Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2026

«Κάθε ἀπάτη καί ματαιότητα καί καλλωπισμό τῆς ὕλης καί τοῦ φθαρτοῦ αὐτοῦ σώματος», ϟΣΤ'(:96ου) Κανών τῆς ΣΤ΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου.Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

Ἑρμηνεία τοῦ ϟΣΤ'(:96ου) Κανόνος τῆς ΣΤ΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου

Κανόνας ϟΣΤ’: «Οἱ τόν Χριστόν διά τοῦ βαπτίσματος ἐνδυσάμενοι, τήν ἐν σαρκί αὐτοῦ πολιτείαν μιμεῖσθαι καθωμολόγησαν. Τούὺς οὖν τάς ἐν τῇ κεφαλῇ τρίχας πρός λύμην τῶν ὁρώντων ἐν ἐπινοίαις ἐμπλοκῆς εὐθετίζοντας, καί διασκευάζοντας, καί δέλεαρ προτιθέντας ἐντεῦθεν ταῖς ἀστηρίκτοις ψυχαῖς, ἐπιτιμίῳ προσφόρῳ πατρικῶς θεραπεύομεν, παιδαγωγοῦντες αὐτούς, καί σωφρόνως βιοῦν ἐκδιδάσκοντες, πρός τό ἀφέντας τήν ἐκ τῆς ὕλης ἀπάτην καί ματαιότητα, πρός τήν ἀνώλεθρον καί μακαρίαν ζωήν τόν νοῦν μετάγειν διηνεκῶς, καί ἐν φόβῳ ἁγνήν ἔχειν ἀναστροφήν, καί Θεῷ πλησιάζειν, κατά τό ἐφικτόν, διά τῆς ἐν βίῳ καθάρσεως, καί τόν ἔνδον, ἤ τόν ἔξω ἄνθρωπον μᾶλλον κοσμεῖν ἀρεταῖς καί χρηστοῖς καί ἀμώμοις τοῖς ἤθεσιν· ὥστε μηδέν λείψανον φέρειν ἐν ἑαυτοῖς τῆς τοῦ ἐναντίου σκαιότητος. Εἰ δέ τις παρά τόν παρόντα κανόνα διαγίνοιτο, ἀφοριζέσθω».

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

«Ὅσοι εἰς Χριστόν ἐβαπτίσθητε, Χριστόν ἐνεδύσασθε (:Ὅσοι βαπτιστήκατε στό ὄνομα τοῦ Χριστοῦ, πιστεύοντας σέ Αὐτόν ὡς σωτήρα, ντυθήκατε τόν Χριστό καί ἑνωθήκατε μαζί Του)» [Γαλ. 3,27], λέει ὁ μέγας Παῦλος. Ἀπό αὐτό ὁ παρών Κανόνας προσθέτει ὅτι ὅσοι ἐνδύθηκαν (μέ τό βάπτισμά τους) τόν Χριστό, πρέπει καί κατ’ Ἐκεῖνον νά πολιτεύονται καί νά μεταχειρίζονται κάθε ἁγνότητα καί καθαρότητα καί ὄχι νά κοσμοῦν τό σῶμα μέ περιττά καί περίεργα στολίδια. Γιά τόν λόγο αὐτόν ἀφορίζει ἐκείνους τούς Χριστιανούς, πού πλέκουν τίς τρίχες τῆς κεφαλῆς τους, χτενίζοντάς τις καί ἰσιώνοντάς τις καί προβάλλοντάς τις σάν ἕνα δόλωμα γιά τίς ἀστήρικτες καί ἐπιρρεπεῖς στήν ἁμαρτία ψυχές, τόσο τῶν ἀντρῶν ὅσο καί τῶν γυναικῶν1. Μέ τό ἐπιτίμιο αὐτό τοῦ ἀφορισμοῦ, παιδαγωγώντας τούς ἀνθρώπους πού ἔχουν τέτοιες συνήθειες, τούς διδάσκει νά ἀφήσουν κάθε ἀπάτη καί ματαιότητα καί καλλωπισμό τῆς ὕλης καί τοῦ φθαρτοῦ αὐτοῦ σώματος, νά ἀνεβάσουν δέ τόν νοῦ τους πρός τήν μακαρία καί ἄφθαρτη ἐκείνη ζωή, πλησιάζοντας στόν Θεό κατά τό δυνατόν μέν τήν καθαρότητα τῆς ζωῆς καί στολίζοντας προτιμότερο μέ ἀρετές καί ἤθη χρηστά τόν ἔσω ἄνθρωπο, δηλαδή τήν ψυχή, παρά τόν ἔξω ἄνθρωπο, δηλαδή τό σῶμα, μέ τέτοια ἀπατηλά καί μάταια καλλωπίσματα· μέ τέτοιο τρόπο ὥστε νά μήν φέρουν πλέον στόν ἑαυτό τους κανένα σημάδι τῆς κακίας τοῦ διαβόλου, τόν ὁποῖο ἀποτάχτηκαν μέσῳ τοῦ ἁγίου Βαπτίσματος.

ΣΥΜΦΩΝΙΑ

Γιά τόν λόγο αὐτόν καί ὁ Θεός προστάζει στό Λευιτικόν [κεφ.ιθ΄27: «Οὐ ποιήσετε σισόην ἐκ τῆς κόμης τῆς κεφαλῆς ὑμῶν, οὐδέ φθερεῖτε τήν ὄψιν τοῦ πώγωνος ὑμῶν (:Δέν θά κάνετε πλεξούδα ἀπό τά μαλλιά τῆς κεφαλῆς σας, οὔτε θά παραποιήσετε τήν ἐξωτερική ὄψη τῆς γενειάδας σας)»] νά μήν κάνει κάποιος «σισόη» ἀπό τά μαλλιά τῆς κεφαλῆς του, δηλαδή πλεξούδα, σύμφωνα μέ τόν ἀνώνυμο ἑρμηνευτή. Ὁπότε τόσο ὅλοι ἀπό κοινοῦ οἱ Ἀπόστολοι στίς Διαταγές [βιβλ. Α΄, κεφ. γ΄], προστάζουν τούς ἄντρες νά μήν πολυχτενίζονται ἤ νά βάζουν μύρο στά μαλλιά τους ἤ νά τά μοιράζουν σέ μία ἤ πολλές πλεξοῦδες, γιά νά μήν τραβοῦν μέ αὐτά σέ ἔρωτα τίς γυναῖκες, ἀλλά νά κόβουν τά μαλλιά τους [ βλ. Βιβλίο Α, κεφ. γ΄8: «Τό ὑπό τῆς φύσεώς σοι δεδομένον ἐκ Θεοῦ κάλλος μή προσεπικαλλώπιζε, ἀλλά ταπεινοφρόνως μετρίασον αὐτό πρός ἀνθρώπους, οὕτως τήν τρίχα σου τῆς κόμης μή παρατρέφων, μᾶλλον δέ συγκόπτων καί καθαιρῶν αὐτήν, ἵνα μή κατακνιζομένου σου καί ἄσκυλτον τηροῦντος τήν κεφαλήν ἤ καταμεμυρισμένου σου ἐπαγάγῃς σεαυτῷ τάς οὕτως ἀγρευομένας ἤ ἀγρευούσας γυναῖκας (:Τό κάλλος πού σοῦ δόθηκε ἀπό τή φύση ἀπό μέρους τοῦ Θεοῦ νά μήν τό περιποιεῖσαι ἐπιπλέον, ἀλλά νά τό μετριάζεις μέ ταπεινοφροσύνη μπροστά στούς ἀνθρώπους· ἔτσι νά μή μεταβάλλεις τίς τρίχες τῆς κεφαλῆς σου, ἀλλά μᾶλλον νά τίς κόβεις καί νά τίς ἐλαττώνεις, γιά νά μήν ἑλκύεις πρός τόν ἑαυτό σου ὅταν λικνίζεσαι καί ἔχεις ἄθικτα τά μαλλιά σου, ἤ μοσχοβολᾶς, τίς γυναῖκες πού μέ τόν τρόπο αὐτό ἕλκονται καί ἕλκουν)»].

Ἐπίσης στίς Ἀποστολικές Διαταγές, βιβλίο Α΄, κεφ. γ΄10-11: «Πιστῷ γάρ σοι ὄντι καί ἀνθρώπῳ τοῦ Θεοῦ οὐκ ἔξεστίν σοι τρέφειν τάς τρίχας τῆς κεφαλῆς καί ποιεῖν σισόην, ὅ ἐστιν σπατάλιον, ἤ ἀπόχυμα ἤ μεριστήν τηρεῖν· οὐδέ μήν ὀγκοποιεῖν διαξαίνειν τε καί πλάσσοντα οὔλην διατιθεῖν ἤ ξανθοποιεῖν αὐτήν, ἐπείπερ καί ὁ νόμος ἀπαγορεύει φάσκων ἐν τῷ ∆ευτερονομίῳ: ‘’Oὐ ποιήσετε ὑμῖν σισόην οὐδέ ἀναξυρίδας’’. Χρή δέ οὐδέ γενείου τρίχα διαφθείρειν καί τήν μορφήν τοῦ ἀνθρώπου παρά φύσιν ἐξαλλάσσειν· ‘’Oὐκ ἀπομαδαρώσετε γάρ’’, φησίν ὁ Νόμος, ‘’τούς πώγωνας ὑμῶν’’. Τοῦτο γάρ γυναιξίν εὐπρεπές ὁ κτίσας ἐποίησεν Θεός, ἀνδράσι δέ ἀνάρμοστον ἐδικαίωσεν· σύ δέ ταῦτα ποιῶν διά ἀρέσκειαν ἐναντεούμενος τῷ νόμῳ, βδελυκτός γενήσῃ παρά Θεῷ τῷ κτίσαντί σε κατ’ εἰκόνα ἑαυτοῦ. Ἐάν οὖν θέλῃς Θεῷ ἀρέσκειν, ἀπόσχου πάντων ὧν μισεῖ αὐτός, καί μηδέν πρᾶσσε τῶν αὐτῷ ἀπαρεσκόντων (:Γιατί, ἀφοῦ εἶσαι πιστός καί ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, δέν σοῦ ἐπιτρέπεται νά μακραίνεις τά μαλλιά τῆς κεφαλῆς σου καί νά τά κάνεις πλεξίδα, δηλαδή κότσο, ἤ νά τά ἀφήνεις νά χύνονται ἤ νά τά κάνεις χωρίστρα· οὔτε νά τά φουσκώνεις, νά τά λαναρίζεις καί νά τά σγουραίνεις ἤ νά τά κάνεις ξανθά, ἐπειδή καί ὁ νόμος τό ἀπαγορεύει λέγοντας στό Δευτερονόμιο: ”Νά μήν κάνετε πλεξίδα, οὔτε νά φορᾶτε παντελόνια”. Πρέπει ἐπίσης νά μήν καταστρέφετε οὔτε τίς τρίχες τῆς γενειάδας καί νά μήν παραλλάσσετε τή μορφή τοῦ ἀνθρώπου κατά τρόπο ἀφύσικο. Γιατί ὁ νόμος λέει: ”Νά μήν ξυρίσετε τά γένια σας”, γιατί αὐτό ὁ δημιουργός Θεός τό ἔδωσε στίς γυναῖκες γιά ὀμορφιά, ἐνῶ στούς ἄντρες τό ἔκρινε ἀταίριαστο· ἐνῶ ἐσύ, κάνοντας αὐτά γιά νά ἀρέσεις, ἐναντιώνεσαι στόν νόμο καί θά γίνεις μισητός στόν Θεό, ὁ Ὁποῖος σέ δημιούργησε ”κατ΄εικόνα” τοῦ ἑαυτοῦ σου. Ἐάν λοιπόν θέλεις νά ἀρέσεις στόν Θεό, νά ἀπέχεις ἀπό ὅλα ὅσα μισεῖ Ἐκεῖνος καί νά μήν κάνεις τίποτα ἀπό αὐτά πού δέν Τοῦ ἀρέσουν)».

