Τρίτη 3 Φεβρουαρίου 2026

Περί Αὐτοπεποίθησης

Ὅσο λές: «μπορῶ ἐγώ μέ τίς δυνάμεις μου, θά τά καταφέρω», λέει ὁ Θεός: «ἀφοῦ ἐχεις τόσο ἐγωισμό καί νομίζεις ὅτι μπορεῖς, κάντο». Καί δέν γίνεται τίποτα. Ὅταν παραδεχτεῖς ὅτι δέν μπορεῖς νά κάνεις τίποτα μόνος σου, τότε ἐπιτρέπεις στόν Θεό νά παρέμβει. Ὅσο λέμε: «θέλω καί μπορῶ», ὅπως λέει καί τό σλόγκαν, ἔχουμε χτίσει αὐτό τό τεῖχος καί ἐμποδίζουμε τόν Θεό νά μᾶς βοηθήσει.

Γι’ αὐτό οἱ Ἅγιοι Πατέρες λένε, ὅτι δέν πρέπει νά ἔχουμε αὐτοπεποίθηση. Ἐνῶ οἱ σύγχρονοι ψυχολόγοι – ψυχίατροι καί παιδαγωγοί λένε τό ἀντίθετο: «Νά ἔχεις αὐτοπεποίθηση. Τό παιδί στό σχολεῖο πρέπει νά ἔχει αὐτοπεποίθηση». Δηλαδή τί πρέπει νά ἔχει; Ἐγωισμό. Αὐτό θά πεῖ αὐτοπεποίθηση, νά πιστεύει στόν ἑαυτό του.

Ἡ Ἁγία Γραφή μᾶς λέει ἀπό τήν Παλαιά Διαθήκη ἀκόμη, στό βιβλίο τοῦ Προφήτη Ἱερεμία: «Ἐπικατάρατος πᾶς ὅς τήν ἐλπίδα ἔχει ἐπ᾿ ἄνθρωπον ἤ στηρίζει βραχίονα αὐτοῦ» (Ἱερ. 17,5), δηλαδή καταραμένος, πού σημαίνει ξεκομμένος ἀπό τόν Θεό, κολασμένος, ὅποιος ἐλπίζει σέ ἄλλον ἄνθρωπο.

Ἐλπίσαμε στούς πολιτικούς καί εἴδαμε πού καταντήσαμε. Ἐλπίσαμε στήν Εὐρώπη καί εἴδαμε τά χάλια μας. Καταραμένος ὅποιος ἐλπίζει σέ ἄνθρωπο ἤ στηρίζει βραχίονα αὐτοῦ σημαίνει στηρίζεται στά μπράτσα του.

Ἄρα αὐτός πού ἔχει αὐτοπεποίθηση εἶναι καταραμένος. Πρέπει νά ἔχουμε Θεοπεποίθηση. Πρέπει νά ἔχουμε πεποίθηση καί ἐλπίδα στόν Θεό, ὄχι ἐλπίδα στόν ἑαυτό μας.

Ἱερομ. Σάββα Ἁγιορείτου (Ὁμιλία 1 – 4 – 2015)

hristospanagia.gr 

Ἄν πῆ ἕναν καλό λογισμό τοῦ ὁ ἄνθρωπος κάπου, μπορεῖ ὁ διάβολος νά τόν ἀκούση καί νά τόν πειράξη μετά;

– Ἄν πῆ ἕναν καλό λογισμό τοῦ ὁ ἄνθρωπος κάπου, μπορεῖ ὁ διάβολος νὰ τὸν ἀκούση καὶ νά τὸν πειράξη μετά; 

– Πῶς νὰ τὸν ἀκούση, ἀφοῦ δὲν ἔχει «διαβολο»; Ἅμα ὅμως τὸν πῆ, γιὰ νὰ ὑπερηφανευθῆ, θὰ μπῆ στὴν μέση ὁ πειρασμός.

Ἄν δηλαδή ὑπάρχη μία προδιάθεση ὑπερηφανείας καὶ λέη ὑπερήφανα κανείς: «Θὰ πάω νὰ τὸν σώσω αὐτόν», μπαίνει ὁ διάβολος ἐνδιάμεσος καὶ τότε αὐτὸ τὸ ξέρει.

Ἐνῶ, ἄν κινῆται ταπεινά, ἀπὸ ἀγάπη, δὲν τὸ ξέρει. Χρειάζεται προσοχή. Εἶναι πολύ λεπτά τὰ πράματα.

Γιʹ αὐτὸ λένε οἱ Πατέρες ὅτι ἡ πνευματική ζωή εἶναι «ἐπιστήμη ἐπιστημών».

Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Α’ «Μὲ Πόνο καὶ Ἀγάπη»

Δευτέρα 2 Φεβρουαρίου 2026

Λόγος του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου στην Υπαπαντή του Ιησού Χριστού

TOY EN ΑΓΙΟΙΣ ΠΑΤΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΩΑΝΝΟΥ ΤΟΥ ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ

Λόγος εις την Υπαπαντήν του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και εις την Θεοτόκον και εις τον Συμεών

Δεν φορεί μόνο σάρκα ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, αλλά και περιτέμνεται σύμφωνα με τον Μωσαϊκό νόμο, για να μην έχη πρόφασι η απιστία των Ιουδαίων. Γιατί έρχεται προς τον νόμο για χάρι του ίδιου του νόμου, για να ελευθερώση τους μαθητές του μέσω της πίστεως που βασιζόταν στον νόμο. Και παίρνει σάρκα και περιτέμνεται κι αυτός μαζί με τους Ιουδαίους. Πήρε το ίδιο με αυτούς σώμα, πήρε και την ίδια περιτομή. Έκανε α­ναντίρρητη την συγγένειά Του με αυτούς, ώστε να μη τον αρνη­θούν, Αυτόν, ο οποίος ήταν ο Χριστός που έρχεται από την γενιά του Δαυίδ, και που αυτοί προσδοκούσαν. Έδειξε το γνώρισμα της συγγενείας Του με αυτούς. Γιατί, αν ακόμη και μετά την περιτομή Του έλεγαν «δεν ξέρουμε από πού είναι»[1], εάν δεν είχε περιτμηθή κατά σάρκα, η άρνησίς τους θα είχε κάποια εύλογη πρόφασι.

«Όταν συμπληρώθηκαν οι οκτώ ημέρες»: Γιατί ο νόμος ορίζει την ογδόη ημέρα να γίνεται η περιτομή, και όταν φθάση η ογδόη, έρχεται μέσα ο γιατρός και πιάνει το μαχαιράκι και κάνει τα της τέχνης του. Δεν ισχύει δε τότε η αργία του Σαββάτου λόγω της περιτομής.

Ας ρωτήσουμε λοιπόν τους Ιουδαίους: Ανάπαυσις το Σάββατο· τέλεια αργία αυτή την ημέρα... Για ποια λοιπόν αιτία η ογδόη εκτοπίζει την εβδόμη; Γιατί η ο­γδόη γίνεται ανώτερη από την εβδόμη; Όμως οι Ιουδαίοι δεν γνωρίζουν τα των Ιουδαίων. Ενώ η Εκκλησία του Χριστού και τον Χριστό γνωρίζει και τις Ιου­δαϊκές διδασκαλίες. Περιτέμνεται λοιπόν το παιδί την ογδόη ημέρα, επειδή κατά την ογδόη η Ανάστασις, δηλαδή η Κυριακή, έμελλε να αποβή η περιτομή[2] όλου του κόσμου. Γιατί άλλωστε δεν διέταξε ο Μωυσής να γίνεται η περιτομή την έκτη ημέρα; Γιατί όχι την εννάτη ή την δεκάτη; Είναι λοιπόν προφανής η σημασία της ο­γδόης ημέρας, κατά την οποία γίνεται η Ανάστασις του Κυρίου. Όποιος λοιπόν δεν πιστεύει στην Ανάστασι είναι απερίτμητος στην καρδιά, αφού με την απιστία του αποξενώνεται από τον Θεό. Ενώ η περιτομή της πίστεως είναι αληθινή γνώσις και αίσθησις. Γι' αυτό, αγαπητέ μου, η περιτομή δίδεται θεωρητικά στους πι­στούς υπό την έννοια του αγίου βαπτίσματος. Το δε άγιο βάπτισμα είναι τύπος της Αναστάσεως του Χριστού. Να περάσης λοιπόν από την σάρκα στο πνεύμα και από τα σωματικά στο μεγαλείο του πνεύματος και θα βρης εκεί μεν περιτομή σαρκική, εδώ δε περιτομή πνευματική και κάθαρσι από τις αμαρτίες. Ογδόη ημέρα είναι η περιτομή· η δε ογδόη ημέρα είναι και η ανάστασις· της δε αναστάσεως τύπος είναι το βάπτισμα. Δέστε πώς από τα μικρά προοδεύουμε στα μεγαλύτερα, από τα σω­ματικά στα πνευματικώτερα. Να έλθουν λοιπόν οι Ιουδαίοι κι αυτοί και να προοδεύσουν. Γιατί πρέπει να προοδεύσουν από τα σαρκικά και να μην αρκεστούν σ' αυτά.

Λοιπόν ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός, ο οποίος δεν ήλθε να καταλύση τον νόμο, αλλά να τον εκπληρώση, περιετμήθη κι αυτός μαζί με τους Ιουδαίους. Λέγει λοιπόν ο Ευαγγελιστής: «Συμπληρώθηκαν οκτώ ημέρες για την περιτομή του και του δόθηκε το όνομα Ιησούς, όπως ωνομάστηκε από τον άγγελο προτού να συλληφθή στην κοιλιά της μητέρας του». Εμείς δηλαδή παίρνουμε το όνομα μετά την γέννησί μας, ενώ ο Ιησούς παίρνει το όνομά του προτού να γεννηθή. Γιατί υπήρχε και προτού να συλληφθή. Ωνομάστηκε δε Ιησούς, επειδή το έργο του ήταν έργο Σωτήρος.

«Και όταν συμπληρώθηκαν, λέει, οι ημέρες του καθαρισμού τους σύμφωνα με τον νόμο του Μωυσέως». Τίνος καθαρισμού; Της Μαρίας και του Ιωσήφ. Διέταζε δηλαδή ο νόμος, η γυναίκα που μόλις είχε γεννήσει να καθαρίζεται και να φυλάγη τις ημέρες και να μην βγαίνη εξω.

