Τρίτη 24 Μαρτίου 2026

Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος

Είναι γνωστό ότι η αγία Εκκλησία μας τις Κυριακές κατά την περίοδο της Μ. Σαρακοστής εορτάζει πρόσωπα και γεγονότα για να στηρίξει τους αγωνιζόμενους πιστούς εις το στάδιο των αρετών. Η τέταρτη Κυριακή, λοιπόν, είναι αφιερωμένη εις την μνήμη του Αγίου Ιωάννου της Κλίμακος ή και Σιναϊτου ονομαζόμενου, ο οποίος υπήρξε υπόδειγμα αγωνιζόμενου ανθρώπου. Ο Ιωάννης γεννήθηκε από πλούσιους και ενάρετους γονείς περί το 523 μ.Χ. εις την Συρία. Οι γονείς του του πρόσφεραν την καλύτερη εκπαίδευση της εποχής και ο μικρός Ιωάννης ξεχώριζε από τους συνομηλίκους του. Είχε ιδιαίτερη κλίση εις την προσευχή και εις την μελέτη πατερικών κειμένων. Η καρδιά του ποθούσε και αγαπούσε τον Χριστό. Σε ηλικία 15 ετών εντάχθηκε ως δόκιμος μοναχός εις το όρος Σινά έχοντας ως οδηγό του τον ηγούμενο γέροντα Μαρτύριο. Ο Ιωάννης με την καθοδήγηση του Μαρτυρίου άρχισε να αποκτά αρετές κατά θεία, πάντα, παραχώρηση. Μετά από τέσσερα χρόνια έγινε μοναχός . Για τις ανάγκες της Μονής χειροτονήθηκε ιεροδιάκονος και αργότερα ιερομόναχος. Mε την ευλογία του Μαρτυρίου και μετά την κοίμηση του γέροντός του αναχώρησε από το μοναστήρι για την έρημο για περισσότερη άσκηση και ησυχία. Εκεί επιδόθηκε εις την προσευχή, εις την μελέτη των πατέρων της εκκλησίας και εις την αγρυπνία.  Εκοιμάτο πολύ λίγο, τόσες ώρες ώστε να μη υποστεί βλάβη ο εγκέφαλός του. Εις την τροφή ήταν ολιγοδίαιτος καταναλώνοντας όλα τα φαγητά, για να μη προσβάλλει τα γεννήματα του Θεού, σε ελάχιστη ποσότητα. Εννοείται ότι κατανάλωνε τα φαγητά που επιτρέπονται εις τους μοναχούς. Ο Θεός του χάρισε το δώρο της προσευχής, όπως και των δακρύων. Καθημερινά πότιζε με τα δάκρυα της μετάνοιας τα χώματα του σπηλαίου και δοξολογούσε συνεχώς τον Θεό μελετώντας τις θείες γραφές και γράφοντας. Εις το ασκητήριο της ερήμου παρέμεινε σαράντα χρόνια. Η φήμη του αγίου ανδρός έγινε γνωστή αν και ο ίδιος δεν το επεδίωξε. Ήταν πρόνοια του Θεού να ωφεληθούν και άλλοι άνθρωποι από αυτόν τον άγιο αγωνιστή. Πάρα πολλοί άνθρωποι λαϊκοί, μοναχοί και κληρικοί έρχονταν σε επαφή μαζί του και έφευγαν πολλαπλώς ωφελημένοι. Καθημερινά  η ψυχή του φλέγονταν και πυρπολούνταν από την άπειρη αγάπη προς τον Σωτήρα Χριστό. Συνεχώς και καθημερινά του χάριζε ο Θεός χάρη και ευλογία. Ανέβαινε την κλίμακα των αρετών.  Παρέμεινε εις την έρημο 40 ολόκληρα χρόνια. Έφυγε από την έρημο σε ηλικία 75 ετών για να αναλάβει την ηγουμενία της Ιεράς Μονής Σινά παρά την θέλησή του. Η αδελφότητα της Μονής τον εξέλεξε ποιμένα της και υπάκουσε. Καθοδήγησε τους αδελφούς της της Μονής για λίγα   χρόνια και κατέφυγε πάλι εις την έρημο για ησυχία και άσκηση. Πριν αναχωρήσει για την έρημο όρισε ως διάδοχό του τον αδελφό του Γεώργιο. Εις την έρημο παρέδωσε το πνεύμα του εις τον αθλοθέτη Κύριο. Ήταν 30 Μαρτίου του 606 μ.Χ.   και για τον λόγο αυτό τιμάται η Αγία μνήμη κάθε χρόνο την ημέρα αυτή. Όταν επρόκειτο να πορευτεί προς τον αθλοθέτη Κύριο ο Ιωάννης, ο, κατά σάρκα, αδελφός του Γεώργιος του έλεγε «Με αφήνεις λοιπόν και φεύγεις; Εγώ παρακαλούσα, εσύ να προπέμψεις εμένα. Διότι εγώ κύριέ μου δεν μπορώ χωρίς εσένα να ποιμάνω την συνοδεία. Και τώρα αντίθετα προπέμπω εσένα»! Του απάντησε τότε ο αββάς Ιωάννης: «Να μη λυπείσαι και να μην ανησυχείς, διότι εάν βρω παρρησία ενώπιον του Κυρίου, δεν θα σε αφήσω πίσω μου να συμπληρώσεις χρόνο». Μέσα σε δέκα μήνες απήλθε και αυτός προς τον Κύριο. Θαυμαστά γεγονότα. Ο αρχέκακος διάβολος παρακίνησε ανθρώπους φθονερούς να κατηγορούν τον Άγιο ως «λάλον και φλύαρον». Ήθελαν να περιορίσουν την δυνατότητα του αγίου να βοηθά συνανθρώπους των. Ο Άγιος θέλοντας να εφαρμόσει εις την πράξη τα διδασκόμενα από αυτόν και για να μη σκανδαλίσει τους πιστούς σταμάτησε το έργο του. Οι άνθρωποι τότε συνειδητοποίησαν το λάθος τους δηλαδή στέρησαν από το κόσμο μια πηγή βοήθειας ψυχών. Ζήτησαν μετανοημένοι να συνεχίσει ο Ιωάννης το θεάρεστο έργο. Πράγματι ο Ιωάννης κατά θεία πρόνοια συνέχισε να προσφέρει την διακονία του προς τους πιστούς. Κάποιος μοναχός ονομαζόμενος Μωυσής αισθάνθηκε στην καρδιά του την επιθυμία να γίνει μαθητής του αγίου ανδρός. Ο άγιος υπάκουσε στις παρακλήσεις των άλλων μοναχών και τον δέκτηκε ως υποτακτικό. Μια μέρα ο άγιος έστειλε τον υποτακτικό του να πάει να φέρει χώμα κατάλληλο για να φυτεύσουν λάχανα  για τις ανάγκες του μοναστηριού. Ήταν καλοκαίρι και η ζέστη υψηλή, το μεσημέρι ο Μωυσής κάθισε στην σκιά ενός βράχου για να ξεκουραστεί. Αποκοιμήθηκε καθώς ήταν πολύ κουρασμένος. Ο Ιωάννης βρισκότανε στο κελί του. Για μια στιγμή φάνηκε ότι τον πήρε ο ύπνος και βλέπει άνδρα φωτεινό να του λέγει ότι ο Μωυσής κινδυνεύει. Ξυπνά και αρχίζει να προσεύχεται για τον μαθητή του. Όταν το βράδυ γύρισε ο υποτακτικός πληροφορήθηκε ο άγιος ότι ενώ κοιμόταν ο Μωυσής άκουσε τη φωνή του γέροντός του και ξύπνησε απομακρυνόμενος από το σημείο και αμέσως ο βράχος έπεσε εις το σημείο που κοιμόταν ο Μωυσής. Από ταπεινοφροσύνη ο άγιος πατήρ δεν ανέφερε για την οπτασία εις τον Μωυσή, μέσα του ευχαριστούσε και δοξολογούσε τον Θεό ο οποίος έσωσε τον μαθητή του από βέβαιο θάνατο. Ο μοναχός Ισαάκ υπέφερε πάρα πολύ από σαρκικούς πειρασμούς και  τον κατείχε θλίψη και αθυμία. Με δάκρυα εις τα μάτια και πόνο ψυχής ανέφερε εις τον γέροντα Ιωάννη για τον σαρκικό πόλεμο που δεχότανε ζήτησε την βοήθειά του. Ο πανθαύμαστος αφού διαπίστωσε την πίστη του και την ταπείνωσή του, του λέγει « Έλα αδελφέ να προσευχηθούμε από κοινού και ο αγαθός και ευσπλαχνικός Θεός δεν θα παραβλέψει την ικεσία μας». Πριν τελειώσουν την προσευχή ο ταπεινός μοναχός ευρισκόμενος με το πρόσωπο κατά γης αντιλήφθηκε να απαλλάσσεται από τον πειρασμό. Ο διάβολος δεν μπορούσε να αντέξει την θέρμη της κοινής προσευχής και εγκατέλειψε τον μοναχό. Αμέσως ο όσιος και ο μοναχός ευχαρίστησαν τον Θεό ο οποίος εισάκουσε την προσευχή και θεράπευσε τον δούλο του. Ο γέροντας Μαρτύριος με τον νεαρό Ιωάννη επισκέφθηκαν τον μέγα Αναστάσιο, ο οποίος ρωτά «ποιος είναι ο νέος και ποιος τον έκειρε μοναχό;». Απαντά ο Μαρτύριος «δούλος σου είναι και εγώ τον έκειρα μοναχό». Η ανταπάντηση του Αναστασίου «Πω πω! αββά Μαρτύριε  ποιος να το ειπεί ότι Ηγούμενο του Σινά έκειρες»! Δεν διαψεύσθηκε ο Αναστάσιος, μετά από 40 χρόνια ο Ιωάννης έγινε Ηγούμενος. Άλλη φορά πάλι ο αββάς Μαρτύριος πήρε τον Ιωάννη και πήγαν και επισκέφθηκαν τον μέγα Ιωάννη τον Σαββαΐτη. Ο Σαββαΐτης μόλις τους είδε πήρε νερό και έπλυνε τα πόδια του Ιωάννη και όχι του γέροντός του Μαρτυρίου. Σε ερώτηση του μαθητή του Στεφάνου ὁ Γέροντας απάντησε: «Πίστευσε, τέκνο μου ότι εγὼ δεν γνωρίζω ποιος είναι αυτὸς ο νέος. Εγώ τον ηγούμενο του Σινά υποδέχθηκα και τα πόδια του Ηγουμένου ένιψα».

        Ο Ιωάννης έγινε μοναχός σε ηλικία 20 ετών. Την ημέρα αυτή ο αββάς Στρατήγιος, προφήτεψε ότι ο νέος μοναχός θα γίνει Ηγούμενος. Το πιο θαυμαστό είναι τούτο το γεγονός που έλαβε χώρα την ημέρα της ανάληψης της Ηγουμενίας από τον Άγιο. Οι προσελθόντες ξένοι ανέρχονταν στον αριθμό 600. Κατά την διάρκεια της τράπεζας έβλεπε νέο με κοντά μαλλιά και τυλιγμένο με σεντόνι όπως οι Ιουδαίοι να δίνει εντολές εξουσιαστικά και να κατευθύνει τους πάντες μαγείρους, κελαρύτας και όλους τους διακονητές. Όταν με το γεύμα αναζήτησαν τον νέο αυτό δεν τον βρήκαν πουθενά. Ήταν λογικό. Φαίνεται από την απάντηση που έδωσε ο Άγιος Ιωάννης «Αφήστε τον. Δεν έκανε τίποτε το παράξενο ο κύριος Μωυσής με το να διακονήσει στον ιδικό του τόπο». Σε άλλη περίπτωση, όταν στην περιοχή της Παλαιστίνης επικρατούσε ανομβρία οι κάτοικοι κατέφυγαν εις τον Ιωάννη. Μετά από θερμή προσευχή άνοιξαν οι ουρανοί, και εισακούστηκε η προσευχή του. Δεν είναι παράξενο αυτό, διότι «θέλημα των φοβουμένων αυτόν ποιήσει ο Κύριος και της δεήσεως αυτών εισακούσεται». Εις την αρχή του κειμένου αναφέραμε ότι ο Άγιος Ιωάννης ονομάζεται «Σιναΐτης» ή της «Κλίμακος». Η προσηγορία «Σιναΐτης » με τα γραφέντα μέχρι στιγμής διότι ήταν μοναχός μονής του Σινά και εκεί έγινε Ηγούμενος. Ήλθε η στιγμή να γράψουμε δυο λόγια και για το άλλο όνομα «της Κλίμακος». Ιδού, λοιπόν: Ο Άγιος Ιωάννης υπακούοντας εις το αίτημα του Ηγουμένου της Μονής Ραϊθού έγραψε το βιβλίο με το τίτλο «Η Κλίμακα», το οποίο είναι αριστούργημα της Ορθόδοξης γραμματείας και το οποίο πρέπει όλοι να το διαβάσουμε, αν δεν το διαβάσαμε, ή μάλλον πρέπει να το μελετάμε καθημερινά ιδιαίτερα την περίοδο των νηστειών. Εις το βιβλίο αυτό περιέχονται 30 ομιλίες του Αγίου, αναφερόμενη η κάθε μία σε μία αρετή ξεκινώντας από τις πιο απλές και καθημερινές και ανεβαίνοντας μια μια φθάνει ο πιστός αγωνιστής εις το τελευταίο σκαλί και συναντά τον Θεό. Εις το έργο αυτό γίνεται μια θαυμάσια τομή της ανθρώπινης ψυχής και ψυχολογίας την οποία ζηλεύουν οι σύγχρονοι ψυχολόγοι. Έργο σαφώς θεόπνευστον. Γράφτηκε σε εποχή κατά την οποία ήταν άγνωστη και η έννοια ακόμη της ψυχολογίας. Ένα μικρό αφιέρωμα εις τον μεγάλο αυτό Άγιο Ιωάννη, την μνήμη του οποίου τιμά η αγία Εκκλησία 30 Μαρτίου (μέρα της κοιμήσεώς του) και την 4η Κυριακή των νηστειών.