Ἀλλά μάλιστα καί ὁ Ἀπόστολος Παῦλος ἰδιαιτέρως ἀποβλέποντας πρός αὐτόν τόν περίεργο καλλωπισμό τῶν μαλλιῶν καί θέλοντας νά ἐμποδίσει αὐτόν, εἶπε ὅτι ὁ ἄντρας ἐάν ἔχει μαλλιά, εἶναι ἀτιμία γι’ αὐτόν· καί μέ αὐτόν τόν σκοπό εἶπε καί ὁ θεῖος Ἐπιφάνιος ὅτι τά μακριά μαλλιά εἶναι πρᾶγμα ξένο πρός τήν ὀρθόδοξη καθολική ἐκκλησία. Σημείωσε ὅμως ὅτι καθώς ἀναφέρεται κατηγορηματικά τό νά μήν κόβει κάποιος τά μαλλιά του γιά καλλωπισμό καί ὡραιότητα τῆς μορφῆς του, καί σκοπό κακό, ἔτσι ἀντιθέτως εἶναι ἐμποδισμένο καί τό νά τά κόβει καί νά τά ξυρίζει μέ κάποια στρογγυλεύματα τριγύρω, καί, γιά νά μιλήσω ἁπλά, γιά καλλωπισμό καί ὡραιότητα. Γιά τόν λόγο αὐτό τόν «σισόην» πού ἀναφέρει τό Λευιτικό, ὁ μέν Σύμμαχος εἶπε «νά μήν ξυρίσετε κυκλικά τήν πρόσοψη τῆς κεφαλῆς σας», ἐνῶ ὁ Ἀκύλας «νά μήν ξυρίσεις κυκλικά τό μέρος τοῦ κεφαλιοῦ σου πού ἔχει μία κλίση». Συμπεραίνεται λοιπόν ἀπό ὅλα αὐτά ὅτι οἱ λαϊκοί πρέπει νά κόβουν τά μαλλιά τους μέ ἀνεπιτήδευτο, ἀκαλλώπιστο καί ἀπερίεργο τρόπο.

……………………………………………………………………………………………………………………………………………………..

ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ

1 Κάτω ἀπό τόν ἀφορισμό τοῦ Κανόνος αὐτοῦ πέφτουν, κατά τόν Ζωναρᾶ, καί ἐκεῖνοι πού δέν βάζουν τελείως ξυράφι στό κεφάλι τους, οὔτε κόβουν τά μαλλιά τῆς κεφαλῆς, ἀλλά τά ἀφήνουν ἐπίτηδες γιά νά γίνονται μεγάλα ἕως στό ζωνάρι σάν τῶν γυναικῶν καί ἐκεῖνοι πού βάφουν τά μαλλιά τους γιά νά γίνονται ξανθά ἤ χρυσά ἤ μέ τά καλάμια τά δένουν γιά νά γίνουν σγουρά· ἤ βάζουν περοῦκες καί ξένα μαλλιά στό κεφάλι τους. Στόν ἀφορισμό αὐτό εἶναι ὑποκείμενοι καί ἐκεῖνοι πού ξυρίζουν τά γένια, γιά νά γίνουν ἴσια καί ὄμορφα μετά αὐτά, καί ὄχι σγουρά, ἤ γιά νά φαίνονται πάντοτε σάν νέοι ἀγένειοι· καί ἐκεῖνοι πού μέ πυρωμένο κεραμίδι καῖνε τίς τρίχες τοῦ γενιοῦ τους, ὅσες εἶναι μεγαλύτερες ἀπό τίς ἄλλες, ἤ στραβότερες, ἤ μέ τσιμπίδια μικρά βγάζουν τίς τρίχες τοῦ προσώπου τους, γιά νά γίνονται τρυφεροί, καί νά φαίνονται ὄμορφοι, ἤ βάφουν τά γένια τους, γιά νά μή φαίνονται πώς εἶναι γέροντες. Στόν ἀφορισμό αὐτόν ὑποπίπτουν καί οἱ γυναῖκες ἐκεῖνες πού βάζουν καλλυντικά καί φτιασίδια στό πρόσωπό τους, γιά νά φαίνονται ὄμορφες, καί ἔτσι νά τραβοῦν τούς ἄντρες πού τίς βλέπουν στόν σατανικό τους ἔρωτα· ὦ καί πῶς οἱ δυστυχισμένες ἀποτολμοῦν νά ἀτιμάζουν τήν εἰκόνα πού ἔδωσε ὁ Θεός σέ αὐτές μέ τά μιαρά καλλωπίσματα; Ἄχ! Καί πῶς ἔχει ὁ Θεός νά τίς γνωρίσει, ἄν εἶναι πλάσματα καί εἰκόνες δικές Του, σέ καιρό πού φοροῦν στόν ἑαυτό τους ἄλλο πρόσωπο διαβολικό καί ἄλλη εἰκόνα τοῦ σατανᾶ;

Σχετικά μέ αὐτό ὁ Θεολόγος Γρηγόριος στά ἔπη του [Ἠθικά ἔπη, Κατά γυναικῶν καλλωπιζομένων] λέει τά ἑξῆς:

«Μή κεφαλάς πυργοῦτε νόθοις πλοκάμοισι, γυναῖκες,

θρύπτουσαι μαλακούς αὐχένας ἐκ σκοπέλων,

μηδέ Θεοῦ μορφάς ἐπαλείφετε χρώμασιν αἰσχροῖς,

ὥστε προσωπεῖον, κοὐχί πρόσωπα, φέρειν.

Μή σε Θεός τοίοισιν ἀμείψηται χαλεπήνας.

Τίς; Πόθεν ὁ Πλάστης; Ἒρρε μοι ἀλλοτροίη.

Οὗ σ’ ἔγραψα κύων, ἀλλ’ ἔπλασα εἰκόν’ ἐμοῖο.

Πῶς εἴδωλον ἔχω, εἴδεος ἀντί-φίλου;»

ΚΘ΄

ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΠΟΥ ΚΑΛΛΩΠΙΖΟΝΤΑΙ

Μέ ψεύτικες πλεξοῦδες τά κεφάλια μήν πυργώνετε, γυναῖκες,

Τσακίζοντας τούς μαλακούς τραχήλους πάνω στούς σκοπέλους.

Καί μήν ἀλείβετε τίς θεϊκές μορφές μ’ ἄσχημα χρώματα,

ἔτσι πού νά μήν ἔχετε πιά πρόσωπο μά προσωπεῖο.

Μήν ὀργιστεῖ ὁ Θεός καί τέτοια λόγια σοῦ ἀπευθύνει:

«Ποιοί σ’ ἔχουν πλάσει κι ἀπό ποῦ; Φεύγα, εἶσαι ξένη.

Ἀδιάντροπη, δέ σ’ ἔβαψα μά σ’ ἔχω πλάσει εἰκόνα μου.

Πῶς εἴδωλο ἀντικρίζω ὄχι ὄψη ἀγαπητή;».

Καί δέν ξέρουν οἱ ἄθλιες πώς μέ αὐτό πού κάνουν, μοιάζουν μέ τήν μάγισσα ἐκείνη καί πόρνη Ἰεζάβελ καί γίνονται καί αὐτές νέες καί δεύτερες Ἰεζάβελ, ἐπειδή καί ἐκείνη τέτοια φτιασίδια μεταχειριζόταν γιά νά ἀρέσει στούς ἄνδρες, ὅπως εἶναι γραμμένο: «Καί ἦλθεν Ἰού ἐπί Ἰεζράελ· καί Ἰεζάβελ ἤκουσε καί ἐστιμίσατο τούς ὀφθαλμούς αὐτῆς καί ἠγάθυνε τήν κεφαλήν αὐτῆς καί διέκυψε διά τῆς θυρίδος (:Ὁ Ἰοῦ εἰσῆλθε στήν πόλη Ἰεζράελ· καί ἡ Ἰεζάβελ, πού πληροφορήθηκε ὅσα εἶχαν συμβεῖ, ἔβαψε μαῦρα τά βλέφαρά της, τακτοποίησε τά μαλλιά της καί στόλισε τήν κεφαλή της καί ἔσκυψε κάτω πρός τόν δρόμο ἀπό τό παράθυρο τοῦ παλατιοῦ της)» [Δ΄Βασ.9,30].

Ὅσοι λοιπόν ἄντρες καί γυναῖκες κάνουν τέτοια πράγματα, ὅλοι ἀφορίζονται ἀπό τήν παροῦσα Οἰκουμενική Σύνοδο· καί ἄν αὐτά εἶναι ἐμποδισμένα νά μήν γίνονται ἀπό τούς λαϊκούς ἁπλῶς, πόσο μᾶλλον εἶναι ἐμποδισμένα ἀπό τούς κληρικούς καί ἱερωμένους, οἱ ὁποῖοι πρέπει καί μέ τά λόγια τους καί μέ τά ἔργα τους καί μέ τήν ἐξωτερική τους σεμνότητα καί μέ τά ἀκαλλώπιστα ἱμάτια καί τά μαλλιά καί τά γένια, νά διδάσκουν στούς λαϊκούς νά μήν εἶναι φιλοσώματοι καί καλλωπιστές, ἀλλά φιλόψυχοι καί φιλάρετοι. Σημείωσε δέ ὅτι ἀπό τόν παρόντα Κανόνα ἐλέγχονται οἱ ἱερεῖς τῶν Λατίνων, οἱ ὁποῖοι ξυρίζουν τά μουστάκια καί τά γένια καί φαίνονται ὡς νεαροί καί γαμπροί ὡραῖοι καί γυναικοπρόσωποι. Διότι ὁ Θεός ἐμποδίζει μέν κοινῶς τούς λαϊκούς νά ξυρίζουν τά γένια τους, λέγοντας στό Λευιτικόν [κεφ.ιθ΄27]: «Οὐ φθερεῖτε τήν ὄψιν τοῦ πώγωνος ὑμῶν (:Δέν θά παραποιεῖτε τήν γενειάδα σας, μέ τό νά ξυρίζετε τό μπροστινό της μέρος)». Ἐμποδίζει μάλιστα καί ξεχωριστά τό νά ξυρίζουν τά γένια οἱ ἱερωμένοι, λέγοντας πρός τόν Μωυσῆ νά πεῖ στούς υἱούς Ἀαρῶν, δηλαδή στούς ἱερεῖς, νά μήν ξυρίζουν τό μπροστινό μέρος τῆς γενειάδας τους [Λευιτ. κεφ. κα΄5: «καί τήν ὄψιν τοῦ πώγωνος οὐ ξυρήσονται»]. Καί ὄχι μόνο δέν ἐμπόδισε αὐτό μέ τά λόγια, ἀλλά καί μέ γένια ἐμφανίστηκε ὡς παλαιός ἡμερῶν στόν Δανιήλ, καί ὁ Υἱός τοῦ Θεοῦ μέ γένια διήνυσε τή διάρκεια τῆς ἔνσαρκης παρουσίας Του. Καί οἱ Προπάτορες, καί Πατριάρχες, καί Προφῆτες καί Ἀπόστολοι, μέ γένια πέρασαν τή ζωή τους, ὅπως γίνεται ἐμφανές αὐτό ἀπό τίς παλαιότατες εἰκόνες, στίς ὁποῖες ἱστοροῦνται μέ γένια. Ἀλλά ὅμως καί οἱ ἅγιοι τῆς Ἰταλίας, ὅπως ὁ Ἀμβρόσιος, ὁ πατέρας τῶν Μοναχῶν Βενέδικτος, ὁ Γρηγόριος ὁ Διάλογος καί οἱ ὑπόλοιποι, μέ γένια ἦσαν, ὅπως φαίνονται ἁγιογραφημένοι στήν ἐκκλησία τοῦ ἁγίου Μάρκου στήν Βενετία.