«Όταν λοιπόν συμπληρώθηκαν οι ημέρες του καθαρισμού σύμφωνα με τον νό­μο του Μωυσέως» — καίτοι δεν υφίστατο τέτοια ανάγκη για την Παρθένο, αλλ' όμως εκπληρωνόταν ετσι ο νόμος —  «τον ανέβασαν στα Ιεροσόλυμα, για να τον προσφέρουν στον Κύριο, όπως έχει γραφή στον νόμο του Κυρίου». Όπου ο λόγος είναι για σωματικό καθαρισμό, λέει «σύμφωνα με τον νόμο του Μωυσέως»· όπου για προσφορά του Αγίου, «όπως έχει γραφτή, λέει, στον νόμο του Κυρίου». Όχι ότι ο νόμος του Μωυσέως δεν ήταν νόμος του Κυρίου· διότι, όσα λέει ένας προφή­της κινούμενος από το Άγιο Πνεύμα, δεν τα λέει μόνος, αλλά ο Κύριος του τα υπαγορεύει. Επειδή όμως και ο καθαρισμός είχε χαρακτήρα σωματικό, γι’ αυτό λέει «νόμο του Μωυσέως». Όταν όμως προσφερόταν το πρωτότοκο, λέει «κατά τον νόμο του Κυρίου» τιμώντας έτσι το νεογέννητο.

«Όπως είναι γραμμένο στον νόμο του Κυρίου: κάθε αρσενικό που διανοίγει μήτρα να ονομασθή άγιο και αφιερωμένο στον Κύριο». Αυτή λοιπόν η φράσις και η διάταξις ολόκληρη και η αφορμή της διατάξεως βάλθηκε γι' αυτόν που επρόκειτο να διανοίξη μήτρα. Γιατί όλα τα πρωτότοκα των ζώων και των ανθρώπων ουδέ­ποτε διήνοιξαν μήτρα, αλλά ήταν απλώς και μόνο πρωτότοκα. Εκείνος όμως που γεννήθηκε από μητέρα παρθένο, αυτός μόνο διήνοιξε μήτρα. Κάνε μου λοιπόν την χάρι και πρόσεξε ότι η διατύπωσις όλου αυτού του νόμου έγινε για εκείνον μόνο που επρόκειτο να γεννηθή από μητέρα παρθένο. Πώς όμως να την κατανοούσαν οι Ιουδαίοι; Γιατί σαν σαρκικοί που είναι απέχουν πολύ από του να καταλάβουν τα νοήματα της πνευματικής διδασκαλίας.

Έπειτα ανεβαίνουν «για να προσφέρουν θυσία, σύμφωνα με αυτό που λέει ο νόμος του Κυρίου, ένα ζευγάρι από τρυγόνια ή δύο νεοσσούς από περιστέρια»[3]. Έγιναν δε και αυτά τυπικά, κατά τον νόμο, ώστε να μην υπάρχη καμμιά έλλειψις στην πιστή εκτέλεσι του νόμου. Αυτά είναι συγκεκαλυμμένα νοήματα του Μωσαϊ­κού νόμου. Ας έλθουμε όμως στην εξήγησι του Ευαγγελίου.
«Και να, υπήρχε ένας άνθρωπος στην Ιερουσαλήμ που ωνομαζόταν Συμεών. Και ο άνθρωπος αυτός ήταν δίκαιος και ευλαβής και το Πνεύμα του Θεού ήταν ­επάνω του. Αυτός είχε λάβει αποκάλυψι από το Άγιο Πνεύμα ότι δεν θα τελείωνε την ζωή του προτού δη τον Χριστό τον Κυρίου». Γέροντας ήταν ο Συμεών και πε­ρίμενε την εκπλήρωσι της υποσχέσεως. Έμενε στον ναό μέσα και μονολογούσε: Όπου και να γεννηθή, οπωσδήποτε εδώ θα παρουσιασθή.

«Αυτός ήλθε κατ' έμπνευσιν του Πνεύματος στον ναό» εκείνη την ώρα που οι γονείς έφερναν εκεί το παιδί. Διότι βέβαια πολλές φορές ερχόταν, αλλά με δική του πρόθεσι. Τότε όμως οδηγημένος από το Άγιο Πνεύμα στην κατάλληλη στιγμή, έρχεται, για να λάβη την εκπλήρωσι της υποσχέσεως.

«Αυτός δέχτηκε στην αγκαλιά του τον Ιησού και ευλόγησε τον Θεό και είπε: Σήμερα αφήνεις ελεύθερο τον δούλο σου, Δέσποτα, να πεθάνη κατά τον λόγο σου με ειρήνη». Από πού τον αφήνεις ελεύθερο; Από τον στίβο της ζωής. Γιατί είναι γεμάτα λύπη τα βιοτικά πράγματα. Η ζωή είναι φυλακή. Εκείνος λοιπόν ήθελε να ελευθερωθή. Εάν όμως κάποιος την αναχώρησι από την εδώ ζωή την θεωρή ζημία αυτός δεν είναι ακόμη τέλειος στην πίστι.

Εκείνος όμως έλεγε: «Σήμερα αφήνεις ελεύθερο τον δούλο σου, Δέσποτα, να πεθάνη κατά τον λόγο σου με ειρήνη». Διότι αυτός που πρόκειται να κάμη ειρήνη με τον κόσμο έφθασε· ο ειρηνοποιός έχει έλθει- εκείνος που συνδέει τον ουρανό με την γη και μετατρέπει την γη σε ουρανό με την ευαγγελική διδασκαλία έχει κατα­φθάσει.

Ο Συμεών φωνάζει: «Σήμερα αφήνεις ελεύθερο τον δούλο σου, Δέσποτα, να πεθάνη κατά τον λόγο σου με ειρήνη, γιατί είδαν τα μάτια μου την σωτηρία σου», λέει. Τι είναι αυτό που λέει; Προηγουμένως δηλαδή πίστευα με την διάνοιά μου και γνώριζα με τον λογισμό μου. Τώρα όμως είδαν και τα μάτια μου. Και εκείνο που προσδοκούσα με την καρδιά μου, να που το είδαν τα μάτια μου εκπληρωμένο. Και ποιο είναι αυτό; «Είδα, λέει, την σωτηρία σου». Ποια σωτηρία; «Αυτήν που ετοίμασες ενώπιον όλων των λαών». Όχι του λαού του ενός ούτε του λαού του Ισ­ραήλ μόνο, αλλά «ενώπιον όλων των λαών». Γιατί αυτός που γεννήθηκε είναι δι­δάσκαλος όλων των ανθρώπων.

«Φως που θα είναι αποκάλυψις για τους εθνικούς και δόξα για τον λαό σου τον Ισραήλ». Γιατί φως; Επειδή ακριβώς οι εθνικοί βρίσκονταν στο σκοτάδι. Ε­πειδή τα σκοτισμένα ειδωλολατρικά έθνη φωτίζονταν.

«Φως που θα είναι αποκάλυψις για τους εθνικούς και δόξα για τον λαό σου τον Ισραήλ». Εδώ η δόξα και εκεί η αποκάλυψις. Εκεί η αρχή της διδασκαλίας, εδώ η πρόοδος της μαθήσεως.

«Δόξα για τον λαό σου τον Ισραήλ». Αλλά εδώ σίγουρα θα ρωτήση κάποιος: Και πού είναι οι Ισραηλίτες; Έχεις τον Πέτρο, έχεις τον Παύλο, έχεις τον Ιωάν­νη, έχεις τις τρεις χιλιάδες, έχεις τις πέντε χιλιάδες, έχεις την Εκκλησία της Ιε­ρουσαλήμ, έχεις αυτούς που πίστεψαν από τις τάξεις των Ιουδαίων. Γιατί μέσα στους πιστούς βρισκόταν το έθνος. «Εάν ο Κύριος των Δυνάμεων δεν άφηνε για σπόρο μια μικρή μερίδα πιστού λαού ανάμεσά μας, θα είχαμε γίνει σαν τα Σόδομα και θα είχαμε όμοια τύχη με τα Γόμορρα»[4]. Διότι λέει επίσης ο Θεός: «Κράτησα για τον εαυτό μου επτά χιλιάδες άνδρες, οι οποίοι δεν γονάτισαν να προσκυνήσουν τον Βάαλ»[5]. Έτσι μέσα στον λαό φυλαγόταν το σπέρμα της πίστεως και δεν χάθη­κε ο λαός — μη γένοιτο — ούτε εξαχρειώθηκαν όλοι οι Ιουδαίοι. Αφού και τώρα, σ' αυτή την μακάρια κατάστασι και κλήσι των Χριστιανών πολλοί είναι οι καλεσμέ­νοι, λίγοι όμως οι εκλεκτοί. Ο Χριστός δηλαδή κάλεσε όλη την οικουμένη και ετοί­μασε το άγιο τραπέζι του Ευαγγελίου. Αλλά όταν έλθη στη Δευτέρα Παρουσία, μπαίνει μέσα και κάνει ξεδιάλεγμα και εξετάζει με προσοχή τους συνδαιτυμόνες. Κι αν βρη κανένα να μη έχη ένδυμα κατάλληλο για γάμο του λέει: «Φίλε, πώς μπήκες εδώ μέσα χωρίς γαμήλιο ένδυμα;»[6] Και θα τον βγάλη έξω καθώς ακού­σαμε στα Ευαγγέλια. Ώστε, όπως και εκεί έγινε εκλογή, έτσι και εδώ θα γίνη ε­κλογή. Μήπως δηλαδή, επειδή έχουμε κληθή, πρέπει στο εξής να αλαζονευώμαστε, σαν να έχουμε, αλήθεια, εξασφαλίσει την τελειότητα; Λοιπόν, η πτώσις εκείνων ας γίνη δική μας ασφάλεια. Έτσι, αγαπητέ, ούτε ο λαός χάθηκε ολόκληρος, ούτε όλος εξαχρειώθηκε, ούτε όλος απίστησε, ούτε όλος κατεδίωξε τους Αποστόλους, αλλά με το κήρυγμα των Αποστόλων πίστευσαν αμέσως τρεις χιλιάδες, χωρίς τις γυ­ναίκες και τα παιδιά. Και έγινε στην Ιερουσαλήμ Εκκλησία αναρίθμητη, ενώ α­κόμη δεν είχε καταστραφή ο Ναός, ενώ ακόμη δεν είχαν εκδιωχθή oι Ιουδαίοι, ενώ ακόμη δεν είχε γκρεμισθή η Ιερουσαλήμ. Οικοδομήθηκε Εκκλησία και τα λό­για του Ιωάννη έγιναν ξεκάθαρη αλήθεια: «Εκείνος πρέπει να μεγαλώνη, εγώ δε να μικραίνω»[7].

Ο Συμεών λοιπόν που είναι προφήτης λέγει: «Δόξα για τον λαό σου τον Ισ­ραήλ». Γιατί ήταν δόξα γι' αυτούς που προσδοκούσαν η συνάντησις εκείνου τον οποίο προσδοκούσαν.

