότι ἐκτός τῶν ἄλλων ὁ ἄνθρωπος καθίσταται κατά Χάριν συνδημιουργός τῆς Ζωῆς! Κανένας ἀπολύτως δέν ἔχει δικαίωμα νά βλάψει τό ἔμβρυο, καθότι εἶναι αὐτόνομος ὀργανισμός μέ τήν δική του Ψυχή καί τό δικό του μοναδικό δικαίωμα στήν Ζωή. Εἶναι ὑποκρισία νά θεωρεῖται ζωή ἕνα κύτταρο στήν Ἀνταρκτική, στούς βυθούς τῶν ὠκεανῶν καί στόν πλανήτη Ἄρη καί νά μή θεωρεῖται ζωή τό ἔμβρυο πού ἀποδεδειγμένα ζεῖ, κινεῖται, αἰσθάνεται.

Εἶναι πλέον καιρός νά ἀνοίξει ἕνας γνήσιος κοινωνικός διάλογος γιά τήν ἀντιμετώπιση τοῦ σοβαροῦ αὐτοῦ ζητήματος, τό ὁποῖο ἔχει ἐπιπτώσεις ὄχι μόνο στό δημογραφικό ζήτημα τῆς Ἑλλάδας ἀλλά καί στό ζήτημα τῆς ψυχικῆς ὑγείας καί τῆς κοινωνικῆς εἰρήνης καί εὐημερίας.

Φρονοῦμε ὅτι ἡ ἀλλαγή τῆς στάσης τῆς κοινωνίας μας ἀπέναντι στό θέμα τῶν ἐκτρώσεων, εἶναι ἐπιβεβλημένη. Τά ἑκατομμύρια δολοφονημένων ἀνυπεράσπιστων βρεφῶν, μέ τήν ἀνοχή καί τῆς Πολιτείας, «ἐκδικοῦνται» πνευματικά τά ἐγκλήματα, κατά τό «μάχαιραν ἔδωκας, μάχαιραν θά λάβεις» (Ματθ. 5, 3). Ἡ ἠθική ἀπενεχοποίηση τῶν ἀμβλώσεων, ὄχι μόνο ὠθοῦν ἑκατομμύρια γυναῖκες νά προβοῦν σέ αὐτή τήν ἀποτρόπαια πράξη, ἀλλά τίς ἐμποδίζουν ἀπό τή σωτήρια εἰλικρινῆ μετάνοια πού εἶναι ὁ μοναδικός τρόπος γιά νά ἀπαλλαγοῦν ἀπό τίς τρομερές συνέπειες τῆς «νόμιμης» πράξεώς τους.

(Πηγή: orthros.eu)

alopsis.gr 

Η αβάσταχτη μοναξιά της οθόνης (Κώστας Θερμογιάννης)

Είναι η τεχνολογία που απομονώνει τον άνθρωπο ή μήπως τελικά στις μέρες μας ο άνθρωπος, αφού μπορεί λόγω της τεχνολογίας, έχει αυτοθέλητα, εγκαταλείψει την επιθυμία της σχέσης; 

Ο άνθρωπος σήμερα κατοικεί στην οθόνη! Δεν κοιτάζει πια ευθέως κι εκ του σύνεγγυς το πρόσωπο του συνανθρώπου του αλλά το απομακρυσμένο, φιλτραρισμένο και καλλωπισμένο ψηφιακό του είδωλο. Κάθε φορά που το δάχτυλο σέρνεται πάνω στην οθόνη, επιβεβαιώνεται το γεγονός ότι έχουμε περάσει, ασυνείδητα ίσως, το κατώφλι μιας νέας ανθρωπολογικής και κοινωνικής συνθήκης. Ο σύγχρονος πολίτης βιώνει μια καινοφανή αντίφαση: Ενώ ζει σε καθεστώς υπερσύνδεσης, έχει σε μεγάλο βαθμό, ελαχιστοποιήσει τη δια ζώσης κοινωνικότητά του. Η τεχνολογία από εργαλείο μετουσιώθηκε σε περιβάλλον! Στην πραγματικότητα όμως, η ψηφιακή ‘συνύπαρξη’ μοιάζει περισσότερο με απέραντη μοναξιά μέσα στην εκκωφαντική σιωπή τής απομόνωσης παρά με κοινωνικοποίηση.

Αποτελεί απόδειξη υπαρξιακής άγνοιας για το ποιόν και την αληθινή φύση του άλλου, του φίλου, του γνωστού, το γεγονός ότι αυτός υπάρχει στην καθημερινή πρακτική μόνο ως μια ψηφιακή αναπαράσταση και ως ένα στοιχείο προς διαχείριση. Η σχέση, η γνωριμία, ενδεχομένως δε και η ίδια η αξιακή υπόσταση του κοινωνείν, διαμορφώνεται και καθορίζεται πια από τον ψηφιακό τρόπο με τον οποίο ομοιόμορφα, ισοπεδωτικά για τις τοπικές ιδιαιτερότητες και αδιακρίτως ηθών κι εθίμων, έχει επιβληθεί σε όλο το μήκος και το πλάτος της Γης, Ταυτόχρονα, η επικοινωνία, υποταγμένη πια κι αυτή στους σύγχρονους ψηφιακούς κανόνες, έχει μετατραπεί σε μια τυποποιημένη διαδικασία, σε μια αλληλουχία ειδοποιήσεων και αντιδράσεων, έχοντας απωλέσει ουσιωδώς τα δομικά και συστατικά της χαρακτηριστικά. Δεν είναι πια συνάντηση αλλά ανταλλαγή, δεν είναι μνήμη παρουσίας και δια ζώσης αλληλεπίδραση αλλά αλγόριθμοι και δεδομένα. Ο χαρακτήρας και η βιωματική παρουσία του ανθρώπου αποσυντέθηκε για να μετατραπεί σε προφίλ!

Στην εποχή της ανθρωπολογικής μεταμόρφωσης και της οριζόντιας επικράτησης του ‘Φαίνομαι άρα υπάρχω’, ο ψηφιακός χρόνος έχει επιβάλλει μια νέα ψυχολογία. Ό,τι δε χωρά στην απάνθρωπα ακούραστη συχνότητα της διαρκούς παραγωγής εντυπώσεων αλλά και στους ρυθμούς τής ταχύτητας ανταπόκρισης και αντίδρασης, απλώς δεν υφίσταται! Ο χρόνος έχει καταστεί αποσπασματικός και ασυνεχής, δεν υπάρχει πια λαχτάρα προσμονής, λαχτάρα αγγίγματος και ανταλλαγής βλέμματος, παρά ένα -συνειδησιακά και ψυχικά πιεστικό- συνεχές ψηφιακό ‘τώρα’, χωρίς προσδοκία ουσιώδους νοήματος, που δεν τελειώνει, που καταναλώνεται χωρίς να δημιουργεί ζωντανές μνήμες. Ένα ιδιόμορφο καθεστώς βραχύτητας το οποίο διαμορφώνει ανθρώπους που δε συνομιλούν αλλά δημοσιεύουν, που δεν βιώνουν την αλληλοεπίδραση αλλά ειδοποιούνται γι’ αυτή, που δεν σκέφτονται αλλά διαχειρίζονται! Το βλέμμα αντικαταστάθηκε από φωτογραφίες, ο διάλογος από ειδοποιήσεις, η εκτίμηση και τα συναισθήματα για τον συνάνθρωπο από κουμπάκια που εμφανίζουν στην οθόνη πολύχρωμα εικονίδια αντιδράσεων, τα οποία όμως δεν φέρουν απολύτως κανένα νοηματικό και ψυχικό βάρος ελλείψει βιωματικότητας στην αποστολή και, κυρίως, στην πρόσληψή τους.

