Σάββατο 4 Ιουλίου 2026

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς. Η παραβολή του πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου.

(Λουκ. ιστ’ 19-31)

Οι άνθρωποι αγωνίζονται για τα υπάρχοντά τους εδώ στη γη. Οι εξαντλητικοί και ανώφελοι διαπληκτισμοί τους δεν έχουν τέλος. Αχ, άνθρωποι! Πού ανήκετε; Είστε κοπάδι που μάχεστε για ένα βοσκοτόπι. Ο ιδιοκτήτης τόσο του κοπαδιού όσο και του λιβαδιού στέκεται και κοιτάζει με έκπληξη το κοπάδι του να διαπληκτίζεται για τη βοσκή του, όταν τόσο το κοπάδι όσο και η βοσκή ανήκουν σ’ εκείνον.
Οι άνθρωποι θυμούνται πολλά πράγματα. Ένα μόνο πράγμα δε θυμούνται ποτέ, όσο συχνά και να τ’ ακούνε: πως έρχονται γυμνοί σ’ αυτόν τον κόσμο, χωρίς να κουβαλάνε τίποτα μαζί τους, και γυμνοί ξαναφεύγουν.
Οι άνθρωποι μοιράζουν τη γη αυτή, αν και ποτέ σχεδόν δεν καταφέρνουν να το κάνουν σωστά. Προστατεύουν τα όρια της γης τους με τη ζωή τους. Και παρ’ όλα αυτά, τα σύνορα μετακινούνται. Το πιο φτηνό πράγμα συνήθως καταλήγει πολύ ακριβότερο. Οι άνθρωποι δε διαφωνούν σ’ αυτό, αλλά δίνουν στο τρομερό κόστος τα επίθετα «δικαιοσύνη» ή «πατριωτισμός» ή κάποιο άλλο βολικό όνομα. Το μόνο που δε λένε ποτέ, είναι πως συνιστά παραφροσύνη να πεθαίνουν πρόβατα για μια αγκαλιά χόρτα, όταν τα χόρτα είναι εκεί για να στηρίξουν τη ζωή, όχι για άλλο λόγο.
Το ζήτημα της ιδιοκτησίας, σε τελευταία ανάλυση, είναι ζήτημα χόρτου. Όλα όσα τρώνε και ντύνονται οι άνθρωποι είναι χορτάρι ή κάτι πιο νεκρό από το χορτάρι. Στο πρώτο κεφάλαιο της Αγίας Γραφής αναφέρεται πώς ο Θεός έδωσε στους ανθρώπους και στα ζώα φυτά και χόρτα για τροφή (Γέν. α’ 29-30). Αν ρωτήσεις τους ανθρώπους να σου πούνε: «τι αξίζει περισσότερο, το χορτάρι ή οι άνθρωποι;», θ’ ακούσεις μόνο μια απάντηση: οι άνθρωποι. Με τις πράξεις τους όμως οι άνθρωποι δείχνουν πως λογαριάζουν πιο πολύτιμο το χορτάρι από τον άνθρωπο και γι’ αυτό θυσιάζουν και τη δική τους ζωή και των άλλων για το ευτελές χόρτο.
Αν το πρόβλημα της ιδιοκτησίας είναι πρόβλημα του χορταριού, τότε αυτό είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο, ο «λίθος προσκόμματος» της ζωής του ανθρώπου στη γη. Μόνο εκείνοι που έχουν αποκτήσει το πνεύμα του Θεού δεν σκαλώνουν στο εμπόδιο αυτό, αλλά το παρακάμπτουν ειρηνικά κι αφήνουν σε άλλους την περιουσία τους. Για όλους τους άλλους το εμπόδιο αυτό είναι αιτία φιλονικίας, αντεγκλήσεων, ατέρμονου μόχθου και ιδρώτα· το πρόβλημα και το περιεχόμενο όλης της ζωής τους και τελικά της μνήμης τους.
Πού είναι ο πλούτος του Κροίσου; Πού είναι τα συμπόσια του Λούκουλλου; Πού η αυτοκρατορία του Καίσαρα; Πού η δύναμη του Ναπολέοντα; Απ’ όλους τους έμειναν κάποια ίχνη, με τη μια ή την άλλη μορφή, που όμως δεν είναι ικανά ν’ απαντήσουν στο ερώτημα: Πού είναι τώρα ο πλούσιος Κροίσος; Πού ο κοιλιόδουλος Λούκουλλος; Πού οι φιλοκυρίαρχοι Καίσαρες; Πού ο παντοδύναμος Ναπολέων; Αξίζει πολύ περισσότερο να μάθουμε πού βρίσκονται οι άνθρωποι, όχι πού βρίσκονται οι κτήσεις κι η περιουσία τους. Αυτό όμως δεν μπορούμε να το μάθουμε, προτού ανακαλύψουμε πού ανήκουν οι άνθρωποι.
Σε ποιον λοιπόν ανήκουν οι άνθρωποι; Αυτός που θα βρει την απάντηση στο ερώτημα αυτό, θα βρει εύκολα απάντηση και στο πρόβλημα της ιδιοκτησίας του ανθρώπου, όπως οι εργαζόμενοι στο δρόμο που πρώτα μετακινούν τα βράχια κι έπειτα μπορούν να τακτοποιήσουν τ’ αμμοχάλικα και άλλα υλικά.
Όταν οι άνθρωποι βρουν την απάντηση στο ερώτημα αυτό μακριά από τον Κύριο Ιησού Χριστό, όπως έκαναν χιλιάδες χρόνια ως τώρα, θα πρέπει να το έκαναν ακολουθώντας τον ένα από τους δύο δρόμους: Πρώτο, πως ο άνθρωπος κατέχεται από κακές και πονηρές πνευματικές δυνάμεις, που κρύβονται πίσω από τη φύση και τα παράγωγά της. Ή, δεύτερο, πως ο άνθρωπος ανήκει στη φύση που τον δημιούργησε, τον συντηρεί για κάποιο διάστημα, όπως ένα έπιπλο ανάμεσα σε πολλά άλλα, και τελικά τον αποκόπτει και τον θανατώνει. Όλοι οι σοφοί από τη δημιουργία του κόσμου δε δανείστηκαν ούτε ένα ψήγμα αντίληψης από το Χριστό. Έχουν μόνο τις δυο αυτές απαντήσεις στο ερώτημα: σε ποιον ή σε τι ανήκει ο άνθρωπος;
Η απάντηση του Χριστού στο ερώτημα αυτό ξεκαθαρίζει πως ο άνθρωπος ανήκει στον Πανεύσπλαχνο Θεό. Ο άνθρωπος δεν είναι «κτήμα», όπως τα πράγματα που ανήκουν σε κάποιον. Ανήκει στο Θεό ως ελεύθερη και λογική ύπαρξη, ως υιός του Θεού. Η απάντηση αυτή δε δόθηκε από κάποιον φιλόσοφο. Αν ήταν έτσι τα πράγματα δε θα τον πιστεύαμε. Αυτή είναι η απάντηση του παντεπόπτου Θεού, που επισκέφτηκε τους ανθρώπους από το τριαδικό σύστημα ύπαρξης και ζωής, απ’ όπου πηγάζει η ζωή. Πιστεύουμε επομένως πως η απάντηση αυτή είναι η σωστή και την κρατάμε ως σωστική αλήθεια. Αυτή στην πραγματικότητα δεν μπορεί να κληθεί απλά «απάντηση», αλλά μαρτυρία του πάνσοφου Θεού.
Με τη μαρτυρία αυτή παίρνουμε την απάντηση στο πρόβλημα για τα υπάρχοντα του ανθρώπου, σ’ όλες τις ερωτήσεις για την ιδιοκτησία, τα οικονομικά και τις πολιτικές πάνω στη γη. Ο άνθρωπος ανήκει στο Θεό. Η φύση επίσης ανήκει στο Θεό. Αυτό σημαίνει πως όλα όσα ο άνθρωπος ονομάζει υπάρχοντά του, στην πραγματικότητα είναι του Θεού. Ο Θεός τα δανείζει στον άνθρωπο. Ο Θεός δάνεισε τα υπάρχοντα αυτά στους ανθρώπους άνισα. Γιατί αυτό; Επειδή οι άνθρωποι είναι ελεύθερες και λογικές υπάρξεις. Ο Θεός δε μοιράζει άνισα τα πράγματα σε νεκρούς ή σε μισοπεθαμένες υπάρξεις που δεν έχουν αντίληψη, που δε λειτουργεί ο νους τους. Έκανε όμως τη μοιρασιά στις λογικές κι ελεύθερες υπάρξεις άνισα, για να φανεί καθαρά η αντίληψη κι η ελευθερία τους· για να συνειδητοποιήσουν οι άνθρωποι την αλληλεξάρτησή τους και με τη σωστή και λογική χρήση των αγαθών που τους δάνεισε ο Θεός, να εργαστούν τόσο για τη δική τους σωτηρία, όσο και για τη σωτηρία των αδελφών τους. Έτσι αυτά που τους δάνεισε ο Θεός και που οι άνθρωποι ονομάζουν λαθεμένα περιουσία τους, πρέπει να γίνουν μέσα για τη σωτηρία των ανθρώπων.

***

Το σημερινό ευαγγέλιο μας μιλάει για έναν πλούσιο άνθρωπο που δεν έβλεπε μ’ αυτόν τον τρόπο τα υπάρχοντά του, αλλά μ’ έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο. Γι’ αυτό το λόγο όμως βασανίστηκε τόσο πολύ, που η καρδιά μας παγώνει στο άκουσμα των βασάνων του και οι τρίχες του κεφαλιού μας σηκώνονται όρθιες και μόνο από την περιγραφή τους.
Είπε ο Κύριος: «Άνθρωπός τις δε ην πλούσιος, και ενεδιδύσκετο πορφύραν και βύσσον ευφραινόμενος καθ’ ημέραν λαμπρώς. πτωχός δέ τις ην ονόματι Λάζαρος, ος εβέβλητο προς τον πυλώνα αυτού ηλκωμένος και επιθυμών χορτασθήναι από των ψιχίων των πιπτόντων από της τραπέζης του πλουσίου· αλλά και οι κύνες ερχόμενοι απέλειχον τα έλκη αυτού» (Λουκ. ιστ’ 19-21). Αυτή είναι μια φοβερή εικόνα που περιγράφει την επίγεια ανισότητα. Σταθείτε όμως. Αργότερα θα δούμε μια φοβερή εικόνα της ουράνιας ανισότητας. Πόσο αντίθετη παράθεση! Από τη μια ο πλούσιος άνθρωπος, ντυμένος με πορφύραν και βύσσον, με κόκκινα, πορφυρά ενδύματα και με πολυτελή λινό χιτώνα. Από την άλλη ένας ζητιάνος, γεμάτος πληγές, έλκη. Από τη μια μεριά ο άνθρωπος που κάνει παρέα με άλλους σαν κι αυτόν, δηλαδή πλούσιους, καλοθρεμμένους, χαρούμενους κι ευτυχισμένους. Από την άλλη ένας άνθρωπος που μόνη παρέα του είχε τα σκυλιά. Από τη μια χλιδή, υγεία και γεμάτα στομάχια. Από την άλλη φτώχεια, αρρώστια και πείνα. Στη μια μεριά τα τραγούδια κι οι χοροί αντιλαλούσαν στο στερέωμα. Από την άλλη η σιωπηλή ελπίδα
για ένα ψίχουλο ψωμί, μια άλαλη παρακολούθηση του ιδρώτα να τρέχει από το σώμα του, μια άδηλη αναμονή του θανάτου. Βουβός και άρρωστος. Το ευαγγέλιο δε μας λέει ότι ο Λάζαρος ζήτησε ποτέ βοήθεια, όπως κάνουν οι άλλοι ζητιάνοι. Αυτός γύρευε να κορέσει την πείνα του μόνο από τα ψίχουλα που έπεφταν από το τραπέζι του πλούσιου, χωρίς ποτέ του να μιλήσει. Μιλούσε με κάποιους στην καρδιά του, μα ποτέ με τη γλώσσα του. Τι θα μπορούσε να πει με τη γλώσσα για τη φτώχεια του, αφού όλο το σώμα του ήταν τριγυρισμένο από σκυλιά; Κι αυτό μιλούσε από μόνο του κι ήταν πολύ πιο εύγλωττο από πολλά λόγια.

Ας προσέξουμε εδώ ένα πολύ σπουδαίο σημείο: Ο Κύριος δεν αναφέρει το όνομα του πλουσίου, μας δίνει όμως το όνομα του φτωχού, του ζητιάνου. Το όνομα του πλουσίου δεν αναφέρεται καθόλου στην παραβολή, μας είναι άγνωστο, ενώ ο Λάζαρος αναφέρεται και στη γη και στον ουρανό. Τι σημαίνει αυτό; Δεν είναι κάτι εντελώς αντίθετο από τη συνηθισμένη πρακτική των ανθρώπων, που θα ήταν ν’ αναφερθεί το όνομα του πλουσίου και ν’ αγνοηθεί το όνομα του φτωχού ή, ακόμα κι αν αυτό ήταν γνωστό, να μην αναφερθεί καθόλου για να μην ενοχλήσει; Οι φτωχοί βαδίζουν ή έρπουν ανάμεσα στους ανθρώπους σαν ανώνυμες σκιές που πετάγονται ξαφνικά σαν ζητιάνοι, ενώ τα ονόματα των πλουσίων αντηχούν ακόμα και μέσα στα βασιλικά παλάτια, τραγουδιούνται στα έπη, γράφονται στην ιστορία, αναφέρονται στα μέσα επικοινωνίας και χαράζονται σε μνημεία.

Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος που ο Κύριος δεν αναφέρει το όνομα του πλουσίου: για να μην τιμήσει ιδιαίτερα κάποιον που οι άνθρωποι τιμούν πολύ· για να ξεκαθαρίσει πως η κρίση του Θεού διαφέρει και συνήθως είναι εντελώς αντίθετη από την κρίση των ανθρώπων για να δείξει πώς αμείβει ο ουρανός τους ανθρώπους. Παραλείποντας το όνομα του πλουσίου όμως, αποκάλυψε κι ένα ουράνιο μυστήριο. Το όνομα τέτοιου πλούσιου θα είναι άγνωστο στον ουρανό. Δε θ’ αναφερθεί μαζί με τους αγγέλους και τους αγίους. Θα διαγραφεί από το Βιβλίο της Ζωής. Θα μπορούσε ο Κύριος να δώσει κάποιο όνομα στον πλούσιο, όπως έκανε και για το φτωχό. Αλλά δεν είχε καμία πρόθεση να το προφέρει με τ’ άγια χείλη Του, για να μην τον αναζωογονήσει κατά κάποιο τρόπο, αφού είχε διαγραφεί από το Βιβλίο της Ζωής.