Και αναλογίζονταν ο Ιωσήφ και η Μαρία αυτά που άκουγαν: Ο άγγελος έφερε την ευχάριστη είδησι, οι μάγοι τον εγνώρισαν, οι ποιμένες τον έμαθαν, οι στρατιές των αγγέλων χόρευαν, το αστέρι από πάνω τον ανήγγειλε, ο Συμεών προφητεύει, η Άννα η κόρη του Φανουήλ προφητεύει, η γη αγαλλόταν, ο ουρανός μίλησε με το αστέρι, οι μάγοι αρνήθηκαν τον τύραννο, οι ποιμένες προσκύνησαν τον αρχιποιμένα, όλα τον εγνώρισαν, η μητέρα ήξερε, ο Ιωσήφ πληροφορήθηκε, έτρεμαν για όσα έγιναν, όμως κατάλαβαν την έκβασι των γεγονότων.

«Και ο Συμεών τους ευλόγησε και είπε στην Μαριάμ την μητέρα του: Αυτός πρόκειται να γίνη πτώσις και έγερσις για πολλούς μέσα στον Ισραήλ και σημείο αντιλεγόμενο». Πτώσις για ποιους; Σαφώς γι' αυτούς που απιστούν, αυτούς που αντιλέγουν, αυτούς που τον σταυρώνουν. Και έγερσις για ποιους; Αυτούς που τον αναγνωρίζουν και τον ομολογούν με ευγνωμοσύνη.

«Και σημείο αντιλεγόμενο». Ποιο σημείο αντιλεγόμενο; Το σημείο του Σταυ­ρού, που η Εκκλησία το θεωρεί σωτηρία του κόσμου, που οι Ιουδαίοι το εχθρεύονται και που πολλές φορές και ο ουρανός το διεκήρυξε. Αμφισβητείται το σημείο, για να νικήση η αλήθεια. Γιατί χωρίς αντίλογο δεν μπορεί να γίνη ολοκληρωμένη νίκη. Έπρεπε λοιπόν να εμφανισθή η αντιλογία, για να εκδώση την απόφασί του ο δικαστής, αφού μακροθυμήση μέχρι το τέλος των αιώνων. Γι' αυτό λέει «και ση­μείο αντιλεγόμενο». Αντιλέγουν δε εκείνοι που απιστούν.

Και συ, λέει, θεωρείσαι μητέρα. Άραγε λοιπόν εσύ θα μείνης εκτός πειρασμού, επειδή συμφώνησες να γίνης μητέρα, επειδή τον εγέννησες, επειδή έκρινες καλό να του δανείσης την μήτρα σου; (Διότι η κοιλιά σου έγινε δοχείο της ενεργείας του Αγίου Πνεύματος). Άραγε λοιπόν θα μείνης εκτός πειρασμού, επειδή έγινες Θεο­τόκος, επειδή συνέλαβες χωρίς πείρα γάμου, επειδή καταστάθηκες Μητέρα του Δημιουργού σου; Άραγε εσύ θα μείνης εκτός πειρασμού; Ούτε κι εσύ θα μείνης εκτός πειρασμού, αλλά «κι εσένα την ίδια μια ρομφαία θα σου διαπεράση την ψυ­χή». Γιατί, Κύριε μου; Σε τι αμάρτησα; Σε τίποτε δεν αμάρτησες βέβαια. Όταν όμως Τον δης κρεμασμένο στον Σταυρό, όταν Τον δης να υποφέρη για όλο τον κό­σμο, όταν δης στον Σταυρό τα χέρια Του τρυπημένα και καρφωμένα στο ξύλο, τότε θα αρχίσης να αμφιβάλλης και να λες: Αυτός είναι εκείνος για τον οποίο μου μί­λησε ο άγγελος; Αυτός είναι εκείνος στον οποίο έγινε το θαύμα της συλλήψεως; Παρθένος ήμουν και γέννησα και έμεινα πάλι παρθένος. Γιατί λοιπόν αυτός σταυρώνεται;

«Κι εσένα την ιδια μια ρομφαία θα σου διαπεράση την ψυχή». Ώστε, σύμφωνα με την προφητεία του δικαίου Συμεών, κανένας δεν έμεινε εκτός πειρασμού. Ο Πέτρος, ο κορυφαίος από τους μαθητές, τον αρνήθηκε τρεις φορές. Οι άλλοι μα­θητές τον εγκατέλειψαν και έφυγαν. Ούτε είχε άλλωστε ο τσομπάνος ανάγκη από τα πρόβατα για να τον προστατεύσουν, ενόσω αυτός έδιωχνε τους λύκους, ούτε ο αγωνιστής είχε ανάγκη από βοηθούς, αλλά όλοι τους έφυγαν. Και ο Χριστός έμει­νε μόνος κρεμασμένος στον Σταυρό σαν κριάρι έτοιμο για θυσία. Λοιπόν και αυ­τής την ψυχή την διεπέρασε η ρομφαία: ο πειρασμός δηλαδή και η αμφιβολία.

«Κι εσένα την ίδια μια ρομφαία θα σου διαπεράση την ψυχή, ώστε να αποκα­λυφθούν από πολλές καρδιές οι λογισμοί». Πάσχει λοιπόν ο Ιησούς, για να ελέγξη την απιστία και για να γεμίση από ευγνωμοσύνη τις καρδιές αυτών που Τον πιστεύουν. Αντιλέγεται το σημείο, για να ελεγχθούν αυτοί που αντιλέγουν από κακία. Γιατί, αν η αλήθεια ήταν από κάθε άποψι αναντίρρητη για τους ανθρώ­πους, τότε η ευσέβεια θα έμενε αδοκίμαστη. Όμως με το να γίνεται παραχώρησις στην αντιλογία, δοκιμάζεται η ελεύθερη εκλογή της αλήθειας. Αντιλέγεται το ση­μείο. Γιατί πώς αλλιώς θα δοκιμάζονταν οι μάρτυρες στους διωγμούς; Πώς θα α­γωνίζονταν και θα αναδεικνύονταν νικητές με την καρτερία τους; Δες πόσο ωφέ­λησε η αντιλογία, αφού έφτιαξε όχι πιστούς απλώς, όπως θάλεγε κανείς, αλλά και μάρτυρες που έφθασαν μέχρι τα βασανιστήρια και τον θάνατο και παρουσίασαν μια απόδειξι της χάριτος του Χριστού με την καρτερία τους.

Όταν λοιπόν ο Συμεών λέει «ούτος κείται εις πτώσιν και ανάστασιν πολλών εν τω Ισραήλ και εις σημείον αντιλεγόμενον», εννοείται ότι ούτε την πτώσι την προξενεί αυτός, ούτε την ανάστασι την προσφέρει με την βία, αλλά «κείται εις πτώσιν» αυτών που σκοντάφτουν στον λίθο του προσκόμματος και «εις ανάστα­σιν» εκείνων που πιστεύουν με την αγαθή τους προαίρεσι. Διότι λέει «κείται». Σαν να έλεγε κανείς: Το φως ανατέλλει για να βλέπουν οι υγιείς, ενώ αυτοί που τους πονούν τα μάτια να απομακρυνθούν ακόμη περισσότερο από την λάμψι του φωτός. Γιατί πώς αλλιώς θα ήταν δυνατόν οι πρώτοι να πέσουν και να είναι αξιοκατάκριτοι, ενώ οι δεύτεροι να σηκωθούν με χρηστές ελπίδες που προέρχονται από την καλή τους προαίρεσι, αν δεν υπήρχε το «αντιλεγόμενο σημείο»; Γιατί λέει ο Συ­μεών «και εις σημείον αντιλεγόμενον»; Για να μη προξενήση η αντιλογία απορία στους πιστούς. Το να αμφισβητείται δε και η αλήθεια του Θεού, είναι φανερό ότι αυτό γίνεται, επειδή το επιτρέπει ο Θεός. Κανένας δηλαδή δεν μπορεί να προβάλη καμμιά αντίρρησι, αν δεν το επιτρέψη αυτό ο Θεός. Είναι όντως αναγκαία η παραχώρησι αυτή εκ μέρους του Θεού, για να φανερωθούν οι άξιοι.

Θα έλθη όμως εποχή που δεν θα υπάρχη πια καμμιά αντίρρησις. Όταν δηλαδή το σημείο του Σταύρου θα λάμψη σαν προάγγελος του Κυρίου από τον ουρανό, «τότε θα κλίνη κάθε γόνυ στα επουράνια και στα επίγεια και στα καταχθόνια και κάθε γλώσσα θα ομολογήση ότι ο Χριστός είναι Κύριος προς δόξαν του Θεού Πατρός»[8]. Όσο δηλαδή το σημείο αυτό φαίνεται μόνο του και είναι απλό σημείο και δεν φαίνεται πουθενά ο σημαινόμενος, το σημείο θα αντιλέγεται. Όταν όμως ο ίδιος ο σημαινόμενος αποκαλύψη τον εαυτό του κατά την Δευτέρα Παρουσία, τότε πια κανείς δεν θα τολμά να αντιλογήση στο σημείο, γιατί ο σημαινόμενος θα έχη καταφθάσει με ολοφάνερη την θεότητά του εναντίον εκείνων που Τον αρνούν­ται. Τότε εκείνοι που προηγουμένως είχαν δεχθή το σημείο θα δοξασθούν από αυ­τόν που εκείνο υποδήλωνε, ενώ εκείνοι που αμφισβήτησαν το σημείο θα καταδικα­σθούν από τον υποδηλωθέντα. Και αυτό θα είναι τότε το τέλος της αντιλογίας, το τέλος της πλάνης, το τέλος της αμφιβολίας, το τέλος της απιστίας, η αρχή δε των βραβείων και των στεφάνων. Αυτά μακάρι όλοι μας να τα επιτύχουμε με την χάρι του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και το κράτος στους ατελεύτητους αιώνες. Αμήν.

[1]  πρβλ. Ιωάν. ζ' 41-43
[2]  Η ανάστασις των νεκρών κατά την δευτέρα παρουσία θα αποτελέση την «περιτομή» δηλ. την ο­ριστική απομάκρυνσι του κακού και της αμαρτίας από ολόκληρη την κτίσι.
[3]  Λευϊτ. ε’ 11, ιβ’ 8
[4]  Ησ. α’ 9
[5]  Ρωμ. ια’ 4· πρβλ. Γ’ Βασ. ιθ’ 18
[6]  Ματθ.  κβ’ 12
[7]  Ιωάν. γ’ 30
[8]  Φιλιπ. β’ 10-11

ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΑ ΕΚΣΟΣΙΣ ΙΕΡΑ ΜΟΝΗΣ ΞΗΡΟΠΟΤΑΜΟΥ

πηγή:  impantokratoros.gr

makkavaios.blogspot 

«Οἱ ὀφθαλμοί τῶν ἀνθρώπων ἄπληστοι»

Ξαναγυρίζουμε σέ αὐτά πού μᾶς λένε ἡ Ἁγία Γραφή καί οἱ Ἅγιοι Πατέρες. Λέει πάλι στή Σοφία Σειράχ: «παντί ἀνθρώπῳ μή ἔμβλεπε ἐν κάλλει καί ἐν μέσῳ γυναικῶν μή συνέδρευε». Μή βλέπεις γοητευμένος τό κάλλος οἱουδήποτε ἀνθρώπου καί μή συνεδρεύεις ἐν μέσῳ γυναικῶν, μήν κάθεσαι ἀνάμεσα σέ γυναῖκες. Πόσο δηλαδή ὁ ἄνθρωπος ἐντέλλεται ἀπό τόν Θεό

Καταλαβαίνουμε τώρα πόσο αὐτό καταπατεῖται μέ τό νά στήνεται ὁ ἄνθρωπος μπροστά στό διαδίκτυο ἑκούσια καί νά ἑστιάζει τά μάτια του καί νά βλέπει ὅλα αὐτά τά σκανδαλιστικά θεάματα.

