Τετάρτη 8 Απριλίου 2026

Γιατί ο Χριστός ίδρωσε στον κήπο με ιδρώτα που έμοιαζε με θρόμβους αίματος; (Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης)

ΜΕΛΕΤΗ ΚΖ’

Α’. Διότι προέβλεπε όλα τα πάθη που επρόκειτο να πάθη.

Β’. Διότι λυπόταν για τις αμαρτίες μας.

Γ’. Διότι προγνώριζε την αχαριστία μας.

Α’.

Σκέψου, αδελφέ, τα αίτια που προξένησαν ένα τόσο παράξενο αποτέλεσμα στον Υιό του Θεού, ώστε, ολόκληρος να στάζη ιδρώτα, που έμοιαζε με αίμα από κάθε μέρος του αγιώτατου σώματός του· «Ο ιδρώτας του έγινε σαν σταγόνες αίματος, που έπεφταν στην γη» (Λουκ. 22, 44). Και αυτά ήταν κυρίως τρία· α. Η πρόβλεψις των παθών, που επρόκειτο να πάθη· β’. η λύπη που δέχθηκε για τις αμαρτίες μας· και γ’. η πρόγνωσις της αχαριστίας μας.

Η α’, λοιπόν, αιτία ήταν η πρόβλεψις των παθών του. Και αυτό συνέβη από το εξής· από την μία μεριά ο Κύριός μας γνώριζε πάρα πολύ καλά την αξία της θεϊκής του ζωής της οποίας μία και μόνο στιγμή ήταν πολυτιμότερη από την ζωή όλων των κτισμάτων, τόσο εκείνων, που είναι στη ζωή, όσο και εκείνων, που πρόκειται να έλθουν στην ζωή. Από την άλλη μεριά προέβλεπε καθαρά και ζωντανά ζωγραφισμένα όλα τα βάσανα, όλους τους ονειδισμούς όλα τα όργανα του θλιβερού του πάθους· εννοώ μαστιγώσεις, αγκάθια, καρφιά, χολή, σταυρό· και, για να μιλήσω σύντομα, προέβλεπε όλο εκείνο το αμέτρητο πέλαγος των παθών, που επρόκειτο να τον περικυκλώση μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα, όπως έλεγε αντί γι’ αυτόν ο προφήτης Δαυίδ· «Με έζωσαν τα δεσμά του άδη και ο θάνατος μου έστησε τις παγίδες» (Ψαλμ. 17,6).

Γι’ αυτό ποιος μπορεί να καταλάβη σε τι είδος πολέμου και αγωνίας βρισκόταν η καρδιά του Ιησού μας; Και μάλιστα, διότι οι κατώτερες δυνάμεις της ψυχής του στερήθηκαν κάθε παρηγοριά τον καιρό αυτόν, γιατί δεν την επέτρεπε η θέλησις της θεότητας να μεταδοθή σ’ αυτές για να είναι τα βάσανα της θεϊκής του ανθρωπότητας ολόγυμνα και απόλυτα καθαρά. Έτσι με τον τρόπο αυτόν κρατώντας η θεότητα την χαρά στο ανώτερο μέρος της ψυχής του Κυρίου, δεν επέτρεπε να μεταδοθή ούτε μία σταλαγματιά από αυτήν στο κατώτερο και αισθητικό μέρος [Διότι είναι γνώμη των θεολόγων, ότι ο Κύριός μας έχοντας την μακάρια γνώσι και όρασι στο έπακρο και μέσα από αυτήν βλέποντας τον Θεό, όπως οι μακάριοι, χαιρόταν και αισθανόταν αγαλλίασι κατά το ανώτερο μέρος της ψυχής, δηλαδή νοερά, βρισκόμενος στα πάθη· όσον αφορά, όμως, το κατώτερο και αισθητικό μέρος της ψυχής, υπέμενε με τον φυσικό τρόπο, σαν να βρισκόταν σε δρόμο, όπως ακριβώς και οι άλλοι άνθρωποι]· γι’ αυτό και έλεγε· «Είναι λυπημένη η ψυχή μου μέχρι θανάτου» (Ματθ. 26, 38). Στον πόλεμο αυτόν και την αγωνία που συνέβη στην καρδιά του Ιησού πριν ακόμη συμβή το πάθος, έπαθε ο Ιησούς όλα τα μαρτύρια του πάθους του και τα έζησε όλα μαζί συγκεντρωμένα, ενώ στο πραγματικό του πάθος επρόκειτο να τα υποφέρη ένα ένα ξεχωριστά. Και το παράξενο είναι το εξής· ότι δηλαδή τότε στον κήπο έπαθε και εκείνα ακόμη, που δεν τα έπαθε πραγματικά στο πάθος, όπως ήταν η εγκατάλειψις της Παναγίας του Μητέρας· η σκληρή πληγή, που του άνοιξε στην πλευρά μετά τον θάνατό του ο στρατιώτης· το να μένη το αμόλυντο σώμα του άταφο τόσον καιρό· το να σφραγίσουν τον τάφο του και τα παρόμοια. Λοιπόν, η φρίκη και ο τρόμος τόσων κακών, που επρόκειτο να πάθη, σπρώχνοντας όλο το αίμα στην καρδιά του Ιησού, βρήκε εκεί, σαν ένα κάστρο, την αγάπη του προς τον Πατέρα και προς εμάς από την οποία αγάπη, επιστρέφοντας πίσω το αίμα του, βγήκε από τις φλέβες του και από όλους τους πόρους εκείνου του παναγίου σώματος και έτρεξε στην γη με την μορφή του ιδρώτα· Ιδρώτα όμως που ήταν χονδρός και έμοιαζε με αίμα· «Και ο ιδρώτας του έγινε σαν σταγόνα αίματος που έπεφτε στην γη» (Λουκ. 22, 44). Τι παράξενο άκουσμα! Ο Ιησούς η αυτοαλήθεια, λυπάται και κανείς δεν βρίσκεται να τον παρηγορήση· ο Ιησούς η αυτοανάπαυσις ιδρώνει, αγωνιά, τρομάζει, φοβάται, πονά και κανείς δεν βρίσκεται να τον συμπονέση· γι’ αυτό δίκαιο είχε να φωνάζη· «Έλπιζα ότι θα βρω κάποιον να μοιρασθή τον πόνο μου και δεν βρέθηκε· και κάποιους να με παρηγορήσουν και δεν βρήκα» (Ψαλμ. 68, 21).

Τι λες τώρα, εσύ, αμαρτωλέ, σ’ αυτό το θλιβερό θέαμα του Ιησού; Σκέπτεσαι άραγε, ότι η δική σου αγάπη ανάγκασε τον Ιησού όχι μόνο να υποφέρη εκείνα τα βάσανα, που πραγματικά τα ετοίμαζαν οι εχθροί του, αλλά να θέλη και ο ίδιος προβλέποντας τα παρόμοια βάσανα, να βασανίση από πρώτα τον εαυτό του; Σκέφτεσαι, ότι αυτός που επρόκειτο να ξαλαφρώση τα βάσανα των μαρτύρων με μία παρηγοριά υπέροχη, τώρα επιθυμεί μόνος του και επιβαρύνει τον εαυτό του με τόσα βάσανα για την δική σου αγάπη; Σκέφτεσαι, ότι ο Ιησούς και προτού ακόμη έλθη ο καιρός του πάθους του, θέλει και πίνει με τον φόβο και με την αγωνία αυτό το πικρό ποτήρι του πάθους του, χωρίς να γλυκάνη τα πάθη της φύσεώς του ούτε με μία σταγόνα χαράς, για να θεραπεύση τα πάθη της δικής σου ανθρώπινης φύσης και για να εξαλείψη από σένα τελείως τους κόπους, τους ιδρώτες, τις λύπες, τον φόβο και την αγωνία του θανάτου; Έτσι θεολογούν ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας και ο μέγας Βασίλειος και πρίν από αυτούς ο μέγας Παύλος λέγοντας· «Για να ελευθερώση εκείνους που από τον φόβο του θανάτου, ήταν υποδουλωμένοι σε όλη τους την ζωή» (Εβρ. 2, 15). Και, λοιπόν, εσύ βλέποντας τέτοιους ματωμένους ιδρώτες του λυτρωτή σου, δεν πρέπει να σκεπασθής ολόκληρος από την ντροπή, γιατί μέχρι τώρα δεν αγάπησες εκείνον, που τόσο σε αγάπησε; Δεν πρέπει να πης με τον Δαυίδ· «Κάλυψε η ντροπή το πρόσωπό μου;» (Ψαλμ. 43, 17). Γιατί δεν μιμήθηκες και συ μία φορά τον λυτρωτή σου, που βρήκε τόσους τρόπους για να υποφέρη για σένα; Έχυσες και κάποια σταγόνα από ιδρώτα, μόνο και μόνο για να αντισταθής στην αμαρτία; Έκανες και συ τέτοιον πόλεμο και αγώνα ενάντια στα πάθη, που σε εξουσιάζουν; Ή μπορείς από εδώ και πέρα να σκέφτεσαι, ότι είναι βαρειές οι θλίψεις και οι ιδρώτες και οι κόποι για τις εντολές του Χριστού, όταν βλέπης έναν Θεό βυθισμένο μέσα στους πόνους και να στάζη από κάθε μέλος ιδρώτα, που να μοιάζη με αίμα; Μη παρακαλώ, αδελφέ, μη φθάσης σε τέτοια αναισθησία, ώστε να καταπατήσης τους καταματωμένους ιδρώτες που χύνει ο Χριστός για την δική σου αγάπη, και, φοβούμενος τους κόπους γυρίσης πάλι πίσω και ζήσης την προηγούμενη αμαρτωλή ζωή σου. Αλλά ευχαρίστησε τον Κύριο, που τόσο ελεύθερα χύνει το αίμα του για την αγάπη σου, σαν να ήταν νερό, που έχει εξατμισθή και μεταβλήθηκε σε έναν παχύ και χονδρό ιδρώτα· να ντραπής που μέχρι τώρα ζητούσες τις ανέσεις σου και τις διασκεδάσεις σου μπροστά στον Κύριό σου, που τόσο βασανίζεται και τόση αγωνία έχει για σένα, όπως λέει και η παροιμία για εκείνους, που κουράζονται πολύ, ότι ίδρωσε το αίμα· και ζήτησέ του μία σταγόνα από εκείνον τον θεϊκό του ιδρώτα για παντοτινή θεραπεία των παθών σου, για δύναμι της αδυναμίας σου και για να ενισχυθής ώστε να μη φοβάσαι τίποτε το αντίθετο, ούτε αυτόν τον φοβερό θάνατο. Επειδή γι’ αυτά έχυσε ο Κύριος και τον ιδρώτα αυτόν, όπως λέει ο ιερός Θεοφύλακτος· «Αυτά υπέφερε ο Κύριος πρώτα μεν, για να αποδείξη, ότι ήταν άνθρωπος πραγματικά· αλλά και για ένα άλλον μυστικό λόγο, για να χαρίση την υγεία στην κοινή δειλία της ανθρώπινης φύσεως αφού την ξοδεύση στον εαυτό του και κάνει τον εαυτό του υπάκουο στο θείο θέλημα· και οι ιδρώτες που βγαίνουν από τον εαυτό του και πέφτουν κάτω, θα μπορούσε κανείς να πη, ότι σημαίνουν το εξής· το να ξεραίνωνται και να χάνουν την ζωντάνια τους και να απομακρύνωνται από εμάς οι πηγές της δειλίας αφού θα ανδρώνεται και θα δυναμώνη η φύσι μας εν Χριστώ».