Λειτουργικά κείμενα

Ἀπολυτίκιον   Ἦχος γ'. Θείας πίστεως.
Θεῖον κλίμακα, ὑποστηρίξας, τὴν τῶν λόγων σου, μέθοδον πάσι, Μοναστῶν ὑφηγητὴς ἀναδέδειξαι, ἐκ πρακτικῆς Ἰωάννη καθάρσεως, πρὸς θεωρίας ἀνάγων τὴν ἔλαμψιν. Πάτερ Ὅσιε, Χριστὸν τὸν Θεὸν ἱκέτευε, δωρήσασθαι ἠμὶν τὸ μέγα ἔλεος.

Ἀπολυτίκιον. Ήχος πλ. δ'. Ομοίως
Ταῖς τῶν δακρύων σου ῥοαῖς, τῆς ἐρήμου τό ἄγονον ἐγεώργησας· καί τοῖς ἐκ βάθους στεναγμοῖς, εἰς ἑκατόν τούς πόνους ἐκαρποφόρησας· καί γέγονας φωστήρ τῇ οἰκουμένῃ, λάμπων τοῖς θαύμασιν, Ἰωάννη, Πατήρ ἡμῶν ὅσιε, πρέσβευε Χριστῷ τῷ Θεῷ, σωθῆναι τάς ψυχάς ἡμῶν.Κοντάκιον. Ἦχος α'. Χορὸς ἈγγελικόςΚαρπούς ἀειθαλεῖς, ἐκ τῆς βίβλου προσφέρων, διδάγματα σοφέ, καθηδύνεις καρδίας, τῶν τούτοις μετά νήψεως, προσεχόντων μακάριε· Κλίμαξ γάρ ἐστι, ψυχὰς ἀνάγουσα γῆθεν, πρὸς οὐράνιον, καί διαμένουσαν δόξαν, τῶν πίστει τιμῶντων σε.

Μυργιώτης Παναγιώτης
Μαθηματικός

Πῶς σταμάτησε ἡ χολέρα στήν Κωνσταντινούπολη τό 1910

“Κατὰ τὸ ἔτος 1910 νόσος ἐπάρατος καὶ πάλιν ἐμάστιζε τὴν Κωνσταντινούπολιν καὶ τὰ περίχωρα, ἡ χολέρα. Κατὰ ἑκατοντάδες καθ᾿ ἑκάστην ἀπέθνησκον, εἰς τρόπον ὥστε νὰ μὴ καθίστανται δυνατὴ ἡ ταφὴ τῶν πολυαρίθμων νεκρῶν, ἀδιακρίτως φυλῆς καὶ θρησκεύματος, Χριστιανῶν, Ἀρμενίων, Μουσουλμάνων καὶ Ἐβραίων. Ὁ πληθυσμός, ἰδίως τῆς Κωνσταντινουπόλεως, περιδεὴς καὶ περίφοβος ἐζήτει τὴν σωτηρίαν αὐτοῦ. Οἱ ναοὶ τῶν Ὀρθοδόξων καὶ Ἀρμενίων, τὰ Τεμένη καὶ αἱ Συναγωγαὶ καθ᾿ ἑκάστην ἦσαν πλήρεις[1], τοῦ πλήθους μετὰ δακρύων καὶ ἀπογνώσεως ἐπικαλουμένου τὴν θείαν ἐπέμβασιν πρὸς κατάπαυσιν τοῦ κακοῦ. Παρὰ ταῦτα ὅμως ἡ ἑπάρατος νόσος ἐξηκολούθει τὸ καταστρεπτικὸν ἔργον αὐτῆς.

Ἡ Κωνσταντινούπολις παρουσίαζεν ἀπαίσιον θέαμα, ἐνεκρώθη δὲ πάσα κίνησις καὶ ζωῇ ἐν αὐτῇ. Ἐξαίφνης ὁ χριστιανικὸς πληθυσμὸς ἐν τῇ ἀπελπισίᾳ του, ἀνεμνήσθη τὸ προηγούμενον τοῦ 1871 ἐπὶ Πατριάρχου Ἀνθίμου τοῦ ΣΤ΄ τοῦ Κουταλιανοῦ καὶ ἐν φωνῇ ἐζήτει τὴν μετάκλησιν τῆς Τιμίας Ζώνης ἐξ Ἁγίου Ὄρους [2]. Ἐκτάκτως συγκαλεῖται ἡ Ἱερὰ Σύνοδος καὶ τῇ προτάσει τοῦ ἀοιδίμου Πατριάρχου Ἰωακεὶμ τοῦ Γ΄ ἀποφασίζεται ὅπως ἀποσταλῇ ἐπιτροπὴ εἰς Ἅγιον Ὄρος καὶ μεταφέρει εἰς τὴν νεκρωθεῖσαν ἐκ τοῦ θανάτου καὶ τοῦ φόβου Κωνσταντινούπολιν τὸ τίμιον τῆς εὐσεβείας ἡμῶν θησαύρισμα.

Ἡ Ἱερὰ Σύναξις τοῦ Ἁγίου Ὄρους λαβοῦσα τὰ σχετικὰ Πατριαρχικὰ Γράμματα, ἀμέσως διατάσσει δύο ἐκ τῶν ἐπιφανῶν Πατέρων, ἵνα συνοδεύσωσι τὴν Τιμίαν Ζώνην εἰς τὴν δοκιμαζομένην Πόλιν τοῦ Κωνσταντίνου.

Ἀνακούφισις καὶ ἀλλαλαγμὸς ἠκούσθη ὅταν ἐγνώσθη ἡ εἴδησις ἐκ τοῦ Πατριαρχείου ὅτι ἐντὸς ὀλίγου καταφθάνει ἡ σωτηρία τοῦ δοκιμαζομένου πλήθους.

Τὴν ἡμέραν τῆς ἀφίξεως τῆς Πατριαρχικῆς ἀντιπροσωπείας μετὰ τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων συνοδευόντων τὴν Τιμίαν Ζώνην ἀπὸ ὄρθρου βαθέως πλῆθος ἀδιακρίτως φυλῆς καὶ θρησκεύματος. Ὀρθόδοξοι, Ἀρμένιοι, Μουσουλμάνοι καὶ Ἰουδαίου κατέκλυσαν τὴν πλατείαν τοῦ σταθμοῦ Σερκιτζῆ. Κατὰ τὴν ταχθεῖσαν ὤραν καταφθάνει ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Ἰωακεὶμ ὁ Γ΄, περιστοιχιζόμενος ὑπὸ Ἀρχιερέων τῆς Πατριαρχικῆς Αὐλῆς καὶ πλῆθος κληρικῶν, ἵνα ὑποδεχθῇ τὴν Τιμίαν Ζώνην τῆς Θεοτόκου, παρὰ τῆς ὁποίας ἀνέμενεν ὁ λαὸς τὴν ἀπαλλαγὴν τῆς πόλεως ἀπὸ τῆς ἀπαισίας νόσου.

Ἡ σημασία τὴν ὁποίαν ἀπέδωκεν τόσον ὁ Σουλτάνος Χαμίτ [3], ὄσον καὶ ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις εἰς τὴν μεταφορὰν τῆς Τιμίας Ζώνης κατεδείχθη καὶ ἐκ τῆς ὑποδοχῆς, ἣν ἔκαμεν ἡ Τουρκικὴ Κυβέρνησις κατ᾿ ἐντολὴν τοῦ Σουλτάνου. Λόχος στρατοῦ ἔχων ἐπὶ κεφαλῆς ἀξιωματικοὺς εἰς διπλοὺς στίχους παρετάχθη πρὸ τοῦ σταθμοῦ τοῦ Σερκιτζῆ, ἵνα ἀποδώσῃ τὰς νενομισμένας τιμὰς εἰς τὸ τίμιον κειμήλιον τῆς Ὀρθοδοξίας, τὴν δύναμιν τῆς ὁποίας ἐκ πείρας ἐγνώρισαν οἱ λαοὶ τῆς Κωνσταντινουπόλεως κατὰ τὸ ἔτος 1871.

Ὁ γηραιὸς Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης Ἰωακεὶμ ὁ Γ΄ ἔνδακρυς πρῶτος προχωρεῖ καὶ ἀσπάζεται τὴν Τιμίαν Ζώνην καὶ παραλαβὼν αὐτὴν ἐκ τῶν χειρῶν τῶν Ἁγιορειτῶν Πατέρων, πεζῇ προπορευόμενος τῶν Ἀρχιερέων, Κληρικῶν, Ἱεροψαλτῶν, ἐν μέσῳ διπλοῦ στίχου στρατιωτῶν καὶ άκολουθούντων Χριστιανῶν, Ἀρμενίων, Μουσουλμάνων καὶ Ἰουδαίων, διανύει τὸν μακρὸν δρόμον ἀπὸ Σερκιτζῇ μέχρι Φαναρίου, ὅπου καὶ ἐν τῷ Πατριαρχικῷ ναῷ ἐναποθέτει εἰς κοινὴν προσκύνησιν τὸ ἱερὸν θησαύρισμα. Ἀγρυπνίαι καὶ Λειτουργίαι συνεχῶς ἐπακολουθοῦν, πλῆθος ἄπειρον κατακλύζει καθ᾿ ἑκάστην τὸν Πατριαρχικὸν ναὸν μετὰ δακρύων ἐξαιτουμένον τὴν σωτηρίαν του.

Ἡ ἐπάρατος ἀσθένεια ἤρχισε νὰ ὑποχωρεῖ, τὰ θύματα αὐτῆς κατὰ πολὺ ἐμειώθησαν, μέχρις ὅτου ἐντὸς ὁλιγίστων ἡμερῶν ἀπηλλάγη ἡ πόλις τοῦ Κωνσταντίνου τῆς ἐπαράτου νόσου.

Τὴν Τιμίαν Ζώνην ἐκ Κωνσταντινουπόλεως μετεκάλεσαν καὶ αἱ δοκιμαζόμεναι ἐπαρχίαι, ὡς ἡ τῆς Προύσσης καὶ ἄλλαι, ἐκ τῆς χολέρας, ἥτις νόσος ἅμα τῇ παρουσίᾳ τῆς Τιμίας Ζώνης ἐξέλειπε, τῶν λαῶν ἀδιακρίτου φυλῆς καὶ θρησκεύματος, ἀνακουφισθέντων ἐκ τῆς καθ᾿ ἑκάστην ἀπειλῆς τοῦ θανάτου“.

[1] Επομένως όποιος απευθύνεται στους ψευδοχριστιανούς κυβερνώντες και τους λέει πως μόνο οι Τούρκοι έκλειναν τις εκκλησίες, δεν λέει αλήθεια· ούτε οι Τούρκοι δεν τις έκλειναν! 

[2] Για την επίσης θαυματουργή επίσκεψη της Τιμίας Ζώνης στην Κωνσταντινούπολη το 1871

https://www.exapsalmos.gr/2020/03/28/ena-istoriko-ntokoymento-toy-1871-otan-i-cholera-eiche-plixei-tin-konstantinoypoli/

και

https://www.pemptousia.gr/2013/02/monachos-iakovos-vatopedinos-1807-2-fevr/

[3] Πρόκειται για τον φιλέλληνα Σουλτάνο Αμπντούλ Χαμίτ Β΄.

https://krufo-sxoleio.blogspot.com/2020/11/1910.html

https://enromiosini.gr/arthrografia/πως-σταμάτησε-η-χολέρα-στην-κωνσταντι/

hristospanagia.gr 

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2026

(+)Ιεροκήρυκας Δημήτριος Παναγόπουλος. Νά κάνεις «ἀποκαθήλωση»… Τί θά πᾶς νά ἁγιάσεις; Τόν διάβολο;

Θα πάρεις τον αγιασμό από την Εκκλησία και θα τον πας στο σπίτι και δεν θα μπεις μέσα. Θα αφήσεις τον αγιασμό από έξω και θα μπεις μέσα στο σπίτι σου, να κάνεις «αποκαθήλωση».

Ο Χριστός στον Ιορδάνη ποταμό, δέχτηκε από τον Άγιο Ιωάννη τον Πρόδρομο βάπτισμα μετανοίας και όχι βάπτισμα σωτηρίας. Το βάπτισμα μετανοίας του Χριστού, συμβολίζει το μυστήριο της μετανοίας και της εξομολογήσεως (το λεγόμενο ”βάπτισμα μετά το βάπτισμα”). Γι΄αυτό και όταν βαπτίστηκε ο Χριστός, αμέσως εξήλθε από το νερό, μη έχοντας αμαρτίες. 