«Οἱ ὀφθαλμοί τῶν ἀνθρώπων ἄπληστοι», λέγει πάλι στίς Παροιμίες. Τά μάτια τῶν ἀνθρώπων εἶναι ἀχόρταστα. Γι’ αὐτό μᾶς συμβουλεύει καί ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ: «φύλαγε τά μάτια σου καί γύριζέ τα ἀλλοῦ γιά νά μή βλέπουν μάταια πράγματα. Τό μάτι πού στρέφεται ἐδῶ κι ἐκεῖ εἶναι φοβερός προδότης». Καί αὐτό ἀκριβῶς γίνεται κατεξοχήν στό διαδίκτυο«Μέ τίς ἄλλες αἰσθήσεις ὁ νοῦς», λέει ὁ Ἅγιος Ἐφραίμ, «πολεμεῖται μόνο ὅσο ὑπάρχει καί ἡ αἰτία» πού προκαλεῖ τόν πόλεμο. Ἄς ποῦμε, ὅταν ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἕνα φαγητό πού μυρίζει ὡραῖα, ἡ ὄσφρηση τόν πολεμᾶ. Καί μπορεῖ νά εἶναι καί ἡμέρα πού δέν ἐπιτρέπεται καί νά τοῦ μπαίνει ὁ πειρασμός νά φάει, νά καταλύσει τήν νηστεία, γιατί τόν πειράζει αὐτή ἡ αἴσθηση τῆς ὄσφρησης. Ὅταν ὅμως ἀπομακρυνθεῖ, παύει καί ὁ πειρασμός.

Ἀλλά δέν συμβαίνει τό ἴδιο καί μέ τά μάτια∙ ὁ νοῦς πολεμεῖται καί ὅταν φύγει τό αἴτιο. Γιατί, ὅπως εἴπαμε, τά μάτια τυπώνουν βαθιά αὐτές τίς παραστάσεις τίς ὀπτικές καί ὁ ἄνθρωπος πειράζεται πάρα πολύ ἀπό τήν φαντασία. Κι ἄν δέν προσέξει, μέ τήν φαντασία ἀνακαλεῖ αὐτά πού εἶδε, καί μάλιστα τά φτιάχνει ἀκόμα πιό ὡραιοποιημένα, καί ὅπως εἴπαμε στήνει εἴδωλα καί πέφτει σέ αὐτή τήν παγίδα νά προσκυνάει αὐτά τά εἴδωλα, νά ἐγκλωβίζεται δηλαδή ὁ νοῦς του καί ὁ ὅλος ἄνθρωπος, ὁ ψυχισμός του, ὅλη του ἡ ὕπαρξη στή λατρεία αὐτῶν τῶν εἰδώλων.

Καί πλέον ὁ ἄνθρωπος παύει νά ἔχει σχέση μέ τόν Θεό, γίνεται σαρκολάτρης, γίνεται φίλαυτος, γίνεται φιλάργυρος, γίνεται φιλόδοξος.

Ἀρχιμ. Σάββα Ἁγιορείτου

hristospanagia.gr 

Κυριακή 1 Φεβρουαρίου 2026

Κανένα νά μήν κατηγορεῖς, νά μήν περιγελᾶς, νά μήν πικραίνεις

Κανένα νά μήν κατηγορεῖς, νά μήν περιγελᾶς, νά μήν πικραίνεις. Να μήν ὀργίζεσαι. Μή σκεφτείς ποτέ πώς ἔχεις κάποια ἀρετή. Φυλάξου νά μή λές, “ὁ τάδε ζεῖ καλά, ὁ δεῖνα ζεῖ ἄσωτα”, γιατί αὐτό ἀκριβῶς σημαίνει τό «μή κρίνετε» (Ματθ. 7:1. Λουκ. 6:37). 

Ὅλους νά τούς βλέπεις μέ τό ἴδιο μάτι, μέ τήν ἴδια διάθεση, μέ τήν ἴδια σκέψη, μέ ἁπλή καρδιά. Ολους να τούς δέχεσαι σάν τό Χριστό

Μήν ἀνοίξεις τ' αυτιά σου σέ ἄνθρωπο πού κατακρίνει, οὔτε, πολύ περισσότερο, νά εὐχαριστιέσαι μ' αυτά που λέει. Εσύ νά κρατᾶς τό στόμα σου κλειστό. Λίγο να μιλᾶς καί πολύ νά προσεύχεσαι. 

Μά οὔτε κι αὐτόν πού κατακρίνει ἤ κάνει ὁποιαδήποτε ἄλλη ἁμαρτία να καταδικάσεις μέ τό λογισμό σου.

Τά δικά σου σφάλματα να βλέπεις πάντα καί τόν ἑαυτό σου μόνο να καταδικάζεις καί νά ἐξουθενώνεις. Νά, ἔτσι θα κερδίσεις τη βασιλεία τῶν οὐρανῶν.

Ἁγίου Νήφωνος Κωνσταντιανῆς. Ένας Ασκητής Επίσκοπος, Ὑποθῆκες ζωῆς 

πηγή

πηγή: proskynitis.blogspot.com

makkavaios.blogspot 

Πῶς βρίσκει ἡ ψυχή μας εἰρήνη καί χαρά;

Δέν ὑπάρχει τίποτα καλύτερο στόν κόσμο ἀπό τό νά ἀγαπᾶς τόν Θεό καί τόν πλησίον σου. Σ’ αὐτό ἡ ψυχή βρίσκει τήν εἰρήνη καί τή χαρά.

Ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ καί ἡ γλυκύτητα τοῦ Ἁγίου Πνεύματος σέ κάνουν νά ξεχνᾶς ὁλοκληρωτικά τή γῆ. Ὅταν ὁ νοῦς εἶναι ἀφοσιωμένος στόν Θεό, ξεχνᾶ τόν κόσμο.

Αὐτός πού γνώρισε τήν ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, ἀγαπᾶ ὅλο τόν κόσμο.

Μήν κρίνεις τούς ἄλλους, διότι συμβαίνει συχνά κάποιος νά κατηγορεῖ κάποιον ἄλλο χωρίς νά τόν γνωρίζει, χωρίς νά γνωρίζει πῶς μπορεῖ ἡ ψυχή του νά εἶναι ὅμοια μέ τούς ἀγγέλους.

Ὅσο μεγαλύτερη εἶναι ἡ αγάπη, τόσο πιό μεγάλες εἶναι οἱ θλίψεις καί τά βάσανα τῆς ψυχῆς.

Ὅσο πιό ὁλοκληρωμένη εἶναι ἡ ἀγάπη τόσο πιό ὁλοκληρωμένη εἶναι καί ἡ γνώση τοῦ Θεοῦ.

Ὅσο πιό φλογερή εἶναι ἡ αγάπη, τόσο δυνατότερη εἶναι ἡ προσευχή.

Ὅσο πιό τέλεια εἶναι ἡ αγάπη, τόσο ἁγιότερη εἶναι ἡ ζωή.

Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου

hristospanagia.gr 

Ψυχικά Ωφέλιμα: "Ας μάθουμε να εφαρμόζουμε πρώτα τις εντολές του Θεού"

«Ὁ ὀκνηρός δέν βάζει ποτέ ἀρχή μετανοίας καί συνεχῶς ἀναβάλλει. Κι ἔτσι φτάνει στήν ὥρα τοῦ θανάτου του ἀπροετοίμαστος. Ἄν θέλῃς νά προκόψῃς στήν ἀρετή, μήν ὑπολογίζῃς τίς ἀπαιτήσεις τοῦ σώματος, γιατί τό σῶμα εἶναι ἐχθρός τῆς ψυχῆς»
Αγ. Ισαάκ ο Σύρος 

«Ὁ Κύριος εἶναι σπλαχνικός καί δίνει τή χάρη Του σ’ αὐτούς πού τή ζητᾶνε μ’ ἐπιμονή. Τόν μισθό τόν δίνει ὄχι ἀνάλογα μέ τή δουλειά πού κάναμε, ἀλλά μέ τήν προθυμία πού δείξαμε»
Αγ. Ισαάκ ο Σύρος

«Ας μάθουμε να εφαρμόζουμε πρώτα τις εντολές του Θεού, και ύστερα από αγώνες πολλούς και μεγάλους θα μας στείλει ο Θεός τη χάρη Του»
Αγ. Ισαάκ ο Σύρος

«Είναι ευτυχισμένοι εκείνοι που αποφάσισαν να βαδίσουν τον δρόμο των θλίψεων για την αγάπη του Θεού και δεν γύρισαν πίσω. Αυτοί θα φτάσουν γρήγορα στο λιμάνι της Βασιλείας των Ουρανών»
Αγ. Ισαάκ ο Σύρος

orthodoxesnouthesies.blogspot

synaxipalaiochoriou.blogspot 

Άγιος Τύχων του Ζαντόνσκ. [Πορεία προς τον Ουρανό]. Τα σημάδια της αγάπης προς τον Θεό.

Αλλά ας δούμε ποια είναι τα σημάδια της αγάπης μας προς τον Θεό, για να μην έχουμε ψεύτικη ιδέα για την αγάπη αυτή. Γιατί σε τίποτε άλλο δεν απατάται ο άνθρωπος, όσο στο θέμα της αγάπης.

Τα σημάδια της αληθινής αγάπης είναι τα εξής:

Α΄

Ο ίδιος ο Κύριος καθορίζει και λέει: «ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με» (Ιω. 14, 21). Όποιος αγαπάει ειλικρινά τον Θεό, προσπαθεί να φυλάγεται απ’ όσα δεν αρέσουν σ΄ Εκείνον και αγωνίζεται να εφαρμόζει όσα Εκείνος αγαπάει. Γι’ αυτό εκτελεί τις άγιες εντολές του Κυρίου.