Β’.

Σκέψου, αγαπητέ, την δεύτερη αιτία αυτού του θαυμάσιου ιδρώτα, που ήταν η λύπη, που δέχθηκε ο Χριστός για τις αμαρτίες. Γιατί και αυτές παρουσιάσθηκαν μπροστά στα μάτια του μία μία· και σ’ αυτόν τον ίδιο καιρό η καρδιά του ήταν περικυκλωμένη από όλες αυτές σαν από τόσα φίδια, γι’ αυτό και ο τρόμος και ο πόνος τον οποίο δέχθηκε γι’ αυτές ήταν μεγαλύτερος από όσους πόνους δοκίμασε ποτέ κάποιος άνθρωπος πάνω στην γη. Γιατί, αν μόνο η κακία μιας αμαρτίας είναι αμέτρητη, πόση κακία μπορει να περιέχη η άβυσσος των αμαρτιών όλων των ανθρώπων, περασμένων, παρόντων και μελλόντων; Τώρα για όλες αυτές τις κακίες πόνεσε ο Χριστός στον κήπο και πόνεσε σύμφωνα με το μέτρο της αμέτρητης αγάπης που είχε προς τον ουράνιο Πατέρα και προς εμάς για την σωτηρία μας πράγμα που κανένας νους δεν μπορεί να το καταλάβη. Γι’ αυτό κάθε αμαρτία ήταν σαν ένα κοντάρι καρφωμένο στο βάθος της καρδιάς του και του προξένησε μία πληγή σκληρότερη από εκείνες τις πραγματικές πληγές που περίμενε να του κάνουν σε όλο του το σώμα, σαν να του ήταν περισσότερο ανυπόφορες οι αμαρτίες μας και όχι ο ίδιος ο θάνατος. Γιατί προτίμησε τον θάνατο, μόνο και μόνο για να εξαφανίση εντελώς και να εξορίση από τον κόσμο αυτό το μεγάλο τέρας την αμαρτία.

Ένας παρόμοιος πόνος και μία παρόμοια λύπη δεν μπορούσε να βρεθή σε καρδιά άλλου, εκτός από την καρδιά του Ιησού Χριστού, επειδή όσοι άνθρωποι βρίσκονται σ’ αυτόν τον κόσμο δεν γνωρίζουν το μεγαλείο του Θεού· γι’ αυτό και ούτε πονούν ούτε υποφέρουν, όπως πρέπει, για τις περιφρονήσεις του Θεού· οι άγιοι, πάλι, που βρίσκονται μέσα στην θεία μακαριότητα, μολονότι και γνωρίζουν καλλίτερα το θεϊκό μεγαλείο, όμως λόγω της καταστάσεώς τους δεν μπορούν να θλίβονται και να λυπούνται. Αλλά στην περίπτωσι του Χριστού, επειδή ήταν ενωμένα η ευτυχία ως προς την ψυχή και η ιδιότητα να υποφέρη ως προς το σώμα, γι’ αυτό, ως άνθρωπος, που μπορούσε να πάθη, υπέφερε πάρα πολύ βλέποντας την περιφρόνησι του Θεού από τα δημιουργήματά του· και από αυτά τα δύο ήταν αρκετό να γνωρίση έναν απέραντο ωκεανό πόνου και λύπης· «Το ποτήρι της καταστροφής είναι μεγάλο και βαθύ» (Θρήν. 2, 13). Γι’ αυτό αυτό το μεγάλο άθροισμα των αμαρτιών όλων των ανθρώπων, όντας φορτωμένο πάνω στους τρυφερούς ώμους του Ιησού Χριστού, σαν ένα φορτίο πάρα πολύ βαρύ και με υπερβολικό όγκο και καταπλακώνοντάς τον από κάτω με υπερβολή· «Να, λέει, ο αμνός του Θεού, ο οποίος σηκώνει την αμαρτία του κόσμου» (Ιω. 1, 29)· τόσο στενοχώρησε την καρδιά του, μέχρι το σημείο να βγάλη ιδρώτες σαν αίμα από κάθε μέλος του σώματός του· «Έγινε ο ιδρώτας του σαν σταγόνες αίματος που έπεφτε πάνω στη γη» (Λουκ. 22, 44). Ω αμαρτία, αμαρτία που με το αμέτρητο βάρος σου καταβύθισες τον Υιό του Θεού μέσα σε μία θάλασσα λύπης και τον έκανες να στενοχωρήται, να λιποθυμή και να λιγοψυχή τόσο, ώστε επειδή δεν βρέθηκε άνθρωπος να τον παρηγορήση, κατέβηκε ένας άγγελος από τον ουρανό, για να τον ενισχύση· «Εμφανίσθηκε σ’ αυτόν άγγελος από τον ουρανό, για να τον ενισχύση» (Λουκ. 22, 43). Ώστε καλά σε είχε προβλέψει ο προφήτης Ζαχαρίας σαν ένα πολύ μεγάλο μολύβι, εξ αιτίας του βάρους που προξενεί σ’ εκείνους που το βαστάζουν· «Τότε το στρογγυλό μολυβένιο καπάκι σηκώθηκε και μία γυναίκα καθόταν μέσα στο κοφίνι και είπε (ο άγγελος δηλαδή) αυτή είναι η ασέβεια» (Ζαχ. 5, 7).

Τώρα, εσύ, αδελφέ, που μελετάς αυτά, σκέψου πόσο μέρος από αυτό το βαρύ φορτίο του Ιησού προήλθε από τις δικές σου αμαρτίες και να αισθανθής ντροπή για το μαρτύριο, που προξένησες σ’ αυτόν, που γνώρισε από πρώτα τις κακίες σου· διότι όση ευχαρίστησι αισθανόσουν εσύ, όταν έκαμνες την αμαρτία, τόσο αντίστοιχο πόνο και θλίψι έδινες στον Ιησού, όταν την προέβλεπε, στον κήπο. Έτσι, αν εσύ αμάρτανες λιγότερο, και ο Κύριος κατόπιν θα λυπόταν και θα υπέφερε λιγότερο· λοιπόν, ευχαρίστησέ τον χίλιες φορές για την αγάπη, με την οποία φορτώθηκε τις αμαρτίες σου και σε συμπάθησε, μολονότι δεν ήσουν άξιος συμπάθειας λέγοντας και συ προς αυτόν μαζί με τον Ιώβ· «Βάρος είμαι για σένα» (Ιώβ 7, 20). Και επειδή αυτός έκλαψε τις αμαρτίες σου με δάκρυα από αίμα, όπως αναφέρεται· «Ο οποίος κατά τις ημέρες της επίγειας ζωής του, έκανε προσευχές και παρακλήσεις με κραυγή δυνατή προς εκείνον, ο οποίος μπορούσε να τον σώση από τον θάνατο» (Εβρ. 5, 7), παρακάλεσέ τον να σου δώση χάρι να τις κλάψης κι εσύ με δάκρυα κατανύξεως πριν να έλθη ο καιρός για να κριθής, γνωρίζοντας εκείνο που αναφέρει ο Ησαΐας· «Αφήστε με και μη προσπαθήτε να με παρηγορήσετε· θα κλάψω πικρά» (Ησαΐας 22, 4).

Γ.