Εμείς οι άνθρωποι κάνουμε βάπτισμα σωτηρίας και όχι μετανοίας. Άλλο το ένα βάπτισμα και άλλο το άλλο… Κακώς λοιπόν μας κατηγορούν οι ετερόδοξοι, ότι δεν μιμούμαστε τον Χριστό δηλ. δεν βαπτιζόμαστε σε ηλικία 30 ετών και κάνουμε νηπιοβαπτισμό. Εξάλλου ας μας εγγυηθούν οι ετερόδοξοι, ότι θα φτάσουμε όλοι μας 30 ετών και μετά το συζητάμε…

Ο Χριστός δεν βαπτίστηκε εν ύδατι, αλλά εν αίματι. Το σωτήριο βάπτισμα του Χριστού, είναι το εν αίματι. Είναι το Αίμα που χύθηκε στην Σταύρωσή Του…

Σύμφωνα με την Ιερά Παράδοση, ο Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος, βρέθηκε στην έρημο αναγκαστικά, από ανωτέρα βία. Συγκεκριμένα, όταν ήταν ακόμα μωρό και ο Ηρώδης σκότωνε όλα τα μωρά κάτω των 2 ετών, η μάνα του η Ελισσάβετ, προκειμένου να το σώσει από την μάχαιρα του Ηρώδη, το φυγάδεψε από το σπίτι της. 

Και λέγεται, ότι όταν βρέθηκαν σε ένα βουνό και δεν υπήρχε άλλη διέξοδος και ήταν θέμα χρόνου, οι στρατιώτες του Ηρώδη να τους βρουν, η Ελισσάβετ έκανε μια σύντομη προσευχή λέγοντας: ”Δέξου όρος το τέκνον και την μάνα αυτού”. Έτσι κατά θαυμαστό τρόπο βρέθηκαν στην απέναντι πλευρά του βουνού, που ήταν έρημος.

(+)Ιεροκήρυκας Δημήτριος Παναγόπουλος

hristospanagia.gr 

Κυριακή 22 Μαρτίου 2026

Λόγος εις την Δʼ Κυριακή των Νηστειών (Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς)

(Ευαγγέλιο: Μαρκ. θ’ 17-32)

Από την αρχή τής δημιουργίας τού κόσμου και του χρόνου, όλοι οι λαοί τής γης πιστεύουν πως ο πνευματικός κόσμος υπάρχει και πως τα αό­ρατα πνεύματα είναι αληθινά. Πολλοί άνθρωποι όμως έχουν πλανηθεί σ’ αυτό το σημείο. Υποστηρίζουν πως τα πονηρά πνεύματα έχουν μεγαλύτερη δύναμη από τα αγαθά. Με την πάροδο του χρόνου μάλιστα προχώρη­σαν στη θεοποίηση των πονηρών πνευμάτων, τους έφτια­ξαν ναούς, πρόσφεραν θυσίες και προσευχές και πρόστρεχαν σ’ αυτά για όλα τα θέματα. Όσο περνούσε ο και­ρός πολλοί ήταν εκείνοι που εγκατέλειψαν τελείως την πίστη στα αγαθά πνεύματα και κράτησαν την πίστη τους μόνο στα πονηρά, ή στους κακούς «θεούς», όπως τους αποκαλούσαν. Έτσι αυτός ο κόσμος άρχισε να μοιάζει μ’ ένα στίβο, όπου άνθρωποι και πονηρά πνεύματα ανταγωνίζονταν μεταξύ τους. Τα πονηρά πνεύματα βασά­νιζαν όλο και περισσότερο τους ανθρώπους και τους τύ­φλωναν, με αποκλειστικό στόχο να σβήσουν από το νου τους κάθε ιδέα για τον καλό Θεό και για τη μεγάλη και θεόσδοτη δύναμη των αγαθών πνευμάτων.

Στις μέρες μας όλοι οι άνθρωποι πιστεύουν στην ύπαρ­ξη των πνευμάτων. Κι η πίστη αυτή κατ’ αρχάς είναι σωστή. Εκείνοι που αρνούνται τον πνευματικό κόσμο, το κάνουν επειδή κοιτάζουν μόνο με τα σωματικά τους μάτια κι έτσι δεν μπορούν να τον δουν. Ο κόσμος αυτός όμως δε θα ήταν πνευματικός, αν ήταν ορατός στη σω­ματική όραση. Κάθε άνθρωπος επομένως, που ο νους του δεν έχει τυφλωθεί κι η καρδιά του δεν έχει γίνει αναίσθητη από την αμαρτία, μπορεί κάθε μέρα και κά­θε ώρα να νιώθει με όλη του την ύπαρξη πως στον κό­σμο αυτόν δεν είμαστε μόνοι, με αποκλειστική συντρο­φιά την άψυχη φύση, τους βράχους, τα φυτά, τα ζώα κι άλλα πλάσματα, στοιχεία και φαινόμενα. Οι ψυχές μας βρίσκονται σε συνεχή επαφή με τον αόρατο κόσμο, με αόρατες υπάρξεις. Και κάνουν μεγάλο λάθος όσοι κα­ταργούν τα αγαθά πνεύματα και θεοποιούν τα πονηρά και τα προσκυνούν.

Όταν ο Κύριος Ιησούς εμφανίστηκε στον κόσμο, ουσιαστικά όλοι οι λαοί πίστευαν στη δύναμη και την υπεροχή του κακού έναντι του καλού. Οι πονηρές δυ­νάμεις επικρατούσαν στον κόσμο, γι’ αυτό κι ο Χριστός ο ίδιος αποκάλεσε τον αρχηγό τους άρχοντα του κόσμου τούτου. Ακόμα κι οι ηγέτες των Ιουδαίων απέδιδαν όλα τα θαύματα του Χριστού στους δαίμονες και στη δύναμή τους.

Ο Κύριος Ιησούς ήρθε στον κόσμο για να σπάσει, να ξεριζώσει την αδύναμη πίστη των ανθρώπων στον πονηρό και να σπείρει την πίστη τού αγαθού στις ψυχές τους. Να στηρίξει την πίστη στην παντοδύναμη ισχύ τού αγαθού, στην ακατανίκητη και παντοτεινή φύση του. Ο Χριστός δεν κατάργησε, αλλ’ επιβεβαίωσε την αρχαία και παγκόσμια πίστη στα πνεύματα. Αποκάλυψε όμως τον πνευματικό κόσμο όπως πραγματικά είναι, όχι όπως τον πίστευαν οι άνθρωποι κάτω από την απατηλή δια­βολική επιρροή. Ο ένας, αγαθός, σοφός και παντοδύ­ναμος Θεός είναι ο Κύριος τόσο του πνευματικού όσο και του υλικού κόσμου, ορατού και αόρατου. Τα αγα­θά πνεύματα είναι οι άγγελοι και είναι δύσκολο να υπο­λογίσεις το πλήθος τους.

Τα αγαθά πνεύματα, οι άγγελοι, είναι ασύγκριτα πιο ισχυρά από τα πονηρά πνεύματα. Τα πονηρά πνεύ­ματα στην ουσία είναι εντελώς ανίσχυρα να κάνουν οτι­δήποτε, αν δεν τους το επιτρέψει ο παντεπόπτης Θεός. Αλλά και τα πονηρά πνεύματα είναι αμέτρητα. Σ’ έναν μόνο δαιμονισμένο στα Γάδαρα, που τον θεράπευσε ο Κύριος, κατοικούσε ολόκληρη λεγεώνα, δηλαδή μερι­κές χιλιάδες πονηρά πνεύματα. Τα πονηρά αυτά πνεύ­ματα απατούσαν τους ανθρώπους ή και λαούς ολόκλη­ρους εκείνη την εποχή, όπως σήμερα εξαπατούν πολ­λούς αμαρτωλούς και τους πείθουν πως είναι παντοδύ­ναμοι· πως είναι τάχα οι μόνοι θεοί, πως δεν υπάρχουν άλλοι θεοί εκτός απ’ αυτούς και πως αγαθά πνεύματα δεν υπάρχουν. Όπου όμως εμφανιζόταν ο Κύριος, εκείνοι έφευγαν έντρομοι. Αναγνώριζαν σ’ Εκείνον τόσο εξου­σία όσο και δικαίωμα κρίσης, πως μπορούσε να τους εκβάλει, να τους απομακρύνει απ’ αυτόν τον κόσμο και να τους καταδικάσει στην άβυσσο της κόλασης. Δημι­ουργούσαν αναταραχές σ’ αυτόν τον κόσμο με την άδεια και την ανοχή τού Θεού. Έπεφταν καταπάνω στο ανθρώπινο γένος σαν μύγες πάνω σε θνησιμαίο και λο­γάριαζαν τον κόσμο αυτόν σαν καταφύγιό τους, σαν φω­λιά τους και σαν τραπέζι για το φαγητό τους.

Ξαφνικά ο φορέας τού αγαθού, ο Κύριος Ιησούς Χρι­στός, εμφανίστηκε μπροστά τους. Εκείνοι, γεμάτοι φό­βο και τρόμο έκραξαν: «Ήλθες ώδε προ καιρού βασανίσαι ημάς;» (Ματθ. η’ 29). Κανένας δε φοβάται τόσο τα βάσανα όσο ο βασανιστής. Τα πονηρά πνεύματα βα­σάνιζαν την ανθρωπότητα για χιλιάδες χρόνια, έβρι­σκαν ικανοποίηση στα βάσανα αυτά. Όταν όμως είδαν το Χριστό άρχισαν να τρέμουν από φόβο μπροστά στο μεγαλύτερο βασανιστή τους κι ήταν έτοιμα να βγουν από τους ανθρώπους, να πάνε στους χοίρους ή σε οποιοδήποτε άλλο πλάσμα, έφτανε μόνο να μην οδηγηθούν εντελώς έξω από τον κόσμο αυτόν.

Ο Χριστός δε σκεφτόταν να τους εκβάλει αμέσως απ’ αυτόν τον κόσμο. Ο κόσμος αυτός είναι ένας χώρος με ανάμικτες δυνάμεις. Ο κόσμος αυτός είναι πεδίο μά­χης, όπου οι άνθρωποι, είτε το θέλουν είτε όχι, έχουν να διαλέξουν συνειδητά αν θ’ ακολουθήσουν το Νικητή Χριστό ή θα προσκολληθούν στους ακάθαρτους δαίμο­νες. Ο Χριστός ήρθε επειδή αγαπά το ανθρώπινο γένος, ήρθε για να δείξει τη δύναμη του καλού πάνω στο κα­κό, να βεβαιώσει την πίστη των ανθρώπων στο καλό, μό­νο στο καλό.

+++

Το σημερινό ευαγγέλιο μας περιγράφει ένα παρά­δειγμα από αμέτρητα άλλα. Μας λέει πώς ο Κύ­ριος, με την αγάπη Του για τον άνθρωπο, αποκάλυψε για μια ακόμα φορά τη δύναμη του καλού πά­νω στο κακό, πώς προσπάθησε να εμπεδώσει την πίστη στο καλό ως παντοδύναμη και νικηφόρα.

«Και αποκριθείς εις εκ του όχλου είπε΄ διδάσκαλε, ήνεγκα τον υιόν μου πρός σε, έχοντα πνεύμα άλαλον. Και όπου αν αυτόν καταλάβη, ρήσει αυτόν και αφρί­ζει… και πολλάκις αυτόν και εις πυρ έβαλε και εις ύδατα, ίνα απολέση αυτόν» (βλ. Μάρκ. θ’ 17-29 και Λουκ. θ’ 37-42). Το γεγονός αυτό κατέγραψαν κι οι δύο ευαγ­γελιστές. Ο καθένας τους προσθέτει κάποιες λεπτομέ­ρειες για την αρρώστια τού παιδιού. Ήταν ο μονογενής υιός τού πατέρα του και κατεχόταν από πνεύμα άλα­λον. Όταν το πονηρό πνεύμα έμπαινε μέσα του, το συ­γκλόνιζε το παιδί, το τάραζε, το έκανε να βγάζει αφρούς από το στόμα του, να τρίζει τα δόντια του και στο τέλος να μένει ξερό και αναίσθητο.

Τα βέλη τού πονηρού την ίδια στιγμή στόχευαν προς τρεις κατευθύνσεις: στον άνθρωπο, στη δημιουργία του Θεού και στον ίδιο το Θεό. Το παιδί σεληνιαζόταν. Πώς μπορεί να ευθύνεται το φεγγάρι για την αρρώστια τού ανθρώπου; Αν η σελήνη παράγει τρέλα και αλαλία σ’ έναν άνθρωπο, γιατί δεν το κάνει σε όλους; Το κακό δε βρίσκεται στη σελήνη αλλά στον πονηρό, το πανούργο πνεύμα που απατά τον άνθρωπο, ενώ το ίδιο κρύβεται. Ενοχοποιεί το φεγγάρι, κάτι που ο άνθρωπος δεν πρέ­πει να κάνει. Οδηγεί τον άνθρωπο μ’ αυτόν τον τρόπο να σκεφτεί πως όλα τα δημιουργήματα του Θεού είναι κακά, πως το κακό έρχεται στον άνθρωπο από τη φύση κι όχι από τα πονηρά πνεύματα που έπεσαν κι απομακρύνθηκαν από το Θεό. Τα θύματά τους επηρεάζονται στις αλλαγές φάσης τής σελήνης, ώστε να σκεφτούν οι άνθρωποι: «Δείτε, το κακό αυτό προέρχεται από τη σε­λήνη». Κι αφού τη σελήνη τη δημιούργησε ο Θεός, ακο­λουθεί το συμπέρασμα πως το κακό προέρχεται από το Θεό. Έτσι πλανιούνται οι άνθρωποι απ’ αυτά τα άγρια και πανούργα θηρία.