Καί ἡ κρίση ὅμως τοῦ ὀρθοῦ λόγου ἀποφασίζει ἄτοπη τήν κουρά τῶν γενιῶν. Διότι τά γένια εἶναι ἡ διαφορά ἡ ὁποία ἐξ ὄψεως κάνει τή γυναίκα νά ξεχωρίζει ἀπό τόν ἄντρα. Γιά τόν λόγο αὐτόν καί ἕνας φιλόσοφος ὅταν ρωτήθηκε γιατί τρέφει γενειάδα, ἀποκρίθηκε ὅτι «Ὅσες φορές πιάνω τήν γενειάδα μου αἰσθάνομαι ὅτι εἶμαι ἄντρας καί ὄχι γυναίκα». Ὅσοι ξυρίζουν τά γένια τους δέν εἶναι ἀνδροπρόσωποι, ἀλλά γυναικοπρόσωποι. Γιά τόν λόγο αὐτό ὁ μέν Ἐπιφάνιος κατηγορεῖ τούς Μασσαλιανούς ἐπειδή κόβουν τά γένια, τά ὁποῖα ἀποτελοῦν ἐξωτερικό γνώρισμα τῆς μορφῆς τοῦ ἀνδρός, ἐνῶ οἱ Ἀπόστολοι στίς Διαταγές (βιβλίο α΄, κεφ. γ΄) προστάζουν νά μήν ξυρίζει κανείς τίς τρίχες τῆς γενειάδας καί νά ἀλλάξει ἔτσι τήν κατά φύση ἐξωτερική ὄψη τοῦ ἄνδρα στό παρά φύση. Διότι λέγουν ὅτι ὁ Δημιουργός Θεός ὅρισε ὡς εὐπρεπές αὐτό στίς γυναῖκες, ἐνῶ στούς ἄντρες ἔκρινε ὅτι εἶναι ἀνάρμοστο.

Ἡ καινοτομία δέ τῆς κουρᾶς τῶν γενιῶν ἀκολούθησε στήν ρωμαιοκαθολική ἐκκλησία λίγο πρίν ἀπό τόν ἔνατο Λέοντα. Ὁ δέ Γρηγόριος ὁ ἕβδομος, καί μέ τή βία ὑποχρέωσε τούς Ἐπισκόπους καί τούς Κληρικούς νά ξυρίζουν αὐτά. Ὦ καί πόσο αἰσχρότατο καί σιχαμερότατο θέαμα εἶναι νά βλέπει κάποιος τόν Διάδοχο τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου μέ δέρμα ξυρισμένο, ὅπως λένε οἱ Ἕλληνες, σάν ἕνα «καλό γαμπρό», μέ αὐτή τήν διαφορά, ὅτι φοράει ἐπιτραχήλιο καί ὠμοφόριο καί στήν Σύνοδο κάθεται μπροστά ἀπό πολλούς ὁμοίους του καί λέγεται Πάπας. Δέν ἔλειψαν ὅμως καί μετά τόν παράφρονα Γρηγόριο οἱ γενειοφόροι πᾶπες, καί μάρτυς ὁ δεύτερος Γελάσιος, ὁ ὁποῖος ἔτρεφε γένια, ὅπως γράφει ὁ βίος του. Δές στήν Δωδεκάβιβλο Δοσιθέου, σελ.771 καί 777-778. Λέει ἐπίσης ὁ Μελέτιος ὁ ὁμολογητής (ὑπόθεση ζ΄ Περί ἀζύμων) ὅτι κάποιος Πάπας μέ τό ὄνομα Πέτρος, ἐξαιτίας τῶν αἰσχρουργιῶν του συνελήφθη ἀπό τόν βασιλιά καί τοῦ ξύρισε τή μισή του γενειάδα γιά νά τόν ἀτιμάσουν. Ἄλλου· καί σέ ἄλλους ναούς βρίσκονταν ἡγεμόνες, καί ἀπό τόν ἱερατικό κατάλογο, μέ γένια, ὅπως φαίνονται ζωγραφισμένοι στήν Λειψία μετά τόν Μαρτίνο Λούθηρο, στόν ναό πού ὀνομάζεται τοῦ Παύλου καί στόν ναό πού ὀνομάζεται τοῦ Θωμᾶ. Τά ἴδια εἶδα καί στήν Βαρτισλαβία.

ΠΡΟΣ ΔΟΞΑΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΤΡΙΑΔΙΚΟΥ ΘΕΟΥ,

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ

ἀπόδοση στήν νεοελληνική καί ἐπιμέλεια κειμένου:

Ἐλένη Λιναρδάκη, φιλόλογος

ΠΗΓΕΣ:

Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου, Πηδάλιον τῆς νοητῆς νηός τῆς μίας ἁγίας καθολικῆς καί ἀποστολικῆς τῶν Ὀρθοδόξων ἐκκλησίας [ἤτοι ἅπαντες οἱ ἱεροί καί θεῖοι κανόνες], σελίδες 305-308, ἐκδόσεις Παπαδημητρίου, Ἀθήνα 2003.

Ἀποστολικοί πατέρες, Ἅπαντα τά ἔργα, Διαταγές τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων διά Κλήμεντος, πατερικές ἐκδόσεις «Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς»(ΕΠΕ), ἐκδ. οἶκος «Τό Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1993, τόμος 1, σελίδες 40-41.

Π. Τρεμπέλα, Ἡ Καινή Διαθήκη μέ σύντομη ἑρμηνεία (ἀπόδοση στήν κοινή νεοελληνική), ἐκδόσεις ἀδελφότητος θεολόγων «Ὁ Σωτήρ», ἔκδοση τέταρτη, Ἀθήνα 2014.

Ἡ Καινή Διαθήκη, Κείμενον καί ἑρμηνευτική ἀπόδοσις ὑπό Ἰωάννου Κολιτσάρα, ἐκδόσεις ἀδελφότητος θεολόγων «Ἡ Ζωή», ἔκδοση τριακοστή τρίτη, Ἀθήνα 2009.

Ἡ Παλαιά Διαθήκη κατά τούς ἑβδομήκοντα, Κείμενον καί σύντομος ἀπόδοσις τοῦ νοήματος ὑπό Ἰωάννου Κολιτσάρα, ἐκδόσεις ἀδελφότητος θεολόγων «Ἡ Ζωή», ἔκδοση τέταρτη, Ἀθήνα 2005.

Ἡ Παλαιά Διαθήκη μετά Συντόμου Ἑρμηνείας, Παναγιώτης Τρεμπέλας, Ἀδελφότης Θεολόγων «Ὁ Σωτήρ», Ἀθήνα, 1985.

http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

hristospanagia.gr 

Ἕνας ἡσυχαστής λέει…

Ἕνας ἡσυχαστής λέει…

Μέσα σ’ ένα κόσμο βουτηγμένο στην ανομία, σας δείχνω το δρόμο της αρετής.

Σ’ ένα κόσμο ευκολίας, χλιδής και καλοπέρασης, σας δείχνω το δρόμο της άσκησης.

Σ’ ένα κόσμο ψευτιάς και απάτης, σας δείχνω το δρόμο της γνησιότητας, της τιμιότητας και της αλήθειας.

Σ’ ένα κόσμο βρωμιάς και ακαθαρσίας, σας δείχνω το δρόμο της καθαρότητας.

Σ’ ένα κόσμο σκοτισμένο μέσα στ’ αμέτρητα φώτα του, σας δείχνω το φως το αληθινό.

Σ’ ένα κόσμο απιστίας και άρνησης, σας δείχνω το δρόμο της εμπειρικάς βεβαιωμένης πίστεως.

Σ’ ένα κόσμο που αρνείται τις πνευματικές αξίες, σας δείχνω στην πράξη το δρόμο της νηστείας, της αγρυπνίας και της έμπονης Νοεράς Προσευχής.

Σ’ ένα κόσμο που θεοποίησε την υλική δύναμη, σας αντιπροβάλλω τη θεία δύναμη των πνευματικών καταστάσεων, που χαρίζει στους αγωνιστές ο Χριστός.

Σ’ ένα κόσμο μίσους και εκδικητικότητας, σας δείχνω το δρόμο της αγάπης.

Σ’ ένα κόσμο που σπαράσσεται από εγωισμούς και υπερηφάνειες, σας δείχνω τον κοπιαστικό, μα χαριτωμένο δρόμο της ταπεινοφροσύνης.

Τα πόδια σας ας περπατούν μονάχα το δρόμο της αλήθειας.

Τα χέρια σας ας δείχνουν μονάχα τη στράτα της ελπίδας.

Τ’ αυτιά σας ας δέχονται μονάχα τον ύμνο της αγάπης.

Το στόμα σας ας λέει μονάχα τα λόγια της ειρήνης.

Πνευματική παρακαταθήκη του ανώνυμου αγιορείτου ησυχαστού.

 http://dieyxontonagion.blogspot.gr/2013/12/blog-post_10.html

hristospanagia.gr 

Τρίτη 24 Φεβρουαρίου 2026

Εἶπε γέρων…

Είναι πολύ μεγάλη ευλογία να πηγαίνουμε σε μικρά Εξωκλήσσια να ανάβουμε τα καντηλάκια των Αγίων. Ποσο χαίρονται οι Άγιοι, που πάντοτε θα τους βλέπουμε μπροστά μας σε κάθε δύσκολη περίστασή μας.

Μην λέμε, δεν βαριέσαι, τι θα κερδίσω;

Μετράει κάθε μας βήμα ο Άγγελός μας.

Όταν δε, πηγαίνουμε πράγματα σε κάποιο μοναστήρι η στον Ναό, να το κάνουμε ταπεινά και να θυμόμαστε, ότι το κάνουμε για την ψυχή μας. Η Παναγία η ίδια πάντα οικονομεί για τα παιδιά Της.

Όμως, οταν βλέπει ο Κύριος τον κόπο μας και την καλή μας προσπάθεια είναι δυνατόν να μην μας ευλογήσει;

Κι ενα τοσο δα λουλουδάκι ή ένα μικρό μπουκαλάκι λάδι να προσφέρεις πόσο χαίρονται οι μοναχοί και οι μοναχές! Φανταστείτε λοιπόν, πόσο περισσότερο χαίρονται η Παναγία μας και οι Άγιοι.

Και βλέπεις ένα χέρι να σε ευλογεί στο κεφαλάκι και πως να μην είναι ευλογημένη και ειρηνική η ημέρα σου μετά;

Με ταπείνωση να γίνεται η ελεημοσύνη και τότε πολύς θα είναι ο μισθός μας. Αμην.

https://apantaortodoxias.blogspot.com/2021/12/blog-post_78.html

hristospanagia.gr 

Γέροντας Παϊσιος τῆς Σίχλας. Ὁ ἄνθρωπος ἀλλάζει. Σήμερα σοῦ δίνει, αὔριο σοῦ ζητάει.

Τι είναι ταπεινοφροσύνη π.Παϊσιε; τον ρώτησαν κάποιοι μαθητές του.
-Η ταπεινοφροσύνη είναι όταν η διάνοιά μας μάς λέει πως είμαστε πιο αμαρτωλοί απ’ όλους τους ανθρώπους και ανάξιοι του ελέους του Θεού. Όταν κακολογούμε  τον εαυτό μας αυτό δεν σημαίνει πως έχουμε ταπείνωση, αλλά έχουμε ταπείνωση αληθινή όταν ο άλλος μας κακολογεί και μας δυσφημεί δημόσια και εμείς υπομένουμε και λέμε: «Ο Θεός επέτρεψε στον αδελφό να με κακολογήσει για τις αμαρτίες μου»

 Να τα δεχόμαστε όλα λοιπόν σαν να είναι θέλημα Θεού. Όταν κάποιος. σε κακολογεί ο Θεός του επιτρέπει να σε κακολογήσει.

Όταν κάποιος παίρνει κάποιο πράγμα δικό σου, ο Θεός το επιτρέπει για να σε κάνει καλόγερο.

Όταν σε μετακινεί από το ένα μέρος στο άλλο ο ανώτερός σου, ο Θεός σου αλλάζει μέρος, για να αλλάξεις και εσύ την συνήθειά σου. Αυτή είναι ταπείνωση.

Αντίθετα, υπερηφάνια υπάρχει όταν πιστεύεις στον εαυτό σου, στο μυαλό σου και στις δυνάμεις σου: Όταν νομίζεις πως είσαι πιο ικανός από τον άλλον, πιο καλός από τον άλλον, πιο όμορφος από τον άλλον και πιο ευάρεστος στον Θεό απ’ ότι ο δίπλα σου. Τότε σε έχει καταλάβει το βδελυρό αμάρτημα της υπερηφάνιας, από το οποίο ο Θεός να φυλάει.

Να ταπεινωθούμε αδελφοί, επειδή ο υπερήφανος δεν μπορεί να σωθεί. Να κλάψουμε για τις αμαρτίες μας εδώ κάτω, για να χαιρόμαστε στην αιωνιότητα.