Σκέψου, αδελφέ, την τρίτη αιτία αυτής της βροχής του ιδρώτα του Ιησού, ο οποίος ιδρώτας έμοιαζε με αίμα, που ήταν η πρόγνωσις της αχαριστίας του. Αν όλοι οι άνθρωποι μπορούσαν να ανταποκριθούν με μία ευχάριστη καρδιά στην αγάπη και στα πάθη του Ιησού Χριστού, δεν υπάρχει αμφιβολία, ότι αυτός θα δεχόταν από αυτό μία πάρα πολύ μεγάλη αφορμή παρηγοριάς στις θλίψεις του, και, μπορούμε να πούμε, ότι το πέλαγος της λύπης του πάθους του θα μπορούσε να γίνη τότε ένα πέλαγος από γάλα. Επειδή, όμως, σχεδόν όλοι οι άνθρωποι, τόσο αυτοί που είναι άπιστοι, όσο και αυτοί που απέτυχαν ως χριστιανοί, έδειξαν μία αχάριστη διάθεσι σε μία τόσο μεγάλη αγάπη και στα πάθη του Ιησού, γι’ αυτό η πρόγνωσις της τόσο μεγάλης αχαριστίας του τόσου αναρίθμητου πλήθους των ανθρώπων, πρόσθεσε μία αμέτρητη λύπη στην καρδιά του λυτρωτή, γιατί γνώριζε από πριν, ότι κοντά στους τόσο αχάριστους επρόκειτο να είναι χωρίς ωφέλεια το πάθος του και το αίμα, που επρόκειτο να χύση για την ελευθερία τους, αυτό αντίθετα επρόκειτο να γίνη αιτία να γραφή αυστηρότατα η απόφασις της καταδίκης τους. Γι’ αυτό και με παράπονο έλεγε μαζί με τον Δαυίδ· «Ποια ωφέλεια θα υπάρξη αν χυθή το αίμα μου και αν κατέβω στον τάφο;» (Ψαλμ. 29, 11). Αυτός γνώριζε από πριν, ότι πεθαίνη για τους εχθρούς του και τέτοιους εχθρούς που δεν θέλουν ποτέ να συμφιλιωθούν μαζί του, αλλά θέλουν και επιθυμούν να είναι αιώνιοι εχθροί του. Αυτός γνώριζε από πριν, ότι για τέτοιους εχθρούς επρόκειτο όλες οι θεϊκές του φλέβες να αδειάσουν από το αίμα του· ότι για χάρι τους επρόκειτο να βυθισθή σε έναν κατακλυσμό από ονειδισμούς και βάσανα και, με λίγα λόγια, αυτός γνώριζε από πριν, ότι για τέτοιους αχάριστους αμαρτωλούς επρόκειτο να ξοδευθούν τόσο πολύτιμα αντιφάρμακα των παθών του και του θανάτου του άδικα και ανώφελα, διότι αυτοί από δική τους ευθύνη δεν ήθελαν να βοηθηθούν από αυτά – και να σωθούν, λόγω της ψυχρότητος της πίστεως και της αγάπης τους, αλλά ήθελαν να κολασθούν. Ώστε ποιος μπορει να καταλάβη πόση μεγάλη στενοχώρια και λύπη έβαλε στην καρδιά του Ιησού η πρόγνωσις όλων αυτών; Ποιος μπορεί να καταλάβη πόση λύπη πρόσθεσε στον Κύριο ο συλλογισμός αυτός ότι, δηλαδή, άδικα υποφέρει τόσους κόπους και πόνους και χωρίς ελπίδα να επιτύχη τον σκοπό εκείνον, για τον οποίον υπέφερε, που ήταν η σωτηρία όλων των ανθρώπων και η δόξα του Θεού; Γι’ αυτό και προλαβαίνοντας είπε μαζί με τον προφήτη Ησαΐα· «Εγώ έκανα την σκέψι, ότι άδικα κουράσθηκα και ανώφελα εξάντλησα την δύναμί μου» (Ησαΐας 49, 4). Ποιος μπορεί να φαντασθή πόσο του κακοφαινόταν να υποφέρη τόσο και να βασανίζεται σαν μία μητέρα με αμέτρητους πόνους για μία γέννα και κατόπιν να γεννά ένα νεκρό παιδί; Λοιπόν, για όλα αυτά είχε δίκαιο ο Ιησούς να έχη τόση αγωνία, ώστε να ιδρώση το αίμα· «Και επειδή περιέπεσε σε αγωνία, προσευχόταν θερμότερα και έγινε ο ιδρώτας του σαν σταγόνες αίματος, που έπεφταν στην γη» (Λουκ. 22, 44).

Τώρα εσύ, αγαπητέ, φαντάσου και σ’ αυτήν την ταλαιπωρία του Ιησού, πόσο είναι το μέρος που του πρόσφερες κι εσύ, και ποια ευχαριστία έδειξες στην αγάπη του ή ποιο κέρδος έβγαλες μέχρι τώρα από τους κόπους του; Εσύ αμέσως μόλις βγήκες από το θεϊκό λουτρό, που ο ίδιος με το αίμα του σου γνώρισε στην αγία εξομολόγησι, γύρισες πίσω, για να μολυνθής πάλι με τους προηγούμενους μολυσμούς και με τις συνήθεις σου παρανομίες. Όλα τα μέλη του Ιησού Χριστού μαρτυρούν την αγάπη, που σου έδειξε αυτός και που αντίστροφα όλα τα μέλη του Ιησού είναι μάρτυρες της αχαριστίας που έδειξες σ’ αυτόν. Εκείνο το Αίμα, που έγραψε στα μέλη του την αγάπη του προς εσένα, αυτό το ίδιο γράφει σ’ αυτά και την κακή ανταπόκρισι της αχαριστίας σου· και με όλα αυτά εσύ πάλι και πάλι ευχαριστιέσαι να ζης στην συνέχεια την προηγούμενη κακή σου ζωή και επιθυμείς να ζημιώνης παρά να υπηρετής με ψυχρότητα έναν κύριο, στον οποίο έχεις χρέος να προσφέρης το λιγώτερο ιδρώτα αντί ιδρώτα και αίμα αντί αίματος.

Ώστε, πρέπει να ντραπής πολύ, αδελφέ, για την προηγούμενη αχαριστία σου και στο εξής δώσε υπόσχεσι να φανής ευχάριστος στον Θεό και για εκπλήρωσι της ψυχρότητάς σου πρόσφερε αυτό το ίδιο αίμα του Ιησού Χριστού, το τόσο θερμό και τόσο ποθητό, το οποίο σαν μορφή ιδρώτα τρέχει από όλα τα μέλη του πρόθυμα, ως σμύρνα εκλεκτή, για να θεραπεύση τις πληγές σου και να σε απομακρύνη τόσο από την αμαρτία, ώστε να μη βρεθή πάνω σου κανένας μολυσμός ψυχής και σώματος. Γιατί αυτός ήταν και ο τελικός του σκοπός, να χύση ο Κύριος και τον ιδρώτα και το αίμα του, να καθαρίση την εκκλησία και να την κάνη ωραία και χωρίς κηλίδα, χωρίς να έχη καμμία ακαθαρσία και ρυτίδα, όπως λέει ο θείος Παύλος· «Ο Χριστός αγάπησε την εκκλησία και παρέδωσε τον εαυτό του γι’ αυτήν, για να την αγιάση, αφού την καθάρισε με το λουτρό του ύδατος για να παρουσιάση στον εαυτό του ένδοξη την εκκλησία, χωρίς να έχη κηλίδα ή ρυτίδα ή κάτι άλλο από τα παρόμοια, αλλά να είναι αγία και άψογη» (Εφεσ. 5, 25).

(«ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ» ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΔΗΜΟΥ ΤΟΥ ΑΓΙΟΡΕΙΤΟΥ, Έκδοσις Συνοδία Σπυρίδωνος Ιερομονάχου, Νέα Σκήτη Αγίου Όρους, 2008)

Συνιστούμε ανεπιφύλακτα στους επισκέπτες της ιστοσελίδος μας, το βιβλίο “ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΓΥΜΝΑΣΜΑΤΑ”, απόσπασμα του οποίου παραθέσαμε στο παρόν άρθρο, από τις εκδόσεις Νέας Σκήτης Αγίου Όρους.

alopsis.gr

Τρίτη 7 Απριλίου 2026

Μεγάλη Τρίτη: Για την πονηρή ερώτηση των Φαρισαίων σχετικά με την καταβολή φόρων στον Καίσαρα και τη θαυμαστή απόκριση του Κυρίου (Άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος)

[Υπομνηματισμός των εδαφίων Ματθ. 22, 15 – 22]

 «Τότε πορευθέντες οἱ Φαρισαῖοι συμβούλιον ἔλαβον ὅπως αὐτὸν παγιδεύσωσιν ἐν λόγῳ (: τότε πήγαν οι Φαρισαίοι στον τόπο των συσκέψεών τους και συμφώνησαν να Τον παγιδεύσουν με ερωτήσεις)» [Ματθ. 22,15].

«Τότε». Πότε δηλαδή; Όταν προπάντων έπρεπε να δείξουν κατάνυξη, όταν έπρεπε να εκπλαγούν από την φιλανθρωπία Του, όταν έπρεπε να φοβηθούν για τα μέλλοντα, όταν έπρεπε να πιστέψουν και για τα μέλλοντα, λαμβάνοντας αφορμή από τα παρόντα. Καθόσον τα όσα ειπώθηκαν, βροντοφώναζαν και για τα γεγονότα του μέλλοντος· διότι πράγματι τελώνες και πόρνες πίστεψαν, και προφήτες και δίκαιοι φονεύθηκαν, και έπρεπε από όλα αυτά να μην έχουν καμία αμφιβολία και για τη δική τους απώλεια, αλλά αντιθέτως έπρεπε και να πιστέψουν και να σωφρονίζονται. Αλλά όμως ούτε και εδώ τερματίζουν τα έργα της κακίας τους, αλλά αυτή αυξάνεται διαρκώς και προχωρούν ακόμη παραπέρα. Και επειδή δεν μπορούσαν να Τον συλλάβουν (διότι φοβόντουσαν τα πλήθη του λαού) μεταχειρίστηκαν άλλη οδό, θέλησαν δηλαδή να Τον παρουσιάσουν ως επικίνδυνο και ως υπεύθυνο δημόσιων αδικημάτων.

«Καὶ ἀποστέλλουσιν αὐτῷ τοὺς μαθητὰς αὐτῶν μετὰ τῶν Ἡρῳδιανῶν λέγοντες· διδάσκαλε, οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς εἶ καὶ τὴν ὁδὸν τοῦ Θεοῦ ἐν ἀληθείᾳ διδάσκεις, καὶ οὐ μέλει σοι περὶ οὐδενός· οὐ γὰρ βλέπεις εἰς πρόσωπον ἀνθρώπων· εἰπὲ οὖν ἡμῖν, τί σοι δοκεῖ; ἔξεστι δοῦναι κῆνσον Καίσαρι ἢ οὔ; (: Του αποστέλλουν λοιπόν τους μαθητές τους μαζί με εκείνους που ανήκαν στο κόμμα του Ηρώδη, και Του είπαν: ‘’Διδάσκαλε, γνωρίζουμε ότι είσαι ειλικρινής και αληθινός και διδάσκεις τον δρόμο του Θεού με βάση την αλήθεια και χωρίς ψέματα, και δεν σε νοιάζει τίποτε, δεν φοβάσαι κανέναν˙ διότι δεν επηρεάζεσαι από σκέψεις και ιδέες ανθρώπων, ούτε χαρίζεσαι σε πρόσωπα). Πες μας λοιπόν, τι γνώμη έχεις; Επιτρέπεται ή δεν επιτρέπεται να δώσουμε κεφαλικό φόρο στον Καίσαρα και να αναγνωρίσουμε έτσι ότι είμαστε υποτελείς και δούλοι του Καίσαρα;’’ [συμπληρωματικό σχόλιο Παν. Τρεμπέλα: Έτσι οι Φαρισαίοι σκόπευαν ή να κινήσουν την οργή του πλήθους εναντίον Του, εάν επέτρεπε την πληρωμή του φόρου, ή να Τον καταγγείλουν μέσω των Ηρωδιανών ως επαναστάτη, εάν απαγόρευε την πληρωμή του])» [Ματθ. 22, 16-17].