Στην πραγματικότητα, όλα όσα έφτιαξε ο Θεός είναι καλά λίαν. Ολόκληρη η δημιουργία τού Θεού βρίσκε­ται στην υπηρεσία τού ανθρώπου, πλάστηκε για να υπη­ρετεί τον άνθρωπο, όχι να τον καταστρέφει. Και αν ακόμα υπάρχει κάτι που ίσως εμποδίζει τη φυσική ικανο­ποίηση τού ανθρώπου, ακόμα κι αυτό υπηρετεί την ψυ­χή του, την χαροποιεί, την πλουτίζει. «Σοί εισιν οι ουρα­νοί και σή εστιν η γη· την οικουμένην και το πλήρωμα αυτής συ εθεμελίωσας» (Ψαλμ. πη’ 12). «Πάντα γαρ ταύτα εποίησεν η χειρ μου… λέγει Κύριος» (Ησ. ξστ’ 2). Αφού λοιπόν όλα προέρχονται από το Θεό, θα είναι και καλά. Η βρύση θα βγάλει μόνο αυτό που περιέχει, όχι κάτι που δεν έχει. Στο Θεό δεν υπάρχει κακό. Πώς μπορεί λοιπόν να προέλθει κακό απ’ Αυτόν, από την πηγή τού αγαθού; Κάποιοι αδαείς άνθρωποι ονομάζουν κά­θε κακό, πόνο. Στην πραγματικότητα όμως κάθε πόνος δεν είναι κακός. Υπάρχει πόνος που είναι έργο τού πονηρού κι υπάρχει κι άλλος πόνος που θεραπεύει από τον πονηρό. Κακό είναι μόνο το πονηρό πνεύμα που ενερ­γεί μέσα από έναν τρελό ή αλλόφρονα άνθρωπο.

Ο πόνος κι η δυστυχία που ξέσπασε πάνω σε πολ­λούς βασιλιάδες τού Ισραήλ, επειδή έπραξαν πονηρά ενώπιον του Κυρίου, ήταν έργο και συνέπεια της αμαρ­τίας τους. Ο πόνος κι η δυστυχία όμως, που ο Κύριος επιτρέπει να επισκεφτούν τον δίκαιο, δεν είναι έργο τού πονηρού αλλά φάρμακο, που αφορά τόσο τον ίδιο το δί­καιο, όσο και τούς οικιακούς του. Εκείνοι καταλαβαί­νουν πως τον πόνο τούς τον έστειλε ο Θεός για το καλό τους. Ο πόνος που προέρχεται από επίθεση του πονη­ρού στον άνθρωπο ή είναι συνέπεια της αμαρτίας, είναι κακός. Ο πόνος όμως που ο Θεός επιτρέπει να επισκεφτεί τους ανθρώπους, για να τους καθαρίσει εντελώς από την αμαρτία, τους αποσπά από την εξουσία τού πο­νηρού και τους φέρνει κοντά στο Χριστό. Αυτός ο καθαρ­τήριος πόνος δεν είναι του πονηρού, ούτε και από μόνος του είναι κακός, αλλά προέρχεται από το Θεό κι αποβλέπει στο καλό των ανθρώπων. «Αγαθόν μοι ότι εταπείνωσάς με, όπως αν μάθω τα δικαιώματά σου» (Ψαλμ. ριη’ 71), λέει ο διορατικός βασιλιάς Δαβίδ.

Ο διάβολος είναι πονηρός, δρόμος του είναι η αμαρ­τία. Έξω από τον πονηρό και την αμαρτία δεν υπάρχει άλλο κακό. Για τα βάσανα και τους πόνους του νέου του ευαγγελίου, υπόλογο είναι μόνο το πονηρό πνεύμα, όχι η σελήνη. Αν ο Θεός με την απερινόητη αγάπη Του για τον άνθρωπο δεν περιόριζε τα πονηρά πνεύματα και δεν προστάτευε τα πλάσματά Του απ’ αυτά, είτε άμε­σα είτε έμμεσα με τους αγγέλους Του, τα πονηρά πνεύ­ματα θα είχαν συντρίψει ολόκληρο το ανθρώπινο γένος «εν ριπή οφθαλμού» ψυχικά και σωματικά, όπως συ­ντρίβουν οι ακρίδες τούς καρπούς στους αγρούς.

«Και είπον τοις μαθηταίς σου ίνα αυτό εκβάλωσι, και ουκ ίσχυσαν», είπε ο πατέρας τού άρρωστου παιδιού στον Κύριο. Παρακάλεσα τους μαθητές σου να διώξουν το πονηρό αυτό πνεύμα, μα εκείνοι δεν μπόρεσαν.

Τρεις από τους μαθητές τού Κυρίου έλειπαν από το περιστατικό: ο Πέτρος, ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης, που βρίσκονταν μαζί Του στο όρος Θαβώρ, όταν μεταμορ­φώθηκε μπροστά τους. Έπειτα κατέβηκαν μαζί Του πάλι, για να βρουν κάτω ένα πλήθος συγκεντρωμένο γύρω από τους υπόλοιπους αποστόλους, καθώς και τον άρρωστο νέο. Ο δυστυχισμένος πατέρας, αφού δε βρήκε το Χριστό, έφερε το γιο του στους μαθητές Του. Εκείνοι όμως δεν μπόρεσαν, δεν είχαν τη δύναμη να τον βοηθή­σουν. Πρώτα για τη δική τους ολιγοπιστία, δεύτερο για την ολιγοπιστία τού πατέρα και τρίτο για την καθολι­κή απιστία των γραμματέων που ήταν παρόντες. Αναφέρεται πως γύρω από τους μαθητές είχαν μαζευτεί και «γραμματείς συζητούντες αυτοίς» (Μάρκ. Θ’ 16). Η αδύναμη πίστη τού πατέρα φαίνεται από τα λόγια που είπε στο Χριστό. Δε μίλησε όπως ο λεπρός, που είπε: «Κύριε, εάν θέλης, δύνασαί με καθαρίσαι» (Ματθ. η’ 2). Εκεί μίλησε ένας άνθρωπος με δυνατή πίστη. Ούτε και σαν τον Ιάειρο μίλησε, όταν κάλεσε το Χριστό ν’ αναστήσει την κόρη του: «Ελθών επίθες την χείρά σου επ’ αυτήν και ζήσεται» (Ματθ. Θ’ 18). Κι εδώ αυτός που μιλάει είναι άνθρωπος με δυνατή πίστη. Πολύ λιγότερο μίλησε σαν τον εκατόνταρχο της Καπερναούμ, που ήταν άρρωστος ο δούλος του: «Κύριε… μόνον είπε λόγω, και ιαθήσεται ο παις μου» (Ματθ. η’ 8). Εδώ μίλησε η πολύ μεγάλη πίστη. Εκείνη όμως που είχε τη μεγα­λύτερη πίστη απ’ όλους δεν είπε τίποτα. Πλησίασε απλά το Χριστό και άγγιξε το κράσπεδο του ιματίου Του. Κι αυτή ήταν η αιμορροούσα.

Ο πατέρας τού άρρωστου νέου δεν ενεργεί ούτε μι­λάει σαν αυτούς, αλλά λέει στο Χριστό: «Αλλ’ ει τι δύνασαι, βοήθησον ημίν». Αν μπορείς να κάνεις κάτι, βοήθησέ μας.

Ταλαίπωρος άνθρωπος! Πρέπει να γνώριζε λίγα, πο­λύ λίγα για τη δύναμη του Χριστού και γι’ αυτό μίλη­σε έτσι σ’ Εκείνον που μπορεί να κάνει τα πάντα. Η αδύ­ναμη πίστη του εξασθένησε ακόμα περισσότερο τη δύ­ναμη των αποστόλων. Σ’ αυτό συνέβαλαν κι οι κακόβουλες συκοφαντίες τών γραμματέων εναντίον του Χριστού και των αποστόλων Του. Αλλ’ εί τι δύνασαι, βοήθησον ημίν. Αυτό φανερώνει μια μικρή σπίθα πίστης, πολύ πολύ μικρή, έτοιμη να σβήσει.

«Ο δε αποκριθείς αυτώ λέγει· ω, γενεά άπιστος, έως πότε προς υμάς έσομαι; έως πότε ανέξομαι υμών;». Ο Κύριος έστρεψε την επίπληξη αυτή προς όλους γενικά. Προς όλους τους άπιστους ή ολιγόπιστους του Ισραήλ, καθώς και σ’ όλους τους παρισταμένους, όπως ο αδύναμος πατέρας, οι μαθητές του κι ιδιαίτερα οι γραμμα­τείς. Ω, γενεά άπιστος! Αυτό σημαίνει: Ω γενεά που υποτάχτηκε στον πονηρό, στο διάβολο, που πιστεύει σταθερά στη δύναμη του πονηρού, που υπηρετεί με δουλοπρέπεια τον πονηρό και αντιστέκεται στο αγαθό, που απαρνιέται τον ίδιο το Θεό. Γενεά που είναι ολιγόπιστη ή και εντελώς άπιστη στο καλό, που δραπετεύει επανα­στατικά από το αγαθό!

Εδώ ο Κύριος πρόσθεσε στη γενεά και τη λέξη διε­στραμμένη. Ήθελε έτσι να δείξει από που προέρχεται η απιστία, πως αιτία της δηλαδή είναι η διαφθορά ή, ακόμα πιο καθαρά, η αμαρτία. Αιτία είναι η διαφθορά. Η αμαρτία είναι συνέπεια. Η απιστία είναι ένωση με το διάβολο· η αμαρτία – η διαφθορά – είναι ο δρόμος που οδηγεί στην ένωση αυτή.

Διαφθορά είναι η κατάσταση της απομάκρυνσης από το Θεό· απιστία είναι το σκοτάδι, η αδυναμία κι η φρί­κη όπου βυθίζεται ο άνθρωπος όταν απομακρύνεται από το Θεό. Δέστε με πόση προσοχή διατυπώνει τις παρατηρήσεις Του ο Κύριος. Δεν αναφέρει κανέναν ονομα­στικά, μιλάει γενικά. Δεν ενδιαφέρεται να κρίνει τους ανθρώπους, αλλά να τους ξυπνήσει. Ούτε και να προ­σβάλλει ή να ταπεινώσει προσωπικά κάποιον θέλει. Επιθυμεί μόνο να διεγείρει τις συνειδήσεις τους, να τούς βοηθήσει να ξεπεράσουν τον εαυτό τους.

Τι μεγάλο δίδαγμα είναι αυτό για την εποχή μας, για τη γενιά μας, που είναι τόσο πρόθυμη να μιλάει και να προσβάλει! Αν μπορούσαν οι άνθρωποι σήμερα να περιορίζουν και να μετρούν τη χρήση τής γλώσσας τους, αν μπορούσαν να σταματήσουν να προσβάλλουν ο ένας τον άλλον, θα εξαφανιζόταν το μισό κακό από τη γη. Τα μισά κακά πνεύματα θ’ αποβάλλονταν, δε θα κυ­κλοφορούσαν ανάμεσα στους ανθρώπους. Προσέξτε με πόση σοφία μιλάει ο μεγάλος απόστολος Ιάκωβος, που διδάχτηκε από το παράδειγμα του Διδασκάλου Του: «Πολλά γαρ πταίομεν άπαντες. Εί τις εν λόγω ου πταίει, ούτος τέλειος ανήρ, δυνατός χαλιναγωγήσαι και όλον το σώμα. ίδε των ίππων τούς χαλινούς εις τα στόματα βάλλομεν προς το πείθεσθαι αυτούς ημίν, και όλον το σώμα αυτών μετάγομεν» (Ιάκ. γ’ 2-3).

Τί σημαίνουν τα λόγια τού Χριστού, έως πότε προς υμάς έσομαι; έως πότε ανέξομαι υμών; Φανταστείτε έναν ευγενή και φωτισμένο άνθρωπο, να τον βάλουν να ζήσει μαζί με πρωτόγονους και άξεστους ανθρώπους. Ή φανταστείτε ένα βασιλιά ν’ αφήνει το θρόνο του και να κατεβαίνει σ’ ένα χώρο όπου κυκλοφορούν βρώμι­κοι αγύρτες. Και σκοπός του δεν είναι μόνο να ζήσει μα­ζί τους και να τους μάθει πώς να ζούνε, αλλά και να τους διδάξει πώς να σκέφτονται, να νιώθουν και να λειτουργούν ως βασιλιάδες, ευγενείς και μεγαλόκαρδοι. Όποι­ος και νά ’ταν ο επίγειος αυτός βασιλιάς, μετά από τρεις μέρες δε θα έκραζε, έως πότε προς υμάς έσομαι; Θα είχε σταματήσει μέσα σε τρεις μέρες η αγυρτεία, η ανοησία, η βρωμιά κι η δυσωδία; Ο Κύριος Ιησούς όμως, ο βα­σιλιάς των βασιλέων, άφησε ν’ ακουστούν τα λόγια αυτά μετά από τριάντα τρία χρόνια που ζούσε ανάμεσα στους ανθρώπους. Κι η απόσταση που χώριζε τους συγχρό­νους Του από τον ίδιο ήταν πολύ μεγαλύτερη από εκείνην που χωρίζει τους επίγειους βασιλιάδες από τους αγύρτες. Προφανώς δεν μετρούσε το χρόνο σε μέρες και έτη, αλλά σε έργα και θαύματα που έκανε μπροστά σε χιλιάδες αυτόπτες μάρτυρες, τον μετρούσε με τη διδα­σκαλία Του που σκόρπισε και έσπειρε σε χιλιάδες ψυ­χές. Και μετά από τόσα έργα και θαύματα, διδαχές και γεγονότα, που θα μπορούσαν να γεμίσουν το χρόνο χιλίων ετών, διαπιστώνει ξαφνικά πως οι μαθητές Του δεν μπορούσαν να θεραπεύσουν έναν επιληπτικό νεαρό και να εκβάλουν το πονηρό πνεύμα από έναν άνθρωπο. Κι όλ’ αυτά αφού τους είχε διδάξει με το λόγο και το πα­ράδειγμά Του πως εκβάλλεται ολόκληρη λεγεώνα. Κι ακούει κι έναν αμαρτωλό ολιγόπιστο να του λέει: αλλ’ εί τι δύνασαι, βοήθησαν ημίν.