Οφείλουμε να παρατηρήσουμε πως ο Κύριος φρόντισε ιδιαίτερα να μην αναφέρει τα ονόματα του Ηρώδη, του Πιλάτου ή του Καϊάφα. «Είπατε τη αλώπεκα ταύτη» (Λουκ. ιγ’ 32), είπε για τον Ηρώδη, χωρίς να πει τ’ όνομά του. Πολύ νωρίτερα ο Θεός είχε πει για τους αμαρτωλούς με τον Ψαλμωδό: «ουδ’ ού μη μνησθώ των ονομάτων αυτών διά χειλέων μου» (Ψαλμ. ιε’ 4). Για τους δικαίους όμως είπε ο Κύριος Ιησούς: «χαίρετε δε ότι τα ονόματα υμών εγράφη εν τοις ουρανοίς» (Λουκ. ι’ 20). Τοποθετεί τη χαρά αυτή πάνω από κάθε άλλη χαρά, παραπάνω κι από τη χαρά που ένιωθαν οι απόστολοι όταν διαπίστωσαν πως τα πνεύματα υποτάσσονται σ’ αυτούς.

Τι κακό έκανε ο άνθρωπος αυτός, ώστε ο Κύριος να μην αναφέρει τ’ όνομά Του; Ο Κύριος δεν τον κατηγόρησε ούτε για κλοπή, ούτε για ψεύδη ή για μοιχεία, για έγκλημα ή γι’ απιστία στο Θεό, ούτε για τον τρόπο που απόκτησε τα πλούτη του. Για ποιο λόγο λοιπόν τον κατηγόρησε ο Κύριος; Μα η ζωντανή κατηγορία έστεκε μπροστά στην πύλη του αρχοντικού του. Δεν ήταν γραμμένη σε χαρτί με μελάνι, αλλά με πληγές και έλκη στο σώμα του ζωντανού ανθρώπου.

Ο πλούσιος είχε σίγουρα όλα τα πάθη και τις κακίες που αναπόφευκτα κουβαλούν μαζί τους τα πλούτη στον ελαφρόμυαλο άνθρωπο. Αυτός που κάθε μέρα ντύνεται με λαμπρότητα, τρώει και πίνει πλουσιοπάροχα και ξοδεύει τον καιρό του σε ηδονές και απολαύσεις, δεν έχει μέσα του θέση για το φόβο του Θεού. Δεν μπορεί να συγκρατήσει τη γλώσσα του από το κουτσομπολιό, το στομάχι του από την πολυφαγία και την καρδιά του από την υπερηφάνεια και τη ματαιότητα, την καταφρόνηση των άλλων και την απαξίωση των πραγμάτων του Θεού. Όλ’ αυτά οδηγούν αναπόφευκτα τον άνθρωπο στη φιληδονία, στην απάτη, στην εκδικητικότητα, στο έγκλημα και στην απόρριψη του Θεού. Καμιά απ’ αυτές τις αμαρτίες και τις κακίες όμως δεν ανέφερε ο Κύριος για τον πλούσιο. Από την παραβολή μόνο μια ανομία είναι καθαρή για τον πλούσιο: η υπερβολική περιφρόνησή του για το φτωχό Λάζαρο, για την αρρώστια και τη φτώχεια του.

Αν ο Λάζαρος ήταν υγιής άνθρωπος, ντυμένος στα μεταξωτά και παρουσιαζόταν στην πύλη, οπωσδήποτε θα τον υποδεχόταν ο πλούσιος και θα τον καλούσε στο τραπέζι του. Θα τον υποδεχόταν και θα τον καλούσε σαν άνθρωπο. Ο πλούσιος όμως δεν έβλεπε και δεν αναγνώριζε κάποιον άνθρωπο στο Λάζαρο, μέσα στη φτώχεια και τις πληγές του. Περιφρονούσε το πλάσμα αυτό του Θεού σα να μην υπήρχε καθόλου. Γύριζε αλλού τα μάτια του για να μη τον βλέπει και μολύνει την δράση του. Τα πλούτη του τα λογάριαζε αποκλειστικά δικά του, όχι σαν δανεικά που είχε πάρει από το Θεό. Το τάλαντο που του έδωσε ο Θεός το έθαψε στη γη του κορμιού του κι έτσι κανένας άλλος δεν ωφελήθηκε απ’ αυτό. Η καρδιά του ήταν δοσμένη «εν κραιπάλη και μέθη» (Λουκ. κα’ 34). Ο πνευματικός κόσμος κι οι πνευματικές αξίες δεν υπήρχαν γι’ αυτόν. Έβλεπε μόνο με τα σωματικά του μάτια, άκουγε μόνο με τα σωματικά του αυτιά και ζούσε αποκλειστικά με αφοσίωση στα σαρκικά πράγματα.

Η ψυχή του πλούσιου ήταν γεμάτη πληγές, όπως ήταν και το σώμα του Λάζαρου. Η ψυχή του ήταν η πραγματική εικόνα του σώματος του
Λάζαρου και το σώμα του Λάζαρου η αληθινή εικόνα της ψυχής του. Έτσι ο Θεός έβαλε δυο ανθρώπους στη γη για να γίνουν ο ένας καθρέφτης του άλλου. Ο ένας ζούσε στο μέγαρο κι ο άλλος στην πύλη. Η εξωτερική λαμπρότητα του πλούσιου καθρέφτιζε την εσωτερική κατάσταση του Λάζαρου. Η εξωτερική εμφάνιση των πληγών του Λάζαρου καθρέφτιζε την εσωτερική κατάσταση του πλούσιου. Ήταν απαραίτητο ν’ απαριθμήσει ο Κύριος όλες τις αμαρτίες του πλούσιου; Μα ήταν ολοφάνερες με την πρώτη ματιά και μάλιστα καθεμιά απ’ αυτές. Η έλλειψη συμπάθειας του πλούσιου προς το Λάζαρο τράβηξε την κουρτίνα της ψυχής του και φανερώθηκε αμέσως -στα μάτια, στ’ αυτιά, στη μύτη και τη γλώσσα- ο βόρβορος που είχε μέσα του.

Αυτή είναι η εικόνα δυο ανθρώπων που ζούνε στη γη: του ενός το όνομα είναι πασίγνωστο στους ανθρώπους κι αναφέρεται πάντα με συμπάθεια· του άλλου το όνομα δεν το ξέρει κανένας, μα ούτε κι ενδιαφέρεται να το μάθει. Και τώρα θα δούμε την εικόνα των δύο αυτών ανθρώπων στον ουρανό.

«Εγένετο δε αποθανείν τον πτωχόν και απενεχθήναι αυτόν υπό των αγγέλων εις τον κόλπον Αβραάμ· απέθανε δε και ο πλούσιος και ετάφη. και εν τω άδη επάρας τους οφθαλμούς αυτού, υπάρχων εν βασάνοις, ορά τον Αβραάμ από μακρόθεν και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού» (Λουκ. ιστ’ 22, 23). Οι πλούσιοι πεθαίνουν όπως κι οι φτωχοί. Κανένας δε γεννήθηκε στον κόσμο αυτόν για να ζήσει αιώνια. Ο κόσμος αυτός είναι φθαρτός και περιμένει το τέλος του. Οι πλούσιοι πεθαίνουν αφήνοντας έναν αναστεναγμό γι’ αυτόν τον κόσμο. Οι φτωχοί αφήνουν έναν αναστεναγμό για το μέλλοντα κόσμο. Αφήνοντας τον κόσμο αυτόν ο πλούσιος εγκατέλειψε τη λαμπρότητα, την πολυτέλεια και τις ηδονές του. Ο Λάζαρος άφησε τον κόσμο αυτό και μαζί του άφησε την πείνα, τις πληγές και τα σκυλιά.

Ας δούμε τώρα το θερισμό του Θεού. Όταν πέθανε ο Λάζαρος, άγγελοι παρέλαβαν την ψυχή του και την οδήγησαν στον παράδεισο. Όταν πέθανε ο πλούσιος, οι άγγελοι έφυγαν με άδεια χέρια από το νεκροκράβατό του. Από μια φανερά σάπια ρίζα, οι άγγελοι βρήκαν και έδρεψαν ένα υπέροχο και ώριμο φρούτο. Από το άλλο δέντρο, που ήταν καταπράσινο και ευσκιόφυλλο, δε βρήκαν κανένα καρπό. «Παν ουν δένδρον μη ποιούν καρπόν καλόν εκκόπτεται και εις πυρ βάλλεται» (Λουκ. θ’ 9).

Τα προφητικά αυτά λόγια εκπληρώθηκαν απόλυτα στον άσπλαχνο πλούσιο. Ξεριζώθηκε τόσο σωματικά όσο και ψυχικά. Το σώμα του το έρριξαν στον τάφο, για να λιώσει εκεί. Η ψυχή του πήγε στην κόλαση, για να καίγεται εκεί. Οι άγγελοι δε μαζεύτηκαν γύρω από το νεκρικό του κρεβάτι, αφού ήξεραν πως εκεί δεν περίμεναν τίποτα. Τη θέση των αγγέλων πήραν οι δαίμονες κι οι άνθρωποι, για να τον θάψουν. Οι δαίμονες έθαψαν την ψυχή του στην κόλαση κι οι άνθρωποι το σώμα του στη γη.

Οι άνθρωποι, όπως ήταν φυσικό, αντέδρασαν διαφορετικά στο θάνατο του πλούσιου απ’ ό,τι σ’ εκείνον του φτωχού Λάζαρου, όπως γινόταν κι όταν ζούσαν. Ο θάνατος του πλούσιου έγινε αμέσως γνωστός παντού κι όλη η πόλη μαζεύτηκε στην κηδεία του. Το παγωμένο σώμα του το ξαναέντυσαν με πορφυρά και πολυτελή λινά ρούχα, το τοποθέτησαν σε φέρετρο φτιαγμένο από σπάνια ξύλα και μέταλλα και το περιέφεραν στην πόλη σε χρυσή άμαξα που έσυραν άλογα με μαύρες σέλες. Κατά κάποιο τρόπο απαιτούσαν έτσι την έκφραση λύπης για κάποιον που, με τη ζωή του, σκόρπισε τον οίκτο του ουρανού. Πίσω από τη νεκροφόρα ακολουθούσε το πλήθος των φίλων του, των συγγενών και των δούλων του, που όλοι τους ήταν ντυμένοι με πένθιμα μαύρα ρούχα. Ακολουθούσαν ποιόν; Έναν άνθρωπο που δεν έδινε ούτε τα περισσεύματα από το τραπέζι του σ’ έναν πεινασμένο ζητιάνο. Η πόλη ολόκληρη βγήκε για την κηδεία του, να εκφράσει το σεβασμό του σ’ αυτόν τον έξοχο συμπολίτη και ν’ ακούσει τις ομιλίες που εκθείαζαν τις αρετές του κι όλα όσα είχε κάνει για την πόλη, το έθνος και για την ανθρωπότητα γενικότερα. Άκουσαν όλοι λόγια όμορφα σαν τα πορφυρά ρούχα, απαλά σαν το εξαιρετικό λινό που φορούσε το νεκρό σώμα, που τώρα δεν είχε ανάγκη ούτε ένα ψίχουλο από το τραπέζι αυτού του κόσμου. Λόγια που ήταν τόσο ψεύτικα, όσο κι η ζωή του ανθρώπου αυτού. Λόγια τόσο κενά όσο η ψυχή του, που ήταν άμοιρη καλών έργων.

Τελικά έχωσαν στη γη το σώμα που ήταν ντυμένο στα πορφυρά και στα πολυτελή λινά. Κι εκεί δεν το έλειχαν τα σκυλιά, αλλά το καταβρόχθιζαν τα σκουλήκια. Πάνω στον τάφο, στον τάφο εκείνου που είχε χάσει το στεφάνι της αιώνιας δόξας, τοποθετήθηκαν στεφάνια με λουλούδια. Πάνω στον τάφο έβαλαν και μια ακριβή πέτρινη στήλη, όπου ήταν χαραγμένο το όνομα του ανθρώπου που δεν ήταν γραμμένο στο βιβλίο της ζωής. Κανένας από τις χιλιάδες ανθρώπους που έλαβαν μέρος στην τελετή αυτή όμως, δεν ήξερε ότι η ψυχή του ανθρώπου αυτού βρισκόταν ήδη στην κόλαση.

Από την άλλη πλευρά τώρα, τι είδους κηδεία να είχε ο φτωχός Λάζαρος; Θα έμοιαζε μάλλον με τον ενταφιασμό κάποιου σκύλου που βρέθηκε νεκρός στο δρόμο. Θα πρέπει να υπήρχε κάποια κρατική εξουσία για ν’ αναλάβει τους νεκρούς ζητιάνους που πέθαιναν στο δρόμο και να τους θάψει. Κι αυτό για διάφορους λόγους, αλλά κυρίως για τους εξής δύο: πρώτα για τον κίνδυνο να ξεσχίσουν τα σκυλιά το σώμα του και να το σκορπίσουν στην αγορά και δεύτερο, από το φόβο μη μυρίσει και μολύνει έτσι την πόλη. Όπως και νά ‘χαν τα πράγματα, το σώμα έπρεπε να μεταφερθεί το συντομότερο έξω από την πόλη και να ενταφιαστεί, γιατί το πτώμα αυτό, που ήταν γεμάτο πληγές και ντυμένο με ράκη, ενοχλούσε την όραση των περαστικών. Το μόνο που φρόντιζαν όλοι, ήταν η καλοπέραση των κατοίκων της πόλης. Η παρουσία του φτωχού ανθρώπου τους ενοχλούσε όλους, τόσο όσο ζούσε όσο κι όταν πέθανε. Οι αρχές δεν έχωναν τη μύτη τους σε τέτοια δυσάρεστα πράγματα, γι’ αυτό και δεν προσπαθούσαν να βρουν και να πληρώσουν ανθρώπους για να εκτελέσουν το δυσάρεστο αυτό καθήκον. Αυτό που περνούσε από στόμα σε στόμα, ήταν: Κάποιος ζητιάνος πέθανε· ποιος θα τον θάψει; Ποιος θα πληρώσει γι’ αυτό; Ποιος ήταν αυτός; Και μια ανόητη ερώτηση: Ποιος θα ήξερε και θα θυμόταν το όνομα του ζητιάνου;

Πόσο μεγάλη ήταν η διαφορά ανάμεσα στους δυο αυτούς ανθρώπους, από την αξία που είχαν στα μάτια των άλλων; Ο ουρανός όμως δε νοιάζεται πολύ για την κρίση των ανθρώπων. Δε νοιάζεται αν οι άνθρωποι επαινούν ή περιφρονούν, αν ανταμείβουν με μετάλλια ή αν καταδικάζουν. Η εκτίμηση των ανθρώπων φτάνει μόνο ως τον τάφο εκείνων που πέθαναν. Μετά την ψυχή την αναλαμβάνει ο ουρανός και κάνει τη δική του εκτίμηση. Γι’ αυτό κι ο πλούσιος άνθρωπος που ντυνόταν με πανάκριβα ρούχα πήγε κατευθείαν στην κόλαση, ενώ ο Λάζαρος με τα έλκη ανέβηκε στον παράδεισο.