Επόμενο είναι λοιπόν να μην έχουν αγάπη προς τον Θεό, όσοι χριστιανοί δεν  δείχνουν ενδιαφέρον για τις εντολές του. Σ΄ αυτούς συγκαταλέγονται και οι κακοποιοί, όσοι βλάπτουν τους άλλους με ποικίλους τρόπους, οι άσωτοι, οι μοιχοί, οι αισχροί, οι κλέφτες, οι άρπαγες, οι ληστές, οι άδικοι…

Σ΄ αυτούς συγκαταλέγονται οι πονηροί, οι δόλιοι, οι γόητες, οι απατεώνες και οι υποκριτές. Σ΄ αυτούς συγκαταλέγονται ακόμα οι μάγοι κι εκείνοι που τους φωνάζουν στα σπίτια τους και γενικά όλοι οι παράνομοι. Αυτοί, όπως δεν αγαπούν το νόμο του Θεού, έτσι δεν αγαπούν κι Αυτόν τον ίδιο. Αυτοί αγαπούν τον εαυτό τους και τα πάθη τους, και όχι τον Θεό και τον άγιο νόμο του.

Β΄

Φανερό δείγμα της αγάπης μας προς τον Θεό είναι και η χαρά της καρδιάς μας. Γιατί είναι φυσικό να αισθανόμαστε χαρά για ό,τι αγαπάμε. Έτσι και η αγάπη μας προς τον Θεό, χωρίς τη χαρά δεν μπορεί να νοηθεί. Όσες φορές ο άνθρωπος νιώθει στην καρδιά του τη γλυκύτητα της αγάπης για τον Θεό, τόσες φορές και πλημμυρίζει από χαρά. Όπως το μέλι ευφραίνει τη γεύση μας, έτσι και η αγάπη του Θεού χαροποιεί την καρδιά μας, γιατί γευόμαστε και βλέπουμε «ὅτι χρηστὸς ὁ Κύριος» (Ψαλμ. 33, 9). Αυτή η χαρά για τον Θεό φαίνεται σε πολλά σημεία της Αγίας Γραφής και πολύ περισσότερο στους ιερούς ψαλμούς. Αυτή η πνευματική, η ουράνια χαρά είναι η πρόγευση της χαράς που θ΄ απολαύσουμε στην αιώνια ζωή.

Γ΄

Όποιος αγαπάει αληθινά τον Θεό, μόνο προς Αυτόν στρέφεται, και αποστρέφεται τον κόσμο και όλα τα του κόσμου. Την τιμή, τη δόξα, τον πλούτο και όλες τις αναπαύσεις του, που τα επιζητούν οι «οἱ υἱοὶ τοῦ αἰῶνος τούτου» (Λουκ. 16, 8), τα λογαριάζει για ένα μηδενικό. Αυτόν τον ικανοποιεί ο Ένας, ο Θεός, το άκτιστο αγαπημένο του Αγαθό. Μόνο στον Θεό βρίσκει απόλυτη τιμή, δόξα, πλούτο και ανάπαυση. Γι’ αυτόν ο Θεός είναι ο πολυτιμότερος μαργαρίτης, μπροστά στον οποίο όλα τ΄ άλλα έχουν μικρή αξία. Αυτός τίποτα δεν επιθυμεί ούτε στον ουρανό ούτε στη γη, παρά μόνο τον Θεό.

Τέτοιου είδους αγάπη εκφράζουν τα λόγια του ψαλμού: «Τί γάρ μοι ὑπάρχει ἐν τῷ οὐρανῷ, καὶ παρὰ σοῦ τί ἠθέλησα ἐπὶ τῆς γῆς; ἐξέλιπεν ἡ καρδία μου καὶ ἡ σάρξ μου, ὁ Θεὸς τῆς καρδίας μου καὶ ἡ μερίς μου ὁ Θεὸς εἰς τὸν αἰῶνα» (Ψαλμ. 72, 25-26). Την τροφή, το ποτό, τα ρούχα τα χρησιμοποιεί για τις ανάγκες του μόνο και όχι για ηδονή.

Όποιος αγαπάει τον κόσμο δεν αγαπάει τον Θεό, σύμφωνα με τη μαρτυρία του Αποστόλου: «ἐάν τις ἀγαπᾷ τὸν κόσμον, οὐκ ἔστιν ἡ ἀγάπη τοῦ πατρὸς ἐν αὐτῷ». (Α΄ Ιω. 2, 15). Τέτοιοι είναι όσοι θέλουν να ζουν στη ζωή αυτή με πολυτέλεια, να κατοικούν σε βίλες, να περνούν με πλούσιες άμαξες, να ντύνονται με βαρύτιμα ρούχα, να δοξάζονται και να τιμούνται απ’ όλους. Αυτοί έχουν σαρκικό φρόνημα, φιλοδοξία και εγωισμό, δηλαδή ότι εχθρεύεται ο Θεός.

Δ΄

Όποιος αγαπάει πραγματικά τον Θεό, τον έχει αδιάκοπα στη μνήμη του, Αυτόν, την αγάπη του και τις ευεργεσίες Του. Το βλέπουμε και στην αγάπη μεταξύ των ανθρώπων. Τον άνθρωπο που αγαπάμε, τον σκεφτόμαστε συχνά. Παρόμοια συμβαίνει και με την αγάπη μας προς τον Θεό. Όποιος τον αγαπάει, τον σκέφτεται συχνά, αναπαύεται κοντά του και σ΄ Αυτόν στρέφεται με θαυμασμό. Γιατί όπου είναι ο θησαυρός του, εκεί είναι και η καρδιά του [ὅπου γάρ ἐστιν ὁ θησαυρὸς ὑμῶν, ἐκεῖ ἔσται καὶ ἡ καρδία ὑμῶν] (πρβλ. Ματθ. 6, 21).

Γι’ αυτόν ο ατίμητος και πολυαγαπημένος του θησαυρός είναι ο Θεός. Έτσι και η καρδιά του βρίσκεται πάντα κοντά στον Κύριο. Και η καρδιά, που είναι ξέχειλη από αγάπη προς τον Θεό, φανερώνει και εξωτερικά τα σημεία της αγάπης της. Όσοι ξεχνούν τον Θεό, δεν τον αγαπούν. Η λησμοσύνη είναι φανερή απόδειξη ότι λείπει η αγάπη. Όποιος αγαπάει, δεν μπορεί να ξεχάσει αυτόν που αγαπάει.

Ε΄

Δύο πρόσωπα που αγαπιούνται, θέλουν να βρίσκονται παντοτινά αχώριστα. Πολλοί βέβαια χριστιανοί επιθυμούν να είναι μαζί με τον Χριστό δοξασμένοι, αλλά δεν θέλουν να είναι μαζί του και στην ατίμωση και στο Σταυρό. Προσεύχονται να κληρονομήσουν τη βασιλεία του, αλλά δεν θέλουν να υποφέρουν μαζί Του. Έτσι φανερώνουν ότι η καρδιά τους δεν είναι ειλικρινής και ότι δεν αγαπούν αληθινά τον Χριστό. Και, για να πούμε την αλήθεια, αγαπούν περισσότερο τον εαυτό τους παρά τον Χριστό.

Γι’ αυτό ο Κύριος λέει: «Καὶ ὃς οὐ λαμβάνει τὸν σταυρὸν αὐτοῦ καὶ ἀκολουθεῖ ὀπίσω μου, οὐκ ἔστι μου ἄξιος» (Ματθ. 10, 38). Ο πραγματικός φίλος μας φαίνεται στη δυστυχία μας. Έτσι και ο άνθρωπος που αγαπάει πραγματικά τον Χριστό, στον κόσμο αυτό συμπορεύεται με τον Χριστό. Η καρδιά του προσκολλάται σ΄ Αυτόν. Υπομένει μαζί Του αγόγγυστα τα πάθη και το Σταυρό. Και θα είναι στην αιωνιότητα αχώριστα πια κοντά Του. Ο άνθρωπος αυτός λέει απ’ την καρδιά του: «ἐμοὶ δὲ τὸ προσκολλᾶσθαι τῷ Θεῷ ἀγαθόν ἐστι» (Ψαλμ. 72, 28).

ΣΤ΄

Δείγμα της αγάπης μας προς τον Θεό είναι η αγάπη μας προς τον πλησίον. Όποιος αγαπάει ειλικρινά τον Θεό, αυτός αγαπάει και τον πλησίον του. Όποιος αγαπάει πολύ ένα πρόσωπο, αγαπάει και εκείνον που συνδέεται μ΄ αυτό. Η πηγή της αγάπης προς τον πλησίον, είναι η αγάπη προς τον Θεό. Και αντίστροφα, η αγάπη προς τον Θεό φαίνεται από την αγάπη προς τον πλησίον.

Είναι φανερό λοιπόν ότι όποιος δεν αγαπάει τον πλησίον του, δεν αγαπάει και τον Θεό, όπως διδάσκει ο Απόστολος: «ἐάν τις εἴπῃ ὅτι ἀγαπῶ τὸν Θεόν, καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ μισῇ, ψεύστης ἐστίν· ὁ γὰρ μὴ ἀγαπῶν τὸν ἀδελφὸν ὃν ἐώρακε, τὸν Θεόν ὃν οὐχ ἑώρακε πῶς δύναται ἀγαπᾶν; καὶ ταύτην τὴν ἐντολὴν ἔχομεν ἀπ᾿ αὐτοῦ, ἵνα ὁ ἀγαπῶν τὸν Θεὸν ἀγαπᾷ καὶ τὸν ἀδελφὸν αὐτοῦ». (Α΄ Ιω. 4, 20-21).

Αυτά είναι τα σημάδια της αγάπης μας προς τον Θεό.

Αγαπητοί χριστιανοί, ας μετανοήσουμε και ας αποστραφούμε τη ματαιότητα του κόσμου. Ας καθαρίσουμε την καρδιά μας με τη μετάνοια και τη συντριβή, για να κατοικήσει μέσα μας η αγάπη του Θεού. «῾Ο Θεὸς ἀγάπη ἐστί, καὶ ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καὶ ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ» (Α΄ Ιω. 4, 16).

+++

Ο Θεός είναι το ύψιστο Αγαθό, από το οποίο πηγάζουν όλα τα αγαθά και η μακαριότητα.

Χωρίς τον Θεό κάθε ευτυχία είναι καταραμένη και φτωχή, η ζωή θάνατος, η χαρά και η γλυκύτητα πίκρα.

Με τον Θεό και η δυστυχία είναι ευτυχία, η φτώχεια πλούτος, η αδοξία δόξα, η ατιμία τιμή, οι δοκιμασίες γεμάτες παρηγοριά.

Χωρίς τον Θεό δεν είναι δυνατόν να υπάρξει αληθινή ανάπαυση, ειρήνη και παρηγοριά.