Το κοινωνικό κενό ανάμεσα σε δύο οθόνες που επικοινωνούν είναι ενδεχομένως μεγαλύτερο από όσο η αντιληπτική ικανότητα της κοινωνίας μπορεί να κατανοήσει με σαφήνεια και πληρότητα. Η αβάσταχτη μοναξιά της οθόνης όχι μόνο δεν μπορεί να υπηρετήσει την κοινωνική σχέση και τα ιδανικά αυτής, αντιθέτως την έχει υποκαταστήσει εις βάρος πολιτών και κοινωνιών. Στο πλαίσιο αυτό, ο άνθρωπος ζει διαμέσου της οθόνης μέσα στην ψευδαισθησιακή οικειότητα που του παρέχει το ψηφιακό περιβάλλον της τεχνολογίας και, πνιγμένος μέσα στην εγγενή του ανικανότητα να διαχειριστεί την υπερπληροφόρηση, αναζητά το υπαρκτικό του νόημα. Μπορεί όμως να το βρει μέσα στη συνθήκη αυτή; Η ουσία τής παρουσίας του μέσα στον κόσμο και την κοινωνία έχει αμφισβητηθεί πρώτα από τον ίδιο του τον εαυτό καθόσον έχει συνειδητά επιλέξει τη φυγή από το βλέμμα του συνανθρώπου του και την υπεκφυγή από την κοινωνική σχέση. Σχέση η οποία αναλώνεται και περιορίζεται στην ψηφιακή αλληλεπίδραση χωρίς βάθος συνειδησιακό, με αποτέλεσμα αυτή να χάνεται στην επιφάνεια της γυαλιστερής οθόνης.

Η φιλία αλλά και η βιωματική συνύπαρξη έχει μετουσιωθεί σε κοινή κατανάλωση διαδικτυακού περιεχομένου, εμπλουτισμένου βεβαίως με διαφημίσεις, μέσα από μια διαρκή ψηφιακή σύνδεση, η οποία όμως εκτοπίζει την πολύτιμη, για την κοινωνία, κοινή παρουσία και δια ζώσης αλληλεπίδραση. Η τεχνολογία έχει προσφέρει στον άνθρωπο ένα νέο είδος -εικονικής- ύπαρξης, ελαφρύ, επιφανειακό κι ευκόλως ελεγχόμενο.

Το ερώτημα λοιπόν είναι εύλογο: Είναι η τεχνολογία που απομονώνει τον άνθρωπο ή μήπως τελικά στις μέρες μας ο άνθρωπος, αφού μπορεί λόγω της τεχνολογίας, έχει αυτοθέλητα, εγκαταλείψει την επιθυμία της σχέσης;

(Πηγή: huffingtonpost.gr)

alopsis.gr

Εκ του ιστολόγιου: Είναι ίσως αγαπητοί ένα από τα σημεία των καιρών, να βλέπεις ανθρώπους να κάθονται και οι 9 στους 10 να κοιτάνε το κινητό τους. Αντί να μιλάνε με τον διπλανό τους, κοιτάνε όλοι σχεδόν το κινητό τους.

Την ψηφιακή εποχή, την ονόμασαν και εποχή της πληροφορίας. Μέσα από αυτήν την οθόνη ανά πάσα στιγμή πας σε όποιο μέρος του πλανήτη επιθυμείς. Όμως αυτή η οθόνη μπορεί να σου δείξει κάτι καλό και χρήσιμο αλλά ταυτόχρονα με δική μας πάντα πρωτοβουλία, μπορεί να μας δείξει και αισχρά πράγματα. Σαρκικά και άκρως πρόστυχα.

Σε ένα λεπτό ο άνθρωπος ή μάλλον ο χρήστης αυτής την οθόνης μπορεί να δει τα πάντα. Από κάτι ωφέλιμο, μέχρι δολοφονίες ανθρώπων, θανάτους ανθρώπων, δυστυχήματα, βία κλπ.

Είναι αυτή η οθόνη που κάνει ανήλικους να βιαιοπραγούν σε άλλους ανηλίκους και να ανεβάζουν τις αδιανόητες αυτές πράξεις τους στις οθόνες μας. Είναι αυτή η οθόνη που φουντώνει την ανθρωπαρέσκεια μας όταν ανεβάζουμε διαρκώς φωτογραφίες με εμάς τους ιδίους.

Άλλοτε με το αυτοκίνητό μας, τον ή την σύζυγό μας, τα παιδιά μας και δυστυχώς και τα ανήλικα παιδιά μας, τα σώματά μας και ακραία όπως τώρα το καλοκαίρι οι γυναίκες στην παραλία με ένα μικρό κομμάτι ύφασμα που το λένε μαγιό!. Αυτή η οθόνη ανάβει σαρκικά πάθη. Ανάβει την φιλαυτία μας, την ηδονή μας, την περηφάνειά μας.

Αυτή η οθόνη δεν μας απομακρύνει μόνον από τη φυσική παρουσία του συνανθρώπου μας. Το κυριότερο, μας απομακρύνει από τον Θεό. Από τον Ιησού Χριστό που ήρθε στη γη και ενανθρώπησε για εμάς. Από την Παναγία και τους Αγίους μας.

Ο Απόστολος Παύλος μας λέει: «᾿Αδιαλείπτως προσεύχεσθε»(*). «Γρηγορεῖτε καὶ προσεύχεσθε, ἵνα μὴ εἰσέλθητε εἰς πειρασμὸν». (Αʹ Θεσσαλ. εʹ 17· Ματθ. κστʹ 41). Φυσικά αυτό μας το λέει ο Κύριος Ημών Ιησούς Χριστός, δια του Αποστόλου Παύλου. Εμείς όμως τι κάνουμε αδιαλείπτως; Οτιδήποτε άλλο πέραν της προσευχής.

Στον ελεύθερο μας χρόνο, κοιτάμε την οθόνη και όχι την ψυχή μας και τη σωτηρία αυτής. Ποιος αγαπητοί χαίρεται με αυτό; Οπωσδήποτε ο μισάνθρωπος διάβολος. Ο άνθρωπος αγαπητοί, είναι δημιούργημα του Τριαδικού Θεού. Σκοπός μας είναι η Προσευχή. Η Συνομιλία με τον Πατέρα, τον Υιό, την Παναγία και τους Αγίους μας.

Είναι η μελέτη του Λόγου του Θεού. Του Ευαγγελίου και η Ερμηνεία του όπως την κάνουν Θεόπνευστα οι Άγιοί μας Πατέρες. Εμείς όμως, σκοτισμένοι από τα πάθη μας, αντί να είμαστε κοντά στα παραπάνω, τον Λόγο του Θεού και την Θεόπνευστη Ερμηνεία του, κοιτάμε μια οθόνη. Μπορεί να είναι του κινητού, του φορητού ή σταθερού υπολογιστή ή η τηλεόραση.

Δλδ αγαπητοί. Αφήνουμε τον Δημιουργό μας και αφοσιωνόμαστε στο δημιούργημα. Δίνουμε την Καρδιά μας εκεί. Προσέξτε το. Δίνουμε την Καρδία μας στο Δημιούργημα και όχι στον Δημιουργό.

Έχουν φτάσει άνθρωποι σε εξάρτηση από το κινητό τηλέφωνο. Μήπως αγαπητοί, η κατάσταση αυτή είναι ειδωλολατρία; Η Οθόνη αυτή προάγει και μας προσκολλά στο Κοσμικό Πνεύμα. Το Σαρκικό, το εγωιστικό, το φιλήδονο. Μας απομακρύνει από την Πνευματική, Χριστιανικά Ορθόδοξη Ζωή. Μπαίνουμε μέσα από αυτήν την οθόνη στον Κόσμο. Στην υλιστική ζωή. Απορροφούμαστε από αυτήν και ξεχνάμε τον προορισμό μας στη γη που αποτελεί την εξορία του ανθρώπου αφού δεν είμαστε Κοσμοπολίτες αλλά Ουρανοπολίτες. Χάνουμε τον προορισμό μας που είναι η Άνω Ιερουσαλήμ, ο Παράδεισος.