Καθόσον βέβαια ήσαν φόρου υποτελείς, αφού είχαν περιέλθει υπό την εξουσία των Ρωμαίων. Επειδή λοιπόν γνώριζαν ότι οι οπαδοί του Θευδά και του Ιούδα, που έζησαν πριν από Αυτόν, γι΄ αυτόν τον λόγο θανατώθηκαν, επειδή δηλαδή επιχείρησαν αποστασία, ήθελαν και Αυτόν με αυτούς τους λόγους να Τον οδηγήσουν σε μια παρομοίου είδους υποψία. Για τον λόγο αυτόν και τους δικούς τους μαθητές απέστελλαν και τους στρατιώτες του Ηρώδη, σκάπτοντας διπλό γκρεμό γύρω από τον Χριστό και θέτοντας από παντού την παγίδα τους, ώστε, οτιδήποτε και αν επρόκειτο να απαντήσει ο Ιησούς, να Τον συλλάβουν.

Εάν μεν μιλούσε υπέρ της γνώμης των Ηρωδιανών, να Τον κατήγγειλαν οι μαθητές των ίδιων των Φαρισαίων που ήταν παρόντες· εάν πάλι ομιλούσε υπέρ της γνώμης των Φαρισαίων, να Τον κατηγορούσαν οι στρατιώτες του Ηρώδη. Μολονότι βέβαια είχε πληρώσει τα δίδραχμα, αλλά δεν το γνώριζαν αυτό. Και περίμεναν να φέρει αντίρρηση και προς τους δύο, αλλά επιθυμούσαν πολύ περισσότερο να πει κάτι εναντίον των Ηρωδιανών. Για τον λόγο αυτόν, αποστέλλουν και τους μαθητές τους, ωθώντας Αυτόν, με την παρουσία αυτών, προς αυτή την κατεύθυνση, ώστε να Τον παραδώσουν στον ηγεμόνα ως τύραννο. Αυτό βέβαια και ο Λουκάς το δήλωσε υπαινισσόμενος, λέγοντας ότι Τον ρωτούσαν παρουσία του πλήθους του λαού, ώστε να έχουν πολύ περισσότερους μάρτυρες. Αλλά όμως συνέβη εντελώς το αντίθετο διότι με την παρουσία περισσότερου πλήθους θεατών απέδειξαν την ανοησία τους.

Και προσέχετε την κολακεία τους και τον καλυμμένο δόλο τους. «Διδάσκαλε, οἴδαμεν ὅτι ἀληθὴς εἶ καὶ τὴν ὁδὸν τοῦ Θεοῦ ἐν ἀληθείᾳ διδάσκεις, καὶ οὐ μέλει σοι περὶ οὐδενός (: Διδάσκαλε, γνωρίζουμε ότι είσαι ειλικρινής και αληθινός και διδάσκεις τον δρόμο του Θεού με βάση την αλήθεια και χωρίς ψέματα, και δεν σε νοιάζει τίποτε, δεν φοβάσαι κανέναν˙ διότι δεν επηρεάζεσαι από σκέψεις και ιδέες ανθρώπων, ούτε χαρίζεσαι σε πρόσωπα)», λέγουν. Πώς λοιπόν λέγατε ότι είναι πλάνος και ότι πλανά τον λαό και ότι έχει δαιμόνιο και ότι δεν είναι απεσταλμένος από τον Θεό; Πώς πριν από λίγο θέλατε να Τον φονεύσετε;

Αλλά όλα γίνονται όπως ακριβώς τα είχε υπαγορεύσει η συκοφαντική τους διάθεση. Επειδή δηλαδή πριν από λίγο Τον ρώτησαν με αυθάδεια: «ἐν ποίᾳ ἐξουσίᾳ ταῦτα ποιεῖς; (: Πες μας, με ποια εξουσία τα κάνεις αυτά;)» [Λουκ. 20, 22] και δεν έλαβαν απάντηση στην ερώτησή τους, αναμένουν να Τον εξαπατήσουν με την κολακεία τους και να τον πείσουν να πει κάτι εναντίον των νόμων που ίσχυαν και αντίθετο προς την εξουσία που κυβερνούσε. Για τον λόγο αυτόν βεβαιώνουν ότι λέγει και την αλήθεια ομολογώντας έτσι την πραγματικότητα, πλην όμως όχι με ορθή σκέψη, ούτε και με την θέλησή τους, και προσθέτουν τους λόγους  «οὐ μέλει σοι περὶ οὐδενός (: και δεν σε νοιάζει τίποτε, δεν φοβάσαι κανέναν˙δεν επηρεάζεσαι από σκέψεις και ιδέες ανθρώπων, ούτε χαρίζεσαι σε πρόσωπα)».

Πρόσεχε πώς αποκαλύπτονται θέλοντας να Τον οδηγήσουν να πει εκείνα τα λόγια, που θα Τον παρουσιάσουν αντίθετο και προς τον Ηρώδη και θα δημιουργήσει την υποψία ότι είναι τύραννος, ως αντιτιθέμενος προς τους νόμους, ώστε να Τον τιμωρήσουν ως στασιαστή και τύραννο. Διότι το «οὐ μέλει σοι περὶ οὐδενός (: και δεν σε νοιάζει τίποτε, δεν φοβάσαι κανέναν˙δεν επηρεάζεσαι από σκέψεις και ιδέες ανθρώπων, ούτε χαρίζεσαι σε πρόσωπα)» το έλεγαν υπονοώντας τον Ηρώδη και τον Καίσαρα. «Εἰπὲ οὖν ἡμῖν, τί σοι δοκεῖ; (: Πες μας λοιπόν, τι γνώμη έχεις;)». Τώρα τιμάτε και θεωρείτε διδάσκαλο εκείνον, που όταν σας μιλούσε για την σωτηρία σας Τον περιφρονούσατε και πολλές φορές Τον βρίζατε.

Επομένως παρουσιάστηκαν ως άνθρωποι που συμφωνούσαν μαζί Του. Και πρόσεχε την κακουργία τους: δεν λένε «πες μας ποιο είναι το καλό, ποιο το συμφέρον, ποιο το νόμιμο;», αλλά: «Ποια είναι η δική σου γνώμη;»· με αυτό προς ένα και μόνο απέβλεπαν, να Τον κατηγορήσουν και να Τον παρουσιάσουν ως εχθρό του άρχοντα. Και ο ευαγγελιστής Μάρκος επίσης το αποκαλύπτει αυτό και δηλώνει σαφέστερα την αυθάδειά τους και τη φονική διάθεσή τους, λέγοντας ότι αυτοί Τον ρώτησαν: «ἔξεστι δοῦναι κῆνσον Καίσαρι ἢ οὔ; δῶμεν ἢ μὴ δῶμεν; (: πες μας λοιπόν: Επιτρέπεται ή όχι να πληρώνουμε κεφαλικό φόρο στον Καίσαρα; Ναι ή όχι; Να δώσουμε ή να μη δώσουμε τον φόρο αυτό;)» [Μαρκ. 12, 14]. Έτσι ήσαν μεν γεμάτοι από θυμό και φούντωνε η συκοφαντική τους διάθεση, αλλά υποκρίνονταν υποταγή.

Τι τους απαντά λοιπόν ο Ιησούς; «Τί με πειράζετε, ὑποκριταί; (: γιατί προσπαθείτε να με εκθέσετε σε πειρασμό, υποκριτές;)» [Ματθ. 22, 18]. Βλέπεις πώς τους ομιλεί κατά τρόπο που τους ελέγχει σε μεγαλύτερο βαθμό; Επειδή δηλαδή η κακία τους ήταν ολοκληρωμένη  και ολοφάνερη, τους δίνει βαθύτερο χτύπημα, κατά πρώτον με το να προκαλέσει σύγχυση σε αυτούς και να τους αποστομώσει και δεύτερο με το φανερώσει ενώπιον όλων τα κρυφά σχέδιά τους και στη συνέχεια με το να αποκαλύψει σε όλους με ποιες διαθέσεις Τον πλησιάζουν. Αυτά δεν τα έκανε με σκοπό να μειώσει την κακία τους, ώστε να μην επιχειρούν και πάλι να Τον βλάψουν με τις ίδιες ενέργειές τους.

Μολονότι βέβαια τα λόγια τους ήσαν γεμάτα από πολλή τιμή, καθόσον και Διδάσκαλο Τον αποκαλούσαν και Τον επιβεβαίωναν ότι λέγει την αλήθεια και ότι τάχα δεν ήταν προσωπολήπτης, επειδή όμως ήταν Θεός, τίποτε από όλα αυτά δεν υπήρχε που να μην το γνώριζε. Για τον λόγο αυτόν έπρεπε και εκείνοι να αναλογίζονται ότι η επίπληξή Του δεν ήταν προϊόν στοχασμού, αλλά απόδειξη ότι γνωρίζει τις απόκρυφες σκέψεις τους.