Αφού ο Κύριος επιτίμησε τους παρευρισκόμενους για έλλειψη πίστης, έδωσε εντολή να φέρουν τον άρρω­στο νεαρό μπροστά Του. «Προσάγαγε τον υιόν σου ώδε».

Στη συνέχεια επιτίμησε το διάβολο κι αυτός αμέσως βγήκε από το παιδί, που θεραπεύτηκε την ίδια στιγμή. Αυτό το αναφέρει ο Ματθαίος. Οι άλλοι δυο ευαγγελιστές δίνουν περισσότερες πληροφορίες για όσα έγιναν πριν από τη θεραπεία του νεαρού. Έτσι έχουμε τρεις επιπλέον λεπτομέρειες. Πρώτη, ότι ο Χριστός ρώτησε τον πατέρα από πότε υποφέρει ο γιος του· δεύτερη, ότι έδωσε έμφαση στην πίστη, σαν προϋπόθεση της θερα­πείας· και τρίτη, ότι καθώς ο νεαρός πλησίασε το Χρι­στό, ο τρομοκρατημένος διάβολος βγήκε από μέσα του κι εξαφανίστηκε.

«Πόσος χρόνος εστίν ως τούτο γέγονεν αυτώ;» (Μάρκ. θ’ 21), ρώτησε ο Ιησούς τον πατέρα τού νεα­ρού. Δεν έκανε την ερώτηση αυτή για τον ίδιο, αλλά για εκείνους που ήταν κοντά Του. Ο ίδιος το γνώριζε κα­λά, ήξερε πως το παιδί ήταν άρρωστο από χρόνια. Κι ο πατέρας απάντησε: «Παιδιόθεν». Έπρεπε ν’ ακούσουν όλοι και να μάθουν το είδος τού τρομερού πόνου που προκαλείται από τα πονηρά πνεύματα και πόσο δυνατή είναι η προστασία που προσφέρει ο Θεός στον άνθρω­πο. Χωρίς την προστασία αυτή τα πονηρά πνεύματα θα είχαν από πολύ παλιά καταστρέψει κυριολεκτικά τόσο την ψυχή όσο και το σώμα τού νεαρού. Και τελικά έπρεπε να μάθουν όλοι πόσο μεγάλη δύναμη και πόση επι­βολή έχει ο Υιός τού Θεού στα πονηρά πνεύματα.

Αλλ’ εί τι δύνασαι, βοήθησον ημίν, σπλαγχνισθείς εφ’ ημάς, είπε ο πατέρας στο Χριστό. Εφ’ ημάς, είπε, δεν αναφέρθηκε μόνο στο παιδί. Ο πόνος τού παιδιού, είναι και του πατέρα πόνος, είναι και ολόκληρης της οικογένειας πόνος. Αν ο νεαρός θεραπευόταν, το βάρος θά ’φευγε από πολλές ανθρώπινες ψυχές. Κι ο Ιησούς τού είπε: «Το ει δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι» (Μάρκ. θ’ 23).

Σύμφωνα με τον τρόπο που συνηθίζει να ενεργεί ο Θεός, ο Κύριος Ιησούς ήθελε εδώ να κάνει το μέγιστο δυνατό καλό με μια πράξη. Το ένα καλό ήταν ν’ αποκαταστήσει την υγεία τού παιδιού. Γιατί όχι και των άλλων; Γιατί να μην επιβεβαιώσει και την πίστη τού πατέρα του; Και γιατί να μην κάνει ταυτόχρονα κι ένα τρίτο καλό, να δείξει δηλαδή τη δύναμή Του με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο, ώστε να τον πιστέψουν οι άνθρω­ποι; Και γιατί να μην κάνει κι ένα τέταρτο καλό, να κα­ταγγείλει την απιστία και τη διαφθορά, καθώς και τη χαμερπή κλίση τών ανθρώπων προς το κακό, τα πονηρά πνεύματα και την αμαρτία; Και γιατί να μην κάνει κι ένα πέμπτο καλό, κι ένα έκτο, κι ένα έβδομο, κι όλα τα κα­λά που προκαλεί μια καλή πράξη; Γιατί μια καλή πρά­ξη φέρνει πάντα πολλές άλλες στη σειρά.

Ας δούμε όμως για μια ακόμα φορά με πόση σοφία και με τί τρόπο συνδυάζει ο Κύριος την αποφασιστικότητα με την ευγένεια. Όταν καταγγέλει με οξύτητα την απιστία, μιλάει γενικά και αυξάνει την πίστη όλων, μα δεν ταπεινώνει κανέναν προσωπικά. Όταν όμως απευθύνεται προσωπικά σε κάποιον που τον ικετεύει, δε μι­λάει αυστηρά, αλλά με μεγάλη προσοχή και ευγένεια. Η ευγένεια κι η διακριτικότητα από την πλευρά τού Χριστού έφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ο πατέρας αναφώνησε με δάκρυα: «Πιστεύω, Κύριε! Βοήθει μοι τή απιστία» (Μάρκ. θ’ 24).

Δεν υπάρχει τίποτ’ άλλο που να λιώνει τόσο εύκολα τον πάγο τής απιστίας, όσο τα δάκρυα. Τη στιγμή που ο άνθρωπος αυτός έκλαψε μπροστά στον Κύριο, είχε ήδη μετανιώσει για την προηγούμενη απιστία του. Μέ­σα του, ενώπιον του Θεού, η πίστη του αναδύθηκε ξαφ­νικά όπως προβάλει ένα ρυάκι από φουσκωμένο ποτά­μι. Κι υστέρα η πίστη του αυτή μεταμορφώθηκε σε φω­νή, σε λόγια, που έμειναν σαν δυναμικό μήνυμα σε όλες τις γενιές των ανθρώπων. «Πιστεύω, Κύριε! Βοήθει μοι τη απιστία!»

Τα λόγια αυτά σημαίνουν πως ο άνθρωπος δεν μπορεί να φτάσει στην πίστη χωρίς τη βοήθεια του Θεού. Το μόνο που μπορεί να κάνει ο άνθρωπος, είναι ν’ αποχτήσει κάποια μικρή, ρηχή πίστη. Να πιστέψει δηλαδή στην ύπαρξη του καλού και του κακού ή, με λίγα λόγια, ν’ αμφισβητήσει το καλό και το κακό. Η απόσταση όμως από τη μερική αυτή πίστη στην αληθινή, είναι μεγάλη. Δεν μπορεί να την διανύσει κανείς αν δεν τον καθοδη­γεί το χέρι τού Θεού. Τα λόγια που είπε ο πατέρας, βοήθει μοι τη απιστία! είναι σα να λένε: «Κύριε, βοήθη­σέ με να Σε πιστέψω!.. Βοήθησέ με να μη πιστεύω στον πονηρό!.. Βοήθησέ με ν’ αποδεσμευτώ εντελώς από τον πονηρό και να ενωθώ μαζί Σου!»

«Έτι δε προσερχομένου αυτού έρρηξεν αυτόν το δαι­μόνιον και συνεσπάραξεν» (Λουκ. θ’ 42). Την ώρα που του έφεραν κοντά το νεαρό ο δαίμονας τον έριξε κάτω με ορμή και τον συγκλόνισε με σπασμούς. Αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που επέτρεψε ο Θεός να κάνει ο δαί­μονας, ώστε να δουν οι άνθρωποι και να φοβηθούν, να τρομοκρατηθούν γι’ αυτά που μπορεί να κάνει ο σατα­νάς στον άνθρωπο. Να πειστούν και ν’ αντιληφθούν πό­σο ανεπαρκής είναι η δύναμη του ανθρώπου, ακόμη κι η δύναμη των ικανότερων γιατρών του κόσμου, για να γλιτώσουν τη ζωή έστω κι ενός ανθρώπου από τέτοιο φό­βο και τρόμο. Κι αφού δουν τη δύναμη του διαβόλου και συνειδητοποιήσουν τη δική τους αδυναμία, οι άνθρω­ποι θ’ αναγνωρίσουν τη μεγαλοσύνη και τη θεία δύνα­μη του Κυρίου Ιησού. Ο ευαγγελιστής Μάρκος αναφέρει εδώ τα λόγια που είπε ο Χριστός στο πονηρό πνεύμα: «Το πνεύμα το άλαλον και κωφόν, εγώ σοι επι­τάσσω, έξελθε εξαυτού και μηκέτι εισέλθεις εις αυτόν» (θ’ 25). Σε διατάζω, λέει ο Κύριος. Αυτός είναι η πηγή τής δύναμης και της εξουσίας. Δεν έχει ανάγκη να τα δανειστεί αυτά από κάποιον άλλο. «Πάντα όσα έχει ο πατήρ εμά εστι» (Ιωάν. ιστ’ 15), είχε πει ο Χριστός σε άλλη περίπτωση. Κι όπως βλέπουμε, το εφαρμόζει αυτό στην πράξη. «Εγώ σου μιλάω. Σε διατάζω με τη δική Μου εξουσία, σε βγάζω με τη δική Μου δύναμη».

Πρέπει να καταλάβει καλά ο κόσμος πως ο Χριστός δεν είναι ένας από τους προφήτες που έκαναν κάποια θαυμαστά πράγματα με τη βοήθεια του Θεού. Ο Χρι­στός είναι ο Υιός τού Ζώντος Θεού, για τον Οποίο προφήτεψαν οι προφήτες και τον Οποίο ανέμενε ο κόσμος.

Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη και το δεύτερο μέρος τής εντολής που έδωσε ο Χριστός στο διάβολο: και μηκέτι εισέλθεις εις αυτόν. Ο Κύριος τον διατάζει όχι μό­νο να φύγει από μέσα του, αλλά και να μην ξαναγυρίσει στο νεαρό που είχε υποφέρει τόσο πολύ. Αυτό ση­μαίνει πως ο άνθρωπος, ακόμα κι αφού καθαριστεί, μπορεί πάλι να δεχτεί μέσα του τον ακάθαρτο δαίμονα. Ο διάβολος που εκδιώχτηκε μέσα από τον άνθρωπο, μπορεί να ξαναγυρίσει. Αυτό γίνεται όταν ο αμαρτωλός που μετάνιωσε και συχωρέθηκε από το Θεό, επιστρέφει στην παλιά του αμαρτία. Τότε ο διάβολος ξαναμπαίνει μέ­σα του. Γι’ αυτό ο Κύριος τον διατάζει όχι μόνο να φύ­γει από το παιδί, αλλά και να μην ξαναγυρίσει κοντά του. Πρώτο, ώστε η θεϊκή δωρεά προς το παιδί να είναι πλήρης και τέλεια. Δεύτερο, για να βγάλουμε από τη δι­δασκαλία Του αυτή το συμπέρασμα και τη βεβαιότη­τα, πως από τη στιγμή που θα λάβουμε τη συχώρεση του Θεού, δεν πρέπει να ξαναγυρίσουμε στην παλιά μας αμαρτία, «ως κύων επιστρέψας επί το ίδιον εξέραμα», όπως ο σκύλος στο ξέρασμά του (Β’ Πέτρ. β’ 22). Για­τί έτσι θα εκτεθούμε πάλι στο θανατηφόρο κίνδυνο ν’ ανοίξουμε την πόρτα στο πονηρό πνεύμα, για να ξαναμπεί μέσα μας και να μας κυριεύσει.

Μετά απ’ αυτό το μέγιστο θαύμα τού Χριστού, «εξεπλήσσοντο πάντες επί τη μεγαλειότητι του Θεού» (Λουκ. θ’ 43). Η μεγαλειότητα του Θεού και η παντοδυναμία Του μακάρι νά ’μεναν διαρκείς κι ανεξάλειπτες στις ψυ­χές των ανθρώπων. Να μη διαλύονταν όπως οι φούσκες στο νερό. Ο Θεός όμως δε σπέρνει μάταια. Αν ο σπό­ρος που θα πέσει στο δρόμο, στην πέτρα ή ανάμεσα στ’ αγκάθια χαθεί, εκείνος που θα πέσει στην καλή γη δε χάνεται, αλλά θα φέρει καρπό εκατονταπλασίονα.

Όταν ο Χριστός έμεινε μόνος με τους μαθητές Του, εκείνοι τον ρώτησαν: «διατί ημείς ουκ ηδυνήθημεν εκβαλείν αυτό;» Κι ο Ιησούς τους απάντησε: «δια την απι­στίαν υμών. αμήν γαρ λέγω υμίν, εάν έχητε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω μετάβηθι εντεύθεν εκεί, και μεταβήσεται, και ουδέν αδυνατήσει υμίν» (Ματθ. ιζ’ 20). Η απιστία σας φταίει, τους είπε ο Κύ­ριος. Εάν είχατε πίστη, έστω ίσαμε τον μικρό κόκκο του συναπιού, θα μπορούσατε να πείτε στο βουνό αυτό, πήγαινε από εδώ εκεί κι αυτό θα πήγαινε. Τίποτα δε θα σας ήταν αδύνατο.