Προσέξτε κάτι που το ακούω συχνά. Πολλοί παρασυρόμενοι από τους λογισμούς που τους βάζει ο πονηρός λένε: είναι αργά για να αρχίσω να διαβάζω το Ευαγγέλιο και την Αγία Γραφή. Είμαι φορτωμένος με πολλές αμαρτίες.

Εδώ αγαπητοί είναι η μεγαλύτερη παγίδα του διαβόλου. Να σε πείσει πως είναι πλέον αργά για να αρχίσεις να περπατάς στην Χριστιανικά Ορθόδοξη Πνευματική Ζωή. Σε αποθαρρύνει. Σε απομακρύνει. Σου λέει: με όλα αυτά που έχεις κάνει, τι την θες την Πνευματική Ζωή. Άργησες να το κάνεις.

Όχι αγαπητοί. Δεν αργήσαμε. Ο Ληστής στο Σταυρό είναι παράδειγμα για όλους μας. Την τελευταία στιγμή δια της Μετανοίας, μπήκε στον Παράδεισο. Ο Θεός με το άπειρο έλεός του μας περιμένει μέχρι την τελευταία μας στιγμή. Μην λοιπόν ακούμε αυτούς τους λογισμούς. Η Μετάνοια, η επιθυμία αλλαγής της ζωής μας, η εξομολόγηση, η παρουσία μας στην Εκκλησία, μας σώζουν.

Δεν λέω να τα κάνουμε αυτά σε όλο τους το μέγεθος. Όσο μπορούμε. Ο Ιησούς Χριστός είναι Καρδιογνώστης. Να κάνουμε προσπάθεια αλλαγής. Η οθόνη λοιπόν αυτή, προκαλεί την απομάκρυνσή μας από τον σκοπό μας που είναι η σωτηρία της ψυχής μας.

Όσο μπορείτε λιγότερο χρόνο να δώσετε σε αυτήν την οθόνη. Αφήστε την στην άκρη. Κοιτάξτε κάποια που θα ωφελήσουν πνευματικά την ψυχή σας και αφήστε την οθόνη. Δεν γεννηθήκαμε για να είμαστε όλη την ώρα σε αυτήν την οθόνη. Μακριά λοιπόν.

Κοντά στον Τριαδικό Θεό, την Υπεραγία Θεοτόκο και τους Αγίους μας.

Α.Η. 

Παρασκευή 10 Ιουλίου 2026

Ουράνιος Έρως: Η πορεία της ψυχής προς τον Χριστό (π. Ηλίας Γ. Διακουμάκος, Πρεσβύτερος).

Η ανθρώπινη καρδιά, από τότε που γεννήθηκε πάνω στη γη, κουβαλά μέσα της μια μυστική νοσταλγία. Δεν γνωρίζει πάντοτε τι είναι αυτό που ποθεί, ούτε μπορεί να το περιγράφει με λόγια. Ωστόσο, σε στιγμές σιωπής και βαθιάς εσωτερικής καθαρότητας, κάτι μέσα της αναστενάζει, σαν να θυμάται έναν χαμένο Παράδεισο. Αυτός ο αναστεναγμός είναι η κλήση του Θεού. Είναι η φωνή του Χριστού που μιλά στον άνθρωπο ήδη πριν ο άνθρωπος προφέρει το πρώτο Του όνομα.

Από αυτή τη θεία νοσταλγία γεννιέται ο Πατερικός λόγος. Οι Πατέρες της Εκκλησίας, οι άγιοι που βίωσαν την παρουσία του Θεού όχι ως ιδέα αλλά ως πραγματικότητα, τόλμησαν να πουν αυτό που πολλές φορές δεν τολμά να πει η ανθρώπινη γλώσσα: ότι ο Θεός δεν είναι απρόσιτος. Δεν είναι μακριά. Δεν είναι απλώς ο Δημιουργός του κόσμου. Είναι ο Αγαπημένος της ψυχής· ο Νυμφίος που έρχεται να συναντήσει τον άνθρωπο στο μυστήριο της

Αυτή η ενασχόληση δεν είναι θεολογική πραγματεία με ακαδημαϊκή διάθεση, ούτε φιλοσοφική ανάλυση. Είναι μια πορεία· μια σταδιακή ανάβαση της ψυχής προς το φως. Είναι μια προσπάθεια να αποτυπωθεί, όσο επιτρέπει ο λόγος, η λεπτή, τρυφερή και άκρως προσωπική σχέση που γεννιέται ανάμεσα στον άνθρωπο και τον Ιησού Χριστό. Αυτή η σχέση είναι έρωτας· όχι σαρκικός, όχι συναισθηματικός, αλλά θείος, άκτιστος, καθαγιασμένος.

Ο σκοπός του έργου αυτού είναι απλός: Να οδηγήσει τον αναγνώστη σε μια βαθύτερη συνάντηση με τον Χριστό· να του θυμίσει ότι η πίστη δεν είναι καθήκον, αλλά σχέση· ότι ο Θεός δεν περιμένει από εμάς μια εξωτερική θρησκευτική συμπεριφορά, αλλά την καρδιά μας.

Κι όταν όλα σωπάσουν (οι φωνές, οι αγωνίες, οι φόβοι) μένει μια μόνη αλήθεια, απλή και άγια, ότι: Ο Χριστός είναι η ζωή μας, ο έρωτας της ψυχής μας και το φως που ποτέ δεν δύει.

Ο Χριστός είναι Εκείνος που αφυπνίζει την εσωτερική ακρόαση της ψυχής. Είναι το πλέον άξιο “αντικείμενο” του ανθρώπινου πόθου, η ομορφιά που δεν εξαντλείται, η τελειότητα που δεν γνωρίζει όρια. Μέσα Του συμπυκνώνεται η βαθύτερη λαχτάρα της ανθρώπινης ύπαρξης, η προσδοκία για το απόλυτο και το αληθινό.

Γι᾽ αυτό και η προσευχή των αγίων γίνεται επίκληση: «Κύριε, χάραξε μέσα στα μάτια της ψυχής μου την εικόνα του Υιού Σου». Είναι η κραυγή μιας καρδιάς που αναζητά όχι απλώς μια μορφή, αλλά την ίδια την παρουσία του Θεανθρώπου να φωτίζει τον νου και να διαμορφώνει το «είναι».

Όποιος αγαπά τον Χριστό ως Νυμφίο της ψυχής του, ποθεί να Τον αντικρίζει αδιάκοπα. Όπως ο άνθρωπος που αγαπά βαθιά θέλει το αγαπημένο πρόσωπο πάντοτε μπροστά του, έτσι και η ψυχή που γνώρισε τον Κύριο επιθυμεί η μορφή Του να σφραγίζει κάθε σκέψη, κάθε φαντασία, κάθε ανάσα. Διότι δεν υπάρχει ομορφότερη θέα από τη λάμψη του Προσώπου Του.

Και όταν ανοίγουν τα μάτια το ξημέρωμα, η πρώτη κίνηση της καρδιάς είναι να στραφεί προς Εκείνον και να Τον χαιρετήσει με τρυφερή νοσταλγία. Τα χείλη ψιθυρίζουν τον ύμνο που διδάσκει η Εκκλησία και επαναλαμβάνουν μαζί με τις αγγελικές δυνάμεις: «Σέ προσκυνοῦμε, Δυνατέ· ἅγιος, ἅγιος, ἅγιος». Έτσι αρχίζει η μέρα του ανθρώπου που αγάπησε τον Νυμφίο:

* με μνήμη Θεού,

* με λαχτάρα συνάντησης και

* με την ταπεινή βεβαιότητα ότι κάθε αυγή είναι μια νέα πρόσκληση για κοινωνία με Εκείνον.