«Και εν τω άδη επάρας τους οφθαλμούς αυτού, υπάρχων εν βασάνοις, ορά τον Αβραάμ από μακρόθεν και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού» (Λουκ. ιστ’ 22, 23). Αυτή θα ήταν ίσως η πρώτη φορά από τότε που γεννήθηκε, που ο πλούσιος σήκωσε τα μάτια του προς τον ουρανό. Στη γη κοίταζε μόνο τον εαυτό του και τον κόσμο γύρω του. Δεν είχε φροντίδες κι ανάγκες και γι’ αυτό δε σήκωνε ψηλά τα μάτια του. Το ίδιο κάνουμε σήμερα και πολλοί από μας, γι’ αυτό έχουμε και την παροιμία που λέει: «Χωρίς βάσανα, προσευχή δε γίνεται!» Χίλιες φορές νά ‘ναι ευλογημένα τα βάσανα που μας βρίσκουν σ’ αυτή τη ζωή και μας αναγκάζουν να σηκώσουμε τα μάτια και την καρδιά μας στον Κύριο. Αν ο πλούσιος δεν είχε εξορκίσει τα βάσανα στη γη και δεν τ’ απέφευγε με τα γέλια και τις διασκεδάσεις, ίσως νά ‘χε σηκώσει όσο ζούσε τα μάτια του στον ουρανό και νά ‘χε γλιτώσει από την κόλαση. Τώρα όμως βρισκόταν στην κόλαση, απ’ όπου μάταια σήκωσε τα μάτια του στον ουρανό.

Ο σοφός Σολομών είχε πει: «Αγαθός θυμός υπέρ γέλωτα, ότι εν κακία ανθρώπου αγαθυνθήσεται καρδία» (Εκκλησ. ζ’ 3). Ο πλούσιος είχε απολαύσει τη ζωή του, ήταν ευτυχισμένος, γι’ αυτό και δεν τον άγγιξε ο φόβος του Θεού. Όταν από την κόλαση σήκωσε τα μάτια του, είδε τον Αβραάμ από μακρόθεν και Λάζαρον εν τοις κόλποις αυτού. Η παραβολή λέει πως τον είδε από μακρόθεν, για να δείξει πως η κόλαση βρίσκεται μακριά από τον παράδεισο, όπου είναι η κατοικία των δικαίων. Ο Αβραάμ ήταν ο κατά σάρκα γενάρχης των Ιουδαίων. Με τη δικαιοσύνη του έγινε προπάτορας όλων των δικαίων που με την πίστη, την υπακοή και την ταπείνωσή τους ευαρέστησαν στο Θεό κι έκαναν το θέλημά Του. Ο Λάζαρος βρισκόταν στους κόλπους του Αβραάμ. Τι σημαίνει αυτό; Με τους κόλπους του Αβραάμ ο Κύριος υποδηλώνει το ήρεμο καταφύγιο όλων των δικαίων, τους οποίους ανέπαυσε ο Θεός μετά τις καταιγίδες της ζωής στη γη.

Ωσότου έρθει ο Χριστός στη γη, οι Ιουδαίοι είχαν τον Αβραάμ ως τον καλλίτερο των δικαίων. Κι ο Κύριος την παραβολή αυτή την έλεγε στους Ιουδαίους. Με την έλευση του Χριστού στον κόσμο, ήταν φυσικό να εξελιχτούν πολλοί άνθρωποι πιο δίκαιοι από τον Αβραάμ στη βασιλεία του Θεού. Ο Κύριος δεν υποσχέθηκε στον Αβραάμ πως θα τον βάλει σε κάποιο θρόνο για να κρίνει τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ, όπως έκανε στους αποστόλους (βλ. Λουκ. κβ’ 30). Σαν απόγονος του Σημ όμως ο Αβραάμ ήταν ο πρώτος που θ’ αξιωνόταν να μπει στη βασιλεία του Θεού (βλ. Λουκ. ιγ’ 28), όπου, μαζί του θα ήταν κι όλοι οι άλλοι δίκαιοι, οι κακοποιημένοι και θανατωμένοι προφήτες, οι αφοσιωμένοι βασιλιάδες κι άλλοι θεάρεστοι άνθρωποι.

Στη χορεία των δικαίων, μαζί με τον Αβραάμ, τον Ισαάκ, τον Ιακώβ, τον Ιωσήφ, τους προφήτες Ηλία και Ελισαίο, το δίκαιο Ιώβ και τον ένδοξο Δαβίδ, προσχώρησε κι ο Λάζαρος, ο φτωχός ζητιάνος που σ’ όλη του τη ζωή υπόμεινε καρτερικά την πείνα, τη γυμνότητα, την περιφρόνηση, την αρρώστια και τα έλκη που αιμορραγούσαν. Κανένας απ’ αυτούς που ζούσαν σ’ αυτή τη φωτεινή χώρα, στον τόπο της ειρήνης και της ανεκλάλητης χαράς, δεν έφτασε εκεί με τα επίγεια πλούτη και τις διασκεδάσεις του, τα επιτεύγματα και την εξουσία του, το βασιλικό στέμμα και την ευγενική καταγωγή του, αλλά μόνο με τη σταθερή κι ακλόνητη πίστη κι ελπίδα του στο Θεό, την υποταγή του στο θεϊκό θέλημα ή με την υπομονή και την έγκαιρη μετάνοια.

Ο Θεός δεν αποβλέπει στην κοινωνική θέση του ανθρώπου στον κόσμο. Προσέχει μόνο την καρδιά μας. Στη βασιλεία Του θα μπουν εκείνοι που έχουν βασιλικές ψυχές, όχι βασιλικά στέμματα· αυτοί που είναι πλούσιοι στην αγάπη και την πίστη, όχι σε χρήματα και κτήματα· όσοι κατέχουν τη σοφία Θεού κι όχι τη σοφία του κόσμου· αυτοί που έχουν χαρούμενες και ιλαρές καρδιές, όχι οι άλλοι που ο μόνος τρόπος που χαίρεται η καρδιά τους είναι ν’ ακούνε μουσική και να χορεύουν, εκείνοι που η καρδιά τους χαίρεται κοντά στο Θεό, όπως λέει κι ο Ψαλμωδός: «Η καρδία μου και η σαρξ μου ηγαλλιάσαντο επί Θεόν ζώντα» (Ψαλμ. πγ’ 3).

Τι έκανε ο αμαρτωλός άνθρωπος όταν είδε από μακριά το Λάζαρο κοντά στον Αβραάμ, τον ίδιο Λάζαρο που με το όνομά του δεν ήθελε να μολύνει τα χείλη του στη γη; «και αυτός φωνή σας είπε· πάτερ Αβραάμ, ελέησόν με και πέμψον Λάζαρον ίνα βάψη το άκρον του δακτύλου αυτού ύδατος και καταψύξη την γλώσσαν μου, ότι οδυνώμαι εν τη φλογί ταύτη» (Λουκ. ιστ’ 24). Δε θά ‘βρισκε λόγια κανείς για να περιγράφει καλύτερα τον τρόμο και τα βάσανα του αμαρτωλού στην κόλαση. Όταν ο άνθρωπος πεινάει λίγο, αναζητά κρέας ή ψάρι για να κορέσει την πείνα του. Όταν πεθαίνει της πείνας, είναι ευχαριστημένος αν βρει μια χούφτα βελανίδια, για να συγκρατήσει την ψυχή μέσα στο σώμα του. Πόσο πιο φοβερή πρέπει να ήταν η φωτιά της κόλασης όπου καιγόταν ο πλούσιος! Κι αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι δε ζήτησε πάγο, έναν κουβά ή έστω ένα ποτήρι νερό, αλλά μόνο ένα βρεγμένο δάχτυλο. Μόνο μια σταγόνα νερό στο ακροδάχτυλο, για να δροσίσει τη γλώσσα του που καιγόταν.
Αχ, αδελφοί μου! Αν οι άνθρωποι πίστευαν τουλάχιστο πως ο Χριστός δεν ήρθε στη γη για να επεκτείνει το βασίλειο του ψεύδους ή για να κάνει ένα πράγμα να φαίνεται μεγαλύτερο απ’ ό,τι πραγματικά είναι, τότε η μοναδική αυτή ευαγγελική παραβολή Του θα ήταν αρκετή για να σωθούν όλοι οι άνθρωποι που ζουν στη γη. Προσέξτε πως ο άνθρωπος αυτός, που στη ζωή του δεν ήξερε τι σημαίνει έλεος κι ευσπλαχνία, ζητούσε τώρα το έλεος από τα βάθη της κόλασης. Κοιτάξτε έπειτα τον εαυτό σας, βαθμολογήστε τον όλοι εσείς που όχι μόνο δεν έχετε έλεος, αλλά καλλιεργείτε μέσα σας ασπλαχνία προς τους φτωχούς και τους απόρους. Ίσως πολύ σύντομα κραυγάσετε κι εσείς για έλεος όπως ο πλούσιος, από εκεί που δεν μπορεί να εισχωρήσει ούτε μια ακτίνα ελέους, στον αιώνα τον άπαντα.

«Είπε δε Αβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ότι απέλαβες συ τα αγαθά σου εν τη ζωή σου, και Λάζαρος ομοίως τα κακά· νυν δε ώδε παρακαλείται, συ δε οδυνάσαι· και επί πάσι τούτοις μεταξύ ημών και υμών χάσμα μέγα εστήρικται, όπως οι θέλοντες διαβήναι ένθεν προς υμάς μη δύνωνται, μηδέ οι εκείθεν προς ημάς διαπερώσιν» (Λουκ. ιστ’ 25, 26). Ο Αβραάμ απευθύνθηκε στον αμαρτωλό με μια ευγενική λέξη. Τον ονόμασε τέκνον. Αυτό δείχνει πως στην ουράνια βασιλεία υπάρχει απόλυτη απουσία του κακού. Με το λόγο αυτό ο Αβραάμ ήθελε επίσης να θυμίσει στον απόγονό του πως ανήκαν στην ίδια φυλή, πως ο πλούσιος είχε μπροστά του παραδείγματα δίκαιων κι ενάρετων ανθρώπων από τον ίδιο τον Αβραάμ, αλλά κι από άλλους δίκαιους. Επομένως θα μπορούσε να είχε σωθεί κι αυτός από τα βάσανα της κόλασης όταν είχε την ευκαιρία στη γη. Δεν μπορούσε όμως ν’ ανταποκριθεί στο αίτημα του αμαρτωλού για δυο λόγους: πρώτο, επειδή την κατάσταση των πραγμάτων είχε κρίνει η θεία δικαιοσύνη και δεύτερο, επειδή σ’ εκείνον τον κόσμο δεν υπάρχει δρόμος ή γέφυρα για να περάσουν οι άνθρωποι από τα ενδιαιτήματα των δικαίων στον τόπο κόλασης των αμαρτωλών. Αν κάποιον αμαρτωλό, με τις προσευχές της Εκκλησίας στη γη, τον μεταφέρει ο Θεός από την κόλαση στον παράδεισο πριν από την Τελική Κρίση, αυτό είναι μυστικό του Θεού, όπου δεν μπορεί να παρέμβει ο Αβραάμ. Υπενθύμισε μόνο στον πρώην πλούσιο, που τώρα ήταν πιο φτωχός από τον φτωχότερο ζητιάνο στον κόσμο, πως στην επίγεια ζωή του είχε όλα όσα ήθελε. Έτσι, αφού ενόσω ζούσε δεν αποζητούσε κανένα από τ’ αγαθά του ουρανού και δεν είχε δώσει ούτε ένα μικρό ψίχουλο για να τα κερδίσει, αλλ’ ούτε κι έχυσε ένα δάκρυ γι’ αυτά, σημαίνει πως όλη την ανταμοιβή του την εισέπραξε στη ζωή αυτή. Ο Λάζαρος, αντίθετα, στην παροδική αυτή ζωή του έλαβε μόνο βάσανα, πόνους και περιφρόνηση, επιζητούσε με δάκρυα μόνο τα ουράνια αγαθά και τώρα τ’ απολαμβάνει. Όπως είπε ο Κύριος, «μακάριοι οι πενθούντες, ότι αυτοί παρακληθήσονται» (Ματθ. ζ’ 4). Κι αλλού πάλι είπε ο ίδιος: «υμείς… λυπηθήσεσθε, αλλ’ η λύπη υμών εις χαράν γενήσεται» (Ιωάν. ιστ’ 20) και «ουαί υμίν οι γελώντες νυν, ότι πενθήσετε και κλαύσετε» (Λουκ. στ’ 25).

Όταν ο αμαρτωλός συνειδητοποίησε πως ο Αβραάμ απάντησε δίκαια στην πρώτη του ερώτηση, επανήλθε με μιαν άλλη: «Είπε δε· ερωτώ ουν σε, πάτερ, ίνα πέμψης αυτόν εις τον οίκον του πατρός μου· έχω γαρ πέντε αδελφούς· όπως διαμαρτύρεται αυτοίς, ίνα μη και αυτοί έλθωσιν εις τον τόπον τούτον της βασάνου» (Λουκ. ιστ’ 27, 28). Πώς προκλήθηκε αυτή η ξαφνική συμπάθεια για τους άλλους και το ενδιαφέρον του για τη
σωτηρία τους; Δεν ήταν συμπάθεια και έλεος αυτό που ένιωσε, αλλά μάλλον μια προσπάθεια για ένα νοτισμένο ακροδάχτυλο, ώστε να ελαφρώσει τα βάσανά του. Αποκάλυψε έτσι μιαν άλλη αμαρτία του: τον σκανδαλισμό των άλλων. Βρισκόταν στην κόλαση όχι μόνο επειδή φέρθηκε άσπλαχνα στο Λάζαρο, αλλ’ επειδή με τον ελαφρόμυαλο βίο του είχε δώσει κακό παράδειγμα στ’ αδέρφια του, οδηγώντας τα έτσι στην καταστροφή και τον όλεθρο κι ανοίγοντας και γι’ αυτά το δρόμο προς την κόλαση. Ο σκανδαλισμός των άλλων είναι μεγάλη αμαρτία. Το να γλιστράει κάποιος και να τραβά ταυτόχρονα κι άλλους μαζί του αξίζει μεγαλύτερη τιμωρία, απ’ ότι όταν γλιστράει κανείς και πέφτει μόνος του. Ακούστε τα φοβερά λόγια που χρησιμοποίησε ο Κύριος για εκείνους που γίνονται αιτία σκανδαλισμού: «Λυσιτελεί αυτώ ει λίθος μυλικός περίκειται περί τον τράχηλον αυτού και έρριπται εις την θάλασσαν, ή ίνα σκανδαλίση ένα των μικρών τούτων» (Λουκ. ιζ’ 2). Φαίνεται πως τ’ αδέρφια του πλούσιου μάλλον ήταν μικρότερα από τον ίδιον, γι’ αυτό κι ήθελε να πάει ο Λάζαρος κοντά του και να συγχωρήσει εκείνον πρώτα και μετά να εκθέσει την αμαρτία του στ’ αδέρφια του. Τότε οι φλόγες θα ήταν ηπιότερες και τα κολαστήρια ελαφρύτερα. Η έκκληση αυτή που έκανε στον Αβραάμ δεν αφορούσε τόσο τ’ αδέρφια του, όσο τον ίδιο τον εαυτό του.