Να μην ελπίζουμε στους ανθρώπους, αλλά μόνο στον Θεό. Ο άνθρωπος αλλάζει. Σήμερα σου δίνει, αύριο σου ζητάει. Σήμερα σε εγκωμιάζει, αύριο σε κακολογεί. Να έχουμε την ελπίδα μας στο έλεος του Θεού και  δεν θα λαθέψουμε. Να δώσει ο Θεός όπως να προοδεύσετε πνευματικά εν αγάπη και ταπείνωση, για να σώσετε τις ψυχές σας και να ωφελήσετε και τους άλλους, καλώντας τους κοντά στον Χριστό

http://proskynitis.blogspot.gr/

hristospanagia.gr

Δίδαγμα: Ἡ «τιμωρία» τοῦ Θεοῦ

Ζούσε  ολόκληρη  η  οικογένεια, κάπου 30 ψυχές από τον 80χρονο παππού μέχρι και τα δισέγγονα στον περιφραγμένο με ψηλή μάντρα χώρο όπου κατέβαινε για τον χειμώνα.

– Παππού, ρώτησε ένα βράδυ ο δεκαοχτάχρονος εγγονός, γιατί ο Θεός μάς τιμωρεί αν ξεφύγουμε από τον νόμο του;

– Πήγαινε παιδί μου, φέρε ξύλα για την φωτιά και θα τα πούμε μετά.

Το παιδί τυλίχτηκε στη χοντρή κάπα του και βγήκε για να φέρει ξύλα.Όμως ξαφνικά άκουσε ένα γρύλλισμα, και πράγματι κατάλαβε κάποιο αγρίμι κοντά στη μάντρα. Χωρίς να το σκεφτεί άρπαξε από την αποθήκη ένα όπλο και όρμησενα σκοτώσει το αγρίμι.

Ήδη είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει και κυνηγώντας το ζώο ήταν σίγουρος ότι θα το έπιανε. Όμως το αγρίμι ξεμάκραινε, η νύχτα έπεφτε πια για καλά και είχε ήδη μπει πια στο  μεγάλο χιονισμένο δάσος. Άρχισε να φοβάται. Τι έπρεπε  να κάνει; Μέχρι τότε δεν τον έπαιρναν οι μεγάλοι κοντά τους  και ήξερε ότι το κυνήγι στο δάσος γινόταν μόνο την ημέρα.

Ξαφνικά άκουσε πάλι το γρύλισμα, όμως άκουσε και άλλα και κατάλαβε. Το ζώο τον είχε παρασύρει και τώρα ολόκληρη η αγέλη τον είχε κυκλώσει. Το άλογο αφηνίασε και τον έριξε κάτω και αρπάζοντας το όπλο του  εκπυρσοκρότησε μέσα στη νύχτα, όμως τα θηρία παρόλο  που για λίγο σάστισαν όρμησαν πάλι πάνω του.

Τότε άρπαξε ένα κλαδί και ανέβηκε σε ένα δέντρο. Η νύχτα προχωρούσε παγερή και αυτός σκεφτόταν πια τον σίγουρο θάνατο ξυλιασμένος πάνω στο δέντρο.

Κι όμως ξαφνικά μακριά στην κοιλάδα άκουσε τον ήχο κυνηγετικού βούκινου. Τον έψαχναν! Όμως δεν μπορούσε  νααπαντήσει γιατί δεν είχε πάρει μαζί του το δικό του  βούκινο. Τελικά μετά από πολλή ώρα τον βρήκαν και τον μετέφεραν στο σπίτι. Όταν πια συνήλθε, ρώτησε τον  παππού:

– Ποια θα είναι η τιμωρία μου που παρέβηκα τους  νόμους της οικογένειας;

Ο παππούς χαμογέλασε και είπε:

Τιμωρία είναι όλη αυτή η ταλαιπωρία που πέρασες. Το ίδιο κάνει και ο Θεός. Ρίχνει τις ακτίνες της αγάπης Του σε όλη την γη αδιάκοπα. Δεν είναι κρίμα να καταδικάσουμε τον εαυτό μας διαλέγοντας εμείς με πείσμα την σκιά;

http://www.agiameteora.net/index.php/istories/950-didagma-i-timoria-tou-theou

hristospanagia.gr

Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου 2026

Παναγία μου! Πώς θα γλυτώσω από τους δαίμονες που με κυνηγούν;

Κάποιος Μοναχός, διηγείται ο ησυχαστής, ήρθε σε έκσταση την ώρα που προσευχόταν και είδε πλήθος δαίμονες, σαν την άμμο της θάλασσας.

Έμοιαζαν με στρατιώτες και ορμούσαν εναντίον του με πολλή μανία για να τον εξοντώσουν.

Φοβισμένος εκείνος έτρεξε να καταφύγει στην εκκλησία. Μπαίνοντας μέσα βλέπει τον Κύριο και τη Θεοτόκο στις εικόνες τους σαν ζωντανούς και με βασιλική δόξα.

Το πρόσωπο του Κυρίου είχε μία ανέκφραστη ωραιότητα και άστραφτε πιο δυνατά από τον ήλιο. Για αυτό ο αδελφός δεν μπόρεσε να ξανακοιτάξει. Προσκύνησε όμως και ασπάστηκε με φόβο και χαρά τη δεξιά Του.

Κατόπιν πλησίασε στην εικόνα της Παναγίας. Προσκύνησε, ασπάστηκε το παρθενικό της χέρι και τόλμησε να την κοιτάξει στο πρόσωπο.

Στην αγία της αγκάλη είδε καθισμένο το Θείο Βρέφος σαν σε θρόνο χερουβικό. Κι ήταν τόσο ταιριαστό το θεϊκό αυτό σύμπλεγμα, όσο και η ομορφιά και η ευωδία σε ένα τριαντάφυλλο.

Η Θεοτόκος κοίταζε τον αδελφό με τόση πραότητα, ώστε εκείνος πήρε το θάρρος και την ρώτησε:

– Παναγία μου! Γλυκειά μου Παναγία, και μητέρα του Ιησού μου! Πώς θα γλυτώσω από τους δαίμονες που με κυνηγούν;

Και η Κυρία Θεοτόκος, η Σωτηρία των «επ’ αυτή πεποιθότων», αποκρίθηκε:

Με το όνομα του Υιού μου και με το όνομα το δικό μου θα νικάς και θα εξολοθρεύεις τους δαίμονες.

Ο Μοναχός έκανε βαθειά υπόκλιση, βγήκε από την εκκλησία και φώναξε μέσα από την καρδιά του.

Κύριε Ιησού Χριστέ, Υιέ του Θεού, ελέησόν με!

Θεοτόκε Παρθένε χαίρε Κεχαριτωμένη Μαρία

ο Κύριος μετά Σου, Ευλογημένη Συ εν γυναιξύ

και Ευλογημένος ο καρπός της κοιλίας Σου

ότι Σωτήρα έτεκες των ψυχών ημών.

Αμέσως οι ανίσχυροι δαίμονες εξαφανίστηκαν από μπροστά του».

Από το βιβλίο «Εμφανίσεις και θαύματα της Παναγίας», Ιερά Μονή Παρακλήτου

https://amartolon-sotiria.blogspot.com/

agiosioannisprodromos.blogspot 

Όλοι οι πειρασμοί σου πρέπει να ξέρεις, είναι για να σε εμποδίσουν απο την προσευχή του Ιησού

Η ευχή είναι το σωσίβιο της ψυχής και του σώματός μας. Και στον ωκεανό ακόμα να βρεθείς με βάρκα να ταξιδεύεις άφοβα. Δια της ευχής γίνεται ο άνθρωπος σαν παιδί. 

Τον επαναφέρει στην απλότητα και την αθωότητα που είχε ο Αδάμ στον Παράδεισο πρίν την πτώση. Παύει τη διαφορά του άλλου φύλου. Αποκτά ακατανόητη για τους κοσμικούς την ευλογημένη αγία απάθεια. 

Με την ευχή αγιάζεις τον τόπο που κάθεσαι και το έργο που κάνεις.

Πρόσεξε τώρα ο διάβολος στενοχωριέται που τον πολεμάς με την ευχή. Θα προσπαθεί να σου αποσπά το νού σου με διάφορες σκέψεις. 

Όλοι οι πειρασμοί σου πρέπει να ξέρεις, είναι για να σε εμποδίσουν απο την προσευχή του Ιησού.

Άγιος Αμφιλόχιος Μακρής

https://panagia-ierosolymitissa.blogspot.com

agiosioannisprodromos.blogspot 

Κυριακή 22 Φεβρουαρίου 2026

Αγ. Συμεών ο Νέος Θεολόγος. Κυριακή της Τυροφάγου: Λόγος περί μετανοίας και περί εξορίας του Αδάμ και ότι εάν μετανοούσε δεν θα εξωρίζετο από τον Παράδεισον

Η Ευαγγελική περικοπή της Θείας Λειτουργίας.
Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον: στ’ 14 – 21.

Είπεν ο Κϋριος: Εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο Πατήρ υμών ο ουράνιος” Εάν δέ μή αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, ουδέ ο Πατήρ υμών αφήσει τα παραπτώματα υμών.
Όταν δέ νηστεύητε, μή γίνεσθε ώσπερ οι υποκριταί σκυθρωποί’ αφανίζουσι γάρ τα πρόσωπα αυτών, όπως φανώσι τοις ανθρώποις νηστεύοντες. Αμήν λέγω υμίν, ότι απέχουσι τον μισθόν αυτών. Σύ δέ νηστεύων, άλειψαί σου την κεφαλήν και το πρόσωπόν σου νίψαι, όπως μή φανής τοις ανθρώποις νηστεύων, αλλά τω Πατρί σου τω εν τω κρυπτώ. Και ο Πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρυπτώ, αποδώσει σοι εν τω φανερώ.
Μή θησαυρίζετε υμίν θησαυρούς επι της γής, όπου σής και βρώσις αφανίζει, και όπου κλέπται διαρύσσουσι και κλέπτουσι. Θησαυρίζετε δέ υμίν θησαυρούς εν ουρανώ, όπου ούτε σής ούτε βρώσις αφανίζει, και όπου κλέπται ου διορύσσουσιν ουδέ κλέπτουσιν’ όπου γάρ εστιν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών.

Απόδοση:

Είπε ο Κύριος: «Αν συγχωρήσετε τους ανθρώπους για τα παραπτώματά τους, θα σας συγχωρήσει κι εσάς ο ουράνιος Πατέρας σας. Αν όμως δε συγχωρήσετε στους ανθρώπους τα παραπτώματά τους, ούτε κι ο Πατέρας σας θα συγχωρήσει τα δικά σας παραπτώματα. Όταν νηστεύετε, να μη γίνεστε σκυθρωποί, όπως οι υποκριτές, που παραμορφώνουν την όψη τους για να δείξουν στους ανθρώπους πως νηστεύουν. Σας βεβαιώνω πως έτσι έχουν κιόλας λάβει την ανταμοιβή τους. Εσύ, αντίθετα, όταν νηστεύεις, περιποιήσου τα μαλλιά σου και νίψε το πρόσωπό σου, για να μη φανεί στους ανθρώπους η νηστεία σου, αλλά στον Πατέρα σου, που βλέπει τις κρυφές πράξεις• και ο Πατέρας σου, που βλέπει τις κρυφές πράξεις, θα σου το ανταποδώσει φανερά. Μη μαζεύετε θησαυρούς πάνω στη γη, όπου τους αφανίζει ο σκόρος και η σκουριά, κι όπου οι κλέφτες κάνουν διαρρήξεις και τους κλέβουν. Αντίθετα, να μαζεύετε θησαυρούς στον ουρανό, όπου δεν τους αφανίζουν ούτε ο σκόρος ούτε η σκουριά, κι όπου οι κλέφτες δεν κάνουν διαρρήξεις και δεν τους κλέβουν. Γιατί όπου είναι ο θησαυρός σας εκεί θα είναι και η καρδιά σας».

(Επιμέλεια κειμένου: Νικολέτα – Γεωργία Παπαρδάκη)

Ομιλία του Αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου, περί μετανοίας και περί εξορίας του Αδάμ και ότι εάν μετανοούσε δεν θα εξωρίζετο από τον Παράδεισον.