Η αυγή της καρδιάς

Υπάρχουν στιγμές στη ζωή του πιστού όπου ο Θεός δεν φανερώνεται με εικόνες ή λόγια, αλλά με μια αδιόρατη εσωτερική ανατολή. Είναι εκείνη η ώρα που ο άνθρωπος αισθάνεται ότι κάτι ξυπνά πέρα από τη σκέψη του· μια λεπτή, ήρεμη ακτίνα φωτός που δεν έρχεται από έξω, αλλά γεννιέται μέσα του. Αυτή η πνευματική αυγή δεν είναι προϊόν φαντασίας· είναι η μυστική επίσκεψη του Θεού στην καρδιά που Τον αναζητά.

Όταν η ψυχή καθαρίζει τον χώρο της από θορύβους, φόβους και φλύαρους λογισμούς, τότε ο Χριστός βρίσκει τόπο να εισέλθει. Όχι ως ένα ακόμη συναίσθημα, αλλά ως αληθινή παρουσία που μεταμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε τον κόσμο. Γιατί ο Θεός δεν επισκέπτεται τις ψυχές με θόρυβο. Έρχεται όπως το πρώτο φως πριν την αυγή: σεμνά, αθόρυβα, και όμως ακαταμάχητα.

Σ᾽ αυτήν τη στιγμή ο άνθρωπος αναγνωρίζει τη βαθιά αλήθεια ότι η ζωή έχει έναν μόνο προσανατολισμό που αξίζει: να στραφεί προς το πρόσωπο Εκείνου που είναι το φως και η ειρήνη της ύπαρξης. Ό,τι τον τραυμάτισε, ό,τι τον βάρυνε, ό,τι τον έκανε να σκοντάψει, χάνει την απολυτότητά του. Η καρδιά αρχίζει να βλέπει όχι με το σκοτεινό βλέμμα της ανάγκης, αλλά με το καθαρό βλέμμα της εμπιστοσύνης.

Και τότε, μέσα σ᾽ αυτήν τη λεπτή στιγμή, γεννιέται μια ευγνωμοσύνη που δεν χρειάζεται λόγια. Η ψυχή κατανοεί βαθιά πως δεν είναι μόνη, πως τη συνοδεύει μια αγάπη που δεν υποχωρεί στις καταιγίδες ούτε συνθηκολογεί με το σκοτάδι. Ο Χριστός γίνεται η αυγή της καρδιάς· ο ήλιος που δεν δύει ποτέ στους κόπους και στις αναμονές της ζωής.

Έτσι αρχίζει ο δρόμος της πνευματικής ωριμότητας: όχι με θορυβώδεις ενθουσιασμούς, αλλά με μια ήρεμη, βαθιά προσήλωση στην παρουσία του Θεού. Ο άνθρωπος μαθαίνει να περπατά όχι με την αλαζονεία της αυτάρκειας, αλλά με την ταπεινή βεβαιότητα ότι κάθε βήμα φωτίζεται από Εκείνον που έγινε για μας οδός, αλήθεια και ζωή.

Ύμνος θείων ερώτων

Υπάρχουν λόγια που μόνο η καρδιά τολμά να ψιθυρίσει όταν σταθεί μπροστά στον Χριστό. Λόγια που δεν γεννιούνται από σκέψη αλλά από άναμμα εσωτερικής φωτιάς· εκείνης της φωτιάς που τόσο βαθιά περιγράφει ο άγιος Συμεών ο Νέος Θεολόγος στους ύμνους των θείων ερώτων. Διότι η αγάπη προς τον Χριστό δεν είναι μια τυπική προσήλωση, αλλά φλόγα που καταλαμβάνει ολόκληρη την ύπαρξη.

Ο άγιος μιλά για τον Κύριο ως τον «Αγαπημένο της ψυχής», εκείνον που, μόλις Τον αντικρίσει κανείς, αισθάνεται να λιώνει μέσα του κάθε σκοτάδι. Έτσι και η ψυχή του πιστού, όταν σηκώσει τα μάτια της προς τον Θεάνθρωπο, δεν βλέπει απλώς ένα θείο πρόσωπο· βλέπει την ίδια την πηγή της ομορφιάς. Βλέπει τον Χριστό που την επισκέπτεται με την πιο λεπτή τρυφερότητα, σαν ήλιος που ανατέλλει απαλά αλλά ακατανίκητα.

Και τότε η καρδιά, σαν να ξυπνά από βαθύ ύπνο, αρχίζει να ψέλνει τον εσωτερικό της ύμνο: «Είσαι το κάλλος μου, το φως μου, η ανάσα μου· χωρίς Εσένα δεν υπάρχω». Ένας τέτοιος ύμνος δεν διδάσκεται· γεννιέται από εμπειρία. Είναι η μυστική φωνή που έχουν όσοι γνώρισαν τον Χριστό όχι μόνον ως Θεό, αλλά ως τον Εραστή της ψυχής τους· τον μόνο που μπορεί να αγγίξει τα πιο κρυφά βάθη της ανθρώπινης ύπαρξης.

Όπως ο άγιος Συμεών γράφει πως βλέπει τον Κύριο να λάμπει σαν «άκτιστο φως» και να τον κυκλώνει με ανείπωτη γλυκύτητα, έτσι και η ψυχή που αγαπά στρέφεται προς Εκείνον με μια λαχτάρα που την ξεπερνά. Γιατί ο Χριστός είναι ο μόνος που δεν ντροπιάζει την αγάπη μας, ο μόνος που δέχεται τη στοργή μας χωρίς να την απορρίπτει, ο μόνος που αγκαλιάζει τα δάκρυά μας σαν πολύτιμους λίθους.

Όταν η καρδιά φλέγεται από αυτήν την ουράνια αγάπη, τότε καταλαβαίνει γιατί οι άγιοι μιλούσαν για τον Κύριο με λέξεις που θυμίζουν ερωτικό πόθο· γιατί δεν υπάρχει αγάπη ανώτερη, πιο προσωπική, πιο ολοκληρωτική από τη σχέση με τον Χριστό. Είναι ο Μοναδικός που μπορεί να γίνει για τον άνθρωπο τα πάντα: ο φίλος, ο πατέρας, ο αδελφός, ο Νυμφίος.

Και η ψυχή, ντυμένη με αυτή την αγάπη, νιώθει τα μέλη της να στολίζονται με άφθαρτο κάλλος· νιώθει ότι γίνεται όμορφη όχι για τον εαυτό της, αλλά επειδή καθρεφτίζεται στο πρόσωπό Του. Και τότε ψιθυρίζει, με την απαλότητα που μόνο η αληθινή λατρεία γνωρίζει: «Κύριε, Εσύ είσαι το κάλλος μου. Όπου και αν στραφώ, Εσένα ζητώ να βλέπω. Ας γίνει η καρδιά μου θρόνος Σου, και τα μάτια μου να κοιτούν αιώνια το φως Σου».

Έτσι μιλούν όσοι αγαπούν τον Χριστό αληθινά, εκείνοι που γνώρισαν τι σημαίνει να καίγεσαι από θεϊκό έρωτα, να ζεις «εν Χριστώ», να μεταμορφώνεσαι από την παρουσία Του.

Η τρυφερή επίσκεψη της χάριτος

Υπάρχουν στιγμές στην πνευματική ζωή που ο Χριστός δεν έρχεται με φωτιά ούτε με εκθαμβωτική δόξα, αλλά με την απαλότητα μιας ανεπαίσθητης αύρας. Αυτή η επίσκεψη της Χάριτος δεν επιβάλλεται στην ψυχή· την αγγίζει με λεπτότητα, όπως η πρωινή δροσιά αγγίζει τα πέταλα ενός λουλουδιού. Ο άνθρωπος δεν την αντιλαμβάνεται πάντα με την πρώτη στιγμή· την αισθάνεται όμως αργότερα, όταν συνειδητοποιεί πως η καρδιά του άρχισε να μαλακώνει, να γίνεται δεκτική, ευάλωτη, ζωντανή.