Η αιτία τής αδυναμίας τους επομένως ήταν η απι­στία. Όσο μεγαλύτερη είναι η πίστη, τόσο μεγαλύτε­ρη είναι κι η δύναμη. Λιγότερη η πίστη, λιγότερη κι η δύναμη. Νωρίτερα ο Κύριος είχε δώσει στους αποστόλους «εξουσίαν πνευμάτων ακαθάρτων ώστε εκβάλλειν αυτά και θεραπεύειν πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν» (Ματθ. ι’ 1). Κι εκείνοι είχαν κάνει καλή χρήση τής δύ­ναμης αυτής για κάποιο διάστημα. Στο μέτρο όμως που η πίστη τους αδυνάτισε, είτε από το φόβο των ανθρώπων είτε από υπερηφάνεια, εξασθένησε κι η δύναμη που τους είχε δοθεί.

Στον Αδάμ είχε δοθεί εξουσία πάνω σ’ όλα τα πλά­σματα. Με την παρακοή του όμως, με την απληστία και την υπερηφάνεια του, έκανε κακή χρήση κι έχασε την εξουσία του. Οι απόστολοι τώρα, από κάποιο σφάλμα τους, έχασαν τη δύναμη και την εξουσία που τους είχε δοθεί. Η απώλεια τής δύναμης αυτής μπορεί ν’ ανακτηθεί μόνο με πίστη, πίστη, περισσότερη πίστη. Γι’ αυτό ο Κύριος στην περίπτωση αυτή δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη δύναμη της πίστης. Η πίστη μπορεί να με­τακινήσει όρη. Τίποτα δεν αδυνατεί μπροστά στην πί­στη. Ο κόκκος τού σιναπιού είναι πολύ μικρός, η μυρω­διά του όμως μπορεί να καλύψει ολόκληρο πιάτο φαγη­τό. Γράφει ο Κύριλλος Ιεροσολύμων σε μια από τις κατηχήσεις του: «Όπως ο κόκκος τού συναπιού, που είναι μικρός στο μέγεθος αλλά δυνατός στην επίδρασή του, όταν τον σπέρνεις σ’ ένα μικρό χώρο βγάζει πολλά βλα­στάρια κι όταν μεγαλώνει μπορεί να στεγάσει ακόμα και πουλιά, έτσι κι όταν υπάρχει πίστη στην ψυχή, σύ­ντομα κάνει πράγματα μεγάλα. Γι’ αυτό πίστεψε στον Κύριο, για να λάβεις απ’ Αυτόν πίστη μεγάλη που ξε­περνάει την ανθρώπινη δύναμη». Αν έχεις πίστη, έστω όσο ο κόκκος του σιναπιού, τα βουνά θα υποχωρήσουν μπροστά σου και θα μετακινηθούν από το ένα μέρος σε άλλο.

Γιατί ο ίδιος ο Κύριος δεν μετακίνησε βουνά; Γιατί δεν του ήταν απαραίτητο. Έκανε μόνο τα θαύματα εκείνα που ήταν αναγκαία για την ωφέλεια των ανθρώπων και για τη σωτηρία τους. Είναι όμως μεγαλύτερο θαύμα η μετακίνηση των βουνών από τη μετατροπή τού νερού σε κρασί, από τον πολλαπλασιασμό των άρτων, από τη θεραπεία δαιμονισμένων κι όλων των λογιών ασθενειών, από το περπάτημα πάνω στο νερό ή το γα­λήνεμα της ανταριασμένης θάλασσας μ’ ένα Του λόγο ή μιά Του σκέψη; Δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση ν’ αποκλειστεί η περίπτωση πιστών του Χριστού, όταν ανταποκρίνονται σε ειδικές ανάγκες κι έχουν δυνατή πί­στη, να κάνουν και το θαύμα μετακίνησης κάποιου βουνού. Αλλ’ υπάρχουν μεγαλύτερα βουνά, πιο δύσβατα υψίπεδα και πιο δυσβάσταχτα βάρη και πιο εξαντλητική κούραση για την ψυχή τού ανθρώπου από τις γήινες μέριμνες, τις αλυσίδες και τα εγκόσμια δεσμά; Όποιος μπορεί ν’ αφαιρέσει το βάρος αυτό από την ψυχή τού ανθρώπου και να το ρίξει στη θάλασσα, αυτός έχει με­τακινήσει ουσιαστικά το μεγαλύτερο και βαρύτερο βου­νό τού κόσμου.

«Τούτο δε το γένος ουκ εκπορεύεται ει μη εν προ­σευχή και νηστεία» (Ματθ. ιζ’ 21). Το είδος αυτό των δαιμόνων δε διώχνεται με άλλον τρόπο, παρά μόνο με προσευχή και νηστεία.

Η νηστεία κι η προσευχή είναι οι δυο στύλοι τής πί­στης. Είναι οι δυο φωτιές που καίνε τα πονηρά πνεύμα­τα. Με τη νηστεία ηρεμούν και αδρανούν όλα τα σωμα­τικά πάθη και κυρίως η φιληδονία. Με την προσευχή ηρεμούν και αδρανούν όλα τα πάθη τής ψυχής, της καρδιάς και του νου, όπως εκδίκηση, φθόνος, μίσος, κακία, υπερηφάνεια, φιλοδοξία, επιθυμία και τέλεση πονηρών πράξεων κ.ά. Με τη νηστεία καθαρίζονται τα δοχεία τού σώματος και της ψυχής από το δυσώδες περιεχό­μενό τους, από τα εγκόσμια πάθη και την κακία. Με την προσευχή προσελκύουμε στο άδειο και καθαρμένο δοχείο τής καρδιάς τη χάρη τού Αγίου Πνεύματος. Κι η πληρότητα της πίστης κατορθώνεται με την ενοίκηση του Αγίου Πνεύματος στον άνθρωπο.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει από αμνημόνευτα χρό­νια εφαρμόσει τη νηστεία σαν ένα δοκιμασμένο και αποτελεσματικό φάρμακο για όλα τα ψυχικά πάθη, σαν ένα δυνατό όπλο ενάντια στα πονηρά πνεύματα. Όλοι εκείνοι που υποτιμούν ή απορρίπτουν τη νηστεία, στην ουσία υποτιμούν ή απορρίπτουν μια σαφή και καθοριστική οδηγία τού Κυρίου Ιησού στο σχέδιο της σωτηρίας τού ανθρώπου. Η προσευχή δυναμώνει και ενισχύεται με τη νηστεία. Η πίστη βεβαιώνεται και από τη μια και από την άλλη. Κι η πίστη μετακινεί βουνά, εκβάλλει δαίμο­νες και κάνει τα αδύνατα δυνατά.

Τα τελευταία λόγια τού Χριστού στο σημερινό ευαγ­γέλιο δε φαίνονται να σχετίζονται με το γεγονός που μας απασχολεί. Μετά το μεγάλο θαύμα τής θεραπείας τού δαιμονισμένου νέου παιδιού κι ενώ οι συγκεντρω­μένοι άνθρωποι θαύμαζαν τα γενόμενα, ξαφνικά ο Κύ­ριος άρχισε να μιλάει στους μαθητές Του για το πάθος Του.

«Μέλλει ο υιός τού ανθρώπου παραδίδοσθαι εις χείρας ανθρώπων και αποκτενούσιν αυτόν, και τη τρίτη ημέρα εγερθήσεται» (Ματθ. ιζ’ 22-23). Γιατί μετά το θαύμα αυτό, όπως κι υστέρα από κάποια άλλα θαύματα, ο Χριστός μιλάει στους μαθητές Του για το πάθος Του; Ώστε όταν έρθει ο προδιαγεγραμμένος καιρός να μη δειλιάσουν, να μη φοβηθεί η καρδιά τους. Τους το λέει αυτό μετά από τα μεγάλα θαύματά Του, μετά τις τιμές, τη δόξα και την ευχαρίστηση που τον περιμένουν και τον υποδέχονται οι άνθρωποι, για να χαραχτούν καλύτερα στο νου τους. Το λέει αυτό όμως και για να διδάξει, όχι μόνο τους αποστόλους αλλά κι εμάς, ώστε μετά από τέ­τοια μεγάλα και θαυμαστά έργα να μην περιμένουμε ανταμοιβή από τους ανθρώπους, αλλά να προετοιμα­στούμε να δεχτούμε τα χειρότερα και σκληρότερα χτυ­πήματα και τις ταπεινώσεις, ακόμα κι από εκείνους που ευεργετήσαμε πολύ.

Ο Κύριος δεν προείπε μόνο τα πάθη και το θάνατό Του, αλλά και την ανάστασή Του. Στο τέλος όλων αυτών ακολουθεί η Ανάσταση, η νίκη κι η αιώνια δόξα. Ο Κύριος προλέγει στους μαθητές Του κάτι που μοιάζει απίθανο, για να τονώσει την πίστη τους σε όσα πρόκει­ται να γίνουν. Να τους διδάξει, για να πιστέψουν όσα τους είπε. Πρέπει κάθε άνθρωπος νά ’χει πίστη ίσαμε τον κόκκο τού σιναπιού ή και λιγότερη, για να προετοιμαστεί, να περιμένει κάθε είδος πειρασμού και βασά­νων σ’ αυτόν τον κόσμο. Πρέπει να ξέρουν με σιγουριά όμως πως στο τέλος όλων αυτών περιμένει η Ανάστα­ση.

Όλη τη δόξα τού κόσμου κι όλους τους επαίνους των ανθρώπων πρέπει να τους λογαριάζουμε σαν ένα απόλυτο μηδέν. Μετά απ’ όλους τους θριάμβους που μπορεί να μας προσφέρει ο κόσμος, πρέπει να προετοιμαστούμε για πειρασμούς. Πρέπει να δεχτούμε όλα όσα μας στέλνει ο ουράνιος Πατέρας μας με ταπείνωση και υπομονή. Δεν πρέπει ν’ αφηγούμαστε και να κοκορευ­όμαστε με όσα έχουμε κάνει για τους ανθρώπους, για την πόλη ή για το χωριό μας, για το έθνος ή για την πατρί­δα μας. Δεν πρέπει να επαναστατούμε όταν οι πειρα­σμοί μας πιέζουν. Αν κάναμε κάτι για κάποιους από τους γνωστούς μας, αυτό έγινε με τη βοήθεια του Θεού. Έτσι είναι. Κάθε καλό έργο γίνεται από το Θεό με όργανο εμάς. Ο Θεός επομένως είναι απόλυτα δίκαι­ος όταν μας στέλνει πειρασμούς μετά από εγκόσμια δό­ξα, ταπείνωση μετά από επαίνους, φτώχεια μετά από πλούτη, περιφρόνηση μετά από τιμές, αρρώστια μετά από υγεία, απομόνωση και μοναξιά μετά την απόλαυση πλήθους φίλων. Ο Θεός γνωρίζει γιατί μας τα στέλ­νει αυτά. Γνωρίζει πως όλα αποβλέπουν στο καλό μας. Πρώτο, για να μάθουμε να επιζητούμε τα αιώνια και άφθαρτα αγαθά, να μην οδεύουμε προς τον τάφο με συ­νοδεία την ψεύτικη και παροδική λαμπρότητα αυτού του κόσμου. Και δεύτερο ότι δεν πρέπει ν’ αποβλέπουμε σε ανταπόδοση για τα καλά μας έργα από τους ανθρώ­πους και τον κόσμο σ’ αυτήν τη ζωή, γιατί τότε δε θά ’χουμε τίποτα να ζητήσουμε ή να λάβουμε στη μέλλουσα. Εύχομαι να μην ακούσουμε στη θύρα τής ουράνιας βασιλείας: «Πορεύεσθε απ’ εμού· το μισθό σας τον λά­βατε».

Εύχομαι αυτό να μη μας συμβεί. Για να μη χαθούμε ποτέ μαζί με την αναπόφευκτη καταστροφή αυτού του κόσμου, από τον οποίο λάβαμε δόξα, εγκώμια και τι­μές, ο Κύριος Ιησούς Χριστός μας διδάσκει πως, μετά από τη μεγαλύτερη δόξα, τα εγκώμια και τις τιμές που μπορεί να μας δώσει ο κόσμος, πρέπει να προετοιμα­στούμε ν’ αναλάβουμε το σταυρό Του. Σ’ Εκείνον πρέ­πει η αιώνια δόξα κι η τιμή, μαζί με τον Πατέρα και το Αγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώ­ρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Πηγή: «Καιρός Μετανοίας» Ομιλίες Β’, Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Επιμέλεια – Μετάφραση – Κεντρική διάθεση: Πέτρος Μπότσης)

Συνιστούμε ανεπιφύλακτα στους επισκέπτες της ιστοσελίδος μας το εξαιρετικό βιβλίο με τις ομιλίες του Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς:

alopsis.gr

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2026

Από τους Χαιρετισμούς της Παναγίας μας (Δ΄Στάση)

Χαῖρε, ἡ τόν φθορέα τῶν φρενῶν καταργοῦσα. Χαῖρε, ἡ τόν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα᾽

Στήν τελευταία στάση τῶν Χαιρετισμῶν πού ἀκούγεται σήμερα, ἡ ᾽Εκκλησία μας συνεχίζει νά μᾶς προβάλλει τό πάντιμο πρόσωπο τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, διά τῆς ὁποίας εἰσῆλθε τόν κόσμο ἡ σωτηρία τοῦ κόσμου, ὁ ἐνανθρωπήσας Θεός μας, μ᾽ ἕναν καί πάλι καταιγισμό εἰκόνων καί συμβολισμῶν, παρμένων εἴτε ἀπό τό χῶρο τῆς Παλαιᾶς εἴτε ἀπό τό χῶρο τῆς Καινῆς Διαθήκης. ᾽Αφορμή γιά σήμερα θά μᾶς δώσει ὁ παραπάνω χαιρετισμός: Χαῖρε, Παναγία, πού καταργεῖς τόν καταστροφέα τῶν φρενῶν τοῦ ἀνθρώπου. Χαῖρε σύ πού γέννησες Αὐτόν πού ἔσπειρε τήν ἁγνότητα.