«Λέγει αυτώ Αβραάμ· έχουσι Μωυσέα και τους προφήτας· ακουσάτωσαν αυτών ο δε είπεν ουχί, πάτερ Αβραάμ, αλλ’ εάν τις εκ νεκρών πορευθή προς αυτούς, μετανοήσουσιν· είπε δε αυτώ· ει Μωυσέως και των προφητών ουκ ακούουσιν, ουδέ εάν τις εκ νεκρών αναστή πεισθήσονται» (Λουκ. ιστ’ 29-31). Ο Αβραάμ δεν μπορούσε ούτε και στη δεύτερη παράκληση του πλούσιου ν’ ανταποκριθεί. Κι έδωσε καθαρές και πειστικές δικαιολογίες γι’ αυτό. Τι νόημα θα είχε να ξαναγυρίσει ο Λάζαρος στον κόσμο και να προειδοποιήσει τους ανθρώπους τι τους περιμένει μετά το θάνατό τους, αφού ο Μωυσής κι οι προφήτες είχαν πει όλα όσα έπρεπε να κάνουν για να σωθούν; Χιλιάδες χιλιάδων άνθρωποι σώθηκαν όχι από μαρτυρίες νεκρών, αλλά ζωντανών. Όταν λοιπόν τόσες χιλιάδες άνθρωποι σώθηκαν ακούγοντας το Μωυσή και τους προφήτες, έτσι μπορούν να σωθούν και τ’ αδέρφια σου.

Μάταια προσπάθησε πάλι ο πλούσιος να επαναλάβει την έκκλησή του, ενισχύοντάς την με τα λόγια: εάν τις εκ νεκρών πορευθή προς αυτούς, μετανοήσουσιν. Ο Αβραάμ απέρριψε πάλι το αίτημά του με καθαρά επιχειρήματα. Τι θα τους ωφελούσε η παρουσία κι η μαρτυρία του Λάζαρου, αν δεν άκουγαν το Μωυσή και τους προφήτες; Ο Μωυσής, ο Ησαΐας κι ο Ηλίας δεν είδαν το Θεό και μίλησαν στους ανθρώπους στο όνομά Του; Αν λοιπόν τ’ αδέρφια του δεν άκουσαν και δεν πίστεψαν αυτούς, πως θα πίστευαν στο Λάζαρο αν εμφανιζόταν μπροστά τους; Πρώτ’ απ’ όλα ποιος ήταν ο Λάζαρος; Ένας άνθρωπος που δεν τους ενδιέφερε καθόλου όσο ζούσε, όπως δεν ενδιέφερε και τον αδερφό τους. Έπειτα, μάλλον δε θα είχαν ακούσει καθόλου για το θάνατο του Λάζαρου. Όταν είχαν δει το πρόσωπό του καλυμμένο από έλκη, θα τον αναγνώριζαν τώρα που θα τους παρουσιαζόταν με δόξα, να αστράφτει σαν άγγελος; Πότε είχαν ακούσει τη φωνή του, για να την αναγνωρίσουν τώρα; Πότε είχαν ακούσει την ιστορία της ταλαίπωρης ζωής του, για να την ξέρουν τώρα; Δε θά ‘λεγαν ότι «αυτό είναι οπτασία» ή «φάντασμα» ή «οφθαλμαπάτη»; Τι ωφέλησε τον Σαούλ η εμφάνιση του Σαμουήλ «εκ νεκρών» (Α’ Βασ. κη’ 11-14);

+++

Η απάντηση του Αβραάμ δεν βοήθησε καθόλου τον αμαρτωλό στην κόλαση. Θα μπορούσε σήμερα βέβαια να βοηθήσει εκείνους που επικαλούνται τα πνεύματα των νεκρών για ν’ ανακαλύψουν τα μυστήρια του ουρανού, με το πρόσχημα πως αυτό ενδεχομένως θα ενίσχυε την πίστη τους. Δεν υπάρχει πραγματικά καλλίτερος τρόπος να κάνεις έναν άνθρωπο παρανοϊκό και να τον στείλεις στην κόλαση. Ο πνευματισμός είναι πτήση από το φως στο σκοτάδι, η αναζήτηση του φωτός μέσα στο βαθύ σκότος. Εκείνοι που επικαλούνται τα πνεύματα για να βρουν την αλήθεια, φανερώνουν καθαρά πως δεν πιστεύουν στον Κύριο Ιησού. Πώς λογικοί άνθρωποι μπορούν να πιστεύουν στα πνεύματα των θείων και των γειτόνων τους, όταν κανένας δεν ξέρει αν τα πνεύματα είναι πραγματικά των ανθρώπων που επικαλούνται; Κι οι άνθρωποι αυτοί δεν πιστεύουν στην αλήθεια του παντοδύναμου Θεού. Πώς μπορούν οι θείες κι οι γείτονες, τα μέντιουμ κι οι μάγοι, να βεβαιώσουν τα λόγια τους; Ο Χριστός βεβαίωσε τα λόγια Του με το Αίμα Του, καθώς και με το αίμα αμέτρητων χιλιάδων πιστών αντρών και γυναικών, που το έδωσαν για το λόγο Του. Οι Ιουδαίοι όχι μόνο είδαν την ψυχή του αναστημένου Λάζαρου, του αδερφού της Μάρθας και της Μαρίας, μα είδαν και το σώμα του. Και όμως όχι μόνο δεν πίστεψαν, αλλά γύρευαν να θανατώσουν το Λάζαρο, για να μην μαρτυρήσει την αλήθεια (βλ. Ιωάν. ι’ 11). Οι Ιουδαίοι είχαν δει και την κόρη του Ιαείρου ν’ ανασταίνεται, όπως και το γιο της χήρας της Ναΐν. Γιατί λοιπόν δεν πίστεψαν;

Οι Ιουδαίοι είδαν πολλούς από τους νεκρούς τους να βγαίνουν από τους τάφους τους στην Ανάσταση του Χριστού. Γιατί λοιπόν δεν πίστεψαν; Τελικά αναγνώρισαν το ακαταμάχητο και αδιάσειστο γεγονός της ανάστασης του Χριστού, αντί όμως να πιστέψουν, εκείνοι δωροδόκησαν τους φύλακες για να κρύψουν την αλήθεια και ν’ αναφέρουν ψέματα. Δεν είναι αρκετά αυτά για να μας κάνουν να πιστέψουμε; Αν θέλουμε περισσότερες μαρτυρίες από τους νεκρούς, έχουμε τον Αβραάμ, το Λάζαρο και τον αμαρτωλό πλούσιο. Έχουμε εδώ μαρτυρίες από τον παράδεισο κι από την κόλαση, μαρτυρίες που επιβεβαιώνει όχι κάποιο πρόσωπο, αλλά ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς. Όποιος από μας κι αν έβλεπε με τα ίδια του τα μάτια τον παράδεισο και την κόλαση κι άκουγε τη συνομιλία του Αβραάμ με τον άσπλαχνο πλούσιο, δύσκολα θα μπορούσε να πιστέψει τα μάτια και τ’ αυτιά του, όσο με το γεγονός ότι αυτά τα πιστοποιεί ο ίδιος ο Κύριος Ιησούς Χριστός, που γνωρίζει όλα τα μυστήρια. Είχε δει κι είχε ακούσει όλα όσα διηγήθηκε σ’ εμάς με την παραβολή Του. Και τώρα γνωρίζουμε την αλήθεια. Αν την είχαμε δει μόνοι μας, ίσως και ν’ αμφιβάλαμε, να νομίζαμε πως πρόκειται για κάποια οπτασία, παραίσθηση. Εκείνος όμως είδε και άκουσε. Δεν μπορούσε ούτε ν’ απατήσει ούτε ν’ απατηθεί.

Αδελφοί μου! Δεν μπορούμε παρά να πιστεύουμε περισσότερο Εκείνον, παρά τον ίδιο μας τον εαυτό. Το ζητάει αυτό από μας. Είναι η πρώτη απαίτησή Του στο ευαγγέλιο, το να πιστέψουμε δηλαδή περισσότερο Εκείνον παρά τον εαυτό μας. Να τον πιστέψουμε περισσότερο από οποιονδήποτε άλλον, είτε ζωντανός είναι αυτός είτε νεκρός. Το ίδιο δε γίνεται με τον οδηγό σ’ ένα ταξίδι και στους ταξιδιώτες που τον ακολουθούν; Δεν απαιτεί κι αυτός να τον ακολουθούν οι ταξιδιώτες και να μην αναζητούν με το άπειρο μάτι τους να βρουν δικό τους δρόμο; Διαφορετικά εκείνοι θ’ ακολουθήσουν λάθος οδηγό που, για δικούς του λόγους, θα ισχυριστεί πως ξέρει κάποιο συντομότερο κι ευκολότερο δρόμο. Ο Χριστός είναι ο Οδηγός στο δρόμο προς τη Βασιλεία Του, στο δρόμο που κανένας άλλος δεν ξέρει τόσο καλά όσο Εκείνος. Πρέπει να πιστεύουμε στο Χριστό περισσότερο απ’ ό,τι στα δικά μας πλανεμένα μάτια κι αυτιά και στη δική μας ολέθρια αντίληψη. Εκείνος, για να μην πλανηθούμε από διάφορα ύποπτα πνεύματα και οπτασίες, άνοιξε για χάρη μας τον παράδεισο και την κόλαση. Έδωσε την άδεια στους νεκρούς να μας πληροφορήσουν τι είναι απαραίτητο για τη σωτηρία μας. Κι αυτό έγινε μπροστά Του, ώστε να βεβαιωθούμε για την αλήθεια σε ό,τι αφορά στον άλλο κόσμο. Άφησε τους νεκρούς να μας φανερώσουν μόνο την αλήθεια που μας είναι απαραίτητο να μάθουμε, ώστε να μη μιμηθούμε την ασπλαχνία του πλούσιου, αλλά την υπομονή του Λάζαρου, την πίστη και την ελπίδα του. Να μη λογαριάζουμε τίποτα δικό μας σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά να βλέπουμε όλα όσα έχουμε σαν δάνειο από το Θεό για τη σωτηρία τη δική μας και των δικών μας ανθρώπων.

Δόξα και αίνος στον Κύριο Ιησού, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

(Απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ Β’ – ΟΜΙΛΙΕΣ Ε’ Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς», Επιμέλεια – Μετάφραση: Πέτρος Μπότσης, Αθήνα 2013)

Συνιστούμε ανεπιφύλακτα στους επισκέπτες της ιστοσελίδος μας το εξαιρετικό βιβλίο με τις ομιλίες του Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς:

alopsis.gr 

Πρωτοπρ. Διονύσιος Τάτσης. Κοσμικές δραστηριότητες χωρίς αποτέλεσμα.

Συχνὰ βλέπουμε φωτογραφίες μητροπολιτῶν καὶ ἱερέων νὰ παρακολουθοῦν ἀγῶνες στὰ γήπεδα καὶ νὰ ὑποστηρίζουν τὴν ὁμάδα τους, νὰ συμμετέχουν σὲ κοσμικὲς ἐκδηλώσεις καὶ νὰ εὐλογοῦν ἀθλητὲς καὶ τραγουδιστές, ἀλλὰ καὶ νὰ ἐπισκέπτονται τὰ «στέκια» τῶν νέων, προκειμένου νὰ πλησιάσουν τὸ ποίμνιό τους καὶ νὰ τὸ προσελκύσουν στὴν Ἐκκλησία. Θέλουν νὰ ἐντυπωσιάσουν ἀκολουθώντας τὶς συνήθειες τοῦ κόσμου, ἔχοντας τὴν ψευδαίσθηση ὅτι ὁ τρόπος αὐτὸς εἶναι ἀποτελεσματικός. Τελικὰ ἀποδεικνύεται ὅτι οἱ ἄνθρωποι ποὺ τοὺς παρακολουθοῦν δὲν στρέφονται πρὸς τὴν Ἐκκλησία, ἐνῶ εἶναι βέβαιο ὅτι ἀμβλύνεται τὸ ἠθικὸ κριτήριό τους καὶ δημιουργεῖται ἡ ἐντύπωση ὅτι ὅλες οἱ συνήθειές τους εἶναι ἀνθρώπινες καὶ ἀθῶες. Καὶ φυσικὰ καὶ εὐλογημένες!

Λησμονοῦν οἱ συγκεκριμένοι αὐτοὶ νέοι κληρικοὶ ὅτι οἱ ἄνθρωποι ἐπηρεάζονται μόνο ἀπὸ τὸν ἐνάρετο βίο τους. Μόνο τότε πείθουν καὶ προσελκύουν. Οὔτε τὰ γλαφυρὰ καὶ ρητορικά τους κηρύγματα ἀποδίδουν πνευματικοὺς καρπούς, ὅταν λείπει ὁ ἀγώνας γιὰ τὴν κατάκτηση τῶν ἀρετῶν. Οἱ πρῶτες ἐντυπώσεις γρήγορα διαλύονται καὶ δὲν ὁδηγοῦν στὴ μετάνοια καὶ τὴν ἀλλαγὴ τοῦ ἁμαρτωλοῦ τρόπου ζωῆς. Χρειάζεται ἀδιάκοπος πνευματικὸς ἀγώνας, γιὰ νὰ εἶναι ἄξιοι ποιμένες τῆς Ἐκκλησίας. Καὶ γιὰ νὰ τὸ πετύχουν αὐτὸ ἂς στοχάζονται τὸ λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου, ποὺ χαρακτήριζε τὸν ἑαυτὸ του ταλαίπωρο: «Εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν· ἄρα οὖν αὐτὸς ἐγὼ τῷ μὲν νοΐ δουλεύω νόμῳ Θεοῦ, τῇ δὲ σαρκὶ νόμῳ ἁμαρτίας»[1].

Δηλαδή, «εὐχαριστῶ τὸν Θεὸ ποὺ μὲ ἔσωσε διὰ μέσου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου μας. Τὸ συμπέρασμα λοιπὸν εἶναι ὅτι ἐγὼ ἀπὸ τὸν ἑαυτό μου, χωρὶς τὴ βοήθεια καὶ τὴ χάρη τοῦ Θεοῦ, μὲ τὸ νοῦ μου δουλεύω στὸ νόμο τοῦ Θεοῦ, μὲ τὰ μέλη ὅμως τῆς σάρκας μου δουλεύω στὸ νόμο τῆς ἁμαρτίας»[2].