Γι’ αυτό, να τον αγαπάς σαν το πιο μεγάλο σου αγαθό και σαν την πραγματική σου μακαριότητα. Να τον αγαπάς πάνω από κάθε δημιούργημα. Περισσότερο από τον πατέρα σου και τη μητέρα σου, τη γυναίκα και τα παιδιά σου. Πάνω και από τον ίδιο τον εαυτό σου. Σ΄ Αυτόν και μόνο να δώσεις την καρδιά σου, και πιο πολύ από κάθε τι Αυτόν να επιθυμείς και να ποθείς. Γιατί ο Θεός είναι η αιώνια ευτυχία σου, το αιώνιο αγαθό σου. Χωρίς Αυτόν ούτε στον παρόντα κόσμο, ούτε στο μέλλοντα υπάρχει ζωή και ευτυχία.

Κάθε δημιούργημα του Θεού είναι καλό, αλλά ο Δημιουργός είναι ασύγκριτα καλύτερος. Αγάπα λοιπόν και ζήτα αυτό το ίδιο το Αγαθό, το μόνο αυθύπαρκτο, άναρχο, αιώνιο, πανταχού παρόν και αναλλοίωτο, από το οποίο πλάστηκαν αριστοτεχνικά όλα τα δημιουργήματα.

Άγιος Τύχων του Ζαντόνσκ

Απόσπασμα από το βιβλίο: [Άγιος Τύχων Αρχιεπίσκοπος Βορονέζ καί Ζαντόνσκ]. Πορεία προς τον ουρανό. εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός.

greekdownloads.wordpress

Σάββατο 31 Ιανουαρίου 2026

Άγιος Ιγνάτιος Μπριαντσανίνωφ. Για την έπαρση και την ταπεινοφροσύνη.

«Eις κρίμα εγώ εις τον κόσμον τούτον ήλθον, ίνα οι μη βλέποντες βλέπωσι και οι βλέποντες τυφλοί γένωνται» (Ιω. 9:39)

ΑΓΑΠΗΤΟΙ αδελφοί! Ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός, μετά τη θεραπεία του εκ γενετής τυ­φλού, για την οποία ακούσαμε σήμερα στο ιερό Ευαγγέλιο, είπε: «Ήρθα για να φέρω σε κρίση τον κόσμο, έτσι ώστε αυτοί που δεν βλέπουν να βρουν το φως τους, κι εκείνοι που βλέπουν ν’ αποδειχθούν τυφλοί» (Ιω. 9:39). Τέτοια λόγια δεν μπορούσαν ν’ αφήσουν αδιάφορους τους υπερήφανους «σοφούς» και «δικαίους» του κόσμου τούτου, όπως ήταν οι Φαρι­σαίοι. Εξαιτίας της φιλαυτίας τους και της μεγάλης ιδέ­ας που είχαν για τον εαυτό τους, αισθάνθηκαν θιγμένοι από την παρατήρηση του Κυρίου. Αντέδρασαν, λοιπόν, με μιαν ερώτηση, που εκφράζει την αγανάκτηση και την έπαρσή τους, αλλά συνάμα και τη χλευαστική τους διά­θεση και τον φθόνο τους και την περιφρόνησή τους προς τον Χριστό: «Μήπως είμαστε κι εμείς τυφλοί;» (Ιω. 9:40).

Στην απάντηση του Κυρίου καθρεφτίζεται η ψυχική κα­τάσταση των Φαρισαίων, η οποία προκάλεσε την ερώτησή τους: «Αν ήσασταν τυφλοί, δεν θα ήσασταν ένοχοι· τώρα, όμως, λέτε με βεβαιότητα ότι βλέπετε· η ενοχή σας, λοιπόν, παραμένει» (Ιω. 9:41).

Πόσο φοβερή ασθένεια της ψυχής είναι η έπαρση! Στα ανθρώπινα έργα, στερεί από τον υπερόπτη τη βοή­θεια και τη συμβουλή του πλησίον. Και στο έργο του Θεού, στο έργο της σωτηρίας, στέρησε από τους αλαζόνες Φαρισαίους της εποχής του Κυρίου και στερεί από τους Φαρισαίους κάθε εποχής τον πιο πολύτιμο θησαυ­ρό, τη θεία δωρεά που έφερε από τον ουρανό ο Υιός του Θεού· τους στέρησε και τους στερεί τη θεία αποκάλυψη και τη μακάρια κοινωνία με τον Θεό, κοινωνία που προ­ϋποθέτει την αποδοχή αυτής της αποκαλύψεως.

Οι Φαρισαίοι θεωρούσαν ότι ανήκαν στους ανθρώπους «που βλέπουν», ότι δηλαδή είχαν φτάσει στην αλη­θινή και τέλεια θεογνωσία, δεν χρειάζονταν περαιτέρω πρόοδο και, επομένως, δεν είχαν ανάγκη από καμιά σπουδή ή διδαχή. Γι’ αυτό απέρριπταν τη διδασκαλία για τον Θεό, που τους την παρέδιδε άμεσα ο Ίδιος.

Η αρετή της ταπεινώσεως εναντιώνεται στο πάθος της υπερηφάνειας, το οποίο εκδηλώνεται με ξεχωριστό τρό­πο στο πνεύμα του κάθε ανθρώπου. Όπως η υπερηφάνεια είναι κατεξοχήν ασθένεια του πνεύματος, έτσι και η ταπείνωση είναι κατεξοχήν κατάσταση ευρωστίας του πνεύματος, μια αγαθή και μακάρια κατάσταση. Στην Αγία Γραφή και στα έργα των αγίων πατέρων ονομάζεται συ­χνά και ταπεινοφροσύνη. Τι είναι η ταπεινοφροσύνη; Είναι η ορθή αντίληψη του ανθρώπου για την ανθρώπινη φύση και, επομένως, η ορθή αντίληψη του ανθρώπου για τον εαυτό του.

Το άμεσο αποτέλεσμα της ταπεινώσεως ή ταπεινο­φροσύνης ως ορθής αντιλήψεως για την ανθρώπινη φύ­ση και για τον ίδιο μας τον εαυτό είναι η ειρήνευση της καρδιάς. Ο ταπεινός άνθρωπος είναι ειρηνικός και απέναντι στους συνανθρώπους του και απέναντι στον εαυτό του και απέναντι στις κάθε λογής περιστάσεις και απέναντι στον Θεό, είναι ειρηνικός και με τη γη και με τον ουρανό. Η ταπείνωση έχει πάρει το όνομά της από την ειρήνη που γεννά στην καρδιά μας. Την κατάσταση της ηρεμίας, της χαράς και της μακαριότητας, που προκαλείται μέσα μας από την αρετή, την ονομάζουμε τα­πείνωση. Όταν θέλουμε μαζί με την κατάσταση να δεί­ξουμε και την πηγή της, τότε κάνουμε λόγο για ταπεινοφροσύνη.

Μη σκεφθείτε, αγαπητοί αδελφοί, ότι ο ορισμός που δώσαμε στην ταπεινοφροσύνη, περιγράφοντάς την ως την ορθή αντίληψη του ανθρώπου για την ανθρώπινη φύση, γενικά, και για τον εαυτό του, ειδικά, είναι αυθαί­ρετος. Ο ίδιος ο Κύριος την όρισε έτσι, λέγοντας: «Θα γνωρίσετε την αλήθεια, και η αλήθεια θα σας ελευθερώσει» (Ιω. 8:32). Τι είναι αυτή η ελευθερία, η πνευματική ελευ­θερία, που παρέχεται από την αλήθεια, αν όχι η ευλο­γημένη ειρήνη της καρδιάς, αν όχι η αγία ταπείνωση, αν όχι η ευαγγελική ταπεινοφροσύνη; Η θεία αλήθεια είναι ο Κύριός μας Ιησούς Χριστός (Βλ. Ιω. 14:6). Εκείνος διακήρυξε: «Μάθετε από μένα», από τη θεία Αλήθεια, «ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά, και θα βρείτε ανάπαυ­ση στις ψυχές σας» (Ματθ. 11:29). Η ταπεινοφροσύνη είναι τρόπος σκέψεως του ανθρώπου εμπνευσμένος από τη θεία Αλή­θεια [“Το στόμα του ταπεινόφρονα λέει την αλήθεια”, σημειώνει ο όσιος Μάρκος ο Ασκητής, (Περί νόμου πνευματικού Κεφάλαιο Σ’, θ’)]. Η έπαρση είναι θλιβερή και ολέθρια αυταπάτη, είναι θανάσιμη πλάνη, με την οποία η τυφλωμένη ανθρώπινη φύση ξεγελά τον εαυτό της και ξεγελιέται από τους δαίμονες.

Λανθασμένες είναι οι κρίσεις και οι εκτιμήσεις του υπερόπτη. Τον εαυτό του τον θεωρεί αυθύπαρκτο ον, όχι πλάσμα του Θεού. Την επίγεια ζωή την αισθάνεται ατέλειωτη. Τον θάνατο δεν τον συλλογίζεται. Στην αιωνιότητα δεν πιστεύει. Η θεία πρόνοια γι’ αυτόν είναι ανύπαρκτη. Ως κυβερνήτη του κόσμου αναγνωρίζει την ανθρώπινη λογική. Όλες οι σκέψεις του σέρνονται στη γη. Τη ζωή του την έχει προσφέρει θυσία στον κόσμο τούτο, στον οποίο επιθυμεί να εγκαθιδρύσει τη διαρκή απόλαυση μέσω της αμαρτίας. Αυτή ακριβώς είναι η άλο­γη και μάταιη επιδίωξη των τυφλωμένων Φαρισαίων και Σαδδουκαίων.

Τον ταπεινόφρονα άνθρωπο, απεναντίας, στον δρό­μο της επίγειας ζωής τον συνοδεύει η μνήμη του θανά­του, διδάσκοντάς τον να ενεργεί σε κάθε περίσταση με το βλέμμα του στραμμένο στην αιωνιότητα και επιδρώντας ευεργετικά σ’ όλα του τα έργα. Ο ταπεινός εργάζεται για την αρετή, όχι για την ικανοποίηση παθών, και γι’ αυτό ό,τι κάνει είναι ωφέλιμο για τους συνανθρώπους του. Ο ταπεινός βλέπει τον εαυτό του σαν έναν ασήμαντο κόκκο μέσα στο σύμπαν, μέσα στους αιώνες, μέσα στις γενιές και τα γεγονότα που πέρασαν και που έρχονται. Ο νους και η καρδιά του ταπεινού δέχονται πρόθυμα τη χριστιανική αλήθεια και προοδεύουν σταθε­ρά στις χριστιανικές αρετές. Ο νους και η καρδιά του τα­πεινού βλέπουν και αισθάνονται την πτώση της ανθρωπίνης φύσεως, γι’ αυτό μπορούν ν’ αναγνωρίσουν και να δεχθούν τον Λυτρωτή.