Αδελφοί και πατέρες. Είναι καλόν πράγμα η μετάνοια και η ωφέλεια που προέρχεται από αυτήν. Αυτό γνωρίζοντας και ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο Θεός μας, ο οποίος όλα τα γνωρίζει εκ των προτέρων, είπε: «Μετανοείτε, ήγγικε γαρ η Βασιλεία των Ουρανών». Θέλετε δε να μάθετε ότι χωρίς μετάνοια, και μάλιστα μετάνοιαν από το βάθος της ψυχής και τοιαύτην όπως ο Λόγος την ζητεί από εμάς, είναι αδύνατον να σωθούμε; Ακούστε τον ίδιον τον Απόστολο που λέγει «… πάσα αμαρτία εκτός του σώματος εστίν. Ο δε πορνεύων εις το ίδιον σώμα αμαρτάνει…». Και πάλιν. «Παραστήναι δει ημάς έμπροσθεν του βήματος του Χριστού, ίνα απολήψεται έκαστος τα διά του σώματος προς ει έπραξε, είτε αγαθά είτε φαύλα». Ημπορεί λοιπόν πολλές φορές λαμβάνοντας κάποιος αφορμήν από αυτά να ειπή: «ευχαριστώ τον Θεόν, διότι δεν εμόλυνα κανένα μέλος του σώματός μου με κάποιαν πονηρά πράξη», και έχει δήθεν παρηγορία από αυτό, επειδή είναι ξένος από σωματικήν αμαρτία. Αλλά αποκρίνεται ο Δεσπότης λέγοντας την παραβολήν περί των δέκα παρθένων, και δεικνύει σε όλους μας και μας βεβαιώνει ότι καθόλου δεν ωφελούμεθα από την καθαρότητα του σώματος, εάν δεν συνυπάρχουν σ’ εμάς και οι υπόλοιπες αρετές. Και όχι μόνον αυτό, αλλά ο ίδιος πάλιν ο Παύλος μαζί με τον Δεσπότην φωνάζει: «Ειρήνην διώκετε μετά πάντων και τoν αγιασμόν, ου χωρίς ουδείς όψεται τoν Κύριον». Γιατί όμως είπε «διώκετε»; Διότι δεν είναι δυνατόν σε μίαν ώρα να γίνωμε και να είμεθα άγιοι, αλλά πρέπει αρχίζοντας από τα μικρά, να φθάσωμε προοδευτικώς στον αγιασμόν και την καθαρότητα, και διότι ακόμη και χίλια χρόνια εάν ζήσωμε στην ζωήν αυτήν, ουδέποτε θα ημπορέσωμε να τα αποκτήσωμε αυτά σε τέλειον βαθμό, αλλά βάζοντας αρχήν καθημερινώς, οφείλουμε να αγωνιζώμεθα συνεχώς. Αυτό εφανέρωσε πάλιν ο ίδιος λέγοντας, «Διώκω δε ει και καταλάβω (μήπως κατορθώσω δηλαδή) εφ’ ω και κατελήφθην (εκείνο δηλαδή για το οποίον και ο Χριστός με έφερε κοντά του)». Διότι κάθε άνθρωπος που έχει αμαρτήσει, όπως εγώ ο κατακεκριμένος, και έκλεισε με τoν βόρβορο των ηδονών τις αισθήσεις της ψυχής του, ακόμη και αν όλην την περιουσία του την διεμοίρασε στους πτωχούς, και εγκατέλειψε όλην την δόξα και λαμπρότητα των αξιωμάτων και πολυτέλειαν οίκου και ίππων, ποιμνίων και δούλων, και αυτούς τους ίδίους του φίλους και τους συγγενείς του όλους, και ήλθε πτωχός και ακτήμων και έγινε μοναχός, παρ’ όλα αυτά χρειάζεται τα δάκρυα της μετανοίας, ως αναγκαία για την ζωήν του. Και αυτό για να αποπλύνη τον βόρβορο των αμαρτημάτων του, και ακόμη περισσότερον εάν είναι καλυμμένος, όπως εγώ, με την αιθάλη και τον βόρβορο των πολλών του κακών, όχι μόνον στο πρόσωπο και στα χέρια, αλλά σε όλον γενικώς το σώμα του. Πράγματι, δεν αρκεί για την κάθαρσιν της ψυχής μας η διανομή των υπαρχόντων, αδελφοί, εάν παραλλήλως δεν κλαύσωμε και δεν θρηνήσωμε από τα βάθη της ψυχής μας. Διότι νομίζω ότι εάν δεν καθαρίσω ο ίδιος τον εαυτόν μου με κάθε δυνατήν προσπάθεια και με τα δάκρυα από τον μολυσμόν των αμαρτημάτων μου, αλλά εξέλθω από τoν βίον μολυσμένος, δικαίως θα γελάση και ο Θεός εις βάρος μου και οι άγγελοί του, και θα εκβληθώ στο πυρ το αιώνιον με τους δαίμονες. Ναι, πράγματι, έτσι είναι αδελφοί. Διότι τίποτε δεν εφέραμε μαζί μας στον κόσμο, για να το δώσωμε στoν Θεόν ως αντίλυτρον για τις αμαρτίες μας.

Είναι λοιπόν δυνατόν αδελφοί, σε όλους, όχι μόνον στους μοναχούς αλλά και στους λαϊκούς, το να μετανοούν πάντοτε και διαρκώς, και να κλαίουν και να παρακαλούν τον Θεόν, και δι’ αυτών των πράξεων να αποκτήσουν και όλες τις υπόλοιπες αρετές.

Ότι αυτό είναι αληθές το επιβεβαιώνει μαζί μου και ο Χρυσόστομος Ιωάννης, ο μέγας στύλος και διδάσκαλος της Εκκλησίας, στους λόγους του περί του Δαυίδ, εξηγώντας εκεί τον πεντηκοστόν ψαλμό. Λέγει ότι είναι δυνατόν κάποιος που έχει γυναίκα και δούλους και δούλες και πλήθος υπηρετών και περιουσίαν πολλήν, και διαπρέπει στα κοσμικά πράγματα, να ημπορή όχι μόνον αυτό, το να κλαίη δηλαδή καθημερινώς και να προσεύχεται και να μετανοή, αλλά και να φθάση στην τελειότητα της αρετής εάν θέλη, και να λάβη Πνεύμα Άγιον και να γίνη φίλος του Θεού και να απολαμβάνη την θέαν του, όπως υπήρξαν πριν από την παρουσίαν του Χριστού ο Αβραάμ, ο Ισαάκ, ο Ιακώβ και στα Σόδομα ο Λωτ και, για να αφήσω τους άλλους, επειδή είναι πολλοί, ο Μωυσής και ο Δαυίδ. Στην δε νέαν χάρη και επιφάνειαν του Θεού και Σωτήρος μας, ο αλιεύς και αγράμματος Πέτρος, ο οποίος μαζί με την πενθερά του και τους άλλους εκήρυττε τον Θεόν που τότε εφανερώθη. Τους δε άλλους ποίος θα τους απαριθμήση, που είναι περισσότεροι από τις σταγόνες της βροχής και από τους αστέρες του ουρανού; Βασιλείς, αρχιερείς, εξουσιαστάς, για να μην ειπώ τους πτωχούς και όσους έζησαν μόνο με τα απαραίτητα, των οποίων οι πόλεις και οι οικίες και οι ναοί που εκείνοι φιλοτίμως ανήγειραν, τα γηροκομεία και τα ξενοδοχεία, σώζονται και υπάρχουν μέχρι τώρα; Όλα αυτά και όταν ήσαν ακόμη εκείνοι στην ζωή τα κατείχαν και τα χρησιμοποιούσαν ευσεβώς, όχι ως κύριοί των, αλλά ως δούλοι του Δεσπότου μετεχειρίζοντο αυτά τα οποία τους έδωσε ο Κύριος, όπως ήταν αρεστόν σ’ Εκείνον, «χρησιμοποιώντας μεν τω κόσμω, ου καταχρώμενοι δε», σύμφωνα με τον Παύλον. Γι’ αυτό και τώρα, στην παρούσα ζωή, έγιναν ένδοξοι και λαμπροί, και στους ατελευτήτους αιώνας, στην Βασιλείαν του Θεού, θα γίνουν ενδοξότεροι και λαμπρότεροι. Και μάλιστα εάν δεν ήμασταν οκνηροί και ράθυμοι και καταφρονηταί των εντολών του Θεού, αλλά πρόθυμοι και άγρυπνοι και προσέχαμε τον εαυτόν μας, ουδεμίαν ανάγκη θα είχαμε αποταγής ή κουράς ή της φυγής από τον κόσμο. Και για να σε βεβαιώσω γι’ αυτό άκουσε!

Ο Θεός από την αρχήν έκαμε τον άνθρωπο βασιλέα όλων όσων υπάρχουν επάνω στην γην, αλλά και αυτών που ευρίσκονται κάτω από τoν θόλον του ουρανού. Διότι βέβαια ο ήλιος και η σελήνη και τα άστρα, για τoν άνθρωπον εδημιουργήθησαν. Τι λοιπόν; Άραγε επειδή ήταν βασιλεύς όλων αυτών των ορατών, εβλάπτετο από αυτά στην απόκτηση της αρετής; Όχι, καθόλου, αλλά εάν εζούσε ευχαριστώντας τον Θεόν, ο οποίος τα εδημιούργησε και του τα έδωσε όλα, ακόμη περισσότερο θα ευδοκιμούσε. Διότι εάν δεν παρέβαινε την εντολήν του Δεσπότου, δεν θα έχανε αυτήν την Βασιλεία, δεν θα στερούσε τoν εαυτόν του από την δόξαν του Θεού. Επειδή όμως το έκαμε αυτό, δικαίως εξεδιώχθη, εξωρίσθη, έζησε και απέθανε. Και θα σας ειπώ ένα πράγμα το οποίον, νομίζω, κανείς δεν το απεκάλυψε σαφώς, αλλά έχει λεχθεί σκιωδώς. Ποίον; Άκου την Θείαν Γραφή που λέγει: «Και είπεν ο Θεός τω Αδάμ (μετά την παράβασιν εννοώ). Αδάμ πού ει;». Γιατί το είπεν αυτό ο ποιητής του παντός; Οπωσδήποτε θέλοντας να τον φέρη σε συναίσθηση, και καλώντας τον σε μετάνοια, λέγει «Αδάμ πού ει;». Εξέτασε τον εαυτόν σου, διαπίστωσε την γύμνωσή σου! Κοίτα ποίον ένδυμα, ποίαν δόξαν εστερήθης. «Αδάμ πού ει;». Σαν να τον παρακαλή και να του λέγη: «Ναι, σύνελθε, ταπεινέ, ναί, άφησε τον τόπον όπου είσαι κρυμμένος. Από εμένα νομίζεις ότι κρύβεσαι; Ειπέ «Ήμαρτον!». Αλλά δεν το λέγει αυτό, ή μάλλον εγώ ο άθλιος δεν το λέγω, διότι ιδικό μου είναι το πάθος! Αλλά τι λέγει; «Της φωνής σου ήκουσα περιπατούντος εν τω παραδείσω, και έγνων ότι γυμνός ειμί και εκρύβην». Και τι του απήντησε ο Θεός; «Και τις ανήγγειλέ σοι ότι γυμνός ει, ει μη εκ του ξύλου, ου ενετειλάμην σοι τούτου μόνον μη φαγείν, απ’ αυτού έφαγες;». Βλέπεις, αγαπητέ, μακροθυμίαν Θεού; Διότι όταν είπε: «Αδάμ, πού ει:», και εκείνος δεν ωμολόγησε ευθύς την αμαρτίαν, αλλά είπε «της φωνής σου ήκουσα, Κύριε και έγνων ότι γυμνός ειμί και εκρύβην», ο Θεός δεν ωργίσθη, δεν τον απεστράφη αμέσως και οριστικώς, αλλά του δίδει ευκαιρίαν να αποκριθή και δευτέραν φορά, και λέγει: «τις ανήγγειλέ σοι ότι γυμνός ει; Ει μη εκ του ξύλου ου ενετειλάμην σοι τούτου μόνον μη φαγείν, απ’ αυτού έφαγες;». Πρόσεξε βάθος λόγων της σοφίας του Θεού: «Τι λέγεις, ότι είσαι γυμνός, του λέγει, κρύβεις όμως την αμαρτίαν σου; Μήπως νομίζεις ότι μόνον το σώμα σου βλέπω και δεν βλέπω την καρδίαν και τους λογισμούς σου;». Διότι ο Αδάμ, επειδή απατήθη, ήλπιζεν ότι ο Θεός δεν εγνώριζε την αμαρτίαν του, και έλεγε μέσα του κάπως έτσι: «εάν ειπώ ότι είμαι γυμνός, τότε επειδή ο Θεός δεν γνωρίζει, θα μου ειπή: και γιατί είσαι γυμνός; Τότε εγώ θα του απαντήσω αρνητικά και θα του ειπώ: δεν γνωρίζω, και έτσι θα του διαφύγω, και θα απολαύσω πάλι την πρώτην μου στολή. Τουλάχιστον δεν θα με εκδιώξη, τουλάχιστον δεν θα με εξορίση!». Ενώ συλλογίζετο αυτά, όπως και τώρα κάμουν πολλοί και πρώτος εγώ ο ίδιος, και κρύπτουν τα αμαρτήματά τους, ο Θεός, επειδή δεν ήθελε να πολλαπλασιάση το κρίμα του, λέγει: «Και πόθεν έγνως ότι γυμνός ει, ει μη από του ξύλου ου ενετειλάμην σοι μη φαγείν, απ’ αυτού έφαγες;». Σαν να λέγη. «Πράγματι, νομίζεις ότι κρύπτεσαι από εμέ; Δεν γνωρίζω εγώ τι έπραξες; Δεν λέγεις το «Ήμαρτον»; Ειπέ, πτωχέ: Ναι, αλήθεια, Κύριε, παρέβην την εντολήν σου, έπταισα ακούοντας την συμβουλή της γυναικός, έσφαλα πολύ ακολουθώντας τον λόγο της και παρακούοντας τον ιδικόν σου, ελέησόν με! Αλλά δεν λέγει τούτο, δεν ταπεινώνεται. Νεύρον από σίδερον ο αυχένας της καρδίας του, όπως ακριβώς είναι και ο ιδικός μου. Διότι εάν έλεγε αυτό, θα έμενε στον Παράδεισο, και όλον εκείνον τον κύκλο των μυρίων κακών, τον οποίον υπέστη όταν εξωρίσθη και έμεινε κάτω στον Άδη τόσους πολλούς αιώνες, θα τον είχε αποφύγει τότε με έναν μόνον λόγο.