Ποιές εἶναι οἱ φρένες τοῦ ἀνθρώπου καί ποιός ο φθορέας αὐτῶν τῶν φρενῶν;

Τό μυαλό τοῦ ἀνθρώπου, ἡ διάνοιά του, ὁ χῶρος τοῦ σκέπτεσθαι, ὁ χῶρος τῶν λογισμῶν, κάτι πού συνδέεται βεβαίως ἄμεσα μέ τό νοῦ του ἤ ἀλλιῶς μέ τήν καρδιά του. Καί φθορέας αὐτοῦ τοῦ χώρου εἶναι ὁ διάβολος, ὁ ἀπαρχῆς ἐχθρός τοῦ ἀνθρώπου, ὁ κατά τόν ἅγιο ᾽Ιωάννη τόν εὐαγγελιστή ἀνθρωποκτόνος.

Ὁ διάβολος λοιπόν προσπαθεῖ πάντοτε νά διαφθείρει, νά καταστρέψει τή διάνοια τοῦ ἀνθρώπου, (ἀπό ἐκεῖ ξεκινᾶ ἄλλωστε ὁποιαδήποτε ἁμαρτία: μέ τήν προσβολή τῶν λογισμῶν), ὥστε ἔτσι νά καταστρέψει καί τό κέντρο τῆς ὕπαρξής του, τό νοῦ καί τήν καρδιά του. Μέ ποιό σκοπό; Νά ἀπομακρύνει τόν ἄνθρωπο ἀπό τόν Θεό, ὁ Ὁποῖος ζεῖ καί ἐνεργεῖ κυρίως στήν καρδιά τοῦ βαπτισμένου καί ἐνσωματωμένου στήν ᾽Εκκλησία ἀνθρώπου.

Αἰτία γι᾽ αὐτό: τό μίσος τοῦ διαβόλου πρός τόν ἄνθρωπο, τόν κατ᾽ εἰκόνα καί καθ᾽ ὁμοίωσιν Θεοῦ δημιουργημένο, ὥστε νά μή μπορεῖ νά χαρεῖ αὐτός τήν παρουσία τοῦ Δημιουργοῦ του, συνεπῶς τή δική
του ὁ διάβολος δυστυχία νά τήν κάνει καί δυστυχία τοῦ ἀνθρώπου. Μή ξεχνᾶμε ὅτι ὁ διάβολος, κατά τούς ἁγίους μας, εἶναι τό πιό τραγικό καί δυστυχισμένο ὄν ὅλης τῆς δημιουργίας τοῦ Θεοῦ, μέ ἐπιλογή βεβαίως τοῦ ἴδιου καί ὄχι τοῦ Θεοῦ.

Τί συγκεκριμένα προσπαθεῖ νά φθείρει ὁ πονηρός ἐπιτιθέμενος στή διάνοια τοῦ ἀνθρώπου;

(1) ῾Ως πρός τόν Θεό: νά κλονίσει τήν ἐμπιστοσύνη του πρός Αὐτόν – ἄς θυμηθοῦμε τό περιστατικό στόν κῆπο τῆς ᾽Εδέμ: πῶς προσβάλλει τή διάνοια τῆς Εὔας, προκαλώντας ρήξη στήν πίστη της στόν Δημιουργό της.

(2) ῾Ως πρός τό συνάνθρωπο: νά χαλάσει τή σχέση τοῦ κάθε ἀνθρώπου μέ αὐτόν, προκαλώντας καχυποψίες, διαστρέβλωση τῶν λόγων του, παρερμηνεύοντας τήν ὅποια συμπεριφορά του.

(3) ῾Ως πρός τόν ἑαυτό μας: νά φέρνει πάντοτε δικαιολογίες γιά ἐμᾶς τούς ἴδιους, προκειμένου νά ἁμαρτήσουμε ἤ κι ἄν ἁμαρτήσουμε, νά μᾶς ὁδηγήσει στήν ἀπελπισία, στή μελαγχολία, στήν ὑπερηφάνεια.

Ἡ Παναγία λοιπόν εἶναι αὐτή πού κατήργησε καί καταργεῖ τόν φθορέα διάβολο, γιατί γέννησε Αὐτόν πού τόν συνέτριψε ὁριστικά. ῎Ας θυμηθοῦμε καί πάλι τό λεγόμενο πρωτευαγγέλιο: τήν ὑπόσχεση πού ἔδωσε ὁ Θεός στούς πρωτοπλάστους μετά τήν πτώση τους στήν ἁμαρτία, ὅτι θά ἔλθει κάποτε ἡ ἐποχή πού ὁ ἀπόγονος (Χριστός) τῆς γυναίκας (Παναγίας) θά συνέτριβε τήν κεφαλή τοῦ φιδιοῦ-διαβόλου! Κι ὅπως τό λέει κι ὁ ἀπόστολος Παῦλος, ὁ Χριστός εἶναι ᾽Εκεῖνος πού ῾κατήργησε τόν τό κράτος ἔχοντα τοῦ θανάτου, τοὐτέστιν τόν διάβολο᾽! Αὐτό σημαίνει ὅτι ὅσο πλησιάζουμε τόν Χριστό καί τήν Παναγία Μητέρα Του, ἄρα ὅσο ζοῦμε ἐκκλησιαστικά – στήν ᾽Εκκλησία, τό ζωντανό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, ζοῦμε ἔντονα τήν παρουσία ᾽Εκείνου – τόσο χάνει ὁ πονηρός ὁποιαδήποτε δύναμη ἀπέναντί μας. Καί χάνεται ἡ ὅποια δύναμη τοῦ διαβόλου, γιατί σταλάζει μέσα μας ὁ Χριστός, ὅπως λέει ὁ ὑπό ἐξέταση χαιρετισμός (῾ἡ τόν σπορέα τῆς ἁγνείας τεκοῦσα᾽), ἀκριβῶς τήν ἁγνεία, τήν ἁγνότητα, δηλ. τή χάρη Του, ἀφοῦ ᾽Εκεῖνος εἶναι ἡ πηγή της. ῾Αγνίζετε ἑαυτούς, καθώς ᾽Εκεῖνος ἁγνός ἐστι᾽(ἅγιος ᾽Ιωάννης Θεολόγος). Λέγοντας ἁγνότητα ἐννοοῦμε ὄχι μόνο τή σωματική ἀπό πλευρᾶς σαρκικῶν μολυσμῶν καθαρότητα, ἀλλ᾽ ὅλη τήν ἐγκάρδια στροφή τοῦ ἀνθρώπου, ψυχῆς καί σώματος, πρός τόν Χριστό, γεγονός πού σημαίνει καί πάλι:

(1) ὡς πρός τόν Θεό: πίστη καί ἀγάπη,

(2) ὡς πρός τόν συνάνθρωπο: ἀγάπη καί ὑπομονή,

(3) ὡς πρός τόν ἑαυτό μας: ταπείνωση καί σωφροσύνη καί ἐγκράτεια.

Μ᾽ αὐτόν τόν τρόπο ὁ πιστός ἄνθρωπος γίνεται κατοικητήριο τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ καί φθάνει στό σημεῖο νά γίνεται καί ἀληθινός θεολόγος. Δηλ. ζεῖ τήν παρουσία τοῦ Θεοῦ καί καθοδηγεῖται μέ τό φωτισμό τοῦ Θεοῦ στήν πορεία του πάνω σ᾽ αὐτήν τή γῆ, ἔχοντας ὀρθή γνώση καί γιά τόν Θεό καί γιά τό συνάνθρωπο καί γιά τόν κόσμο ὅλο. Μᾶς ἐπισημαίνει τήν πραγματικότητα αὐτή μεταξύ τῶν ἄλλων καί ὁ ἅγιος τῆς Σαρακοστῆς, ὁ ἅγιος ᾽Ιωάννης τῆς Κλίμακος: ῾Τέλος ἁγνείας, θεολογίας ὑπόθεσις᾽ λέει. Τότε δηλ. ὁ ἄνθρωπος ἀρχίζει νά θεολογεῖ σωστά, ὅταν φθάνει στό τέλος τῆς ἁγνότητας. Κι ἁγνότητα σημαίνει, ὅπως εἴπαμε, ὀρθή στάση ζωῆς, κατά τό πρότυπο τοῦ Κυρίου μας ᾽Ιησοῦ Χριστοῦ.

παπα Γιώργης Δορμπαράκης από το “Ακολουθείν”

antexoume.wordpress

Ὅσιος Ἐφραίμ Κατουνακιώτης! Ὀλα νὰ τὰ ἔχεις καὶ νὰ μὴν ἔχεις τὸν Χριστό,δεν ἔχεις τίποτα…

Ὀλα νὰ τὰ ἔχεις καὶ νὰ μὴν ἔχεις τὸν Χριστό,δεν ἔχεις τίποτα. Νά μήν ἔχεις τίποτα καί νά ἔχεις μόνον τόν Χριστόν, ἔχεις τά πάντα.

Ὅσιος Ἐφραίμ Κατουνακιώτης!

https://proskynitis.blogspot.com/2024/08/blog-post_40.html

hristospanagia.gr


Αββάς Ιουστίνος Πόποβιτς. ”Μήν λησμονεῖτε ἀδελφοί: ἐμεῖς οἱ Χριστιανοί εἴμαστε ἱσχυροί διά τοῦ Θεοῦ.

”Μην λησμονείτε αδελφοί: εμείς οι Χριστιανοί είμαστε ισχυροί διά του Θεού. Ποιος μπορεί τότε να είναι ισχυρότερος από εμάς; Κανείς! Κανείς! Κανείς! Κανείς από τούς ανθρώπους μα και από τούς δαίμο­νες! 

Μα δίχως το Θεό, τί είμαστε εμείς οι άνθρωποι σε αυτό τον κόσμο; Παιχνίδι της αμαρτίας, παιχνίδι του κακού, παιχνίδι στα χέρια του διαβόλου. Ώ αδελ­φέ, ώ άνθρωπε, με κάθε αμαρτία με την οποία σε καταβάλλει ό διάβολος γελά μαζί σου. Και όταν σε καταβάλλει σε πολλές αμαρτίες, τότε ορμαθός από πολ­λά δαιμόνια σιμώνουν γύρω σου από κάθε γωνιά.”

Αββάς Ιουστίνος Πόποβιτς

http://apantaortodoxias.blogspot.gr/2017/12/blog-post_558.html?m=1

hristospanagia.gr  

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2026

Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης (†). Η παρουσία του Θεού στη ζωή μας.

Ο κόσμος αυτός που ζούμε είναι όλο πόνους, πίκρες, θλίψεις, απογοητεύσεις, στενοχώριες, δοκιμασίες και δυσκολίες. Όπου να σταθείς, ό,τι ν’ αντικρύσεις, και ό,τι ν’ ακούσεις θα ’χει σχέση με την αμαρτία, την αδικία και τον θάνατο. Φαίνεται σαν να έχει νικήσει τον κόσμο η πονηρία και το κακό, σαν να κυριαρχεί κι εξουσιάζει ο δαίμονας, σαν ν’ απομακρύνθηκε ο Θεός, να κουράσθηκε, να βαρέθηκε τα συνεχή λάθη μας. Ο αόρατος Θεός σαν να στέκει πολύ μακρυά ως βουβός και κουφός.

Όμως, αγαπητοί μου, δεν είναι ακριβώς έτσι. Μπορεί να φαίνεται ότι νίκησε η κακία και υποδούλωσε τους πάντες, να φαίνεται ότι απουσιάζει ο Θεός και ότι κρύβεται, αλλά δεν είναι έτσι. Δεν είναι λίγοι αυτοί που αντιστέκονται στο κακό, ούτε είναι λίγοι αυτοί που βρήκαν μέσα τους τον Θεό ή ακόμη μέσα στον πόνο, στη δυστυχία και στον κατατρεγμό.

Ορισμένοι εύκολα σκανδαλίζονται από τη μη άμεση επέμβαση του Θεού στη ζωή τους, ότι δεν τους ακούει, δεν τους προσέχει, δεν απαντά στα καυτά ερωτήματα που τους πνίγουν. Ο Θεός όμως που επιβλέπει τα δέντρα, τα φυτά, τα άνθη, τα στρουθία, τα ζώα, τα ζωύφια κι έχει μετρημένες τις τρίχες της κεφαλής μας, λέτε να μην ενδιαφέρεται για τα παιδιά του; Η παρουσία του μπορεί να είναι αόρατη, σιωπηλή, διακριτική, ευγενική, νηφάλια, και σιγαλή. Να μιλά στις καρδιές, να δίνει υπομονή, ελπίδα, χάρη και χαρά. Να μην αφήνει τη δαιμονοκίνητη απελπισία να κυριεύσει την ψυχή και να την καταταλαιπωρήσει πρόωρα.