Η ταπεινοφροσύνη δεν αναγνωρίζει αξία στην πε­σμένη ανθρώπινη φύση. Βλέπει τον άνθρωπο ως κορυ­φαίο θείο δημιούργημα, αλλά βλέπει και την αμαρτία που έχει διαποτίσει και δηλητηριάσει όλη την ύπαρξή του. Η ταπεινοφροσύνη αναγνωρίζει το μεγαλείο του πλάσματος του Θεού, αλλά συγχρόνως διαπιστώνει και την παραμόρφωσή του από την αμαρτία. Γι’ αυτή τη συμ­φορά θλίβεται συνέχεια. Βλέπει τη γη σαν έναν τόπο εξορίας του ανθρώπου και τον βιάζει να επιστρέψει με τη μετάνοια στον ουρανό, που τον έχασε με την έπαρση.

Η έπαρση, απεναντίας, που προκάλεσε την πτώση και την καταστροφή της ανθρωπότητας, δεν βλέπει και δεν αναγνωρίζει πτώση και παραμόρφωση στην ανθρώ­πινη φύση· βλέπει μόνο αξία, ωραιότητα, τελειότητα. Ακόμα και τα νοσήματα της ψυχής, τα πάθη, τα θεωρεί προσόντα. Μια τέτοια θεώρηση της ανθρωπίνης φύσεως κάνει τον Λυτρωτή τελείως περιττό.

Η όραση των υπερηφάνων είναι τυφλότητα, ενώ η τυφλότητα των ταπεινών είναι ικανότητα για θέαση της αλήθειας. Αυτό είναι το νόημα των λόγων του Κυρίου: «Ήρθα για να φέρω σε κρίση τον κόσμο, έτσι ώστε αυτοί που δεν βλέπουν να βρουν το φως τους, κι εκείνοι που βλέπουν ν’ αποδειχθούν τυφλοί». Οι ταπεινοί δέ­χονταν τον Κύριο και φωτίζονταν από το θείο φως Του. Οι υπερήφανοι, ικανοποιημένοι με τον εαυτό τους, Τον απέρριπταν και βυθίζονταν ακόμα περισσότερο στο σκοτάδι με την άρνηση και τη βλασφημία του Θεού.

Λάμπουν ζωηρά μέσα στον καθαρό ουρανό της νύ­χτας τ’ αναρίθμητα αστέρια, παραβγαίνοντας ποιο θα στείλει στη γη περισσότερο φως. Μόλις, όμως, ξεπρο­βάλει ο ήλιος, όλα τ’ αστέρια γίνονται άφαντα σαν ανύπαρκτα, αν και στην πραγματικότητα παραμένουν στις θέσεις τους. Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με τις ανθρώπινες αρετές: Όταν συγκρίνονται μεταξύ τους, έχουν κάποιο φως. Εξαφανίζονται, όμως, μπροστά στην απόλυτη αρετή, μπροστά στο φως της Θεότητας.

Ο απόστολος, μιλώντας για τις αρετές του δίκαιου Αβραάμ, λέει ότι ο πατριάρχης «μπορούσε να καυχηθεί, όχι όμως απέναντι στον Θεό… Ο Αβραάμ πίστεψε στον Θεό, και γι’ αυτή του την πίστη ο Θεός τον αναγνώρισε δίκαιο» (Ρωμ. 4, 2-3). Έτσι έπρεπε να κάνουν οι Φαρισαίοι, που καμάρωναν για την καταγωγή τους από τον Αβραάμ, αλλά είχαν αποξενωθεί πνευματικά απ’ αυτόν. Σε αντίθεση με τον Αβραάμ, θέλησαν να διατηρήσουν τις νομιζόμενες αρετές του «παλαιού ανθρώπου», κι έτσι έγι­ναν ανίκανοι ν’ αποκτήσουν αυτογνωσία και θεογνωσία. Άκουσαν, λοιπόν, τη φοβερή ετυμηγορία του Κυρίου: «Αν ήσασταν τυφλοί», αν, δηλαδή, αναγνωρίζατε την πνευματική σας τυφλότητα, «δεν θα ήσασταν ένοχοι· τώρα, όμως», όντας τυφλοί, «λέτε με βεβαιότητα ότι βλέ­πετε· η ενοχή σας, λοιπόν, παραμένει»· παραμένει, γιατί την αποδεχθήκατε και τη χαράξατε μέσα σας με την αμφιβολία σας.

Μαθητής των Φαρισαίων ήταν στα νεανικά του χρό­νια ο άγιος απόστολος Παύλος. Όπως ο ίδιος διηγείται, για να μας διδάξει, ήταν «Εβραίος γέννημα θρέμμα» και «ως προς την ερμηνεία του νόμου Φαρισαίος». «Ήμουν άμεμπτος», λέει, «σε ό,τι αφορά την τήρηση του νόμου. Αυτά, όμως, που άλλοτε ήταν για μένα πλεονεκτήματα, τώρα με την πίστη στον Χριστό τα βλέπω σαν μειονε­κτήματα. Πραγματικά, όλα εξακολουθώ να τα θεωρώ μει­ονεκτήματα σε σχέση με το ασύγκριτα ανώτερο αγαθό που κέρδισα, γνωρίζοντας τον Ιησού Χριστό, τον Κύριό μου»  (Φιλιπ.3, 5-8).

Αγαπητοί αδελφοί! Ας μιμηθούμε τον απόστολο Παύλο και τους άλλους αγίους του Θεού. Ας πλησιά­σουμε τον Κύριο, έχοντας απορρίψει τελείως την κατα­στρεπτική έπαρση και έχοντας εγκολπωθεί την ταπείνω­ση. Μέσω της ταπεινώσεως ας προσκολληθούμε στον Πλάστη μας. Με την ταπείνωση ας ελκύσουμε την προ­σοχή και την ευσπλαχνία του Θεού μας, που είπε: «Σε ποιον θα ρίξω το βλέμμα μου, παρά στον ταπεινό, στον ήσυχο, σ’ εκείνον που τρέμει τα λόγια μου;» (Ησ. 66:2).  Βλέ­ποντας και αναγνωρίζοντας τις αμαρτίες μας, ας συμπεριλάβουμε τον εαυτό μας στους αμαρτωλούς, τους αγαπημένους του Θεού. Απορρίπτοντας την έπαρση, ας δια­χωρίσουμε τον εαυτό μας από τους ψευτοδικαίους, για να μη μας αποστραφεί ο Θεός, που είπε: «Δεν ήρθα να καλέσω σε μετάνοια τους δικαίους, αλλά τους αμαρτω­λούς» (Ματθ. 9:13). Με την ταπείνωση η καρδιά μας ας γίνει πνευ­ματικό θυσιαστήριο του Θεού και ο θύτης, ο νους μας, ας προσφέρει σ’ Εκείνον θυσίες πνευματικές, ας προ­σφέρει τη θυσία της κατανύξεως, τη θυσία της μετάνοι­ας, τη θυσία της Εξομολογήσεως, τη θυσία της προ­σευχής, τη θυσία της ευσπλαχνίας, εμπλουτίζοντας κα­θεμιάν απ’ αυτές τις θυσίες με την ταπεινοφροσύνη· για­τί «ο Θεός δεν θα περιφρονήσει μια καρδιά γεμάτη συν­τριβή και ταπείνωση» (Ψαλμ. 50:19). Αμήν.

(Πηγή: “Ασκητικές ομιλίες Α’” Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ, επισκόπου Καυκάσου και Μαύρης Θάλασσας, Εκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου, Ωρωπός Αττικής)

alopsis.gr 

Ἀποτυγχάνουμε, γιατί πάντα ἀποφασίζουμε ἔχοντας ἐμπιστοσύνη στόν ἑαυτόν μας

Ὁ Χριστός εἶπε: “χωρίς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν” (Ἰωάν. 15,5). Φυσικά ὅταν λέει “οὐδέν” ἐννοεῖ οὐδέν, τίποτα.

Γι’ αὐτό εἶναι λάθος νά λέμε:

– Ἀπό αὔριο θά τό κόψω αὐτό τό πάθος, δέν θά τά ξανακάνω. Εἶναι λάθος! Πρέπει νά ποῦμε:

– Μέ τή δύναμη τοῦ Θεοῦ, μέ τή Χάρη τοῦ Θεοῦ, μέ τή βοήθεια τοῦ Θεοῦ, τῆς Παναγίας καί τῶν Ἁγίων, δέν θά τό ξανακάνω. Γι’ αὐτό ἀποτυγχάνουμε ξέρετε, γιατί πάντα ἀποφασίζουμε ἔχοντας ἐμπιστοσύνη στόν ἑαυτόν μας, δίχως νά παίρνουμε βοηθό τόν Θεό.

Ἱερομ. Σάββα Ἁγιορείτου (Ὁμιλία 12 – 6 – 2010)

hristospanagia.gr

Δέν πρέπει νά πολυλογοῦμε. Νά ἀφιερώνουμε πολύ χρόνο στήν προσευχή.

Ἐάν οἱ συζητήσεις εἶναι κουτσομπολιό, φλυαρία, περί ἀνέμων καί ὑδάτων, ἄφησέ τους. Δέν θά κάνεις τέτοιες κουβέντες.. Δέν πρέπει νά ἀργολογοῦμε, ὅπως λέει καί ὁ Χριστός μας. Δέν λέει «θά δώσετε λόγο», λέει, «γιά κάθε ἀργό λόγο» (Ματθ. 12,36); Γιά κάθε ἀργό, δηλαδή γιά κάθε λόγο πού δέν μᾶς βοηθάει στή σωτηρία μας. Αὐτός εἶναι ὁ ἀργός λόγος. «Τί καιρό κάνει;… Τί φαΐ ἔχει;.. Ἀργοί λόγοι…». 

Ἄν θέλουμε νά ποῦμε κάτι, νά ποῦμε κάτι γιά νά βοηθήσουμε στή μετάνοια, στή σωτηρία, στή διόρθωση τοῦ ἑαυτοῦ μας καί τοῦ ἄλλου. Νά ποῦμε κάτι πού διαβάσαμε πνευματικό, κάτι πού ἀκούσαμε ἀπό τόν λόγο τοῦ Θεοῦ, ἀπό ἕνα κήρυγμα. Ἐάν εἶναι ὠφέλιμα τά λόγια, τότε νά ἀκούσεις καί νά πεῖς καί ἐσύ κάτι ὠφέλιμο.