Αυτό είναι λοιπόν εκείνο για το οποίο έχω υποσχεθή να ομιλήσω. Και άκου την συνέχεια, για να γνωρίσης ότι τα λόγια μου είναι αληθινά, και τίποτε δεν είναι ψεύδος από όλα αυτά. Είπεν ο Θεός στον Αδάμ. «Ην ώραν φάγεσθε από του ξύλου, ου ενετειλάμην υμίν τούτου μόνον μη φαγείν, θανάτω αποθανείσθε», δηλαδή τον ψυχικόν θάνατο, πράγμα που και έγινε την ιδίαν ώρα, γι’ αυτό και εγυμνώθη από την αθάνατον στολήν του. Τίποτε περισσότερον δεν είπεν ο Θεός και τίποτε περισσότερον δεν έγινε. Διότι προγνωρίζοντας ο Θεός ότι ο Αδάμ πρόκειται να αμαρτήση, και θέλοντας να τον συγχωρήση, όταν αυτός μετανοούσε, με τίποτε περισσότερον, όπως είπαμε, δεν τον απείλησε. Επειδή όμως ηρνήθη την αμαρτίαν του, και δεν μετενόησε ούτε όταν ηλέγχθη από τον Θεόν (διότι είπε: «Η γυνή, ην δέδωκάς μοι, αύτη με ηπάτησεν», σαν δηλαδή να λέγη στον Θεόν. «Σύ έπταισες. Η γυναίκα, την οποία συ μου έδωσες, αύτη με εξηπάτησε»), γι’ αυτό και ο Θεός του λέγει: «Εν κόπω και ιδρώτι φαγή τον άρτον σου, και ακάνθας και τριβόλους ανατελεί σοι η γη» και τελευταία ότι «γη ει και εις γην απελεύση». Ήθελα να μετανοήσης, λέγει, και να επανέλθης στην προηγουμένην σου διαγωγή. Επειδή όμως είσαι τόσο σκληρός, φύγε λοιπόν από κοντά μου, και η απομακρυνσή σου θα σου είναι αρκετή για παιδαγωγία, επειδή είσαι χώμα, και στο χώμα θα επιστρέψης.

Γνωρίζεις λοιπόν τώρα ότι, επειδή μετά την παράβαση δεν μετενόησε να ειπή «Ήμαρτον», εξορίζεται και προστάσσεται να ζη με κόπο και ιδρώτα. Γι’ αυτό και κατεδικάσθη να επιστρέψη στην γην από την οποίαν ελήφθη. Και αυτό γίνεται φανερόν από την συνέχεια. Αφήνοντας λοιπόν αυτόν, έρχεται στην Εύα, θέλοντας να δείξη ότι δικαίως και αυτή θα εξορισθή, αφού δεν θέλει να μετανοήση, και της λέγει: «Τι τούτο εποίησας;» για να ειπή τουλάχιστον αυτή το «Ήμαρτον». Διότι ποία άλλη ανάγκη έκαμε τον Θεόν να της απευθύνη αυτά τα λόγια, παρά μόνον για να ειπή: «Από την αφροσύνη μου, Δέσποτα, το έπραξα αυτό, η ταπεινή και αθλία, και παρήκουσα εσέ τον Κυριόν μου. Ελέησόν με!». Αλλά δεν είπε αυτό. Και τι είπε; «Ο όφις εξηπάτησέ με». Ω τι αναισθησία! Και συνωμίλησες με τον όφιν, ο οποίος σου ωμιλούσε κατά του Δεσπότου, και προτίμησες αυτόν αντί του Θεού που σε έπλασε, και εθεώρησες προτιμοτέραν και αληθεστέραν την συμβουλήν εκείνου από την εντολήν του Δεσπότου; Και επειδή ούτε αυτή ημπόρεσε να ειπή το «Ήμαρτον», εκβάλλονται από την τρυφήν, εξορίζονται από τον Παράδεισο και από τον Θεόν. Αλλά πρόσεχε, παρακαλώ, το βάθος του μυστηρίου του φιλανθρώπου Θεού, και μάθε και διδάξου από αυτά ότι, εάν μετανοούσαν, δεν θα είχαν εκδιωχθή, δεν θα είχαν κατακριθή, δεν θα είχαν καταδικασθή να επιστρέψουν στην γην από την οποία προήλθαν. Και τι έγινε έπειτα; Ακουσε!

Όταν εξεδιώχθησαν και έπεσαν ήδη από την αρχή μέσα στους ιδρώτες και τους σωματικούς κόπους, ήρχισαν δε να πεινούν και να διψούν, και συγχρόνως να ριγούν και να τρέμουν και να πάσχουν αυτά τα οποία και εμείς πάσχουμε σήμερα, αισθάνθησαν περισσότερο την δυστυχία και το κατάντημά τους, αλλά και την ιδίαν την κακοφροσύνη τους, και την ανέκφραστον φιλανθρωπία του Θεού. Περιπατώντας λοιπόν και καθήμενοι έξω από τον Παράδεισο, μετανοούσαν, έκλαιαν, εθρηνούσαν, εκτυπούσαν το πρόσωπο, εξερρίζωναν τα μαλλιά τους, καταδικάζοντας με οδυρμούς την σκληροκαρδία τους, και αυτό όχι μόνον μίαν ημέραν ούτε δύο ή δέκα, αλλά, πιστέψετέ το, σε όλην τους την ζωή. Και πώς δεν θα έκλαιαν πάντοτε και διαρκώς, ενθυμούμενοι εκείνον τον πράον και ήρεμον Δεσπότην, εκείνην την τρυφήν την ανέκφραστο, τα απερίγραπτα κάλλη των ανθέων εκείνων, την αμέριμνον εκείνην και ακοπίαστον ζωή, τις ανόδους και τις καθόδους των αγγέλων προς αυτούς; Διότι όπως εκείνοι που είχαν εκλεγή από κάποιον άρχοντα του παρόντος κόσμου ως προσωπικοί του υπηρέτες, όσον μεν διατηρούν ανόθευτον τον σεβασμό και την τιμή και την δουλεία προς τον κύριόν τους και αγαπούν αυτόν και τους ομοδούλους των, απολαμβάνουν και την προς αυτόν παρρησία και την εύνοια και την αγάπη του, ζώντας μέσα σε πολλήν άνεση και τρυφή και σπατάλη. Εάν όμως αλαζονευθούν κατά του κυρίου τους, και αποθρασυνθούν και αυθαδιάσουν εναντίον των συνδούλων τους, τότε εκπίπτουν από την προς αυτόν παρρησία και την αγάπη και την εύνοιάν του, εξορίζονται σε χώρα μακρινήν, και υποβάλλονται κατόπιν διαταγής του σε μυρίους πειρασμούς, μέσα σε κόπους και σε μεγάλες ταλαιπωρίες. Έτσι όλο και περισσότερον συνειδητοποιούν την άνεση την οποίαν απελάμβαναν, και πόσον εζημιώθησαν από την στέρησιν τόσων αγαθών.

Το ίδιο έπαθαν και οι πρωτόπλαστοι, οι οποίοι όσον ήσαν στον Παράδεισον, απελάμβαναν όλα εκείνα τα αγαθά, έπειτα όμως εξέπεσαν από αυτά και εξωρίσθησαν. Όταν αισθάνθησαν από πού έπεσαν, πάντοτε θρηνούσαν, πάντοτε έκλαιαν, επικαλούμενοι την ευσπλαγχνίαν του Κυρίου τους. Αλλά Αυτός τι κάνει, ο πλούσιος σε έλεος και βραδύς σε τιμωρίες; Επειδή είδε ότι εταπεινώθησαν, την μεν απόφαση που είχε λάβει δεν την ματαιώνει εντελώς — αυτό το έκαμε προς σωφρονισμόν ιδικόν μας, και για να μην υπερηφανεύεται κανείς κατά του ποιητού των όλων — προγνωρίζοντας δε ως Θεός και την πτώση τους και την μετάνοιαν, είχε ορίσει από την αρχήν, οπωσδήποτε πριν να δημιουργήση τα πάντα, και τον καιρόν και τον χρόνον και πώς και πότε θα τους ανακαλέση από την εξορία, με τρόπο μυστικόν και από κάθε κτίσμα ανεξιχνίαστο. Πράγματι, ακόμη και αν όλα τα μυστήρια της Θείας αυτής οικονομίας αποκαλυφθούν σε κάποιους, και θελήσουν να τα γράψουν, δεν θα φθάση ούτε ο χρόνος ούτε το χαρτί ούτε το μελάνι, ούτε ο κόσμος όλος θα χωρέση τα βιβλία αυτά που θα γραφούν. Όπως λοιπόν από ευσπλαγχνίαν είχεν ειπεί και προορίσει από πριν, έτσι ακριβώς και έπραξε. Και αυτούς τους οποίους για την αναίδειάν τους και για την αμετανόητο καρδία και γνώμην εξεδίωξε από τον Παράδεισον, όταν μετενόησαν όπως έπρεπε, και εταπεινώθησαν αξίως, και έκλαυσαν, και εθρήνησαν, Αυτός ο ίδιος, ο μόνος Μονογενής Υιός και Λόγος, από μόνον τον προάναρχον Πατέρα, κατήλθεν, όπως όλοι γνωρίζετε, και όχι μόνον έγινε άνθρωπος όμοιος με εκείνους, αλλά και να αποθάνη όπως αυτοί κατεδέχθη, προτιμώντας βίαιον και επονείδιστον θάνατο. Κατήλθε δε και στον Άδη, και από εκεί τους ανέστησε. Αυτός λοιπόν ο οποίος τόσα έπαθε γι’ αυτούς, για να τους ανακαλέση από την μακράν εκείνην εξορίαν, εάν μετανοούσαν στον Παράδεισο, δεν θα τους συμπαθούσε; Και πώς όχι, αφού είναι από την φύση του φιλάνθρωπος, και τους εδημιούργησε ακριβώς γι’ αυτό, για να απολαμβάνουν δηλ. τα αγαθά του μέσα στoν Παράδεισο και να δοξάζουν τoν ευεργέτην τους; Ναι, πράγματι αδελφοί, αυτό, όπως φρονώ, θα εγίνετο. Για να μάθης δε και τα υπόλοιπα, και να πιστεύσης περισσότερο στoν λόγον, άκου και τα εξής! Εάν είχαν μετανοήσει όταν ακόμη ήσαν μέσα στoν Παράδεισον, εκείνον τον ίδιον Παράδεισο θα απελάμβαναν και τίποτε περισσότερο. Επειδή δε για την αμετανοησία τους εξεβλήθησαν, μετά ταύτα ζώντας μέσα στις θλίψεις, μετενόησαν και έκλαυσαν πολύ. Αυτά, όπως είπα, δεν θα τα επάθαιναν, εάν είχαν μετανοήσει μέσα στoν Παράδεισον. Για τους πόνους λοιπόν αυτούς και τους ιδρώτες και τους κόπους, και για την καλήν τους μετάνοια, θέλοντας ο Δεσπότης Θεός να τους τιμήση και να τους δοξάση, αλλά και να τους κάνη να λησμονήσουν όλα εκείνα τα δεινά, τι κάνει; Πρόσεξε, παρακαλώ, το μέγεθος της φιλανθρωπίας! Όταν κατήλθε στον Άδη και τους ανέστησε, δεν τους αποκατέστησε πάλι στον Παράδεισον από όπου εξέπεσαν, αλλά τους ανέβασε σ’ αυτόν τον ίδιον τον ουρανόν του ουρανού. Και αφού ο Κύριος εκάθισε εκ δεξιών του προανάρχου Πατρός του και Θεού, τι λέγεις ότι τον έκαμε αυτόν, ο οποίος ήταν κατά φύσιν δούλος του; Τον έκαμε κατά χάριν πατέρα του! (αφού ο ίδιος αυτοαποκαλείται Υιός του ανθρώπου). Είδες σε ποίον ύψος τον ανέβασε ο Δεσπότης, για την μετάνοια και την ταπείνωση και τους θρήνους και τα δάκρυά του;