Η χάρη εργάζεται αθόρυβα, τρυφερά· δεν εξαναγκάζει, αλλά ελκύει. Και τότε η ψυχή, σαν παιδί που αναγνωρίζει την παρουσία της μητέρας του χωρίς να την βλέπει, ανασηκώνεται προς τον Κύριο και Τον αναζητά με λαχτάρα. Δεν ζητά λόγους ούτε αποδείξεις· μόνο την αίσθηση της γλυκύτητας του Προσώπου Του. Γιατί η σχέση με τον Χριστό δεν είναι υπόθεση του νου, αλλά του έρωτα, εκείνου του άυλου, καθαγιασμένου έρωτα που διδάσκουν οι άγιοι.

Στις στιγμές αυτές, η ψυχή συλλαμβάνει κάτι από το μυστήριο των θείων ερώτων, ότι: Ο Θεός δεν θέλει απλώς να τον υπακούμε, αλλά να τον αγαπούμε. Θέλει να γίνει ολόκληρη η ύπαρξή μας τόπος συνάντησης, να γίνει η καρδιά μας το δωμάτιο όπου Εκείνος εισέρχεται και αναπαύεται. Όπως ο άγιος Συμεών περιγράφει την γλυκύτατη εμφάνιση του Χριστού που φωτίζει και συγκινεί την ψυχή μέχρι δακρύων, έτσι και η δική μας καρδιά μαθαίνει να κλαίει από αγάπη, όχι από λύπη· από χαρά, όχι από φόβο.

Κι όταν αυτή η επίσκεψη της χάριτος δυναμώσει, ο άνθρωπος αντιλαμβάνεται ότι όλα όσα αγαπούσε πριν χάνουν το βάρος τους. Τίποτα δεν συγκρίνεται με τη γλυκύτητα του Κύριου· τίποτα δεν παρηγορεί όπως το βλέμμα Του. Και η ψυχή λέει τότε τις μοναδικές λέξεις που δεν γράφονται σε βιβλία, αλλά χαράζονται μέσα μας σαν ανεξάλειπτη προσευχή: «Έλα, Κύριε· γίνε η ηρεμία μου, η ανάσα μου, η ζωή μου. Μείνε στην καρδιά μου, γιατί χωρίς Εσένα δεν είμαι τίποτα».

Έτσι γεννιέται ο αληθινός πνευματικός βίος: όταν ο άνθρωπος επιτρέπει σ᾽ αυτήν την τρυφερή επίσκεψη της χάριτος να γίνει μόνιμη κατοίκηση. Όταν η καρδιά παύει να αναζητά τον Θεό μόνο στις μεγάλες στιγμές και αρχίζει να Τον βρίσκει στα μικρά, στα ταπεινά, στα καθημερινά. Εκεί όπου η αγάπη Του γίνεται το φως που διαλύει κάθε σκοτάδι και κάνει την ψυχή ικανή να αγαπά, να συγχωρεί, να ελπίζει.

Αυτός είναι ο δρόμος των αγίων· όχι ενός ηρωικού μεγαλείου, αλλά μιας ταπεινής και σταθερής παράδοσης στον Χριστό, μέχρι να γίνει η καρδιά τους ολόκληρη δική Του.

Η φλόγα της θείας Αγάπης στους Πατέρες

Οι Πατέρες της Εκκλησίας μιλούν για τον Χριστό με λόγους που δεν προέρχονται από θεωρητική γνώση αλλά από άμεση εμπειρία της Χάριτος. Αυτή η εμπειρία γεννά μέσα τους έναν θείο πόθο, μια επιθυμία τόσο δυνατή ώστε ο άγιος Παύλος να φτάσει να πει: «Ζῶ δέ οὐκέτι ἐγώ, ζεῖ δέ ἐν ἐμοί Χριστός». Δεν είναι ποίηση αυτός ο λόγος· είναι η περιγραφή μιας ύπαρξης που έχει ήδη παραδοθεί ολόκληρη στην αγάπη του Κυρίου.

Ο Μέγας Βασίλειος, στοχαστής μεγάλης διαύγειας και καθαρότητας, ομολογεί με θαυμασμό ότι «τί ὁ κάλλους τοῦ θείου θαυμασιώτερον;». Για τον άγιο, η ομορφιά του Θεού δεν είναι απλώς ιδέα, αλλά πραγματικότητα που διαλύει τα σκοτάδια του νου και καθιστά την καρδιά ικανή να δει πέρα από τα επίγεια. Η ψυχή, όταν αντικρίσει έστω και ασθενώς το θεϊκό κάλλος, δεν μπορεί πια να αρκεστεί σε τίποτε λιγότερο.

Ο όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος, άνθρωπος βαθειάς μυστικής εμπειρίας, μιλά για την «κοινωνία» της ψυχής με τον Κύριο· για το μυστικό εκείνο σημείο στο οποίο ο άνθρωπος δεν αγαπά απλώς τον Θεό, αλλά αισθάνεται ότι όλο του το “είναι” συλλαμβάνεται από την παρουσία Του. Αυτή η ένωση είναι τρυφερή, είναι λεπτή, είναι ουράνια· σαν το γλυκό κάλεσμα του Νυμφίου στην άβυσσο της καρδιάς.

Και ο όσιος Μάξιμος ο Ομολογητής, υψώνοντας τον νου στα βάθη του μυστηρίου, μας διδάσκει πως ο έρωτας προς τον Χριστό μεταμορφώνει τον άνθρωπο ολοκληρωτικά. Η αγάπη αυτή δεν είναι συγκίνηση, ούτε παροδική ανάφλεξη· είναι η δύναμη που λυτρώνει τον νου από τα δεσμά του εγώ και τον ενώνει με την αληθινή του αρχή: τον Θεό. «Όπου είναι ο έρως», λέει, «εκεί δεν υπάρχει μέτρο· ούτε φόβος· μόνο κίνηση της καρδιάς προς το άπειρο».

Τέτοια είναι η αγάπη των Πατέρων· και τέτοια γίνεται και η δική μας όταν, έστω λίγο, δούμε το φως του Προσώπου του Χριστού. Γιατί τότε όλα αλλάζουν: η καρδιά μαλακώνει, η ψυχή φωτίζεται, η σκέψη καθαρίζει.

Και ξαφνικά ο άνθρωπος αναφωνεί, όπως ο ερωτευμένος που αντικρίζει τον Αγαπημένο του: «Ήλθες, Κύριε· και η παρουσία Σου έγινε για μένα ζωή, θάρρος, ανάπαυση και φως. Μη φύγεις ποτέ από την καρδιά μου».

Έτσι εργάζεται η θεία αγάπη: όχι με θόρυβο, αλλά με φως. Όχι με εξαναγκασμό, αλλά με κάλεσμα. Όχι με φόβο, αλλά με μια γλυκιά, ακαταμάχητη επιθυμία που οδηγεί τον άνθρωπο στην τελειότητα της Χάριτος.

Όταν η ψυχή πορεύεται μέσα από τα μονοπάτια της θείας αγάπης, ανακαλύπτει σταδιακά πως ο Χριστός δεν είναι απλώς ένα πρόσωπο της πίστεως· είναι ο ίδιος ο σκοπός της υπάρξεως. Είναι Εκείνος που αναπνέει μέσα στο βλέμμα μας, που φωτίζει τις πληγές μας, που κρυφομιλά στην καρδιά μας ακόμη κι όταν εμείς δεν έχουμε λόγια να Του μιλήσουμε. Χωρίς Εκείνον η ζωή γίνεται ένα άδειο περίβλημα· με Εκείνον, όμως, κάθε στιγμή αποκτά βάθος, νόημα και προορισμό.