Δε σταμάτησε όμως μέχρι την επίπληξη, αν και ήταν αρκετό και μόνο το ότι έλεγξε την σκέψη τους να καταισχύνει την πονηρία τους,  αλλά όμως δεν σταματά μέχρι εδώ, αλλά και με άλλο τρόπο τους αποστομώνει. Διότι τους λέγει: «Ἐπιδείξατέ μοι τὸ νόμισμα τοῦ κήνσου (: Δείξτε μου το νόμισμα με το οποίο πληρώνεται ο φόρος) Οἱ δὲ προσήνεγκαν αὐτῷ δηνάριον (: αυτοί λοιπόν του έφεραν ένα δηνάριο, το οποίο ως νόμισμα ρωμαϊκό έφερε επάνω την εικόνα και την επιγραφή του Καίσαρα)»· και μόλις το έδειξαν, πράγμα που πάντοτε κάνει, τους απαντά με τα ίδια τα λόγια τους και τους αναγκάζει να παραδεχθούν ότι επιτρέπεται, πράγμα που ήταν λαμπρή και φανερή νίκη. Ώστε όταν ρωτά, δεν ρωτά γιατί δεν γνωρίζει, αλλά επειδή θέλει να τους παρουσιάσει υπεύθυνους από τις δικές τους απαντήσεις. Επειδή λοιπόν τους ρώτησε «Τίνος ἡ εἰκὼν αὕτη, καὶ ἡ ἐπιγραφή; (: και τότε δείχνοντας το νόμισμα τούς λέει: Τίνος είναι αυτή η εικόνα και η επιγραφή;)» και απάντησαν ότι είναι του Καίσαρα, τους λέγει «Ἀπόδοτε οὖν τὰ Καίσαρος, Καίσαρι (: Δώστε λοιπόν πίσω στον Καίσαρα εκείνα που ανήκουν στον Καίσαρα)». Αυτό βέβαια δεν σημαίνει να δώσουν, αλλά να αποδώσουν, πράγμα που αποδεικνύεται και από την εικόνα και από την επιγραφή.

Στη συνέχεια για να μην πουν :«μας προτρέπεις να υποτασσόμαστε σε ανθρώπους;» πρόσθεσε «καὶ τὰ τοῦ Θεοῦ τῷ Θεῷ (: και στον Θεό δώστε εκείνα που ανήκουν στο Θεό. Στον Καίσαρα και στους άρχοντες ανήκουν οι φόροι και ο σεβασμός και η υποταγή  στους νόμους, εφόσον αυτά δεν σας ζημιώνουν στην ευσέβεια˙ η ψυχή σας όμως και ολόκληρο το εσωτερικό σας και όλος ο εαυτός σας ανήκουν στον Θεό)» [Ματθ. 22, 21]. Διότι είναι δυνατόν και προς τους ανθρώπους να εκπληρώνει κανείς τις υποχρεώσεις του και στον Θεό να αποδίδει, αυτά που οφείλουμε να αποδίδουμε στον Θεό.

Για τον λόγο αυτόν και ο Παύλος λέγει «ἀπόδοτε οὖν πᾶσι τὰς ὀφειλάς, τῷ τὸν φόρον τὸν φόρον, τῷ τὸ τέλος τὸ τέλος, τῷ τὸν φόβον τὸν φόβον, τῷ τὴν τιμὴν τὴν τιμήν (: αποδώστε λοιπόν σε όλους όσους κατέχουν εξουσία, ό,τι τους οφείλετε ως χρέος και καθήκον. Σε εκείνον που εισπράττει τον φόρο για τα εισοδήματα και τον κεφαλικό φόρο, αποδώστε τον φόρο. Σε εκείνον που εισπράττει τους τελωνειακούς δασμούς, αποδώστε τον τελωνειακό δασμό. Σε εκείνον που ανήκει ο βαθύς σεβασμός, αποδώστε τον βαθύ σεβασμό. Σε εκείνον που ανήκει η τιμή, αποδώστε την τιμή)» [Ρωμ. 13, 7]. Εσύ όμως όταν ακούσεις «Ἀπόδοτε οὖν τὰ Καίσαρος, Καίσαρι (: δώστε λοιπόν πίσω στον Καίσαρα εκείνα που ανήκουν στον Καίσαρα)» γνώριζε ότι ο Κύριος παραγγέλλει εκείνα μόνο, που δεν παραβλάπτουν την ευσέβεια, διότι εάν συμβαίνει κάτι τέτοιο, αυτό δεν αποτελεί οφειλή προς τον Καίσαρα, αλλά το παρόμοιο είναι φόρος και δασμός του διαβόλου.

Όταν τα άκουσαν αυτά οι Φαρισαίοι αποστομώθηκαν και θαύμασαν την σοφία Του [«Καὶ ἀκούσαντες, ἐθαύμασαν (: κι όταν άκουσαν την απάντηση, θαύμασαν)» [Ματθ. 22, 22]. Βέβαια έπρεπε να πιστέψουν και να εκπλαγούν από τα λόγια Του, καθόσον τους έδωσε δείγματα της θεότητάς Του και με το ότι τους απεκάλυψε τα μυστικά σχέδιά τους και με το ότι τους αποστόμωσε με επιείκεια. Τι λοιπόν; Πίστεψαν; Καθόλου· αλλά «ἀφέντες αὐτὸν, ἀπῆλθον (: Τον άφησαν τότε κι έφυγαν)» [Ματθ. 22, 22]· και μετά από αυτούς Τον πλησίασαν οι Σαδουκκαίοι.

ΠΗΓΕΣ:

http://khazarzar.skeptik.net/pgm/PG_Migne/John%20Chrysostom_PG%2047-64/In%20Matthaeum.pdf

Ιωάννου του Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Υπόμνημα στο Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον, ομιλία Ο΄, πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1990, τόμος 11Α, σελίδες 432-441.

Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 68, σελ. 112-116.

Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.

Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.

Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.

Π.Τρεμπέλα, Το Ψαλτήριον με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τρίτη, Αθήνα 2016

http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html

http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm

http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm

(Επιμέλεια κειμένου: Ελένη Λιναρδάκη, φιλόλογος)

alopsis.gr 

Δευτέρα 6 Απριλίου 2026

Μεγάλη Τρίτη (Αρχ. Επιφάνιος Θεοδωρόπουλος)

(Μ. ΔΕΥΤΕΡΑ ΕΣΠΕΡΑΣ)

Κατά την Μ. Τρίτην επιτελούμεν ανάμνησιν της περί των δέκα παρθένων γνωστοτάτης παραβολής του Κυρίου. Η Εκκλη­σία μας
καλεί να είμεθα έτοιμοι διά να υποδεχθώμεν, κρατούντες τας λαμπάδας των αρετών
μας, τον ουράνιον Νυμφίον, τον Κύριον Ιησούν, ο Οποίος θα έλθη αιφνιδίως, είτε
ειδικώς κατά την στιγμήν του θανάτου μας, είτε γενικώς κατά την Δευτέραν
Παρουσίαν. Επίσης μας καλεί, φέρουσα ενώπιόν μας και την παραβολήν των τα­λάντων, να καλλιεργήσωμεν και να αυξήσωμεν τα
χαρίσματα που μας έδωσεν ο Θεός.


Το «Ωρολόγιον» της
Εκκλησίας μας λέγει:

«Της των δέκα παρθένων παραβολής την ανάμνησιν ποιούμεθα σήμερον, ην ελάλησεν
ο Ιησούς μετά και άλλων τοιούτων παραβολών, ερχόμενος επί το πάθος. Διδάσκει
ημάς η παραβολή αύτη, ίνα μη, το μέγα της παρθενίας έργον κατορθούντες,
αμελώμεν των λοιπών και μάλιστα της ελεημοσύνης, δι’ ής η λαμπάς της παρθενίας
φαιδρύνεται. Έτι δε ίνα, το τέλος της ζωής ημών αγνοούντες, υπάρχωμεν πάσαν
ώραν έτοιμοι προς αυτό, ως αι φρόνιμοι παρθένοι, προς την του Νυμφίου απάντησιν,
μήποτε αιφνιδίως ελθόντος αυτού και κλεισθείσης της θύρας του ουρανίου
νυμφώνος, ακούσωμεν και ημείς, ως μωραί, την φρικτήν εκείνην απόφασιν· Αμήν
λέγω υμίν, ουκ οίδα υμάς».

Εις αυτά κυρίως τα θέματα
είνε αφιερωμένη και η υμνογραφία της ημέρας.

Ωραιότατον είνε το πρώτον
τροπάριον των αίνων:

«Εν ταις λαμπρότησι των άγιων σου πώς εισελεύσομαι ο ανάξιος; Εάν γαρ
τολμήσω συνεισελθείν εις τον νυμφώνα, ο χιτών με ελέγχει, ότι ουκ έστι του
γάμου, και δέσμιος εκβαλούμαι υπό των Αγγέλων. Καθάρισον, Κύριε, τον ρύπον της
ψυχής μου και σώσον με ως φιλάνθρωπος».

Δηλαδή: Μέσα εις την
Βασιλείαν Σου, Κύριε, όπου ακτινοβολούν οι λαμπροφορούντες άγιοί Σου, πώς θα
(δυνηθώ να) εισέλθω εγώ ο ανάξιος; Διότι εάν τολμήσω να εισέλθω μαζί με αυτούς
εις την αίθουσαν των γάμων Σου (δηλαδή εις την Βασιλείαν Σου), φανερώνει την αναξιότητά
μου το ένδυμα (της ψυχής μου), που είνε (πλήρες κηλίδων από τας αμαρτίας μου και
δια τούτο) ακατάλληλον διά τον γάμον, και τότε οι Αγγελοι θα με δέσουν και θα με
ρίψουν έξω. Αλλά, Κύριε, (Σε παρακαλώ:) καθάρισε τας κηλίδας της ψυχής μου και
σώσε με, ως φι­λάνθρωπος που είσαι.

Ας ίδωμεν και το τελευταίον
τροπάριον της Ακολουθίας αυτής:

«Ιδού σοι το τάλαντον ο Δεσπότης εμπιστεύει, ψυχή μου· φόβω δέξαι το
χάρισμα, δάνεισαι τω δεδωκότι, διάδος πτωχοίς και κτήσαι φίλον τον Κύριον ίνα
στης εκ δεξιών αυτού, όταν έλθη εν δόξη, και ακούσης μακαρίας φωνής· είσελθε,
δούλε, εις την χαράν του Κυρίου σου. Αυτής αξίωσόν με, Σωτήρ, τον πλανηθέντα,
διά το μέγα σου έλεος».