Ω δύναμις της μετανοίας και των δακρύων! Ω πέλαγος ανεκφράστου φιλανθρωπίας και ανεξιχνιάστου ελέους, αδελφοί! Διότι όχι μόνον εκείνον, αλλά και όλους τους απογόνους του, εμάς δηλαδή τα τέκνα του, οι οποίοι μιμούμεθα την εξομολόγησιν εκείνου, την μετάνοια, τον θρήνο, τα δάκρυα και τα άλλα τα οποία προείπαμε, τους ετίμησε και τους εδόξασε, τόσον όσον και εκείνον, όσους μέχρι σήμερα κάνουν όπως έκανε εκείνος, και όσους θα τον μιμηθούν από σήμερα, είτε κοσμικοί είναι είτε μοναχοί. «Αμήν», είπεν ο αψευδής Θεός, «ουκ εγκαταλείψω αυτούς ποτέ, αλλ’ ως αδελφούς μου και φίλους και πατέρας και μητέρας και συγγενείς και συγκληρονόμους μου αναδείξω αυτούς, και εδόξασα και δοξάσω. Και εν τω ουρανώ άνω και επί της γης κάτω, και της ζωής αυτών και ευφροσύνης και δόξης ουκ έσται τέλος ποτέ».

Τί ωφέλησε, ειπέ μου αδελφέ, τους πρωτοπλάστους η ακοπίαστος και αμέριμνος ζωή μέσα στον Παράδεισον, αφού εραθύμησαν, και από απιστίαν προς τον Θεόν κατεφρόνησαν και παρέβησαν την εντολή του; Διότι εάν τον είχαν πιστεύσει, δεν θα εθεωρούσε η Εύα τον όφι πλέον αξιόπιστον, ο δε Αδάμ την Εύα πλέον αξιόπιστον από Εκείνον, αλλά θα είχαν φυλαχθή να μη φάγουν από το φυτόν. Επειδή όμως έφαγαν και δεν μετενόησαν, εξεβλήθησαν. Από την εξορίαν πάλι καθόλου δεν εβλάβησαν, αλλά και πάρα πολύ ωφελήθησαν, και αυτό συνετέλεσε στην σωτηρίαν όλων μας. Διότι αφού κατήλθεν από τους ουρανούς ο Κύριός μας, κατετρόπωσε τον εχθρό μας, τον θάνατον, παραδίδοντας ο ίδιος τον εαυτόν Του, και έτσι εματαίωσεν εντελώς την καταδίκην που προήλθε από την παράβαση του προπάτορος. Και αναγεννώντας και αναπλάττοντας και απαλλάσσοντάς μας τελείως από αυτήν με το άγιον βάπτισμα, μας καθιστά εντελώς ελευθέρους στον κόσμον αυτόν, και μη ενεργουμένους τυραννικώς από τον εχθρόν. Αλλά τιμώντας μας με το αυτεξούσιον με το οποίον μας είχε προικίσει απ’ αρχής, μας δίδει περισσοτέραν δύναμιν εναντίον του, ώστε όποιοι θέλουν να τον νικούν με ευχέρειαν μεγαλυτέραν από όλους τους προ της παρουσίας του Χριστού αγίους. Και μετά τον θάνατόν τους να μην οδηγούνται και αυτοί όπως εκείνοι κάτω στον Άδη, αλλά στον ουρανό και στην τρυφή και την απόλαυση που επικρατεί εκεί, και να αξιώνωνται: να απολαμβάνουν τώρα μεν σε μέτριον βαθμό, μετά δε την εκ νεκρών ανάσταση, πλήρως όλην την αιωνίαν χαρά.

Να μη προφασίζωνται λοιπόν αυτοί που επιζητούν προφάσεις, ούτε να λέγουν ότι είναι πλήρης η επιρροή της παραβάσεως του Αδάμ επάνω μας, και ότι αυτό είναι που μας ελκύει πρός τα κάτω, προς την αμαρτία. Διότι όποιοι το σκέπτονται και το λέγουν αυτό, νομίζουν ότι ανωφελώς και ματαίως έγινε η παρουσία του Κυρίου και Θεού μας, πράγμα που μόνον οι αιρετικοί λέγουν, όχι οι πιστοί. Πράγματι, για ποίον άλλον λόγο κατήλθε και εγεύθη τον θάνατο, παρά μόνον βεβαίως για να καταργήση την καταδίκη που προήλθε από την αμαρτία, και να ελευθερώση το γένος μας από την δουλεία και ενέργειαν του εχθρού που το πολεμεί; Διότι αυτό είναι η πραγματική αυτεξουσιότης, δηλαδή το να μην εξουσιαζώμεθα με οποιονδήποτε τρόπον από κάποιον άλλον. Επειδή εμείς μεν ως τέκνα εκείνου που ημάρτησε είμεθα μέχρι τότε αμαρτωλοί, ως τέκνα εκείνου που παρέβη την εντολήν παραβάτες, ως τέκνα εκείνου που έγινε δούλος της αμαρτίας δούλοι κι εμείς της αμαρτίας, ως τέκνα εκείνου που εδέχθη την κατάραν και ενεκρώθη επικατάρατοι και εμείς και νεκροί, ως τέκνα εκείνου που επηρεάσθη από την συμβουλήν του πονηρού και υπεδουλώθη σ’ αυτόν, και έχασε το αυτεξούσιον, είχαμε κι εμείς δεχθεί την επήρειαν αυτού, και είχαμε καταδυναστευθή από την τυραννικήν του εξουσίαν. Ο Θεός όμως κατήλθε και εσαρκώθη, έγινε άνθρωπος όπως εμείς χωρίς όμως την αμαρτία, και έλυσε την αμαρτίαν, ηγίασε δε την σύλληψη και την γέννηση, και επειδή ανετράφη ολίγον κατ’ ολίγον, ευλόγησε κάθε ηλικίαν. Και όταν έγινε τέλειος άνδρας, τότε ήρχισε το κήρυγμα, διδάσκοντάς μας να μη προτρέχωμε σε ο,τιδήποτε, και να μη προλαμβάνωμε εκείνους που ελευκάνθησαν στην σύνεση και στην αρετήν, όσοι μάλιστα είμεθα νέοι στην φρόνηση και δεν έχουμε ανδρωθή. Εδέχθη επάνω του όσα ήσαν προς το συμφέρον μας, και αφού εφύλαξε όλες τις εντολές του Θεού και Πατρός αυτού, έλυσε την παράβαση, και ελευθέρωσε τους παραβάτες από την καταδίκην. Έγινε δούλος αναλαμβάνοντας μορφήν δούλου, και επανέφερε εμάς τους δούλους στο δεσποτικόν αξίωμα, αναδεικνύοντάς μας δεσπότες του πρώην τυράννου. Και το μαρτυρούν αυτό οι άγιοι, οι οποίοι και μετά θάνατον αποδιώκουν ως αδυνάμους και αυτόν και τους υπασπιστάς του. Με την σταύρωσίν του ο ίδιος έγινε κατάρα, και έλυσε όλην την κατάρα του Αδάμ. Απέθανε, και με τον θάνατόν του κατετρόπωσε τον θάνατον. Ανέστη, και εξηφάνισε την δύναμη και την ενέργειαν του εχθρού, ο οποίος διά μέσου του θανάτου και της αμαρτίας έχει την εξουσίαν εναντίον μας. Διότι βάζοντας μέσα στο θανατηφόρο δηλητήριο και στο φαρμάκι της αμαρτίας την ανέκφραστον ενέργειαν της Θεότητος και την ζωοποιόν ενέργεια του σώματός του, ελύτρωσε τελείως όλον το γένος μας από την ενέργειαν του εχθρού. Καθαίροντας δε και ζωοποιώντας μας με το άγιον βάπτισμα και με την κοινωνίαν των αχράντων μυστηρίων, του τιμίου σώματος και του αίματός του, μας αποκαθιστά αγίους και αναμαρτήτους. Αλλά και μας αφήνει την τιμήν του αυτεξουσίου, για να μη φανούμε ότι υπηρετούμε τον Δεσπότην με την βία, αλλά με την προαίρεση. Και όπως ο Αδάμ ήταν στον Παράδεισον εξ αρχής ελεύθερος, ξένος προς την αμαρτία και την βία, υπήκουσε δε στoν εχθρόν με το αυτεξούσιον θέλημά του, εξηπατήθη και παρέβη την εντολή του Θεού, έτσι και εμείς, αναγεννώμενοι με το άγιον βάπτισμα, απαλλασσόμεθα από την δουλεία και γινόμεθα αυτεξούσιοι, και εάν δεν υπακούσωμε στoν εχθρόν με την ιδικήν μας θέληση, δεν ημπορεί με άλλον τρόπο να ενεργήση κάτι εναντίον μας.

Πράγματι, εάν πριν από τον νόμο και την παρουσία του Χριστού, χωρίς όλα αυτά τα βοηθήματα, πολλοί και αναρίθμητοι ευηρέστησαν τον Θεόν και ανεδείχθησαν άμεμπτοι, όπως ο δίκαιος Ενώχ, τον οποίον μετέθεσε τιμώντας τον με τον τρόπον αυτό, και ο Ηλίας τον οποίον παρέλαβε στoν ουρανόν με άρμα πύρινον, τι θα απολογηθούμε εμείς, οι οποίοι μετά την χάρη και την τοιαύτη και τόσο μεγάλην ευεργεσίαν, ούτε ίσοι με τους προ της χάριτος ευρισκόμεθα, αλλά ζούμε μέσα στην ραθυμία, και καταφρονούμε τις εντολές του Θεού και τις παραβαίνουμε; Και αυτό μετά την κατάργηση του θανάτου και της αμαρτίας, μετά την αναγέννηση του βαπτίσματος και την προστασία των αγίων αγγέλων και την επισκίαση και επέλευση του ιδίου του Αγίου Πνεύματος. Ότι θα τιμωρηθούμε, εάν επιμένωμε στο κακόν, περισσότερον από εκείνους που ημάρτησαν όταν επικρατούσε ο νόμος, το εδήλωσε ο Παύλος λέγοντας. «Ει γάρ ο δι’ αγγέλων λαληθείς λόγος εγένετο βέβαιος, και πάσα παράβασις και παρακοή έλαβεν ένδικον μισθαποδοσίαν, πώς ημείς εκφευξόμεθα τηλικαύτης αμελήσαντες σωτηρίας;».