Ἀρχιερεῖς, οἱ ὁποῖοι πρὸ τῆς χειροτονίας τους ἐργάζονταν στὰ πληκτικὰ γραφεῖα τῆς διοίκησης τῆς Ἐκκλησίας ἢ στὰ πανεπιστήμια ὅπου μονίμως ἀπουσιάζει ὁ Θεός, ἀκόμα καὶ στὶς θεολογικὲς σχολές, δὲν ἀλλάζουν μετά. Εἶναι δύσκολη ἡ μετάνοιά τους, γιατί δὲν ἔχουν πνευματικὰ βιώματα, οὔτε καὶ ἐπικοινώνησαν ποτὲ μὲ ἐνάρετους γέροντες, γιὰ νὰ σταθεροποιηθοῦν στὴν πνευματικὴ ζωή. Ὡστόσο, ἔχουν τὴ λαμπρὴ ἐμφάνιση μὲ τὰ ἐγκόλπια, τὶς ράβδους καὶ τὰ ἐντυπωσιακὰ ἄμφια καὶ πιστεύουν ὅτι ἔτσι ποιμαίνουν τὸ λαὸ τοῦ Θεοῦ!

Ὁ Χριστὸς ἔλεγε στὰ πλήθη ὅτι οἱ γραμματεῖς καὶ οἱ Φαρισαῖοι εἶναι διπρόσωποι καὶ γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ εἶναι ἐπιφυλακτικοὶ ἀπέναντί τους: «Ὅσα σᾶς λένε νὰ τηρεῖτε, νὰ τὰ τηρεῖτε καὶ νὰ τὰ πράττετε· νὰ μὴν κάνετε ὅμως κατὰ τὰ ἔργα τους, γιατί λένε μόνο καὶ δὲν πράττουν»[3].

Κάτι παρόμοιο παρατηροῦμε καὶ σὲ μερικοὺς σύγχρονους κληρικούς, οἱ ὁποῖοι δὲν τηροῦν αὐτὰ ποὺ διδάσκουν στοὺς ἄλλους. Κάποτε προχωροῦν καὶ πιὸ πέρα. Διαστρέφουν τὶς ἐντολὲς τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τὶς προσαρμόζουν μὲ τὶς ἀνήθικες πράξεις τους. Τὶς ἐξηγοῦν «θεολογικῶς», γιὰ νὰ δικαιολογοῦν τὸν ἔνοχο ἑαυτό τους καὶ νὰ ἐμφανίζονται προοδευτικοὶ στοὺς κοσμικοὺς καὶ ἄσχετους μὲ τὴν πίστη στὸ Θεό.

Σημειώσεις:

Ρωμ ζ΄ 25,

Ἡ Καινὴ Διαθήκη, μὲ σύντομη ἑρμηνεία, Π.Ν. Τρεμπέλα, Ἀθήνα 2011, σελ. 669.

Ματθ. κγ΄ 3.

(Πηγή: “Ορθόδοξος Τύπος”)

alopsis.gr 

Πέμπτη 2 Ιουλίου 2026

Αγ. Νικόλαος Βελιμίροβιτς, Επίσκοπος Αχρίδος. Ο νους, το θεϊκό μάτι που μας χάρισε ο Θεός.

Μην επηρεάζεστε από αυτά που βλέπουν τα μάτια, επειδή τα μάτια βλέπουν επιφανειακά και δεν βλέπουν το βάθος. Τα μάτια βλέπουν την εξωτερική ενδυμασία του ανθρώπου και δεν βλέπουν τον χαρακτήρα του, βλέπουν τον ηθοποιό και δεν βλέπουν τον άνθρωπο.

Τα μάτια βλέπουν τον άνθρωπο και δεν βλέπουν τον Θεό. Μόνο ο ευλογημένος νους βλέπει εκείνο που δεν μπορεί να δει το μάτι, βλέπει το βάθος κάτω από την επιφάνεια, τον χαρακτήρα κάτω από την εξωτερική εμφάνιση, τον άνθρωπο πίσω από τον ηθοποιό, τον Θεό πίσω από τον άνθρωπο.

Οι ώριμοι άνθρωποι βλέπουν αυτό που δεν φαίνεται, ενώ τα παιδιά βλέπουν μόνο αυτό που φαίνεται. Το βάθος ενός όντος είναι αόρατο. Το βάθος και η ουσία των πραγμάτων είναι αόρατα για το αισθητήριο όργανο του ματιού, είναι όμως ορατά για το εσωτερικό μάτι, το θεϊκό μάτι που χάρισε ο Θεός στον καθένα μας, τον νου.

Εν συντομία θα έλεγε κανείς, πως το αισθητήριο όργανο του ματιού βλέπει σύμβολα και εικόνες, ενώ ο νους βλέπει την ουσία, το βάθος των πραγμάτων, κοιτάζει πνευματικά.

+++

Πήγαν κάποτε οι μαθητές στον Κύριο και τον ρώτησαν: «Γιατί τους μιλάς με παραβολές;» και εκείνος τους απάντησε: «Γιατί σ’ εσάς έδωσε ο Θεός να γνωρίζετε τα μυστήρια της βασιλείας των ουρανών, σ’ εκείνους όμως όχι» (Ματθ. 13:10-11).

Με τα μάτια του σώματος λοιπόν βλέπουμε μόνο τα υλικά πράγματα. Βλέπουμε την εξωτερική όψη των πραγμάτων, το χρώμα, τη μορφή, αλλά την ουσία και το βάθος δεν μπορούμε να τα δούμε. Γι’ αυτό το λόγο ο Κύριος μας μιλά με τις παραβολές, δηλαδή με σύμβολα, με εικόνες και με περιγραφές της εξωτερικής μορφής των πραγμάτων, επειδή είναι ο μοναδικός προσιτός τρόπος για τα μάτια.

Κάτι ανάλογο συμβαίνει και με την τροφή. Διαφορετική είναι η τροφή για τα παιδιά και διαφορετική είναι η τροφή για τους μεγάλους, που μπορούν να μασήσουν και σκληρή τροφή.

Έτσι, διαφορετικά βλέπει ο άνθρωπος που δεν είναι ώριμος και διαφορετικά βλέπει ο ώριμος, αυτός που αντιλαμβάνεται τα μυστήρια της ζωής, επειδή ο τελευταίος ασταμάτητα ασκείται, για να μάθει ποιο είναι το βάθος και η ουσία των πραγμάτων.

Οι παραβολές είναι για τα παιδιά και ο Θεός αγαπάει τα παιδιά.

Ωραίο είναι να είναι κανείς παιδί και είναι φυσιολογικό για το παιδί να πηγαίνει εκεί που τον οδηγούν τα μάτια του, επειδή το βλέμμα των παιδιών γλιστράει στην επιφάνεια των πραγμάτων.

Άσχημο είναι, όταν ο ηλικιωμένος άνθρωπος παιδιαρίζει, άσχημο και μη φυσιολογικό.

[Από το βιβλίο: Αγίου Νικολάου Επισκόπου Αχρίδος, “Μέσα από το παράθυρο της φυλακής. Μηνύματα προς τον λαό”, Εκδόσεις “Ορθόδοξος Κυψέλη”, Θεσσαλονίκη 2012 (απόσπασμα από το “Πώς θα γίνει η Δύση πάλι Ορθόδοξη;”]

(Πηγή ψηφ. κειμένου: koinoniaorthodoxias.org)

alopsis.gr

Τετάρτη 1 Ιουλίου 2026

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς. Στον χλευασμό να απαντάς με χαμόγελο.

Ὁ χλευασμὸς τους προέρχεται ἀπὸ τὴν μοχθηρὴ καρδιά· τὸ χαμόγελό σου ἂς εἶναι χωρὶς κακία. Ὁ χλευασμὸς ἁρμόζει στὴν ἄγνοια, ἐνῶ στὴ γνώση ἁρμόζει τὸ χαμόγελο. Μὲ τὸν χλευασμό τους αὐξάνουν τὴν τιμὴ τῆς προσευχῆς σου μπροστὰ στὸν αἰώνιο Δικαστή. Ἀφοῦ στὸν Θεὸ εἶναι πιὸ ἀγαπητὴ ἡ προσευχὴ τῆς θαρραλέας ψυχῆς, περικυκλωμένης ἀπὸ τὰ βέλη τῆς κακίας, τοῦ μίσους, τοῦ φθόνου καὶ τοῦ χλευασμοῦ. Ὅλα αὐτὰ τὰ βέλη ἔχουν ἀμβλυμμένη τὴν κορυφὴ καὶ αἰχμηρὴ τὴν βάση, ὥστε ἀποκρούονται ἀπὸ ἐσένα καὶ λαβώνουν τοὺς ἴδιους τοὺς τοξότες.

Ἡ γυναίκα, τοῦ βασιλιᾶ Δαυίδ, Μελχόλ, χλεύασε κάποια φορὰ τὴν ἔνθερμη προσευχὴ τοῦ ἄντρα της. Ἀπὸ τὸν χλευασμὸ αὐτὸ ὁ Θεὸς βρέθηκε περισσότερο προσβεβλημένος ἀπ’ ὅ,τι ὁ βασιλιὰς Δαυίδ. Γι’ αὐτὸ ὁ Ὕψιστος τιμώρησε τὴν Μελχόλ: «καὶ τῇ Μελχὸλ θυγατρὶ Σαοὺλ οὐκ ἐγένετο παιδίον ἕως τῆς ἡμέρας τοῦ ἀποθανεῖν αὐτὴν» (Βασ. Β΄ 6, 23). Ὅποιος παρατηρεῖ προσεχτικὰ τὴ μοίρα τῶν ἀνθρώπων καὶ τὰ γεγονότα, αὐτὸς μπορεῖ νὰ βεβαιωθεῖ ὅτι καὶ στὶς μέρες μας ὁ Θεὸς τιμωρεῖ αὐστηρά τοὺς χλευαστὲς τῆς ἱερότητας.

Κι ἐσὺ – ἐὰν νομίζεις ὅτι ὁποιοσδήποτε λόγος εἶναι πιὸ δυνατὸ φάρμακο γι’ αὐτοὺς ἀπὸ τὴ σιωπὴ – πὲς στοὺς χλευαστές σου: μὲ ἀπατοῦν τὰ μάτια μου ἢ βλέπω καλά; Ἐσεῖς ποὺ κάθε μέρα παρακαλᾶτε τοὺς ἐμπόρους καὶ τοὺς γαιοκτήμονες καὶ τοὺς χωροφύλακες, τὴν μία γιὰ τὸ ἕνα καὶ τὴν ἄλλη γιὰ τὸ ἄλλο, χλευάζετε ἐμένα, ἐπειδὴ παρακαλῶ τὸν αἰώνιο Δημιουργό μας; Δὲν εἶναι πιὸ γελοῖο νὰ παρακαλᾶς τὸν ἀνήμπορο παρὰ τὸν Παντοδύναμο; Δὲν εἶναι παράλογο νὰ προσκυνᾶς τὴ σκόνη παρὰ τὸν Ζωοδότη καὶ Κύριο;

Ἔχει εἰπωθεῖ κάπου στὸν προφήτη: «ἐπικατάρατος ὁ ἄνθρωπος, ὃς τὴν ἐλπίδα ἔχει ἐπ’ ἄνθρωπον» (Ἱερ. 17, 5). Ὅποιος τοποθετεῖ τὴν ἐλπίδα στὸν θνητὸ ἄνθρωπο, σὲ μία πρόσκαιρη φούσκα καὶ δὲν τὴν τοποθετεῖ στὸν Θεὸ Παντοκράτορα, εἶναι ὀφθαλμοφανὲς ὅτι εἶναι καταραμένος. Καὶ αὐτὴ ἡ κατάρα ἐπάνω του καὶ στὸ σπίτι του μπορεῖ νὰ ἐπιβεβαιωθεῖ μὲ τὴν καθημερινὴ ἐμπειρία. Εἶναι ξεκάθαρο, ὅτι κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο εἶναι καταραμένος ὁ ἄνθρωπος ποὺ παρακαλᾶ μόνο τὸν ἄνθρωπο ἐνῶ δὲν παρακαλᾶ Ἐκεῖνον ποὺ κρατᾶ τὰ πάντα καὶ μπορεῖ τὰ πάντα. Ἀλλά, πρόσεχε, καμιὰ φορὰ ἡ σιωπὴ εἶναι χρησιμότερη καὶ ἀπὸ αὐτὰ τὰ λόγια.

Ὁ πρῶτος χλευασμὸς συγχύζει τὴν προσευχόμενη ψυχή. Ὅμως ἐσὺ ἤδη ἐπέζησες καὶ δὲν παραιτήθηκες ἀπὸ τὴν προσευχή. Ἐνῶ ὁ ἐπαναχλευασμὸς εἶναι ὤθηση. Σ’ αὐτὸ λὲς καὶ μόνη σου ὅτι ἔχεις ἐμπειρία. Τώρα αἰσθάνεσαι ὅτι εἶναι ὁ Θεὸς κάπως ἐγγύτερα σ’ ἐσένα καὶ ἡ ἐκκλησία πιὸ ἀγαπητὴ καὶ ἡ προσευχὴ πιὸ γλυκιά. Νὰ ξέρεις ὅτι θὰ ἔρθει καιρός, ὅπου ὁ χλευασμὸς θὰ σταματήσει καὶ θὰ ἀρχίσει νὰ γίνεται συναίνεση καὶ θαυμασμὸς καὶ ἔπαινος καὶ τότε ἡ ψυχή σου θὰ βρίσκεται σὲ μεγαλύτερο κίνδυνο ἀπ’ ὅ,τι βρίσκεται τώρα. Τώρα μαθαίνεις τὴν ταπεινοφροσύνη, ἐνῶ τότε θὰ ἀμύνεσαι ἀπὸ τὴν ὑπερηφάνεια. Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ἄλλο ζήτημα, ἄλλος πειρασμός.

Νὰ ξέρεις ὅτι ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς βασανίζουν μὲ χλευασμὸ ἐκεῖνοι ἀκριβῶς εἶναι καὶ οἱ ἐχθροί μας. Καὶ σ’ αὐτοὺς ἀναφερόταν ὁ Κύριος ὅταν ἔδινε τὴν ἐντολή: «ἀγαπᾶτε τοὺς ἐχθροὺς ὑμῶν» (Ματθ. 5, 44). Χωρὶς νὰ τὸ ξέρουν, μᾶς κάνουν καλό. Πικραίνοντάς μας καὶ στενοχωρώντας μας, ἀνάβουν τὴν φλόγα τοῦ θεϊκοῦ πυρὸς μέσα μας. Γαβγίζοντας πισώπλατα ὅταν ἐμεῖς βαδίζουμε στὸν ναὸ τοῦ Θεοῦ μᾶς σπρώχνουν πιὸ κοντὰ στὸν Θεό. Κάνοντάς μας τὴ γῆ πιὸ ἀνιαρή μᾶς κάνουν τὸν οὐρανὸ ἀκόμα πιὸ ἀγαπητό. Ἡ παγωνιὰ καὶ ὁ ἄνεμος δὲν σκέπτονται τὸ καλό του δένδρου, ἀλλά, ἂν καὶ ἄθελά τους, τοῦ κάνουν καλό. Ἔτσι καὶ οἱ ἐχθροί σου σ’ ἐσένα.