Έχουμε ένα Θεό απρόσμενο, όλο εκπλήξεις και κρυμμένα θαύματα. Να έρχεται την τελευταία στιγμή, εκεί που καθόλου δεν τον περιμένεις, εκεί που όλα έχουν σβήσει κι έχουν χαθεί. Μακάριοι όσοι υπομένουν, ελπίζουν, προσεύχονται, ακόμη και όταν δεν λαμβάνουν το ποθούμενο. Ευλογημένοι όσοι ειρηνικά και ατάραχα αποδέχονται το θέλημα του Κυρίου, ακόμη και τον φοβερό θάνατο. Πιστεύω πως αυτοί είναι οι πιο προνομιούχοι στην αγκαλιά του Θεού. Το πιο μεγάλο θαύμα είναι η δυνατή αίσθηση της παρουσίας του Θεού στην καρδιά του πιστού, όταν δεν υπάρχει κανένα φως από πουθενά.

Είναι γεγονός και μεγάλη αλήθεια πως ο πόνος με τα πλοκάμια του έχει αγκαλιάσει σφιχτά όλους τους ανθρώπους της γης. Κανένας δεν μπορεί να του ξεφύγει. Γιατί τόσος πολύς και αβάσταχτος πόνος; Γιατί να βασανίζονται αθώα παιδάκια και ανήμποροι γέροι, που στη ζωή τους δεν πείραξαν ούτε μυρμήγκι και η ζωή τους όλη ήταν γεμάτη καλωσύνη, θυσία και προσφορά; Γιατί να μην παρεμβαίνει άμεσα ο Θεός; Γιατί να παρακολουθεί από μακρυά τα τεχνουργήματα της κακίας; Γιατί να μην έχουμε μια δυναμική παρουσία του Θεού; Να διαλύσει έγκαιρα τις ραδιουργίες των πονηρών, τα τεχνάσματα των δαιμόνων, τις καταστροφικές φυσικές εκτροπές; Γιατί να μη βλέπουμε τον Θεό και απλά να τον αφουγκραζόμαστε ή να τον υποψιαζόμαστε; Δυσκολοαπάντητα ερωτήματα.

Η ανθρώπινη λογική αντιδρά κάποτε βίαια στη θεϊκή αυτή στάση και δεν γίνεται κατανοητή και ανεκτή. Ο Θεός όμως δεν κινείται με τη δική μας κοντόθωρη λογική και συμφέρουσα προοπτική. Η αορασία, η απουσία, σιωπή και ησυχία του Θεού ενοχλεί υπερβολικά τους ανυπόμονους, που απαιτούν μια άμεση λύση, δίχως άσκοπες, καθώς λέγουν, καθυστερήσεις. Η ανθρώπινη αυτή απαίτηση έχει εγωισμό, ατομισμό, ανυπομονησία, φιλαυτία, αυθάδεια, ασέβεια, ανυπακοή, υστεροβουλία, ιδιοτέλεια, νοσηρότητα, αναίδεια.

Αν ο άνθρωπος, αδελφοί μου, φθάσει με τη χάρη του Θεού να μην απαιτεί τίποτε, να μην προσδοκά τίποτε, να μην τον φοβίζει η θανατηφόρα ασθένεια, είναι όντως μακάριος, αληθινό και αγαπητό τέκνο του Θεού. Αυτή η αταραξία, η αφοβία, η εγκατάλειψη στον Θεό είναι πρόγευση του παραδείσου. Ο άνθρωπος, που ξεγελάσθηκε, πικράθηκε, πόνεσε, απογοητεύθηκε και στέκει και χαίρει στα παθήματά του μαζί με τον Απόστολο Παύλο, κι ενδυναμώνεται στην ασθένεια και χαίρεται στα δεσμά του, έχει τη μεγάλη παραμυθία, τη μοναδική παρηγορία του πανσθενουργού Αγίου Πνεύματος, του γλυκύτατου Παρακλήτου, που τα πάντα χορηγεί αέναα.

Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης (†)

(Από το βιβλίο: Μοναχού Μωυσέως Αγιορείτου, “Η παρουσία του Θεού στη ζωή μας”. Ιερά Μονή Εισοδίων τής Θεοτόκου Μυρτιάς Θέρμου, Αγρίνιο 2011, σελ. 15)

(Πηγή ψηφ. κειμένου: koinoniaorthodoxias.org)

alopsis.gr 

Τετάρτη 18 Μαρτίου 2026

Ο Μ. Αλέξανδρος στα Ιεροσόλυμα. Τα θεμέλια για την εξάπλωση του Χριστιανισμού.

Είναι σε όλους γνωστό ότι η Ιστορία δεν μοιράζει τίτλους χωρίς περιεχόμενο. Τον τίτλο «Μεγάλος» τον απονέμει σε λίγους οι οποίοι αφήνουν ανεξίτηλο το στίγμα του περάσματος από την γη. Σε ανθρώπους που άλλαξαν τον ρου της Ιστορίας ή την οδήγησαν σε νέους δρόμους. Ένας από τους λίγους εκλεκτούς «Μεγάλους» της Ιστορίας είναι και ο Μέγας Αλέξανδρος, ο Έλληνας, παιδί της Ελληνικότατης Μακεδονίας. Γιός του Φιλίππου και της Ολυμπιάδας,  έζησε μόνο τριάντα τρία χρόνια από το  356 π.Χ (Αρχαία Πέλλα 23 Ιουλίου),έως 323  π.Χ. ( Βαβυλώνα, 10 Ιουνίου).Το παρόν κείμενο δεν θα ασχοληθούμε με την βιογραφία και την τεράστια προσφορά του εκπολιτιστή στρατηλάτη στον παγκόσμιο πολιτισμό και στην Ελλάδα. Θα αναφερθούμε για τη συμπεριφορά του μεγάλου Έλληνα όταν έφθασε στην Ιερουσαλήμ πριν από εικοσιδύο περίπου αιώνες. Ο ιστορικός της εποχής Φλάβιος Ιώσηπος μας μας πληροφορεί: Ο Μέγας Αλέξανδρος ενώ πολιορκούσε την Τύρο στέλνει ανθρώπους του στα Ιεροσόλυμα για να ζητήσουν βοήθεια. Οι Αρχιερείς των Εβραίων τους απαντούν ότι δεν μπορούν να βοηθήσουν με στρατιωτική δύναμη γιατί έχουν όρκους με τους Πέρσες και αυτούς τους όρκους δεν θέλουν να παραβούν. Αυτή συμφωνία που έγινε στα χρόνια του Κύρου τους έδινε το δικαίωμα να ανοικοδομήσουν τον ναό του Σολομώντος. Τότε, οι εχθροί των Εβραίων οι Σαμαρείτες βρίσκουν ευκαιρία και συκοφαντούν τους Εβραίους στον στρατηλάτη. Έτσι τον ωθούν να τιμωρήσει τους Εβραίους, να καταστρέψει τον ναό και να δώσει σε αυτούς την άδεια να κτίσουν ναό στο όρος Γαριζείν. Ο Αλέξανδρος, πράγματι, αποφασίζει να τιμωρήσει τους Εβραίους. Πληροφορείται ο Αρχιερέας το γεγονός και ζητά από τον Θεό πληροφορίες. Μετά τοις θυσίες λαού και ιερέων πληροφορείται να μη φοβάται,  να υποδεκτεί λαμπρά τους Μακεδόνες και να ανοίξει τον Ναό.  Πλησιάζοντας την πόλη των Ιεροσολύμων βλέπει να έρχονται να τον υποδεκτούν με τιμές και μεγάλη λαμπρότητα ο Αρχιερέας των Ιουδαίων και οι Ιερείς των Ιεροσολύμων. Τότε βλέπουν ένα απρόσμενο γεγονός. Ο στρατηλάτης Αλέξανδρος κατεβαίνει από το άλογό του και προσκυνά τον Αρχιερέα. Παγωμάρα επικρατεί και απορία διακατέχει τους πάντες. Ο Παρμενίων μόνο τολμά και του λέγει: «Αλέξανδρε, εσύ που προσκυνείσαι υπό πάντων, προσκυνάς τον Αρχιερέα των Ιουδαίων;;».Η απάντηση του Αλεξάνδρου: “Δεν προσκυνώ αυτόν, αλλά τον Θεό του, που του έδωσε την Αρχιερωσύνη! Διότι αυτόν είδα με το σχήμα του, στον ύπνο μου, όταν βρισκόμουν στο Δίον της Μακεδονίας και σκεπτόμουν με τον εαυτό μου πώς θα μπορέσω να νικήσω και να εδραιωθώ στην Ασία, παραγγέλοντάς μου να μη προβληματίζομαι, αλλά με θάρρος να προχωρήσω, διότι αυτός θα ηγείται της στρατιάς μου και θα μου παραδώσει την εξουσία των Περσών”! Ακολουθεί, μπροστά στα έκθαμβα μάτια όλων, ο Αρχιερέας Ίαδδος. Οδηγεί τον Αλέξανδρο μέσα στον ναό, κάτι που απαγορεύεται για ένα εθνικό. Δεν είναι άσχετο να αναφέρω ότι το Πάσχα του 1919 επισκέπτες άκουσαν τον Άγιο  Παΐσιο να λέγει ότι «Ο Αλέξανδρος πίστευε στον «Θεό του Ουρανού̎». Γεγονός είναι ότι ο Μ. Αλέξανδρος πρόσφερε θυσία στον αληθινό Θεό, τον βασιλέα των Βασιλέων. Αυτόν που αργότερα οι Ιουδαίοι και θα αρνηθούν και θα σταυρώσουν. Εκείνη τη στιγμή πραγματοποιείται η μεγάλη συνάντηση, η μεγάλη γέφυρα που θα δημιουργούσε τα θεμέλια και την υποδομή για την εξάπλωση του Χριστιανισμού σε όλο εκείνο τον τόπο της Ελληνικής Αυτοκρατορίας του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Εκεί μέσα στον ναό ο Αρχιερέας λύνει το μυστήριο της λαμπρής υποδοχής και της εισόδου του Μ. Αλεξάνδρου στον Ναό. Δείχνει και διαβάζει μια προφητεία του Δανιήλ που έλεγε ότι θα έλθει κάποιος βασιλιάς των Ελλήνων που θα συντρίψει τον βασιλιά των Περσών: “ «και ιδού τράγος αιγών ήρχετο από λιβός επί πρόσωπον πάσης της γης και ουκ ην απτόμενος της γης, και τω τράγω κέρας θεωρητόν αναμέσον των οφθαλμών αυτού. και ήλθεν έως του κριού του τα κέρατα έχοντος, ου είδον, εστώτος ενώπιον του Ουβὰλ και έδραμε προς αυτὸν εν ορμή της ισχύος αυτού και είδον αυτόν φθάνοντα έως του κριού, και εξηγριάνθη προς αυτόν και έπαισε τον κριόν και συνέτριψεν αμφότερα τα κέρατα αυτού, και ουκ ην ισχύς τω κριώ του στήναι ενώπιον αυτού. και έρριψεν αυτόν επί τη γην και συνεπάτησεν αυτόν, και ουκ ην ο εξαιρούμενος τον κριόν εκ χειρός αυτού. και ο τράγος των αιγών εμεγαλύνθη έως σφόδρα, και εν τω ισχύσαι αυτόν συνετρίβη το κέρας αυτού το μέγα. Και εγένετο εν τω ιδείν με, εγώ Δανιήλ, την όρασιν και εζήτουν σύνεσιν, και ιδού έστη ενώπιον εμού ως όρασις ανδρός. και ήκουσα φωνήν ανδρός αναμέσον του Ουβάλ, και εκάλεσε και είπε .Γαβριήλ, συνέτισον εκείνον την όρασιν και είπεν ο κριός, ον είδες, ο έχων τα κέρατα βασιλεύς Μήδων και Περσών. ο τράγος των αιγών βασιλεύς Ελλήνων… (Δανιήλ Η’’, 5 ,6, 7-8, 15, 19, 20).Την προφητεία αυτή γνώριζαν οι Ιουδαίοι και για τον λόγο αυτό υποδέχθηκαν λαμπρά και έβαλαν τον στρατηλάτη στον Ναό. Ο  Αλέξανδρος από το όραμα αλλά και την προφητεία απέκτησε σιγουριά απόλυτη, ευχαριστήθηκε και με απίστευτο θάρρος και ορμή προχώρησε την εκστρατεία εναντίον των Περσών τους οποίους συνέτριψε.Πριν αναχωρήσει από τα Ιεροσόλυμα ο εκπολιτιστής Αλέξανδρος ζήτησε να στηθεί άγαλμά του στον Ναό για να λάβει την απάντηση ότι αυτό δεν επιτρέπεται από την θρησκεία τους. Όμως, ο Αρχιερέας πρότεινε κάθε παιδί αρσενικό που θα γεννηθεί εκείνον τον χρόνο θα έπαιρνε το όνομα «Αλέξανδρος».

Μυργιώτης Παναγιώτης
Μαθηματικός

Άγιος Ιωάννης της Κλίμακος

Είναι γνωστό ότι η αγία Εκκλησία μας τις Κυριακές κατά την περίοδο της Μ. Σαρακοστής εορτάζει πρόσωπα και γεγονότα για να στηρίξει τους αγων...