Δηλαδή: Ιδού, ω ψυχή μου, ο
Δεσπότης σου εμπιστεύεται το χάρισμα· δέξαι αυτό με φόβον δάνεισε (διά της
ελεημοσύνης) Αυτόν που σου το έδωσε (τον Χριστόν)· μοίρασε αγαθά εις τους
πτωχούς και (με την ελεήμονα δράσιν σου) απόκτησε φίλον σου τον Κύριον, διά να
σταθής εις τα δεξιά Του, όταν θα έλθη ενδόξως, και να ακούσης την μακαρίαν
φωνήν Του (να λέγη εις σε): Είσελθε, δούλε, εις την χαράν του Κυρίου σου. Αυτής
της χαράς, Σωτήρ μου, αξίωσε εμέ, που επλανήθην (εις τα σκότη της αμαρτίας)·
(Σου ζητώ αυτό,) επειδή έχεις άπειρον ευσπλαγχνίαν.

(«Περίοδος Τριωδίου» Αρχ. Επιφανίου Ι. Θεοδωροπούλου,
Ιερόν Ησυχαστήριον Κεχαριτωμένης Θεοτόκου Τροιζήνος)

alopsis.gr 

Άγιος Νικόλαος Βελιμίροβιτς. Μεγάλη Τρίτη: Η σημασία της ευαγγελικής περικοπής των δέκα παρθένων.

Στη Μαρία Ζ. που ρωτά…Πέντε σοφές και πέντε μωρές παρθένες. Διάβασε: πέντε σοφές και πέντε μωρές ανθρώπινες ψυχές. Οι σοφές είχαν τα καντήλια καθαρά και το λάδι ενώ οι μωρές μόνον τα καντήλια.

Τα καντήλια κατ’ αρχάς συμβολίζουν το σώμα και το λάδι το έλεος. Ίσως, η ελληνική λέξη «έλαιον» να έχει κάποια σχέση με τη λέξη έλεος. Από τη λέξη έλεος παράγεται και η λέξη πολυέλεος, που σημαίνει αυτόν που έχει πολύ έλεος. Ο πολυέλεος του ναού ανάβει κατά τη διάρκεια του όρθρου όταν ψέλνονται οι ψαλμοί περί του πολύ ελέους του Θεού έναντι του εκλεκτού Του λαού με την επανάληψη «ότι εις τον αιώνα το έλεος Αυτού αλληλούια» (Ψαλμ. 135:1). Οι σοφές παρθένες είχαν, λοιπόν, παρθένο σώμα με παρθένα ψυχή αλλά μαζί μ’ αυτό και μεγάλο έλεος. Έλεος απέναντι στους πιο αδύναμους από τις ίδιες, που ακόμα δεν είχαν απελευθερωθεί από τις αμαρτίες. Οι μωρές παρθένες κρατούσαν αυστηρά τη σωματική παρθενία αλλά ήταν ανελέητες και έβλεπαν περιφρονητικά τους πιο αδύναμους από τις ίδιες. Τους κατέκριναν με αλαζονεία και τους αποστρέφονταν με υπεροψία. «Δίκαια τις αποκαλούν μωρές», λέει ο άγιος Νείλος του Σινά, «αφού πέτυχαν στο πολύ δύσκολο και σχεδόν αδύνατο -δηλαδή την παρθενία- παρέβλεψαν όμως το έλεος, τη συμπόνια, τη συγχώρεση».

Το καντήλι τους ήταν καθαρό, αλλά άδειο και σκοτεινό! Όταν έρθει ο θάνατος και το σώμα λιώσει κάτω από το χώμα ενώ η ψυχή ξεκινήσει προς τον δρόμο της αιώνιας κατοικίας το λάδι του ελέους πρέπει να τις φωτίζει και να τις οδηγεί. Όποιος μένει χωρίς αυτό το λάδι θα τον περιτρυγυρίζει το σκοτάδι. Πώς θα διασχίσει τον δύσκολο αυτό χώρο; Η ψυχή διακατέχεται από φόβο και τρέμει. Γύρω της φοβερές σκιές από αναλαμπές. Σαν τα ανατριχιαστικά όνειρα που ταλαιπωρούν τον ύπνο. Ποιος θα την ελεήσει τώρα; Ποιος θα προσφέρει έστω και μία αχτίδα φωτός; Θα ελεήσει ο Θεός, αλλά τους ελεήμονες. Αφού έχει ειπωθεί: «Μακάριοι οι ελεήμονες ότι αυτοί ελεηθήσονται» (Ματθ. ε : 7). Αυτοί που έδειξαν έλεος έναντι των δημιουργημάτων αυτοί θα ελεηθούν από τον Δημιουργό. Δεν είναι άραγε αυτό δίκαιο και παρηγορητικό;

Στη γειτονιά μας ζούσε μία μεγάλη κοπέλα. Γι αυτήν ήταν γνωστό ότι καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής της παρέμεινε τίμια. Μέχρι εκεί καλά και άξια συγχαρητηρίων. Αλλά από μέρα σε μέρα η γλώσσα της άρχισε να ξερνά δηλητηριώδη βέλη για εκείνους που ζούσαν στον γάμο και οι οποίοι αμαρτάνουν. Από το πρωί μέχρι το βράδυ περηφανευόταν για την παρθενία της και λοιδορούσε όσους της φαίνονταν χειρότεροι απ’ αυτήν. Ένας ιερέας σε μία συζήτηση μας είπε γι’ αυτήν: αν δεν ξέρετε τι είναι η μωρή παρθένα από την ευαγγελική περικοπή, να την! Και όντως, κατά κάποιο τρόπο, φαίνεται έντονα η μωρία όταν ο άνθρωπος διαθέτει μία και μόνον αρετή και του λείπουν οι υπόλοιπες. Η μία αρετή μοιάζει όπως ένα μικρό φως μέσα στο σκοτάδι που αναγκάζει τον ταξιδιώτη να γέρνει πότε αριστερά πότε δεξιά για να μπορέσει να δει. Η σοφία δεν βρίσκεται στην μία αρετή αλλά στη συλλογή όλων των αρετών. Όπως είπε και ο Πάνσοφος: «Η σοφία ωκοδόμησεν εαυτή οίκον και υπήρεισεν στύλους επτά» (Παρ. Σολ. 9: 1). Σοφή είναι η ψυχή εκείνη η οποία διαθέτει τουλάχιστον επτά αρετές.

Ακόμα αυτή η παραβολή του Χριστού έχει και βαθύτερη πνευματική σημασία. Με τις πέντε μωρές παρθένες υπονοεί τις πέντε βασικές αισθήσεις. Όποιος ζει μ’ αυτό που βλέπει και ακούει χωρίς κανέναν έλεγχο από τον νου, αυτός έχει μωρή ψυχή. Όταν ο θάνατος απλώσει το πέπλο του σ’ αυτόν τον αισθητό κόσμο μία τέτοια ψυχή μένει στο απόλυτο σκοτάδι. Με τις πέντε σοφές παρθένες υπονοεί τις πέντε εσωτερικές αισθήσεις, οι οποίες ελέγχουν τον νου και κυριαρχούν πάνω στις εξωτερικές αισθήσεις. Αλλά θα μπορέσεις κατά τη διάρκεια της ζωής σου να το αντιληφθείς αυτό; Ο χρόνος θα δείξει.

Ειρήνη και υγεία από τον Θεό.

(Από το βιβλίο “Δρόμος δίχως Θεό δεν αντέχεται”, Εκδόσεις “Εν Πλω”)

(Πηγή ψηφ. κειμένου: agiostheologos.gr)

alopsis.gr 

Τον νυμφώνα σου βλέπω (Γέρων Εφραίμ Φιλοθεΐτης)

«Tον νυμφώνα Σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον και ένδυμα ουκ έχω, ίνα εισέλθω εν αυτώ· λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής, Φωτοδότα και σώσόν με», ψάλλει η Εκκλησία μας.

Η ψυχή του χριστιανού, η μετανοημένη ψυχή, αυτή που έχει συναίσθηση της αμαρτωλότητος και της ευθύνης, στρέφει τα μάτια της προς τον Νυμφίον της Εκκλησίας και γοερώς αναφωνεί: «Σωτήρα μου, Ευεργέτα μου, Συ που σταυρώθηκες για μένα την αμαρτωλή ψυχή· δεν έχω χιτώνα καθαρό, χιτώνα λελαμπρυσμένο από τα δάκρυα και την μετάνοια· ένδυμα δεν έχω αγνό. Πώς θα παρουσιασθώ ενώπιόν Σου, Ουράνιε Νυμφίε κάθε μετανοημένης και καθαράς ψυχής! Ο νυμφώνας Σου είναι κεκοσμημένος, είναι θαυμάσια στολισμένος και όμορφος. Εγώ όμως δεν έχω ένδυμα, ίνα εισέλθω και κατοικήσω αιωνίως εν αυτώ. Σε παρακαλώ, Σε ικετεύω, Ουράνιε Νυμφίε της ψυχής μου, λάμπρυνόν με· καθάρισε το ένδυμα της ψυχής μου, δώσε μου τα απαιτούμενα μέσα καθάρσεως για να λαμπρυνθή το ένδυμα αυτό και να αξιωθώ να γίνω μέτοχος, να γίνω άξιος να κατοικήσω μέσα σ’ αυτόν τον ουράνιο και αιώνιο νυμφώνα Σου».

Η Βασιλεία του Θεού, η Άνω Ιερουσαλήμ, ο ουράνιος κόσμος, ο αιώνιος και αναλλοίωτος είναι ο νυμφώνας του Θεού, εκεί που κατοικεί ο Θεός εν φωτί, εκεί που οι άγγελοι ψάλλουν ακαταπαύστως το: «Άγιος, Άγιος, Άγιος ει ο Θεός ημών». Σ’ εκείνον τον ουράνιο κόσμο βρίσκεται η μακαριότητα του Θεού, η ευτυχία, το κάλλος και η ομορφιά.