Γι’ αὐτὸ συγχώρησέ τους καὶ εὐλόγησέ τους καὶ προσευχήσου στὸν Θεὸ γι’ αὐτούς, καὶ -ἐκεῖνο ποὺ ἀποτελεῖ τὸ ἀποκορύφωμα ὅλων- ἀγάπα τους ὡς τοὺς μέγιστους εὐεργέτες σου μετὰ τὸν Θεό.

Ἀλλὰ ἐὰν ἡ ψυχή σου δὲν ὑπομένει αὐτὸ τὸ ἐλάχιστο σύριγμα τῆς γήινης σκόνης καὶ δὲν προτιμᾶ νὰ ντρέπεται ἀπέναντι στὸν Χριστό, τότε θὰ γελοῦν μαζί σου ὄχι μόνο οἱ ἄνθρωποι ἀλλὰ καὶ τὰ δαιμόνια.

Νὰ ἐπισκέπτεσαι συχνά τους οἴκους τῆς θλίψης. Νὰ ἐπισκέπτεσαι καὶ τὸ νεκροταφεῖο. Νὰ σκέπτεσαι περὶ τοῦ σταυροῦ τοῦ Χριστοῦ, καὶ νὰ τὸν ἀσπάζεσαι ὅσο πιὸ συχνὰ μπορεῖς. Καὶ περὶ τοῦ τέλους τῆς ζωῆς νὰ σκέπτεσαι. Ὅλα αὐτὰ θὰ σὲ βοηθήσουν νὰ ἰσχυροποιήσεις τὴ διάθεσή σου γιὰ προσευχὴ καὶ νὰ φθάσεις ἕως τὴν πλήρη νίκη.

Εἰρήνη καὶ ἔλεος Κυρίου.

(Από το βιβλίο “Δρόμος δίχως Θεὸ δὲν ἀντέχεται…: Ἱεραποστολικὲς ἐπιστολὲς Α΄”, ἐκδ. “Ἐν Πλῷ”)

alopsis.gr 

Αρχ. Σεβαστιανός Τοπάλης. «Μὴ λυπεῖτε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο».

Διαβάζουμε στό Γεροντικό ὅτι ὁ ἅγιος Μαρτινιανὸς πέρασε κάποια στιγμὴ μεγάλο πειρασμό καί μόνο ὁ Θεὸς τὸν ἔβγαλε καθαρὸ καὶ ἀλώβητο μὲ τὴν ἀγάπη Του. Μία νύχτα πού ὁ καιρὸς ἦταν ἄσχημος ἔφτασε στό κελὶ του ψηλὰ στό βουνὸ μία γυναίκα μὲ πονηρὴ διάθεση γιά νά τὸν παρασύρει στήν ἁμαρτία. Ἦταν ντυμένη μὲ σεμνὸ τρόπο γιά νά μὴ δημιουργήσει ὑποψίες καὶ προσποιούμενη ὅτι χάθηκε μέσα στό βουνὸ χτύπησε τὴν πόρτα του. Ὁ Ἅγιος ἄκουσε τὸν χτύπο καὶ ἀπόρησε γιά τὴν ὥρα καὶ τὸν ἐπισκέπτη. Ὅμως μὲ ἀγάπη Θεοῦ τὴν φιλοξένησε καὶ τὴν ἔβαλε νά κοιμηθεῖ τὸ βράδυ στόν πάγκο τῆς σάλας τοῦ κελιοῦ του. Τὸ βράδυ ὁ ἴδιος ἀποκοιμήθηκε στά γόνατά του προσευχόμενος μέσα στό δωμάτιό του. Τὸ πρωὶ βγαίνοντας τί νά δεῖ!. Ἔμεινε ἔκπληκτος, καθώς βρισκόταν μπροστὰ σὲ μία πανέμορφη γυναίκα ντυμένη μὲ προκλητικὰ ροῦχα πού τὸν προκαλοῦσε στήν ἁμαρτία. Τινάχτηκε στήν ἀρχὴ πίσω μὲ μία ἀντίδραση χριστιανική, ἀλλὰ ἡ γυναίκα μὲ τὰ θέλγητρά της καὶ τὴν πρόκλησή της τὸν ἔσπρωχνε στόν πειρασμό. Ἐπὶ λίγη ὥρα ἀντιστεκόταν, ἀλλὰ πόσο νά ἄντεχε; Λίγο – λίγο οἱ λογισμοὶ πήγαιναν νά τὸν διαλύσουν σβαρνίζοντάς τον στήν ἀπόφαση νά ἐνδώσει στήν πορνεία. Τότε πού ἔβλεπε παραδομένο τὸν ἑαυτὸ του στόν πειρασμό, ἐκείνη τὴν ὥρα ἄκουσε τὴν καρδιά του νά φωνάζει τὸν λόγο τοῦ ἀπ. Παύλου «καὶ μὴ λυπεῖτε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, ἐν ὧ ἐσφραγίσθητε εἰς ἡμέραν ἀπολυτρώσεως» καὶ ἕναν δεύτερο λόγο νά τοῦ λέγει ‘’δέν βλέπεις ὅτι τὸ σῶμα σου εἶναι ὁ Ναὸς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος καὶ πῶς θὰ τὸν κάνεις πόρνης μέλη;’’ Τότε τινάχτηκε ψηλά, σὰν νά ξύπνησε ἀπὸ λήθαργο, καὶ τῆς εἶπε «καὶ τὸν ἑαυτό μου θὰ σώσω καὶ σένα θὰ σώσω». Ὁδήγησε τὴν γυναίκα ἔξω στήν αὐλή, πῆρε φρύγανα καὶ ξύλα καὶ ἄναψε φωτιά. Σὲ μία στιγμὴ πήδηξε μέσα στίς φλόγες λέγοντάς της ὅτι αὐτὴ ἡ φωτιὰ εἶναι προτιμότερη ἀπὸ τὴν φωτιὰ τῆς ἁμαρτίας. Θὰ καιγόταν ὁλόκληρος, ἂν ἐκείνη τὴν στιγμὴ ἡ γυναίκα δέν ξεσποῦσε σὲ δάκρυα μετανοίας καὶ συντριβῆς βλέποντας τὸν ἀγωνιστή ἀσκητή. Ἐπενέβη, τὸν ἅρπαξε ἀπὸ τὴν φωτιὰ καὶ τὸν γλύτωσε. Μὲ κλάμα ψυχῆς ζητοῦσε συγχώρηση καὶ τὸν παρακάλεσε νά τῆς δείξει τὸν δρόμο τῆς μετανοίας. Κι αὐτὸς μέσα στόν πόνο τῶν καμένων ποδιῶν του τῆς ἔδειχνε ποῦ θὰ βρεῖ τὸ γυναικεῖο μοναστήρι γιά νά βρεῖ τὸ λιμάνι τῆς ψυχῆς της.
Εἶναι ἀλήθεια πώς τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο εἶναι ὁ μεγάλος ἔνοικος τῆς καρδιᾶς μας. Κατοικεῖ μέσα μας γιά πρώτη φορὰ μὲ τὸ Ἱερὸ Μυστήριο τοῦ Χρίσματος. Εἶναι ἡ προσωπικὴ μας Πεντηκοστή, ἡ Κάθοδος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος μέσα στήν καρδιά μας. Ἀπὸ τότε ἐνοικεῖ σ’ ὅλη μας τὴν ζωὴ καὶ μᾶς κατευθύνει μὲ τὴν χάρη Του. Ὁ Θεὸς ὅμως σέβεται τὴν ἐλευθερία μας καὶ ἡ ἀγάπη Του δέν μᾶς δεσμεύει. Ἔτσι μὲ τὴν θέ-λησή μας πολλὲς φορὲς ἐκδιώκουμε τὸν Θεὸ ἀπὸ τὴ ζωὴ μας μὲ τίς ἁμαρτωλὲς ἐπιλογὲς μας καὶ τὴν φυγὴ μας ἀπὸ τὸ θέλημά Του καὶ τὶς ἀγάπες μας μὲ τὸν κόσμο καὶ τά τοῦ κόσμου. Ἔτσι λυποῦμε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο πού ἀποχωρεῖ ἐλεύθερα ἀπὸ τὸ σπιτικὸ τῆς ψυχῆς μας, τὸ ὁποῖο κατόπιν καταλαμβάνεται ἀπὸ τὶς δαιμονικὲς ἐνέργειες. Πολὺ δυνατὴ ἀκούγεται ἡ παράκληση τοῦ ἀπ. Παύλου ‘’μὴ λυπεῖτε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἂγιον’’. Ἄραγε ποιές ἁμαρτίες ἐκδιώκουν τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ἀπὸ τὴν καρδιά μας καὶ Τὸ λυποῦν; Μέσα στήν Ἁγία Γραφὴ βρίσκουμε πώς τρεῖς εἶναι οἱ ἁμαρτίες αὐτές, ἡ ἀνηθικότητα, οἱ ἔριδες καὶ ἡ φιλία τοῦ κόσμου.

Ἀνοίγουμε κατὰ πρῶτον τὴν Παλαιὰ Διαθήκη, ἐκεῖ πού πρὶν ἀπὸ τὸν Νῶε οἱ ἄνθρωποι εἶχαν καταντήσει σάρκες καὶ ζοῦσαν μέσα στά πάθη τους καὶ τὴν ἀνηθικότητα. Τότε ὁ Θεὸς ἀκούγεται νά λέγει «τὸ Πνεῦμα Μου δέν μπορεῖ πλέον νά καταμείνει στούς ἀνθρώπους πού ἔπλασα καὶ ἀγάπησα, γιατὶ γίνανε σάρκες. Ἀποφάσισα νά κάμω κατακλυσμὸ νά τοὺς ἀφανίσω». Σκεφτεῖτε, ἂν μποροῦμε νά ποῦμε, τὴν ἀπελπισία τοῦ Θεοῦ, ὅταν ἔβλεπε τοὺς ἀνθρώπους νά ζοῦνε μακριὰ Του μέσα στήν ἀνηθικότητα. Εἶχαν ἐκδιώξει τὸ Πνεῦμα Του ἀπὸ τὴν ζωὴ τους. Ἔκανε τὸν κατακλυσμὸ ὁ Κύριος καὶ ἐπέζησε μόνο ὁ Νῶε μὲ τὰ παιδιὰ του μαζὶ καὶ μὲ τὰ ζῶα πού διαφυλάχτηκαν μέσα στήν Κιβωτὸ του. Ὅταν τελικὰ τελείωσε ὁ κατακλυσμός, ὁ Θεὸς καὶ πάλι μετάνιωσε καὶ εἶπε πώς τέτοια ὁλοσχερή καταστροφὴ καὶ ὁλοκληρωτικὸ θανατικό ποτέ Του δέν θὰ ξανακάνει. Καὶ τὴν ὑπόσχεσή Του αὐτὴ τὴν ὑπόγραψε στόν οὐρανὸ μὲ τὸ οὐράνιο τόξο, ποὺ περιέχει τὰ χρώματα πού λάμπουν ἀπὸ τὸ θρόνο Του, ὅπως τὸ περιγράφει ἡ Ἀποκάλυψη. Ἐπὶ ἑκατὸ χρόνια κατασκευαζόταν ἡ κιβωτὸς τοῦ Νῶε μὲ τίς ὁδηγίες τοῦ ναυπηγοῦ Θεοῦ. Τὴν ἔφτιαχνε πάνω στό βουνὸ καὶ ὅλη αὐτὴ ἡ ἐργασία ἦταν ἕνα κήρυγμα μετανοίας.

Τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο λυπᾶται κάθε φορά πού ὁ ἑαυτὸς μας παρασύρεται στήν ἀνηθικότητα. Λυπᾶται ὅταν ἔρχεται αὐτὴ ἡ ἠθικὴ βρωμιὰ καὶ μπαίνει μέσα στήν καρδιά τοῦ παιδιοῦ τοῦ Θεοῦ καὶ τὸ διαλύει. Κάθε φορά πού ἀφήνει τὸν πειρασμὸ τῆς λαγνείας νά μπαίνει μέσα του εἴτε μὲ τὰ μάτια του, εἴτε μὲ τὴ σκέψη του καὶ τὶς ἐπιθυμίες του εἴτε καὶ μὲ τὸ κορμὶ του εἶναι σὰν νά πετάει ἔξω ἀπὸ τὸ σπίτι του τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Αὐτὴ εἶναι ἡ ἀλήθεια. Σ’ ἕνα βρώμικο σπίτι δέν μπορεῖ νά μείνει ὁ Θεός. Καὶ ἔτσι στέκεται ὄρθιος, σκληρὸς καὶ δυνατὸς ὁ χριστιανὸς γιά νά κρατάει καθάριο τὸν ἑαυτὸ του. Ἡ καθαρότητα τοῦ ἑαυτοῦ μας, τῶν ματιῶν μας, τῆς σκέψης μας καὶ τῶν ἐπιθυμιῶν μας εἶναι αὐτά ποὺ δίνουν τὸ γλυκύτατο ἁγνὸ περιβάλλον γιά νά κατοικεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο. Κι ὅταν ἔρθουν οἱ πτώσεις σὲ σαρκικὰ ἁμαρτήματα, τότε εἶναι πού ζεῖ ὁ ἄνθρωπος τὴν μεγάλη ἐρήμωση τῆς ψυχῆς του, ζεῖ τὴν ἀπουσία τοῦ Θεοῦ μὲ ὅλη τὴν ἀπελπισία καὶ τὴν λύπη. Καί πῶς νά εἰρηνεύσει καὶ νά κατοικήσει καὶ πάλι ὁ Θεὸς μέσα του; Εἶναι ὁ δρόμος τῶν δακρύων καὶ τῆς μετανοίας πού ὁδηγεῖ τὸν Θεὸ πάλι στό σπιτικὸ τῆς ψυχῆς του. Ὁ Θεὸς δέν μᾶς μετρᾶ ἀπὸ τὰ λάθη μας ἀλλὰ ἀπὸ τὴν μετάνοιά μας. Δέν θυμᾶται τίς ἁμαρτίες μας οὔτε καὶ μᾶς τὶς θυμίζει γιά νά μᾶς μαλώσει, ἂν τὶς ἔχουμε σβήσει μὲ τὰ δάκρυά μας. Ναί, πάλι καὶ πάλι καὶ πάντοτε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο ἔρχεται πίσω καὶ κατοικεῖ μέσα μας, ὅταν ἐμεῖς μὲ τὴν μετάνοιά μας Τοῦ λέμε ‘’Θεέ μου συχώρνα με, πάλι σήμερα ἔπεσα μὲ τὰ μάτια μου βλέποντας τὴν γύμνια, πάλι ἡ σκέψη μου ἁμάρτησε μὲ πορνικὲς ἐπιθυμίες, πάλι τὸ σῶμα μου τραντάχθηκε ἀπὸ λάγνα σκιρτήματα» καὶ ραντίζουμε τὴν καρδιά μας μὲ τὰ δάκρυά μας καὶ βαθὺ πόνο γιά τὸν Θεό πού λυπήσαμε. Καὶ βλέπουμε τότε μέσα μας μία χαρά, μία εἰρήνη πού εἶναι ἡ παρουσία τοῦ Ἁγίου Πνεύματος πού ἐπέστρεψε. Ἡ προσευχὴ τῆς μετανοίας μας Τὸ ἔφερε πίσω καὶ νιώθουμε ὅλους τοὺς καρποὺς Του καὶ τὴν εὐωδία τῆς ἀγάπης Του μὲ τὴν παρουσία Του. Ἀμέσως μόλις μετανοήσαμε καὶ προσευχηθήκαμε, νά, ὁ Θεὸς καὶ πάλι μέσα μας μᾶς δίνει χαρὰ καὶ μᾶς γλυκαίνει τὴν ψυχή. Ἔτσι παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ μετὰ ἀπὸ τὴν διπλή του ἁμαρτία, τὴν μοιχεία καὶ τὸν φόνο, ὁ μετανοημένος Δαβίδ «καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοί, ὁ Θεός, καὶ πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου». Ἦταν πού μὲ ἀγωνία ἔλεγε «δώσ’ μου καρδία καθαρή, γιά νά κατοικεῖ μέσα μου τὸ Πνεῦμα Σου τὸ Ἅγιο καὶ νά μοῦ δίνει εὐθύτητα καὶ καθαρότητα καὶ σταθερότητα καὶ ἡγεμονικὸ πνεῦμα μπροστὰ στόν πειρασμὸ καὶ στή θλίψη».
Ὁ δεύτερος λόγος γιά τόν ὁποῖο λυπᾶται τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο εἶναι ἡ φιλία τοῦ κόσμου. Λέγει μέσα στήν ἐπιστολὴ του ὁ ἅγιος Ἰάκωβος ὁ Ἀδελφόθεος ὅτι ‘’πρὸς φθόνον ἐπιποθεῖ τὸ Πνεῦμα τὸ Ἂγιον’’ ποὺ κατοικεῖ μέσα στήν καρδιά μας. Ζηλεύει δηλ. ὁ Θεός πού κατοικεῖ μέσα μας, ὅταν ἐρωτοτροποῦμε μὲ ἄλλες ἀγάπες, μὲ τίς φιλίες τοῦ κόσμου, ποὺ εἶναι, ὅπως λέγει ὁ Εὐαγγελιστὴς Ἰωάννης, ‘’ἡ ἐπιθυμία τῆς σαρκὸς καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καὶ ἡ ἀλαζονεία τοῦ βίου’’. Δηλαδὴ ἡ φιληδονία, ἡ φιλοδοξία καὶ ἡ φιλαργυρία εἶναι οἱ τρεῖς ἐρωμένες πού διεκδικοῦν τὴν φιλία τοῦ κάθε ἀνθρώπου. Ποῦ ἄραγε ἔχουμε τὴν καρδιά μας δοσμένη; Στό χρῆμα, στή δόξα, στή λαγνεία; Ὅπου ὁ θησαυρὸς ἐκεῖ εἶναι καὶ ἡ καρδιά μας. Τὸ χειρότερο ὅλων εἶναι ὅτι ὁ ἄνθρωπος σήμερα ζεῖ μία ἔντονη ἀγχώδη μέριμνα γιά τὸ αὔριο. Σκοτώνεται στή δουλειά καὶ στήν ἔγνοια καὶ προσκολλᾶται στά γήινα καὶ τὴν ἀπόλαυσή τους. Καὶ βλέπει ὁ Θεὸς πόσο Τὸν παραγκωνίζουμε καὶ λυπᾶται καὶ ζηλεύει πού τὴν καρδιά μας δέν τὴν δίνουμε σ’ Αὐτόν. Ἡ ζήλεια αὐτὴ δέν εἶναι ζήλεια ἐγωιστική, ἀλλὰ εἶναι ζήλεια ταπεινή. Ζηλεύει πού Τὸν ἐγκαταλείπουμε καὶ δέν Τοῦ ἐπιτρέπουμε νά μᾶς βοηθήσει καὶ νά μᾶς προσφέρει. Πατέρας εἶναι καὶ Τὸν βάζουμε στήν ἄκρη. Αὐτὸς ξέρει τίς ἀνάγκες μας, μπορεῖ νά μᾶς βοηθήσει, ἀλλά ἐμεῖς στά χέρια μας βασιζόμαστε. Ἡ κακιά ζήλεια εἶναι ὅταν ζηλεύεις, γιατὶ δέν προσέχουν ἐσένα γιά νά σοῦ τὰ προσφέρουν ὅλα κατὰ ἀποκλειστικότητα. Ἡ μάνα ζηλεύει πού τὸ παιδὶ της παρασύρθηκε καὶ ἔχει τὴν ἀγάπη του στήν ἁμαρτία καὶ τὸν παρασυρμό. Ἡ ζήλεια αὐτὴ εἶναι ὑγιὴς καὶ προέρχεται ἀπὸ ἀγάπη γιά νά προσφέρει στό παιδὶ της καὶ ὄχι γιά νά δρέπει τὴ δικὴ του ἀγάπη ἐγωιστικὰ κι ἀρρωστημένα μὲ μία ἄθλια προσκόλληση. Εἶμαι ζηλιάρης Θεὸς ἐγώ, ‘’ζηλῶν Θεός εἰμι ἐγώ’’, ἔλεγε ὁ Κύριος στούς Ἰσραηλίτες, ὅταν τοὺς ἔβλεπε νά ἐρωτοτροποῦν μὲ ψεύτικους θεοὺς καὶ νά ὀργιάζουν στά ἄλση καὶ στά θυσιαστήρια τοῦ Βάαλ. Πῶς μποροῦσε νά ἀντέξει αὐτὴν τὴν πνευματικὴ τους μοιχεία; Ὑπάρχει ἡ ἐγωιστικὴ ζήλεια, ἀλλὰ καὶ ἡ θεϊκὴ ζήλεια. Μὲ τὸν ἴδιο τρόπο μιλᾶ καὶ ὁ ἀπόστολος Παῦλος «ζηλῶ γὰρ ὑμᾶς ζήλῳ Θεοῦ» «σᾶς ἀγαπῶ μὲ ζήλεια Θεοῦ». Ἔτσι, τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο λυπεῖται, ὅταν ἐμεῖς ἀπομακρυνόμαστε καὶ παρασυρόμαστε σ’ ἄλλες ἀγάπες καὶ τὴν ζωὴ μας ὅλη δέν τὴν παραθέτουμε στόν Πατέρα μας.

Τὸ τρίτο εἶναι ὅτι τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο, ποὺ κατοικεῖ μέσα μας, ἁπλώνει στίς καρδιὲς μας τὴν εἰρήνη καὶ τὴν ἑνότητα. Ἔτσι προτρέπει ὁ ἀπ. Παῦλος τοὺς Χριστιανοὺς νά τηροῦν τὴν ἑνότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ‘’τηρεῖν τὴν ἑνότητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος’’. Ὁ Θεὸς λυπᾶται ἀφάνταστα ὅταν βλέπει νά ζοῦμε μέσα στίς ἔριδες, τὶς πικρίες καὶ τὶς κατακρίσεις. Δέν εἶναι ὁ τόπος Του ὅπου μπορεῖ νά κατοικεῖ. Εἶναι ὁ Θεὸς τῆς εἰρήνης καὶ τῆς ἀγάπης καὶ σ’ αὐτὸ τὸ περιβάλλον κατοικεῖ. Καὶ δυστυχῶς πάγωσε ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν καὶ ὁ ἐγωισμὸς δέν ἀφήνει τὴν ἑνότητα καὶ τὴν ἐπιείκεια νά ἐπικρατήσουν, ἀλλ’ ἀντιθέτως παντοῦ βλέπεις ἕναν διχασμό. Ποικίλλει αὐτὸς ὁ διχασμός, καί ἔτσι βλέπεις οἰκογένειες νά μὴ μιλιοῦνται, καί ἀκολουθοῦν βρώμικα μαλώματα μεταξὺ τῶν ἀνθρώπων καὶ στ’ ἀντρόγυνα, καί τὸ παιδὶ γκρινιάζει μὲ τὸν γονιὸ του, καί ἡ μάνα τρώγεται μὲ τή νύφη, καί οἱ ἱερεῖς δέν ἔχουν ἑνότητα καὶ ἀγάπη μεταξὺ τους, καί δέν ὑπάρχει ἡ χαρὰ τῆς συγχωρητικότητος, καί… τότε τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιο φεύγει. Ὁ μεγάλος ἔνοικος, ὁ Θεὸς, δέν μπορεῖ νά κατοικεῖ μαζὶ μας, μέσα μας. Εἴμαστε ὑποκριτές, εἴμαστε νεκροὶ στήν πίστη, εἴμαστε φτωχοί, πολὺ φτωχοὶ στήν ἀγάπη. Δέν μπορεῖ νά εἰσέλθει μέσα μας ὁ Ἕνας, ὅταν ἐγὼ καὶ ἐσὺ ἔχουμε γκρίνια μὲ τὸν διπλανό μας, ὅταν τρωγόμαστε καὶ κατατρώγουμε τὸν ἄλλον, ὅσο δίκιο κι ἂν λέμε πὼς ἔχουμε πού ὁ διπλανὸς μας μᾶς βλάπτει. Ἡ διατήρηση τῆς ἑνότητος καὶ τῆς εἰρήνης μεταξὺ μας εἶναι θυσία αἵματος μὲ πολλή ταπείνωση καὶ πόνο καὶ συγχωρητικότητα. Ὁ Κύριός μας ὁ Ἰησοῦς Χριστὸς στήν ἀρχιερατικὴ Του προσευχή, λίγο πρὶν ἀπὸ τὸ Πάθος Του, παρακαλοῦσε τὸν Θεὸ νά κρατήσει τοὺς μαθητὲς Του στήν ἑνότητα ὅπως καὶ ὁ Θεὸς εἶναι ἕνας μὲ τρία πρόσωπα, ‘’ἵνα ὧσιν ἓν καθὼς καὶ ὑμεῖς ἓν ἐσμέν’’.

Καὶ ἔβλεπα μέσα μου πώς κάθε φορά πού ἔπεφτα στά λάθη μου αὐτὰ ἔνιωθα μία ἀπεράντη μοναξιὰ καὶ ἐρημία πὼς μ’ ἄφησε ὁ Θεὸς καὶ χάνω τὴν ψυχή μου. Καὶ παρακαλοῦσα καὶ προσευχόμουνα στόν Κύριο ποτέ μου νά μὴ Τὸν λυπῶ καὶ μὲ τὴν μετάνοιά μου νά εἶναι πάντα ὁ μεγάλος Ἔνοικός μου.

Η ΑΛΛΗ ΟΨΙΣ: “Θερμές ευχαριστίες στον συγγραφέα του κειμένου, αρχ. Σεβαστιανό, Αρχιερατικό Επίτροπο Αμυνταίου, που μας έδωσε την ευλογία για την δημοσίευσή του”.

alopsis.gr 

“Η χρεοκοπία όλων των ελπίδων για έναν παράδεισο χωρίς Θεό”

(+) Μητροπολίτης Σισανίου και Σιατίστης Παύλος

«Ο κόσμος αυτός εξελίσσεται σε μια θανατερή απειλή. Ενα είναι το γνώρισμα αυτού του πολιτισμού: θέλησε να θεμελιώσει την άρνηση του Θεού!

Θέλησε να θεοποιήσει τον άνθρωπο, τη δύναμη του ανθρώπου, τη σοφία του ανθρώπου, τη λογική του ανθρώπου.

Κάποτε αυτός ο ορθός λόγος, ο ορθολογισμός, θεωρήθηκε το θεμέλιο πάνω στο οποίο θα χτίζαμε τον πολιτισμό της ευτυχίας μας και έγινε το θεμέλιο που χτίσαμε τον πολιτισμό της δυστυχίας μας.

Και, τελικά, καθώς αιώνας ξεκινά, έχουμε την αίσθηση ενός κενού, μιας αποτυχίας, μιας χρεοκοπίας.

Τα μεγάλα λόγια περίσσεψαν, τα μεγάλα προγράμματα εξανεμίστηκαν και τελικά ο άνθρωπος μόνος, μέσα στην κοινότητά του, με καινούργιους πόθους μέσα στη ζωή του, αναζητά τα πάντα από την αρχή. (…)

Οταν άρχισα να μεγαλώνω και να καταλαβαίνω, τότε και εγώ, όπως και πολλοί άλλοι, βομβαρδιζόμουν από ένα σωρό μηνύματα, προσκλήσεις και προκλήσεις που μας καλούσαν να φτιάξουμε έναν κόσμο καλύτερο, έναν κόσμο δικαιότερο, έναν κόσμο ανθρωπινότερο με τη δύναμη της γνώσης και της λογικής, με τη δύναμη της επιστήμης και της μηχανής.

Ολες αυτές οι υποσχέσεις, απ’ όπου κι αν έρχονταν, είχαν ένα κοινό γνώρισμα: ήταν θεμελιωμένες στην άρνηση του Θεού. Δεν μας χρειάζεται ο Θεός – αυτό ήταν το σύνθημα.

Πάρα πολλοί ήταν εκείνοι που δεν μπορούσαν -λογικότατοι καθώς ήταν- να αποδεχτούν πράγματα αναπόδεικτα, όπως έλεγαν, με αποτέλεσμα ο αγώνας για έναν κόσμο καλύτερο να γίνει τεράστιος, αλλά μάταιος.

Και φτάνουμε στο τέλος του αιώνα και τελικά διαπιστώνουμε ότι η Γη δεν είναι ο Παράδεισος αλλά η Κόλαση.

Στην αρχή το αρνηθήκαμε, τώρα όμως πια το συνειδητοποιούμε: αυτός ο πολιτισμός χρεοκόπησε!

Ο άνθρωπος λήγοντος αυτού του αιώνα όχι μόνο δεν έφτασε στον δοξασμό του, αλλά ευτελίστηκε ακόμη περισσότερο.

Κοινό γνώρισμα των Μεσσιών της εποχής μας ήταν η άρνηση του Θεού, εκεί στηριζόταν ο μελλοντικός παράδεισος αυτών των ανθρώπων. Και αυτός ο Παράδεισος δεν ήρθε.

Ξεκινήσαμε να βάλουμε στο κέντρο τον άνθρωπο, βασιλιά στη θέση του Θεού. Τελικά, στο τέλος αυτού του αιώνα διαπιστώνουμε ότι, αντί γι’ αυτό, ο άνθρωπος και η ανθρώπινη αξία υποτιμήθηκαν τραγικά.