Μέσα από τις φωνές των Πατέρων, την σοφία των αγίων και την προσωπική πάλη του ανθρώπου, φανερώνεται ένα μυστήριο μεγάλο: ότι ο Θεός δεν ζητά να Τον ακολουθήσουμε με φόβο αλλά με αγάπη· δεν ζητά να Τον υπηρετήσουμε ως δούλοι αλλά να Τον αγαπήσουμε ως Νυμφίο. Η σχέση που γεννιέται ανάμεσα στην ψυχή και τον Χριστό είναι μια σχέση λεπτή, δυνατή και άφθαρτη· σχέση που επιβιώνει στα σκοτάδια, ανθίζει στις δοκιμασίες και φωτίζει τον δρόμο της αιωνιότητας.

Κάθε άνθρωπος καλείται να ζήσει αυτή τη μυστική συνάντηση, να ακούσει τη γλυκιά φωνή του Κύριου να ψιθυρίζει μέσα του: «Μη φοβάσαι· Εγώ είμαι εδώ». Και τότε η ψυχή, σαν νύμφη που τρέχει προς τον Αγαπημένο της, ενώνεται με Εκείνον που έγινε για χάρη της άνθρωπος, σταυρώθηκε, αναστήθηκε και μένει αιώνια κοντά της ως παρηγοριά και φως.

Η πνευματική ζωή δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια επιστροφή στο σπίτι της καρδιάς· εκεί όπου κατοικεί ο Χριστός. Και όσο ο άνθρωπος προχωρεί σ᾽ αυτήν την οδό, τόσο περισσότερο καταλαβαίνει ότι όλη η ζωή του ήταν μια πρόσκληση, μια αναμονή, μια προετοιμασία για αυτήν ακριβώς την ένωση.

Κι όταν όλα σωπάσουν (οι φωνές, οι αγωνίες, οι φόβοι), μένει μια μόνη αλήθεια, απλή και άγια, ότι: Ο Χριστός είναι η ζωή μας, ο έρωτας της ψυχής μας και το φως που ποτέ δεν δύει.

Αυτό είναι το τέλος κάθε αναζήτησης· και η αρχή της αιώνιας χαράς.

alopsis.gr

Αθανάσιος Διάκος: Ο Εθνομάρτυς και αγωνιστής της Ελευθερίας της Ελλάδος και της Ορθοδοξίας.