Ψυχές κεκαθαρμένες και με τα δάκρυα αγνισμένες, αισθάνονται αυτόν τον ουράνιο νυμφώνα· από τώρα τον γεύονται· τον βλέπουν με τα μάτια της ψυχής· τον ορέγονται, τον ποθούν και νοσταλγούν την ημέρα και την ώρα που θα απέλθουν διά να κατοικήσουν εις αυτόν.

Ημείς όμως οι ταλαίπωροι άνθρωποι δεν έχουμε την πληροφόρησι της συνειδήσεως, γιατί η ψυχή μας δεν είναι καθαρή, μήτε το σώμα μας. Γι’ αυτό ακριβώς και δεν είναι ανοιγμένα τα μάτια της ψυχής μας, να δούμε τον ουράνιο αυτό κόσμο, αυτήν την ομορφιά, την οποία είδε για λίγο ο Απόστολος Παύλος και ανεφώνησε από έκπληξι και θάμβος και είπε: «Ω βάθος πλούτου και σοφίας και γνώσεως Θεού! Ως ανεξερεύνητα τα κρίματα αυτού και ανεξιχνίαστοι αι οδοί αυτού!…» (Ρωμ. 11, 33), και αλλού πάλιν «Α οφθαλμός ουκ είδε και ους ουκ ήκουσε και επί καρδίαν ανθρώπου ουκ ανέβη, α ητοίμασεν ο Θεός τοις αγαπώσιν Αυτόν» (Α’ Κορ. 2, 9).

Σ’ αυτόν τον νυμφώνα τον ουράνιο καλούμεθα να γίνουμε οικήτορες, να κατοικήσουμε, να συναυλιζώμεθα μετά των Αγγέλων, μετά των Αγίων, σε ουράνια παστάδα, στην Άνω Ιερουσαλήμ, στο κάλλος της Βασιλείας των Ουρανών, στο φως το απρόσιτον, στον υπέρφωτον γνόφον της αγνωσίας του Θεού, αφού καθάρουμε τον χιτώνα της ψυχής μας.

Σ’ αυτήν την κάθαρσι του χιτώνος, που καλούμεθα να επιτύχουμε, μας βοηθεί πάρα πολύ η Εκκλησία μας. Γι’ αυτό, τον χρόνο αυτό, που ανοίχθηκε μπροστά μας και φέτος, αυτές τις άγιες ημέρες -με την γενική άποψι της νηστείας, όχι μόνον από τροφές, αλλά κυρίως από εγκράτεια κακών επιθυμιών- πρέπει ο κάθε χριστιανός που ποθεί να σωθή, να ανασυγκροτήσει τις σκέψεις και τις αποφάσεις του και να αγωνισθή να ζήση πιο σεμνά, πιο απέριττα, πιο απλά, σταματώντας την εξωτερική προσπάθεια της καλλωπίσεως και στρεφόμενος στον εσωτερικό καλλωπισμό του. Το εξωτερικό σκεύος καταστρέφεται, διαλύεται, γίνεται βορά και τροφή των σκωλήκων και της φθοράς. Την ομορφιά όμως της ψυχής, όχι μόνο κανένα πράγμα δεν τη φθείρει, αλλά μάλλον το Πνεύμα του Θεού την εξωραΐζει προς το ευγενέστερον. Ο χρόνος ολοένα και συντέμνεται, όλο και λιγοστεύει.

Κάθε ημέρα που περνά, είναι και ένα βήμα προς τον θάνατο. Να ξέρετε, ότι και ένα μόνο δάκρυ ισοδυναμεί με το λουτρό. Όπως το λουτρό ανακουφίζει το σώμα και το πλύσιμο καθαρίζει το ένδυμα, ούτω πως και τα δάκρυα της μετανοημένης ψυχής αγνίζουν την καρδιά, αγνίζουν το νου, αγνίζουν το σώμα, αγνίζουν την ζωή, αγνίζουν τον λόγο, αγνίζουν ακόμα και την κάθε έκφρασι του ανθρώπου.

Να γονατίζουμε και να προσευχώμεθα με πολλή ταπείνωσι. Σε κάθε μετανοημένη ψυχή δίδεται λόγος, της δίδεται φωτισμένη προσευχή. Αυτό το βλέπουμε στην πόρνη του Ευαγγελίου κατά την Μεγάλη Τρίτη. Που ήξερε αυτή, μια γυναίκα του δρόμου να κάνη προσευχή; Αφ’ ης στιγμής όμως απεφάσισε να μετανοήση και άρχισε να κλίνη προς το φως και προς την αλήθεια, της δόθηκε πνεύμα προσευχής. Πόσο ωραία είναι τα λόγια της μπροστά στον Σωτήρα! Γονάτισε μπροστά Του και ασφαλώς έκανε έναν εσωτερικό διάλογο μαζί Του! Εξέφρασε με όλη την καρδιά της την μετάνοιά της, διότι της απεκαλύφθη ότι Αυτός είναι ο μόνος Σωτήρας της και όλοι οι άλλοι την εξηπάτησαν. Είδε ότι μόνον ο Ιησούς, ο Χριστός, είναι Αυτός που θα της δώση το φως, την ανακούφισι, την χαρά και την άφεσι των πολλών της εγκλημάτων.

«Δέξαι με -είπε- την αμαρτωλή, δέξαι μου το πέλαγος της αμαρτίας!». Και είδατε ότι τα δάκρυά της ήταν τόσα πολλά, που έβρεξαν τα άχραντα πόδια του Χριστού και αναγκάσθηκε να τα σκουπίση με την πλούσια κόμη της. Δεν χρειαζόταν άλλο μύρο για τον Χριστό μας. Το πολυτιμότερο μύρο ήταν τα δάκρυά της, που άξιζαν μεγάλο πλούτο.

Ήταν σε θέσι να εξαλείψουν όλο το χρέος που είχε απέναντι στον Θεό. Και ενώ ήταν καταβουρκωμένη, καταπνιγμένη στη βρωμιά και στη δυσωδία, τα πολύτιμα εκείνα δάκρυα την βοήθησαν να λαμπρύνη το ένδυμα της ψυχής της και να γίνη αποδεκτή από τον Σωτήρα μας. Εμείς, άραγε, πότε θα λαμπρύνουμε το ένδυμα της ψυχής μας;

Έτσι και κάθε αμαρτωλή ψυχή που κλαίει, που βρέχει νοερώς τα πόδια του Χριστού μας, δέχεται την αυτήν ανταπόκρισιν, την οποία δέχθηκε και η πόρνη γυναίκα. Δεν είναι μόνον το ότι σώθηκε, αλλά και έγινε φωτεινό παράδειγμα για κάθε ψυχή παραστρατημένη, γιατί της δείχνει τον τρόπο, τον δρόμο και το φως για επιστροφή. Αν μπορούσε κανείς να εμβαθύνη στην ψυχή αυτής της γυναίκας, καθ’ ην στιγμήν ωλοφύρετο και έκλαιγε και έβρεχε τους αχράντους πόδας του Ιησού, θα έβλεπε οποία η ανακούφισις, οποίον βάρος της έφυγε και οποίαν ανάπαυσιν έλαβε η συνείδησίς της. Ο Χριστός γι’ αυτά τα δάκρυά της της έδωσε πλήρη την άφεσι όλων των αμαρτιών της. Έτσι και σε κάθε άνθρωπο, που επιστρέφει κοντά Του, του δίνει πλούσια την συγγνώμη, αρκεί να μετανοήση ειλικρινά. Ουδέν πρόβλημα μετά την μετάνοια. «Ου θελήσει θέλω τον θάνατον του αμαρτωλού, ως το επιστρέψαι και ζην αυτόν», λέγει ο Κύριος. Ορκίζεται στον εαυτόν Του ο Θεός και λέγει: «δεν θέλω κανένας άνθρωπος, καμμία ψυχή να χαθή και να κολασθή, αλλά θα την περιμένω. Θα εξαντλήσω κάθε περιθώριο χρόνου και κάθε προσμονή για την επιστροφή της».

Ας ακολουθήσουμε τον φωτεινό δρόμο της μετανοίας· εάν μετανοήσουμε ειλικρινά, τότε ο Θεός δέχεται την μετάνοιά μας και δημιουργεί νέα σχέσι μαζί μας. Πολλές φορές ο άνθρωπος από το βάρος της αμαρτίας, έρχεται στο σημείο να λέγη: «Μα, δύναται ο Θεός να μου συγχωρέση αυτά που έκανα;». Από τη μια πλευρά έχει δίκηο. Νοιώθει το βάρος κι αναρωτιέται, αν τόσο βάρος μπορεί να το σηκώση ο Θεός! Για όνομα του Θεού! Δεν μπορεί ο Θεός, ο Χριστός, το πέλαγος της ευσπλαχνίας και των οικτιρμών, να σηκώση το βάρος μιας ψυχής αμαρτωλής; Μια χούφτα άμμος όταν ριφθή, μέσα στους ωκεανούς, έχει καμμία υπόστασι; Καμμία υπόστασι, χάνεται. Φαίνεται τίποτε στην επιφάνεια; Μηδαμώς. Ακριβώς έτσι είναι και όλα τα αμαρτήματα της ανθρωπότητος. Είναι ένα μηδέν εμπρός στην άβυσσο της ευσπλαχνίας του Θεού. Πολλώ μάλλον τα αμαρτήματα μιας και μόνον ψυχής!