Και αυτό που τελειώνει μαζί με τον αιώνα είναι όλες αυτές οι ιδεολογίες και οι πάσης φύσεως «-ισμοί».

Το τέρμα αυτού του αιώνα σηματοδοτεί τη χρεοκοπία όλων των ελπίδων για έναν παράδεισο χωρίς Θεό. Στο τέλος αυτού του αιώνα, ο άνθρωπος ήταν πιο απελπισμένος από όσο ήταν στην αρχή.

Η επιστήμη υπερνικήθηκε, η λογική σοφία του δεν μπόρεσε να κάνει τον κόσμο Παράδεισο. Και αποδείχτηκε ότι η άρνηση του Θεού ήταν τελικά η άρνηση του ανθρώπου.

Σε μια εποχή που θα έπρεπε να είχαμε φτάσει στο φως, εμείς ξαναγυρίζουμε στο σκοτάδι.

Ποιος το περίμενε ότι στο τέλος αυτού του αιώνα θα είχαμε τους σύγχρονους θεούς, τα μέντιουμ και τα τοιαύτα, να μας υπόσχονται να μας λύσουν τα προβλήματά μας;

Αρα, λοιπόν, αυτός ο πολιτισμός τον οποίο κάποτε τόσο πολύ εξυψώσαμε δεν μας έλυσε κανένα πρόβλημα.

Και στο τέλος αυτού του πολιτισμού ο άνθρωπος πλέον ξαναγυρίζει στη λατρεία του Μεσαίωνα, σε σκοτεινές και απόκρυφες δυνάμεις.

Δεν θεωρεί λογικό και τιμή του να τιμά τον ζωντανό θεό, τον Ιησού Χριστό, ο οποίος είναι πρόσωπο της Ιστορίας που μπήκε μέσα στην ιστορία του κόσμου».

ΠΗΓΗ

simeiakairwn.gr

Εκ του ιστολόγιου: Ο πολιτισμός αυτός αγαπητοί ήταν και είναι ένας πολιτισμός ανθρωποκεντρικός. Έχει ως κέντρο τον άνθρωπο. Ο άνθρωπος όμως είναι γεμάτος πάθη. Τι πολιτισμό μπορεί να δημιουργήσει ένας άνθρωπος που νοσεί από τα πάθη; Θα δημιουργήσει ένα νοσηρό πολιτισμό, ένα πολιτισμό μακριά από το Θεό. Ένα πολιτισμό σκοτισμένο.

Εμείς οι Χριστιανοί Ορθόδοξοι, αναζητούμε τον Χριστοκεντρικό τρόπο ζωής. Κέντρο είναι ο Κύριος Ημών Ιησούς Χριστός. Ζούμε για να τηρούμε καρδιακά, τις εντολές του Ιησού Χριστού. Για να είμαστε ακόλουθοι Αυτού, να είμαστε Χριστομιμητές.

Ο πολιτισμός ο ανθρωποκεντρικός είναι καταδικασμένος να καταστραφεί, να οδηγήσει τις ψυχές των ανθρώπων, στον πνευματικό θάνατο, γιατί πολύ απλά δεν τηρεί αυτό που μας είπε ο Ιησούς Χριστός πως: «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Όταν ο άνθρωπος από ότι κάνει, βγάζει το Χριστό, το αποτέλεσμα θα είναι η αποτυχία και η καταστροφή.

Μόνοι μας τίποτα καλό δεν μπορούμε να κάνουμε, αφού το καλό είναι ο Ιησούς Χριστός. Πως λοιπόν θα ποιήσουμε το καλό μακριά από τον Χριστό; Μαχόμενοι τον Ιησού Χριστό; Ποιος είναι αυτός που μάχεται τον Ιησού; Ο Διάβολος. Ότι και αν κάνουμε λοιπόν μακριά από τον Ιησού, θα έχει τη σφραγίδα του ανθρωποκτόνου Διαβόλου.

Θα έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια της ψυχής μας και μία καταστάσεως στην κοινωνία δαιμονικής. Το ζούμε αγαπητοί έντονα στις ημέρες μας. Μακριά από τον Χριστό ζούμε τις συνέπειες. Βία, μέσα στην οικογένεια, έξω από την οικογένεια, μεταξύ παιδιών και ενηλίκων. Γάμους κατά κανόνα κατεστραμμένους, διαλυμένους με παιδιά στην ίδια κατάσταση.

Στους 10 γάμους ζήτημα είναι αν 2 κινούνται πνευματικά, Χριστιανικά Ορθόδοξα. Η γύμνια, η σαρκολατρία, η σαρκική ηδονή, ο εγωισμός, η φιληδονία, οι εκτρώσεις, η διαστροφή του Σοδομισμού και άλλα έχουν κατακλύσει την κοινωνία και πάνε να γίνουν χαρακτηριστικά ενός πολιτισμού, Θεομάχου, Αντίχριστου.

Η απομακρυσμένη από τον Τριαδικό Θεό κοινωνία, η Άθεη και Θεομάχος κοινωνία, έχει ως δεύτερη αν δεν κάνω λάθος ασθένεια, την Κατάθλιψη αγαπητοί. Ναι την απόγνωση, την βαριά και διαρκή θλίψη. Μα τι περιμένουμε όταν διώχνουμε τη Χάρη του Θεού; Η θλίψης θα έρθει.

Κάναμε είδωλα αγαπητοί: Πολιτικούς, Τραγουδιστές, Ποδοσφαιρικές Ομάδες, Παίκτες του Αθλητισμού, Καλλιτέχνες. Πάει κόσμος και σκοτώνει και σκοτώνεται για ποδοσφαιρικές ομάδες. Θυσιάζει τη ζωή του για αυτές, έχοντας κάνει αυτές αν είναι δυνατόν θρησκεία. Ναι αγαπητοί τις έχει κάνει θρησκεία.

Μέσα στα γήπεδα συμπεριφέρονται σαν αφηνιασμένοι. Χωρίς λογική, χωρίς αυτοκυριαρχία, σε μία κατάσταση δαιμονιώδη…..Είναι ικανοί να θυσιαστούν για την ομάδα αλλά όχι για την πίστη τους στον Εσταυρωμένο. Ο Θεός θα μας κάψει.

Γίνονται παρελάσεις Περηφάνειας του Σοδομισμού και των Οπαδών της Ομοφυλοφιλίας και της επιθυμίας δύο άντρες να έχουν παιδί!!

Όταν αγαπητοί δεν υπάρχει Φόβος Θεού αυτά θα γίνονται. Άνθρωποι αφηνιασμένοι, παθιασμένοι, με εωσφορικό εγωισμό θα είναι ο κανόνας στην κοινωνία και όχι η εξαίρεση αυτής.

Πανηγύρια, μέθη, άφθονο φαγητό οδηγούν στην λαιμαργία και γαστριμαργία που φουντώνουν τις σαρκικές επιθυμίες και καταστάσεις ανεξέλεγκτες. Το αποτέλεσμα, ψυχές σακατεμένες.

Δεν προλαβαίνουν οι Ψυχίατροι να βλέπουν ανθρώπους με κατάθλιψη. Πότε άλλοτε υπήρχε αυτό το βαρύ και θλιβερό κλίμα στην κοινωνία μας; Ποτέ. Μακριά από την Εκκλησία και τα Μυστήρια αυτής, από την Εξομολόγηση που ανανεώνει την ψυχή και το σωτήριο Σώμα και Αίμα του Ιησού Χριστού τι περιμένουμε να υπάρχει στην ψυχή μας; Χαρά; Χαρά με σύντομη ημερομηνία λήξης θα υπάρχει αγαπητοί. Γιατί η ανθρώπινη χαρά δεν είναι η πραγματική χαρά.

Μέσα στις Εκκλησίες έχει μπει το κοσμικό πνεύμα με κληρικούς που φιλοξενούν μουσικές παραστάσεις!! Αν είναι δυνατόν. Πολιτικούς που μιλάνε για τη δράση τους. Όλα αυτά μπροστά στις ιερές εικόνες του Χριστού, της Παναγίας μας, στην Αγία Τράπεζα. Μπήκαν όλοι αυτοί μέσα στον Οίκο του Θεού.

Εμείς επιθυμούμε και η ψυχή μας διψάει για τη χαρά που αισθάνεται κοντά στο Δημιουργό της, τον Ιησού Χριστό. Εκείνος είναι η Ατελείωτη Χαρά. Πνευματική Χαρά. Όχι αυτή των πανηγυριών. Αγαλλίαση της ψυχής και μιας ανέκφραστης χαράς όπως του παιδιού κοντά στον Πατέρα, στον Αδελφό στον Φίλο που όλα αυτά είναι για εμάς ο Εσταυρωμένος για εμάς Ιησούς Χριστός.

Δε θέλω να κουράσω. Αγαπητοί, έχουμε την Αγία Τριάδα, την Παναγία μας, τους Αγίους μας και τους Φύλακες Άγγελους μας που είναι δίπλα μας. Επιζητούν και μάχονται ακούραστα για τη σωτηρία της ψυχής μας. Από εμάς χρειάζεται η Πίστης πως ναι είναι δίπλα μας και μας αγαπούν Ανιδιοτελώς.

Μας προσφέρει ο Ιησούς Χριστός και τα όπλα και μέσα Σωτηρίας. Την Μετάνοια, την Εξομολόγηση, τη Νηστεία, την Προσευχή και ειδικά τη Νοερά Προσευχή: «Κύριε Ιησού Χριστέ Ελέησόν με». Μας προσφέρει τη Θεία Κοινωνία, το πανάγιο Σώμα και Αίμα του.

Δεν πρέπει να θλιβόμαστε όταν ο Παντοδύναμος και Πανταχού Παρών, είναι κοντά μας, αρκεί να του ζητήσουμε το Έλεός του και τη βοήθειά του. Να το ζητήσουμε γιατί ο Ιησούς σέβεται το Αυτεξούσιό μας.

Έχουμε τους φίλους του Ιησού. Τους Άγιους Πατέρες μας και τα Αγιοπατερικά Κείμενα Αυτών. Ένα βήμα ζητάει από εμάς ο Γλυκύς Ιησούς Χριστός και τα άλλα 99 θα τα κάνει εκείνος.

Κοντά στην Αγία Τριάδα, στην Υπεραγία Θεοτόκο και τους Άγιους Πατέρες.

Στα Μυστήρια της Εκκλησίας μας, του Πνευματικού Θεραπευτηρίου της Ψυχής μας.

Α.Η. 

Τρίτη 30 Ιουνίου 2026

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς. Ποιο είναι το νόημα της φράσεως: «Εγώ εν τω Πατρί και ο Πατήρ εν εμοί εστί» (Ιωάν. 14, 10).

Επιστολή στον θεολόγο Μπ. P.

Γιατί ερευνάς υψηλά, επουράνια μυστήρια, τα οποία ούτε τα Χερουβείμ δεν αντιλαμβάνονται πλήρως; Πίστευε μόνο πως έτσι είναι, ο Κύριος έτσι είπε, και η πίστη σου θα φέρει επιβράβευση. Εφόσον η αιώνια μακαριότητα, η αθάνατη ζωή και η βασιλεία, δεν έχουν ταχθεί στη γνώση αλλά στην πίστη. Ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο αρκετή ικανότητα για την πίστη και λιγότερη για την γνώση. Δεν το αναγνώρισε άραγε αυτό και ο φιλόσοφος Κάντ, ο κριτικός του ανθρώπινου λόγου;

Εκφωνώντας τις παραπάνω λέξεις ο Χριστός τις απηύθυνε στην πίστη και όχι στη γνώση. Είπε στον απόστολο Φίλιππο: «Ου πιστεύεις ότι Εγώ εν τω Πατρι και ο Πατήρ εν Εμοί εστί;» (Ιωαν. 14, 10). Βλέπεις πώς η πίστη αποκαλύπτει τα μυστήρια και όχι η γνώση. Δεν λέει: «Ου γινώσκεις» αλλά «ου πιστεύεις»!

Εξάλλου, θα σε βοηθήσει λίγο και η σύγκριση. Δεν υπάρχει άραγε κάθε γιος στον πατέρα πριν γεννηθεί, και κάθε πατέρας στον γιο όταν γεννηθεί; Δεν υπάρχει άραγε μέσα στην φωτιά η φλόγα και η φλόγα στη φωτιά; Δεν ανήκει η ευγενής επιθυμία στην υψηλή σκέψη, και η υψηλή σκέψη στην ευγενή επιθυμία;

Αδιάκοπα προσκρούουμε στα του σώματος όταν σκεπτόμαστε περί των πνευματικών πραγμάτων. Όποιος υπερβεί αυτά τα προσκόμματα, πλησιάζει στο να αντιληφθεί την πνευματική πραγματικότητα. Ποιος μπορεί να αγαπά περισσότερο στον κόσμο απ’ όσο η μητέρα τον μοναχογιό και ο μοναχογιός τη μητέρα; Φαντάσου την ψυχή της, αλλά μόνο την ψυχή. Η ψυχή της μάνας είναι γεμάτη με τον γιο και η ψυχή του γιου με τη μάνα. Ιδιαίτερα όταν ο ένας είναι μακριά από τον άλλον. Η μάνα είναι πράγματι με την ψυχή της στον γιο και ο γιος με την ψυχή του στη μάνα, και μάλιστα τόσο με τη σκέψη όσο και με την καρδιά. Και έτσι, καθένας που μας αγαπά, μας φέρει στον νου και την καρδιά, και όποιον εμείς αγαπάμε, τον φέρουμε στον νου και την καρδιά. Φλεγόμενος από θεία αγάπη για τον Χριστό ο Παύλος είπε: «Ζω δε ουκέτι εγώ, ζη δε εν εμοί Χριστός» (Γαλ. 2, 20).

Στον χριστιανισμό η αγάπη είναι μέθοδος της γνώσεως. Εάν, λοιπόν, επιθυμείς να γνωρίσεις τα επουράνια μυστήρια, τότε αγάπα τον Θεό με όλη σου την καρδιά και την ψυχή και τη σκέψη. Και ο Θεός θα κατοικήσει μέσα σου, και έτσι θα είσαι εν Θεώ και ο Θεός σε σένα. Και θα αισθανθείς ως αληθινά κάποια πράγματα, τα οποία στέκουν έξω απ’ όλες τις οπτικές του ανθρώπου, τη γνώση και τη λογική.

Η επουράνια αγάπη ας σε φωτίσει.

(Από το βιβλίο του Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, “Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται… Ιεραποστολικές επιστολές Α’”, Εκδόσεις “Εν πλω”, Αθήνα 2009)

(Πηγή ψηφ. κειμένου: orp.gr)

alopsis.gr

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς. Η παραβολή του πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου.

(Λουκ. ιστ’ 19-31) Οι άνθρωποι αγωνίζονται για τα υπάρχοντά τους εδώ στη γη. Οι εξαντλητικοί και ανώφελοι διαπληκτισμοί τους δεν έχουν τέλ...