Αθανάσιος Διάκος, γνωστός ήρωας της επανάστασης του 1821 με μαρτυρικό τέλος. Κοιμήθηκε ως Έλληνας ήρωας και γενναίος χριστιανός. Δεν απαρνήθηκε την πίστη του, ούτε και την ελληνικότητά του. Ανδρείος στο φρόνημα ως ελληνορθόδοξος μαχητής. Τον κατέγραψε η ιστορική και λαϊκή μνήμη στις χρυσές σελίδες που (πρέπει να) εμπνέουν και (να) καθοδηγούν τις μετέπειταγενεές. Το πραγματικό όνομα του Διάκου, κατά μια εκδοχή, ήταν Αθανάσιος  Μασαβέτας και κατά άλλη εκδοχή Αθανάσιος Γραμματικός. Γεννημένος το 1788, μυήθηκε στην Φιλική Εταιρεία το 1818 και το 1820 έγινε αρματολός στη Λιβαδειά. Είχε έφεση στη θρησκεία και η μητέρα του σε ηλικία 12 ετών τον πήγε στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη στην Αρτοτίνα Φωκίδας για να εκπαιδευτεί. Έγινε μοναχός και λόγω του μεγάλου ζήλου γρήγορα χειροτονήθηκε διάκος. Η λαϊκή παράδοση αναφέρει ότι, όταν ο Αθανάσιος Διάκος ήταν μοναχός ένας τούρκος πασάς με τα στρατεύματά του επισκέφθηκε το μοναστήρι εντυπωσιάστηκε από την εμφάνιση του νεαρού διάκου και με τα λεγόμενα του (και την μετέπειτα πρότασή του) πρόσβαλε τον διάκο, ο οποίος πάνω στον καυγά που επακολούθησε σκότωσε τον τούρκο και αναγκάστηκε να φύγει στα βουνά και να γίνει κλέφτης. Σύμφωνα με άλλη εκδοχή σε ένα γάμο την Αρτοτίνα όπου γλεντούσαν και πυροβολούσαν ένα βόλι σκότωσε τον γιό της Κοντογιάννενας από μεγάλο σόι, γειτονικού χωριού. Στον γάμο αυτό παρών ήταν και ο Διάκος, ο οποίος κατηγορήθηκε ότι αυτός είναι ο φονιάς, χωρίς να είναι βέβαιο ότι αυτός άθελά του τον σκότωσε. Έτσι αναγκάστηκε να καταφύγει στα βουνά. Αργότερα, στο πανηγύρι της Παναγιάς ο Διάκος κατέβηκε στο χωριό και οι Τούρκοι τον συνέλαβαν μαζί με κάποιον Καφέτζο που κυνηγούσαν και τους οδήγησαν στις φυλακές από τις οποίες κατάφεραν να δραπετεύσουν και να καταφύγουν και πάλι στα βουνά. Μαζί έφτασαν στο λημέρι του ξακουστού κλέφτη της Δωρίδας Τσαμ Καλόγερου. Σε μια συμπλοκή με τους τούρκους ο καπετάνιος Τσάμ Καλόγερος πληγώθηκε βαριά και ο Διάκος με ηρωισμό και αυτοθυσία τον έσωσε από βέβαιο θάνατο μεταφέροντάς τον στους ώμους του σε απάτητο ύψωμα δυο ώρες πορεία. Εκεί ο καπετάνιος Τσάμ Καλόγερος είπε παρουσία όλων των ανδρών της ομάδος του: «Αν πεθάνω, αυτός πρέπει να γίνει καπετάνιος σας». Αργότερα οι άνδρες της ομάδας του Τσάμ Καλόγερου χωρίστηκαν σε τρείς ομάδες, εις την μία αρχηγός ήταν ο Διάκος, ο Γούλας και ο Σκαλτσοδήμος. Εκείνο το διάστημα πληροφορείται ο Διάκος ότι τουρκικό απόσπασμα συνέλαβε και σκότωσε τον πατέρα του και έναν από τους αδελφούς του και ορκίζεται να τιμωρήσει αυστηρά την τουρκιά. Κάθε απόσπασμα που ξεμυτούσε αποδεκατίζετο από τους άνδρες του Διάκου. Εκείνη την εποχή ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων κατέστρωνε σχέδια εναντίον του Σουλτάνου και κάλεσε στην έδρα του καπεταναίους, μεταξύ αυτών και τον Σκαλτσοδήμο, ο οποίος έστειλε τον Διάκο. Ο Διάκος υπήρξε αρματολός από το 1814 έως το 1816 και όταν ο Οδυσσέας Ανδρούτσος έγινε καπετάνιος υπήρξε πρωτοπαλίκαρό του. Αργότερα δημιουργεί δική του ομάδα και όπως συμβαίνει και με άλλους καπετάνιους γίνεται και μέλος της Φιλικής Εταιρείας προετοιμαζόμενος για τον μεγάλο, πάνδημο ξεσηκωμό. Αφού άρχισε η επανάσταση ο Διάκος με τον φίλο του και ντόπιο καπετάνιο Βασίλειο Μπούσγο πολιορκούν την Λιβαδειά και την ελευθερώνουν. Την 4η Απριλίου 1821 η ελληνική σημαία κυματίζει περήφανα στην ελεύθερη Λιβαδειά. Ο Χουρσίτ Πασάς με εντολή του Σουλτάνου στέλνει δυο από τους καλύτερους διοικητές από την Θεσσαλία, τον Ομέρ Βρυώνη και τον Κιοσέ-Μεχμέτ πασά με 8000 πεζούς και 1000 ιππείς με σκοπό να καταστείλουν την επανάσταση στην Ρούμελη και στη συνέχεια να προχωρήσουν στην Πελοπόννησο. Ο Διάκος και η ομάδα του που ενισχύθηκαν με τον Πανουργιά και τον Δυοβουνιώτη αποφάσισαν να αποκόψουν την πορεία των τούρκων στη Ρούμελη λαμβάνοντας θέσεις κοντά στις Θερμοπύλες. Οι 1500 Έλληνες μαχητές χωρίστηκαν σε τρείς ομάδες. Η ομάδα του Διάκου ανέλαβε να υπερασπιστεί την γέφυρα της Αλαμάνας στον Σπερχειό ποταμό. Ο Δυοβουνιώτης την Γέφυρα του Γοργοποτάμου και ο Πανουργιάς τα ύψη της Χαλκωμάτας. Ο Δυοβουνιώτης γρήγορα οπισθοχώρησε και η ομάδα του Πανουργιά, όταν ο ίδιος πληγώθηκε, οπισθοχώρησαν και πολλοί χάσανε τη ζωή τους, μεταξύ αυτών και ο επίσκοπος Σαλώνων  Ησαΐας και ο αδελφός του Παπαγιάννης. Οι τούρκοι συγκέντρωσαν όλες τις δυνάμεις των εναντίον του Διάκου. Ο συνεργάτης Μπούσγος του προτείνει να οπισθοχωρήσουν πριν περικυκλωθούν από τους πολυάριθμους εχθρούς. Ο Διάκος αρνείται λέγοντας "Ο Διάκος δεν φεύγει, ούτε εγκαταλείπει τους συντρόφους του"  και έμεινε με 48 παλικάρια. Η μάχη της Αλαμάνας. Πολεμώντας γενναία τραυματίζεται και συλλαμβάνεται από πέντε Τσάμηδες, οι συμμαχητές του Μπακογιάννης και Καλύβας ορμούν να τον ελευθερώσουν αλλά πέφτουν νεκροί από τα βόλια των εχθρών. Ο Διάκος οδηγείται  στη Λαμία και τον παρουσιάζουν στον Ομέρ Βρυώνη, ο οποίος γνώριζε και εκτιμούσε τον Διάκο από την περίοδο που ήταν μαζί στην αυλή του Αλή Πασά. Ο Βρυώνης προσφέρει αξιώματα και πολλά δώρα και θέτει ως όρο να αλλαξοπιστήσει ο Διάκος και να ασπαστεί το Ισλάμ. Του ζητείται να προδώσει Χριστό και Ελλάδα. Να γίνει εφιάλτης. Αν είναι δυνατόν. Ο Αθανάσιος Διάκος απαντά με υπερηφάνεια και λεβεντιά.  "Εγώ Γραικός εγεννήθηκα, Γραικός θε να αποθάνω!" Το γνωρίζει και το αντιλαμβάνεται ότι τον περιμένει ο θάνατος. Ο Ομέρ Βρυώνης δείχνει συμπάθεια προς τον Διάκο αλλά, τον οδηγεί προς τον θάνατο, πιεζόμενος από τους υπόλοιπους τούρκους. Ο Διάκος αντιμετωπίζει τον θάνατο με ψυχραιμία. Ένα παράπονο βγαίνει από τα χείλη του, αφού δεν θα ζήσει την ημέρα της ελευθερίας. Είπε, λοιπόν:  "Για δες καιρό που διάλεξε ο χάρος να με πάρει, τώρα που ανθίζουν τα κλαδιά και βγάζει η γης χορτάρι». Στη Λαμία κλείνουν τον Διάκο σε ένα παλιό χάνι. Τρείς Έλληνες παρακολουθούν κρυφά από χαλασμένα παραθυρόφυλλα του χανιού τα τεκταινόμενα μέσα σε αυτό. Τον έδεσαν με σχοινιά σε ένα παχνί και τον φυλάγανε. Ο διάκος πονούσε αλλά δεν παραπονιότανε. Ξαφνικά ανοίγει η πόρτα και εμφανίζονται δυο μπέηδες, ο Ομέρ Βρυώνης και ο σκληρός Χαλήλ Μπέης, ο οποίος αφού βεβαιώνεται ότι ο Διάκος είναι δεμένος παριστάνει τον γενναίο παλικαρά. Κτυπά τον δεμένο Διάκο. Τον διακόπτει ο Βρυώνης και αρχίζει διάλογος μεταξύ Διάκου και Βρυώνη. Οι παρατηρητές δεν ακούνε αλλά βλέπουν τον Διάκο να απορρίπτει τις προτάσεις του Βρυώνη κουνώντας αρνητικά το κεφάλι του. Ο Βρυώνης εξαγριώνεται και αρχίζει να φωνάζει, μα ο Διάκος τον αντιμετωπίζει με απόλυτη ηρεμία. Οι δυο μπέηδες φεύγουν και αναλαμβάνει πλέον ο δήμιος. Το μαρτυρικό τέλος του Αθανασίου Διάκου. Αρχίζουν οι τούρκοι τις προεργασίες για το τέλος της επίγειας ζωής του Εθνομάρτυρα. Στο μισοσκόταδο βλέπει ο Διάκος και οι τρείς παρακολουθούντες τους τούρκους να ανάβουν φωτιά και να βάζουν πάνω μια σιδεροστιά και ένα μεγάλο χάλκινο κακάβι στο οποίο ρίχνουν μέσα λάδι. Πιάνουν τον Διάκο καθώς είναι δεμένος χειροπόδαρα και τον βάζουν να καθίσει πάνω σε ένα σκαμνί, ώστε τα πόδια του να κρέμονται. Οι τούρκοι τον περιπαίζουν και του υπόσχονται διάφορα. Αυτός απαντά κουνώντας αρνητικά το κεφάλι του. Σε κάθε άρνηση οι βασανιστές μπήγουν πιο βαθειά τα καρφιά στο σώμα του ήρωα, ο οποίος αναταράζεται ολόκληρος από τους πόνους. Η μυρωδιά του καιόμενου λαδιού τρυπά τις μύτες όλων. Βλέπουν οι τρείς αυτόπτες μάρτυρες τους τούρκους να παίρνουν το καυτό λάδι και να το ρίχνουν στα γυμνωθέντα πόδια του Διάκου, ο οποίος σφαδάζει από τους πόνους κάθε φορά που πέφτει καυτό λάδι στα πόδια του. Όταν διαπίστωσαν ότι δεν αντιδρά έντονα άφησαν τα πόδια, τον ξεγύμνωσαν το επάνω μέρος του σώματος σχίζοντας την πουκαμίσα και το γιλέκο. Αρχίζουν να ρίχνουν το καυτό λάδι στο κορμί, στο στήθος και στα χέρια. Βουβή η αντίδραση του εθνομάρτυρα. Η βουβή αντίδραση τους εκνευρίζει τον βασανίζουν αλλά, προσέχουν να μη πεθάνει, αυτή είναι η εντολή που έχουν. Το σώμα του φαίνεται ότι αρχίζει να νεκρώνεται αλλά το πνεύμα του φαίνεται καθάριο από τις αντιδράσεις και τις αρνήσεις του. Εξοργίζονται και επινοούν νέους τρόπους βασανισμών. Με τα καρφιά αρχίζουν να σπάνε τις φυσαλίδες που δημιουργηθήκανε από το καυτό λάδι σε ολόκληρο το σώμα του. Το χάραμα βρήκε τον Διάκο να κρατιέται όρθιος με τα σχοινιά και τους βασανιστές του αποκαμωμένους από το ξενύχτι και την κούραση. Όταν ο ήλιος ανέβηκε ψηλά βγάζουν τον Διάκο έξω σέρνοντάς τον χωρίς όμως να δείχνει ότι καταλαβαίνει. Τον οδηγούν στο τελικό μαρτύριο, στο σούβλισμα. Με την άδεια του Χαλήλ Μπέη πολύς κόσμος συγκεντρώθηκε για να δει το απάνθρωπο μαρτύριο. Για να φοβηθεί, αυτός ήταν ο στόχος των τούρκων. Ανάμεσα στο πλήθος ξεχωρίζει η μάνα του Διάκου, η οποία πληροφορήθηκε το γεγονός και ήλθε να αποχαιρετήσει τον υιό της από την επίγεια τούτη προσωρινή ζωή. Η εμφάνιση του δημίου με ένα σουβλί στα χέρια μαρτυρά τις προθέσεις των τούρκων. Ο δήμιος τρέμει από τον φόβο γιατί πρέπει ο Αθανάσιος Διάκος να μη πεθάνει κατά την διάρκεια του σουβλίσματος. Το έργο του δημίου λεπτό και φοβερό. Δένει τον Διάκο σε ένα σαμάρι ανάσκελα και με τα πόδια ανοικτά και αρχίζει το έργο. Χώνει την πολύ καλά λεπτυσμένη άκρη του σουβλιού, ξεκινώντας απ' τη βουβωνική χώρα και προχωρώντας προς τα επάνω, περνώντας το σουβλί κάτω οπό το δέρμα, μέχρι που το έβγαλε πάνω στην πλάτη του, λίγο κάτω απ' το δεξιό του το αυτί. Από κάποιες μικροκινήσεις που κάνει ο Διάκος κάθε φορά που σπρώχνει το σουβλί προς τα επάνω ο δήμιος, δείχνει ότι ακόμα είναι ζωντανός. Μόλις τελειώνει ο γύφτος, ορμούν Τούρκοι και με σκοινιά δένουν το σώμα γύρω στο σουβλί για να μη σπάσει το δέρμα και ακουμπάνε όρθιο σχεδόν το σουβλί με το Διάκο σ' ένα δέντρο. Στη συνέχεια, σπεύδουν να συγυρίσουν τη φωτιά που έχουν ανάψει. Και τότε γίνεται κάτι που ξαφνιάζει τους πάντες. Ένας Τούρκος καβάλα στο ψαρί του άλογο στέκεται μπροστά στο σουβλισμένο, βγάζει τη διμούτσουνη όρθια κουμπούρα του και τη στρέφει στο Διάκο. Δύο κουμπουριές ακούγονται που βρίσκουν κατάστηθα το Διάκο. Κι ο Τούρκος κεντρίζοντας το άλογο του, χάνεται στην ανηφόρα μέσα στα στενάκια. Ο Χαλήλ Μπέης, βλέπει αυτό και αφρίζει απ' το θυμό του. Και δίνει εντολή, να βάλουν το Διάκο έτσι, πάνω στη φωτιά, και να τον γυρίσουν λίγο! Ο κόσμος που παρακολουθεί αυτή την κτηνωδία μένει άφωνος. Στη συνέχεια ο Χαλήλ οργισμένος και ανικανοποίητος, δίνει εντολή να πάρουν έτσι με το σουβλί τον νεκρό τον Διάκο και να τον πετάξουν στην άκρη του ρέματος. Άφησαν τον νεκρό ξεσκέπαστο, άταφο, σχεδόν τρείς ημέρες φρουρούμενο. Οι φρουροί αποχώρησαν την τρίτη ημέρα αφού άρχισε να μυρίζει, οπότε βρήκαν ευκαιρία κάποιοι χριστιανοί οι οποίοι περίμεναν και είχαν προετοιμάσει έναν λάκκο εκεί ακριβώς που σήμερα είναι ο τάφος του. Του έβγαλαν το σουβλί, τον καθάρισαν λίγο και  τον έθαψαν, χωρίς να βάλουν πάνω του ούτε έναν σταυρό, από φόβο. Περί το 1860, ο συνταγματάρχης Ρούβαλης που είχε έρθει από την Καλαμάτα με μετάθεση στη Λαμία και είχε πληροφορηθεί πού περίπου είχαν θάψει το Διάκο έκανε έρευνες να τον βρει. Στις αρχές του 1900 η Λαμία τίμησε τον Διάκο όπως έπρεπε. Αφού ανακαίνισε τον πρόχειρο τάφο του στο σημείο που είναι ακόμα, έστησε τον υπέρλαμπρο ανδριάντα του στην πλατεία Διάκου, με αποκαλυπτήρια επίσημα, παρουσία και του Βασιλέως Γεωργίου Α' και της βασιλικής οικογένειας, υπουργών, στρατιωτικών και άλλων επισήμων, στις 23 Απριλίου 1903.Ο αείμνηστος μητροπολίτης Φθιώτιδος Νικόλαος προώθησε την αίτηση ανακήρυξης της αγιότητας του Αθανασίου Διάκου, αλλά η πρότασή του δεν έχει γίνει δεκτή έως σήμερα από την Ιερά Σύνοδο. Για το θέμα ο μακαριστός μητροπολίτης δήλωσε: «Ο Αθανάσιος Διάκος δικαίως ονομάσθηκε “Ο ηρωικότερος των ηρώων της Ελληνικής Επαναστάσεως του 1821 και ο γενναιότερος των γενναίων”. Υπήρξε ομολογητής του Χριστού και μάρτυρας με τη γνησιότητα και τη ζωντάνια των μαρτύρων της πρωτοχριστιανικής εποχής. Προκλήθηκε να αρνηθεί την πίστη του με πλούσιες ανταμοιβές και δελεάσματα, αλλά έμεινε αμετακίνητος, προτιμήσας τον μαρτυρικό θάνατο από την προδοσία και την ατιμία. Ο δι’ ανασκολοπισμού μαρτυρικός θάνατός του υπήρξε “το γνησιώτερον βάπτισμα”, όπως χαρακτηρίζουν οι Διαταγές των Αποστόλων τον θάνατο του μάρτυρος, το οποίο εξάλειψε κάθε αμαρτία και τον παρέδωσε καθαρόν και άγιον εις τον Θεόν». Πληροφορία που τιμά την Εκκλησία μας και τον ελληνικό Λαό.Το κέντρο νεότητας «Άγιος Φώτιος» της Ιεράς Μητροπόλεως Κίτρους και Κατερίνης με τις ευλογίες του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου κ. Γεωργίου και την άοκνη προσπάθεια του πατρός Παύλου Ντούρου, που έγραψε το σενάριο και έκανε τη σκηνοθεσία, και πληθώρας εθελοντών ετοίμασε κινηματογραφική ταινία για τον άξιο Εθνομάρτυρα, και ίσως ιερομάρτυρα, Αθανάσιο Διάκο.