Ας μη αποδίδη λοιπόν την ευθύνην και ας μη κατηγορή τον Αδάμ, αλλά τoν εαυτόν του καθένας από εμάς, ο οποίος περιπίπτει σε οποιαδήποτε αμαρτίαν, και ας επιδεικνύη αξίαν μετάνοια όπως εκείνος, εάν βεβαίως θέλη να επιτύχη την αιωνίαν εν Χριστώ ζωήν…

Εκείνος που συλλογίζεται πάντοτε τις αμαρτίες του, και συνεχώς βλέπει εμπρός του την μέλλουσαν κρίσιν, και μετανοεί, και κλαίει θερμώς, αυτός υπερβαίνει όλα μαζί τα πάθη και τα αμαρτήματα, και τα υπερνικά ανυψούμενος από την μετάνοιαν, ώστε να μην ημπορή ούτε ένα από αυτά να φθάση και να προσεγγίση την ψυχή του στο ύψος εκείνο που πετά. Εάν δε ο νους μας, πτερωμένος από την μετάνοια και τα δάκρυα, και από την πνευματικήν ταπείνωση που γεννάται από αυτά, δεν ανυψωθή στο ύψος της απαθείας, δεν θα ημπορέσωμε να ελευθερωθούμε, δεν θα παύσουν να μας κεντούν πότε το ένα, πότε το άλλο πάθος, και να μας κατασπαράσσουν σαν άγρια θηρία.

Μετά δε τoν θάνατον, εξ αιτίας αυτών, θα χάσωμε την Βασιλείαν των Ουρανών, και από αυτά πάλι θα τιμωρηθούμε αιωνίως. Γι’ αυτό σας παρακαλώ όλους, πνευματικοί μου πατέρες και αδελφοί, και ποτέ δεν θα παύσω να παρακαλώ την αγάπη σας, να μην αμελήσετε την σωτηρία σας, αλλά με κάθε τρόπο να προσπαθήσετε να ανυψωθήτε ολίγον από την γη. Και όταν γίνη αυτό το θαύμα, το οποίο θα σας καταπλήξη, το να ανυψωθήτε δηλαδή από την γη και να υπερίπτασθε στον αέρα, δεν θα θελήσετε πλέον να κατέλθετε ούτε καν για λίγο και να σταθήτε στην γην. Λέγοντας δε «γην» εννοώ το σαρκικόν, και «αέρα» το πνευματικόν φρόνημα. Διότι εάν ο νους ελευθερωθή από τους πονηρούς λογισμούς και τα πάθη, και δι’ αυτού αντικρύσωμε την ελευθερίαν την οποία μας εχάρισεν ο Χριστός, δεν θα καταδεχθούμε πλέον να κατέλθωμε στην προηγουμένην δουλεία της αμαρτίας και του σαρκικού φρονήματος, αλλά συμφώνως με τους λόγους του Κυρίου, δεν θα παύσωμε να γρηγορούμε και να προσευχώμεθα, έως ότου μεταβούμε προς την εκείθεν μακαριότητα και τύχωμε των αιωνίων αγαθών, «χάριτι και φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ω πρέπει πάσα δόξα εις τους αιώνας των αιωνων. Αμήν».

Αγ. Συμεών του Νέου Θεολόγου

(10ος – 11ος αιών. Απαντα του Αγίων Πατέρων, εκδ. Ωφελίμου βιβλίου. Αγ. Συμεών του Νέου Θεολόγου, τόμ. 1, Κατήχ. Ε΄, σελ. 1-41, 87, 470 και 1054-1085. Από το βιβλίο "Πατερικόν Κυριακοδρόμιον", σελίς 485 και εξής. Επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)

(Πηγή ηλ. κειμένου: orp.gr)

alopsis.gr 

Αγ. Ιωάννης Χρυσόστομος: Η αληθινή συγχώρησις

Τὰ ἑξῆς παραγγέλνει ὁ Θεὸς στοὺς ἀνθρώπους: «κανεὶς ἀπὸ σᾶς ἂς μὴ διατηρεῖ στὴν καρδιά του κακία γιὰ τὸν ἀδελφό του» (Ζαχ. ζ´ 10) καὶ «κανεὶς ἂς μὴν συλλογίζεται τὴν κακία τοῦ ἄλλου» (Ζαχ. η´ 17). Δὲν λέει μόνο, συγχώρεσε τὸ κακὸ τοῦ ἄλλου, ἀλλὰ μὴν τὸ ἔχεις οὔτε στὴ σκέψη σου, μὴ τὸ συλλογίζεσαι, ἄφησε ὅλη τὴν ὀργή, ἐξαφάνισε τὴν πληγή.

Νομίζεις, βεβαίως, ὅτι μὲ τὴν ἐκδικητικότητα τιμωρεῖς ἐκεῖνον ποὺ σὲ ἔβλαψε. Γιατὶ ἐσὺ ὁ ἴδιος σὰν ἄλλο δήμιο ἐγκατέστησες μέσα σου τὸ θυμὸ καὶ καταξεσκίζεις τὰ ἴδια σου τὰ σπλάχνα. Ἔχεις ἀδικηθεῖ πολὺ καὶ στερήθηκες πολλὰ ἐξαιτίας κάποιου, κακολογήθηκες καὶ ζημιώθηκες σὲ πολὺ σοβαρὰ θέματά σου καὶ γι᾿ αὐτὸ θέλεις νὰ δεῖς νὰ τιμωρεῖται ὁ ἀδελφός σου; Καὶ ἐδῶ πάλι εἶναι χρήσιμο νὰ τὸν συγχωρήσεις. Γιατὶ, ἐὰν θελήσεις, ἐσὺ ὁ ἴδιος νὰ ἐκδικηθεῖς καὶ νὰ ἐπιτεθεῖς ἐναντίον του εἴτε μὲ τὰ λόγια σου, εἴτε μὲ κάποια ἐνέργειά σου, ἢ μὲ τὴν κατάρα σου, ὁ Θεὸς ὄχι μόνο δὲν θὰ ἐπέμβει κατ᾿ αὐτοῦ - ἐφόσον ἐσὺ ἀνέλαβες τὴν τιμωρία του - ἀλλὰ ἐπιπλέον θὰ σὲ τιμωρήσει ὡς θεομάχο.

Ἄφησε τὰ πράγματα στὸν Θεό. Αὐτὸς θὰ τὰ τακτοποιήσει πολὺ καλύτερα ἀπ᾿ ὅ,τι ἐσὺ θέλεις. Σὲ σένα ἔδωσε μόνο τὴν ἐντολὴ νὰ προσεύχεσαι γιὰ τὸν ἄνθρωπο ποὺ σὲ λύπησε.

Ἐμάλωσες μὲ κάποιον καὶ κρατᾶς μέσα σου κακία; Μὴν προσέλθεις στὴ Θεία Κοινωνία! Θέλεις νὰ προσέλθεις; Συμφιλιώσου πρῶτα καὶ τότε νὰ ἔλθεις νὰ ἐγγίσεις τὰ Ἄχραντα Μυστήρια! Αὐτὰ δὲν τὰ λέγω ἐγώ, ἀλλὰ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος. Αὐτὸς γιὰ νὰ σὲ συμφιλιώσει μὲ τὸν Πατέρα, δὲν ἀρνήθηκε οὔτε νὰ σφαγιασθεῖ, οὔτε τὸ αἷμα Του νὰ χύσει. Καὶ σύ, γιὰ νὰ συμφιλιωθεῖς μὲ τὸν συνάνθρωπό σου, οὔτε μία λέξη δὲν καταδέχεσαι νὰ βγάλεις ἀπὸ τὸ στόμα σου; Καὶ διστάζεις νὰ τρέξεις πρῶτος; Ἄκουσε τί λέει γιὰ ὅσους κρατοῦν τὴ στάση αὐτή: «Ἂν προσφέρεις τὸ δῶρο σου στὸ θυσιαστήριο καὶ ἐκεῖ θυμηθεῖς ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει κάτι ἐναντίον σου, πήγαινε πρῶτα νὰ συμφιλιωθεῖς μὲ τὸν ἀδελφό σου» (Ματθ. ε´ 23-24).

Ἂν ἔβλεπες ἕνα μέλος τοῦ σώματός σου ἀποκομμένο, δὲν θὰ ἔκανες τὰ πάντα γιὰ νὰ τὸ ἑνώσεις μὰ τὸ σῶμα σου; Αὐτὸ κάνε καὶ γιὰ τοὺς ἀδελφούς σου. Ὅταν τοὺς δεῖς νὰ ἔχουν ἀποκοπεῖ ἀπὸ τὴν ἀγάπη σου, τρέξε γρήγορα καὶ περιμάζεψέ τους· μὴν περιμένεις ἐκείνους νὰ ἔλθουν, σπεῦσε ἐσὺ πρῶτος, γιὰ νὰ λάβεις τὰ βραβεῖα! Ἕνα μόνο ἐχθρὸ διαταχθήκαμε νὰ ἔχουμε, τὸν διάβολο. Μὲ αὐτὸν νὰ μὴν συμφιλιωθεῖς ποτέ· πρὸς τὸν ἀδελφό σου ὅμως ποτὲ νὰ μὴν ἔχεις βαριὰ καρδιά. Κι ἂν ἀκόμη συμβεῖ κάποια μικροψυχία, ἂς εἶναι παροδική, ἂς μὴν ὑπερβαίνει τὸ διάστημα τῆς ἡμέρας. «Ἡ δύση τοῦ ἡλίου νὰ μὴ σᾶς προφθάνει ὀργισμένους», λέει ὁ Ἀπόστολος (Ἐφεσ. δ´ 26). «…Ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν…» (Ματθ. στ´ 12).

Βλέπεις; Ὁ Θεὸς ἐσένα τὸν ἴδιο ἔκανε κριτὴ τῆς συγχωρήσεως τῶν ἁμαρτημάτων σου. Ἂν συγχωρήσεις λίγα, λίγα θὰ σοῦ συγχωρεθοῦν. Ἂν συγχωρήσεις πολλά, θὰ σοῦ συγχωρηθοῦν πολλά. Ἂν τὰ συγχωρήσεις μὲ εἰλικρίνεια καὶ μὲ ὅλη σου τὴν καρδιά, μὲ τὸν ἴδιο τρόπο θὰ συγχωρήσει καὶ τὰ δικά σου ὁ Θεός. Ἂν μετὰ τὴν συγχώρηση, κάνεις φίλο σου τὸν ἐχθρό σου, ἔτσι θὰ διάκειται καὶ ὁ Θεὸς ἀπέναντί σου.

Ποιᾶς, λοιπόν, τιμωρίας δὲν εἶναι ἄξιος ἐκεῖνος, ποὺ ἐνῷ πρόκειται νὰ κερδίσει δέκα χιλιάδες τάλαντα, ἐὰν χάσει ἑκατὸ μόνο δηνάρια, οὔτε καὶ τὰ λίγα δὲν συγχωρεῖ, ἀλλὰ στρέφει ἐναντίον του τὰ ἴδια τὰ λόγια τῆς προσευχῆς; Γιατί ὅταν λὲς στὸν Θεὸ «συγχώρεσέ μας, ὅπως καὶ ἐμεῖς συγχωροῦμε τοὺς ἐχθρούς μας» καὶ κατόπιν ἐσὺ δὲν συγχωρεῖς, γιὰ τίποτε ἄλλο δὲν παρακαλεῖς τὸν Θεό, παρὰ νὰ σὲ στερήσει ἀπὸ κάθε ἀπολογία καὶ συγγνώμη…

(Ἀπό τὴν ὁμιλία κ´ «Εἰς τοὺς Ἀνδριάντας»)

(Πηγή: imaik.gr)

alopsis.gr 

«Κάθε ἀπάτη καί ματαιότητα καί καλλωπισμό τῆς ὕλης καί τοῦ φθαρτοῦ αὐτοῦ σώματος», ϟΣΤ'(:96ου) Κανών τῆς ΣΤ΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου.Ἁγίου Νικοδήμου τοῦ Ἁγιορείτου

ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ Ἑρμηνεία τοῦ ϟΣΤ'(:96ου) Κανόνος τῆς ΣΤ΄Οἰκουμενικῆς Συνόδου Κανόνας ϟΣΤ’: «Οἱ τόν Χριστόν διά τοῦ βα...