Ὡστόσο, ὅσο καλά και ἄν εἶναι τά λόγια, καί τά ἀκοῦς καί τά λές, νά μή λές πολλά, νά μή καθίσεις πολλή ὥρα στή συζήτηση, σύντομα κόψε τή συζήτηση καί ἀναπαύεσαι. Γιατί ἀπό τά πολλά λόγια, ἀκόμα καί τά πνευματικά, δέν θά ξεφύγουμε τήν ἁμαρτία. Ὅταν λές πολλά, ἀκόμα καί πνευματικά.

Δέν πρέπει νά πολυλογοῦμε. Νά ἀφιερώνουμε πολύ χρόνο στήν προσευχή.

~Ἱερομονάχου Σάββα Ἁγιορείτου (Ὁμιλία 10 – 7 – 2018)

hristospanagia.gr 

Άγιος Επιφάνιος Κύπρου: «Η άγνοια της αγίας Γραφής είναι μεγάλος γκρεμός και βαθύ χάσμα»

13. Ο μακάριος Επιφάνιος έλεγε: «Είναι απαραίτητο να αποκτούν, όσοι μπορούν, τα χριστιανικά βιβλία. Και μόνο που τα βλέπουμε τα βιβλία, μας κάνουν πιο διστακτικούς προς την αμαρτία αλλά και μας παρακινούν να ανοίγουμε τα μάτια όλο και περισσότερο προς το θέλημα του Θεού».

14. Είπε πάλι: «Μεγάλη ασφάλεια για την αποφυγή της αμαρτίας είναι η ανάγνωση της αγίας Γραφής».

15. Είπε επίσης: «Η άγνοια της αγίας Γραφής είναι μεγάλος γκρεμός και βαθύ χάσμα».

16. Είπε ακόμη: «Το να αγνοούν οι άνθρωποι εντελώς τους θείους νόμους είναι μεγάλη προδοσία της σωτηρίας».

Απόσπασμα από το βιβλίο: Το Μέγα Γεροντικόν, Τόμος Α΄. εκδ. Ιερό Ησυχαστήριο «Το Γενέσιον της Θεοτόκου».

Αποφθέγματα των Πατέρων. Α΄. Προτροπή των Αγίων Πατέρων για πρόοδο προς την τελειότητα. § 1-32.

Μπορείτε να διαβάσετε και τα υπόλοιπα αποφθέγματα των Πατέρων εδώ: Το Μέγα Γεροντικόν.

greekdownloads.wordpress 

Παρασκευή 30 Ιανουαρίου 2026

Οι Τρεις Ιεράρχες ως υπόδειγμα αληθείας, αγάπης και κοινωνίας (Αρχ. Κύριλλος Κωστόπουλος, Ιεροκήρυκας Ι. Μ. Πατρών)

«Τους τρεις μεγίστους φωστήρες της τρισηλίου Θεότητος» εορτάζει η Εκκλησία και η Παιδεία αυτές τις ημέρες.

Σοφία και αγιότητα διέθεταν και οι Τρεις, γι᾽ αυτό και έγιναν αιώνιες προσωπικότητες. Σε αυτές ενσαρκώθηκε το «κατ᾽εικόνα» και «καθ᾽ ομοίωσιν» του πλασμένου και εν Χριστώ αναγεννημένου ανθρώπου.

Όπως τα ουράνια σώματα λαμβάνουν το φως τους από τον ήλιο, κατά παρόμοιο τρόπο και οι Τρεις αυτοί άγιοι Πατέρες, Βασίλειος ο Μέγας, Γρηγόριος ο Θεολόγος και Ιωάννης ο Χρυσόστομος,  έλαβαν το άκτιστο Θείο Φως από την πηγή της Τρισηλίου Θεότητος και φώτισαν με αυτό την οικουμένη.

Αναφερόμενη ο ορθόδοξος θεολογία στον Τριαδικό Θεό λέγει ότι ο Πατήρ είναι ο νους, ο Υιός είναι ο λόγος και το Άγιο Πνεύμα είναι η καρδία, η οποία ενώνει τα Τρία Πρόσωπα σε μία κοινωνία αγάπης. Οικονομικώς θα μπορούσαμε κατ᾽ αντιστοιχίαν να πούμε το ίδιο και για τους Τρεις προαναφερθέντες Πατέρες, οι οποίοι παρουσιάσθηκαν στον επίσκοπο Ευχαίτων Ιωάννη ως ομού δοξαζόμενοι στην Βασιλεία του Θεού, αποτελώντας μία τριαδική κοινωνία αγάπης, στην οποία ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος είναι ο νους, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος είναι ο λόγος και ο Μ. Βασίλειος είναι η καρδία.

Ο Άγιος Γρηγόριος, ο «νους»,  έλαβε την προσωνυμία Θεολόγος, διότι η ζωή του ήταν μυστική και κρυμμένη εν Χριστώ και κατ᾽ αυτόν τον τρόπο συνέλαβε στο βάθος του κεκαθαρμένου νου του την οντολογική έννοια του Τριαδικού δόγματος, την οποία και δίδαξε, αφού πρώτα την βίωσε ο ίδιος.

Η ζωή του ήταν θεολογική. Και αυτό σημαίνει ότι ήταν απόλυτα ταυτισμένη με το θέλημα του Θεού. Έτσι αγάπησε τον Θεό υπαρξιακά και τον συνάνθρωπο οντολογικά. Πονούσε καρδιακά, όταν έβλεπε να πολεμήται είτε ο ίδιος είτε ο συνάνθρωπος από τον εχθρό του ανθρώπου, τον διάβολο. Και αυτός ο πόνος εκφραζόταν στην ποίησή του, όπου ως προσευχητικό παράπονο απευθυνόταν στον Θεό, ζητώντας την βοήθειά Του. Όλα αυτά φανερώνουν ότι ήταν οντολογικά Θεολόγος, ο οποίος είχε δεχθή και ενθρονίσει στην καρδία του τον Τριαδικό Θεό και εκινείτο από Αυτόν και στους λόγους, αλλά και στα έργα του.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ως «λόγος», είχε και αυτός την θεολογία και την φλεγομένη καρδία, αλλά διακρίθηκε κυρίως για τον Χριστοκεντρικό ρητορικό του λόγο. Ο Τριαδικός Θεός χρησιμοποίησε αυτόν τον Άγιο Πατέρα ως «στόμα» της όλης Εκκλησίας. Μέσα από αυτόν εξήλθε η ερμηνεία της αποκαλυφθείσης Αληθείας. Αν δεν υπήρχε αυτή η ερμηνευτική πηγή, η οποία εξήλθε από τον λόγο του ιερού Χρυσοστόμου, δύσκολα όλα τα άλλα μέλη της Εκκλησίας θα είχαν ερμηνεύσει την Ευαγγελική αλήθεια. Δεν θα ήταν δυνατόν να μεταφερθή με τέτοιο γλυκύ και ελκυστικό τρόπο, ώστε να γίνη κτήμα του αγωνιζομένου πιστού λαού του Θεού. Για να το κατορθώση, όμως, αυτό ο ιερός Πατήρ αγωνίσθηκε σκληρά από μικράς ηλικίας και έδωσε όλον τον εαυτόν του στον Θεό.

Τέλος, ο Μ. Βασίλειος, ως «καρδία», ήταν αδιαμφισβήτητα και αυτός ένας από τους μεγαλύτερους θεολόγους. Ωστόσο, διέθετε μία καρδία, η οποία συμπονούσε μυστικώς και τον πόνο αυτόν τον εξέφρασε με την ασκητική του ζωή και το δόσιμό του προς τον συνάνθρωπο. Ξεκινούσε από την ασκητική του ζωή, ως προσφορά του όλου εαυτού του στον Θεό και από εκεί πορευόταν στην θυσιαστική αγάπη προς τον πλησίον. Δεν μπορείς να αγαπήσης θυσιαστικώς τον συνάνθρωπο και να δοθής σε αυτόν, εάν προηγουμένως δεν έχης δώσει μέσω της ασκήσεως όλον τον εαυτόν σου στον Θεό, για να τον οδηγήση όπως Εκείνος θέλει. Ο Μ. Βασίλειος το κατόρθωσε αυτό με την από νεαροτάτης ηλικίας ασκητική ζωή του. Κατόρθωσε δηλαδή, με την βοήθεια που έδωσε στον συνάνθρωπο, κατ᾽ αρχήν μέσω του αγιοπνευματικού λόγου του και της αγιοπνευματικής ζωής του και κατόπιν μέσω των έργων του, με κορυφαίο το συγκρότημα αγάπης που ονομάσθηκε «Βασιλειάδα», να γίνη μία καρδιά που εφλέγετο από θείο έρωτα και από βαθυτάτη αγάπη προς τον πλησίον.

Οι τρεις αυτοί Πατέρες της Εκκλησίας κατάφεραν να παρουσιάσουν σε όλον τον κόσμο και σε όλους τους αιώνες ποιος είναι ο Τριαδικός Θεός και με ποιο τρόπο η πίστη σε Αυτόν τον ένα και αληθινό Θεό γίνεται βίωμα και πορεία προς την αιωνιότητα. Κατεστάθησαν με αυτόν τον τρόπο «οι φωστήρες της Τρισηλίου Θεότητος», οι τρεις στύλοι, οι οποίοι στήριξαν το οικοδόμημα, το οποίο λέγεται δογματική διδασκαλία και πνευματική ορθόδοξος εκκλησιαστική ζωή.

Εορτάζοντας αυτές τις ημέρες τους τρεις αυτούς Πατέρες επικεντρώνουμε την σκέψη μας κυρίως στο ότι αυτοί συνέδεσαν την Αρχαία Ελληνική Γραμματεία με την αποκαλυφθείσα Αλήθεια, χωρίς να σκεπτώμεθα βαθύτερα ότι αυτή η σύνδεση είχε ως προϋπόθεση όλα τα προαναφερθέντα βιώματά τους.

Απομακρυνθήκαμε από το βαθύτερο νόημα του τι είναι αυτοί οι Άγιοι Πατέρες και κρατήσαμε μόνο το ότι είναι προστάτες των Γραμμάτων. Αλλά αν τους προσεγγίσουμε μόνον με αυτή τους την ιδιότητα και όχι ως πρότυπα ζωής και ολοκληρωμένες προσωπικότητες, τις οποίες πρέπει να μιμηθούμε, θα χάσουμε τον δρόμο, τον οποίον αυτοί εβάδισαν. Θα εξέλθουμε δηλαδή από τον δρόμο της αληθείας, της οντολογικής αγάπης και της κοινωνίας με τον Δημιουργό μας Θεό και τον συνάνθρωπο.

alopsis.gr 

Περί Αὐτοπεποίθησης

Ὅσο λές: «μπορῶ ἐγώ μέ τίς δυνάμεις μου, θά τά καταφέρω», λέει ὁ Θεός: «ἀφοῦ ἐχεις τόσο ἐγωισμό καί νομίζεις ὅτι μπορεῖς, κάντο». Καί δέν γί...