Μυργιώτης  Παναγιώτης
Μαθηματικός

ΣΣ  Η ταινία προβάλλεται σε πολλές πόλεις και σημειώνει μεγάλη επιτυχία. Η Αθήνα και η Θεσσαλονίκη έχουν προβάλλει την υπέροχη ταινία. Έχει προβληθεί και σε πολλές άλλες πόλεις της Ελλάδος και του Εξωτερικού Ευρώπη,  Αμερική κλπ.

Άγιος Γαβριήλ της Σαμταυριάς (Ουργκεμπάτζε). Ὁ θάνατος δέν εἶναι τίποτα.

Ο θάνατος δεν είναι τίποτα. Το πώς κλείνεις και ανοίγεις τα μάτια σου είναι το ίδιο. Μη φοβάσαι τον θάνατο. Μετά την πτώση είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξής μας. Φοβάστε τις αμαρτίες που είναι εχθρικές προς τον Θεό.

Ο Άγιος Γαβριήλ της Σαμταυριάς (Ουργκεμπάτζε)

https://apantaortodoxias.blogspot.com/2021/12/blog-post_550.html

hristospanagia.gr 

Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης.

Παΐσιε τοῦ ὄρους Ἄθωνος δένδρον, πολύκαρπον ὁσιώτατε ἐδείχθης. Δεκάτῃ τε καὶ δευτέρᾳ Παΐσιος θάνε. Τύπος εορτής: Στραθερή. Εορτάζει στι...