Έρχεται όμως από τα δεξιά, ο αλλότριος της σωτηρίας του ανθρώπου, ο δαίμων και συμβουλεύει την ψυχή: «δεν συγχωρείσαι με τίποτε!» την σπρώχνει, την πιέζει και την «πρεσσάρει» για να την εξωθήση στο έγκλημα της αυτοκτονίας. Γι’ αυτόν τον λόγο, ημείς ποτέ να μη πιστέψωμε κάτι τέτοιο, ακόμη και αν κάθε ημέρα εγκληματούμε. Ποτέ να μη χάσουμε την ελπίδα, όσα κι αν πράττουμε, όσο κι αν πίπτουμε, όσο κι αν τραυματιζώμεθα και χτυπάμε· μηδαμώς απελπισία και απόγνωσις. Μα, θα πη ο λογισμός: «Έως πότε θα με περιμένη ο Θεός;» Εφ’ όσον ο Θεός σου χαρίζει ζωή, αυτό είναι μία εγγύησις του Θεού ότι σε περιμένει. Δεν μπορείς εσύ να αποκλείσης το δικαίωμα της προσμονής του Θεού. Μ’ αυτήν την ελπίδα, μ’ αυτό το θάρρος να προσερχώμεθα στον Θρόνο της Χάριτος του Θεού.

Έχουμε αναρίθμητα φωτεινά παραδείγματα μετανοίας ανθρώπων, μακράν του Θεού ευρισκομένων, οι οποίοι επέστρεψαν και όχι απλώς σώθηκαν, αλλά άγγιξαν μεγάλα μέτρα αγιότητος.

Η Οσία Μαρία η Αιγύπτια τι ήτο; Πόσοι και πόσες σαν την Οσία Μαρία, δεν υπήρξαν αμαρτωλοί άνθρωποι, που έγιναν άγιοι κατόπιν! Γι’ αυτό κανείς να μην απελπίζεται, αλλά να προσέρχεται με μετάνοια στον πνευματικό, που δύναται με τον λόγο του να οικειώση τον αμαρτωλό μετά του Θεού, να τον δικαιώσει αυτοστιγμεί. «Όσα εάν λύσητε επί της γης, έσται λελυμένα και εν τω ουρανώ. Η Χάρις του Παναγίου Πνεύματος έχει σε συγκεχωρημένον και λελυμένον και εν τω νυν αιώνι και εν τω μέλλοντι». Αυτομάτως το «κομπιούτερ» του Θεού χτυπάει μηδέν αμάρτημα και συγχρόνως ανοίγεται η πύλη της Βασιλείας των Ουρανών. ο νυμφώνας του Χριστού δέχεται τον άνθρωπο, τον προηγουμένως μη έχοντα «λελαμπρυσμένον» τον χιτώνα της ψυχής.

Γι’ αυτήν την μεγάλη ευσπλαχνία του Θεού, ας τον ευχαριστήσουμε, ας τον προσκυνήσουμε με όλη την ευγνωμοσύνη της ψυχής μας. Εάν ο Θεός δεν ήτο τόσον απείρως εύσπλαχνος, ουδείς ο σωζόμενος. Κανείς δεν θα εσώζετο, διότι ουδείς ευρίσκεται και υπήρξεν επί της γης άμεμπτος και χωρίς σφάλμα και κηλίδα. Ουδείς ημπορεί να καυχηθή ότι ετήρησε την καρδίαν του άμεμπτη και καθαρή. Η ευσπλαχνία του Θεού όμως είναι τόσο δραστική, το φάρμακο αυτό είναι τόσο φοβερό και τρομερό, που εξαλείφει τα πάντα. Κάνει τρομερές επεμβάσεις, απίθανες εγχειρήσεις και σώζει τον άνθρωπο από βέβαιο ψυχικό θάνατο.

Εδώ βλέπουμε ψυχές, που έφυγαν από την ζωή αμετανόητες και «θεία επεμβάσει και θεία προνοία» διά πρεσβειών αγίων ανθρώπων, επεστράφησαν πίσω και έλαβαν την συγγνώμη. «Μετά θάνατον ουκ εστι μετάνοια» από την ίδια την κολασμένη ψυχή. Για να μετανοήση η ίδια, πρέπει να επιστρέψη στην ζωή. Ακόμη και τέτοια θαύματα έκανε η πρόνοια του Θεού, για να σώση τον άνθρωπο.

Ο νυμφώνας «ηνέωκται», ο Χριστός μας περιμένει· δεν πρέπει να βραδύνουμε. Το στάδιον της νηστείας και της καθάρσεως το βαδίζουμε τώρα, το λουτρό της μετανοίας μας περιμένει. Ας αξιοποιήσουμε τον χρόνο τώρα, που όλα συμβάλλουν στην μετάνοια. Τα λόγια της Εκκλησίας είναι όλα κατανυκτικά, αρκεί να προσέξουμε την έννοιά των. Ας γονατίζουμε κάθε μέρα, κάθε νύχτα και ας επικαλούμεθα πνεύμα κατανύξεως και δακρύων να μας χαρίζη ο Θεός.

Κι όταν αγγίξη ο Θεός τα μάτια μας, να τον ευχαριστήσουμε, να ταπεινωθούμε και να Του εκφράσουμε την αδυναμία μας, κι ότι με την ευσπλαχνία Του και μόνον μετανοούμε και όχι ότι είμεθα ικανοί και άξιοι για μετάνοια. και το ότι πιστεύουμε στον Θεό και το ότι αναγνωρίζουμε την αμαρτωλότητά μας είναι Χάρις Θεού, είναι ευσπλαχνία. Εάν η Χάρις δεν επισκιάση, ο άνθρωπος δεν αλλάζει. Εάν σκεπτώμεθα επιστροφή, εάν μετανοούμε, εάν αλλάζουμε, αυτό είναι Χάρις Θεού. Για να έλθη η Χάρις του Θεού, είμεθα δεκτοί από την Χάρι.

Ας μετανοήσουμε όσο είναι στην διάθεσί μας ο χρόνος, όσο έχουμε τον καιρό μπροστά μας. Ο Θεός είναι τόσο καλός, ο Ουράνιος Πατέρας έχει τέτοια καρδιά που όλοι χωράμε μέσα Του, αρκεί να προσέλθουμε εν μετανοία και εξομολογήσει. Ιδιαίτερα τώρα να προσερχώμεθα στις Προηγιασμένες Λειτουργίες, διότι είναι γεμάτες κατάνυξι και χάρι. Τι ωραίο το Χερουβικό της Προηγιασμένης Λειτουργίας! Μα, κι εκείνο το Χερουβικό του Μεγάλου Σαββάτου, τι δογματική και θεολογία περιέχει!

Ας βιάσουμε τους εαυτούς μας, για να βρεθούμε γρηγορούντες και νήφοντες και να καταπολεμήσουμε την αμέλεια και τη ραθυμία, γιατί αυτά εμποδίζουν τα αγαθά του Θεού προς τον άνθρωπο. Έρχεται ο δαίμων και μας φέρνει κόπωσι, κομάρες και μας ψιθυρίζει: «μη κάνης τις μετάνοιες, μη σηκώνεσαι τώρα για προσευχή, είσαι κουρασμένος, κοιμήσου λίγο παραπάνω, θα πας για δουλειά και τόσα άλλα». Ας μη τον ακούσουμε, ας βιασθούμε, διότι δεν ξέρουμε μετά από λίγες στιγμές τι μπορεί να συμβή. «Όπου εύρω σε, εκεί και κρινώ σε». Αν μας βρη επάνω στη βία, θα μας κατάταξη μετά των βιαστών. Αν μας βρη στην αμέλεια και στη ραθυμία, θα μας κατατάξη μετά των ραθύμων και των αποτυχημένων.

Να βοηθήσουμε και τους συνανθρώπους μας· να τους μιλήσουμε για τον Θεό, για την αγάπη του Ουρανίου Πατρός· να τους δώσουμε θάρρος κι ελπίδα. Μία ψυχή να βοηθήσουμε, είναι η μεγαλυτέρα ελεημοσύνη. Όπως κι εμάς μας βοήθησαν άλλοι άνθρωποι, οφείλουμε κι εμείς να κάνουμε το ίδιο.

Ας βιασθούμε λοιπόν σε όλα, για να εισέλθουμε στον νυμφώνα του Χριστού· διότι «των βιαστών είναι η Βασιλεία των Ουρανών». Αμήν.

(γέροντος Εφραίμ Φιλοθεΐτου «Η τέχνη της σωτηρίας», εκδ. Ιεράς Μονής Φιλοθέου, Άγιον Όρος, 2005)

(Πηγή ηλ. κειμένου: sophia-siglitiki.blogspot.gr)

alopsis.gr 

Κυριακή 5 Απριλίου 2026

Κυριακή των Βαΐων: Ας φέρουμε στον Κύριο τους κλάδους των αρετών († Αρχ. Γεώργιος Καψάνης, Προηγούμενος Ι. Μ. Γρηγορίου Αγίου Όρους)

Η θριαμβευτική είσοδος του Κυρίου στην αγία πόλη της Ιερουσαλήμ είναι ένα γεγονός ιστορικό, που έχει όμως και συμβολική σημασία. Οι άγιοι Πατέρες ερμηνεύουν όλους τους συμβολισμούς της σημερινής ημέρας.

Έτσι μεταξύ άλλων λέγουν, ότι εμείς αντί κλάδων φοινίκων και βαΐων και ελαιών ας φέρουμε στον Κύριο τους κλάδους των αρετών, τις αρετές. Ας τον υποδεχθούμε με τις αρετές. Και αντί να στρώσουμε τα ενδύματά μας, που είναι εύκολο να το κάνουμε, να κάνουμε κάτι άλλο που είναι δύσκολο και θέλει αγώνα: Να στρώσουμε τα πάθη μας, δηλαδή να αποβάλουμε τα πάθη μας, ώστε ο Κύριος να μας ελευθερώσει από αυτά.

Μας λέγουν οι ιεροί Ευαγγελιστές και Υμνωδοί, ότι αυτή η υποδοχή έγινε, διότι ο λαός ήθελε να επευφημήσει εκείνον που νίκησε τον θάνατο, που ανέστησε τον Λάζαρο (Ιω. 12:18). Δεν είχε ξαναγίνει αυτό. Τετραήμερο νεκρό δεν είχε αναστήσει κανείς ποτέ. Είχε αναστήσει ο προφήτης Ηλίας (Γ’ Βασ. 17:19-24), αλλά όχι τετραήμερο νεκρό «οδωδότα», που μύριζε ήδη.

Αυτός ήταν ο καημός των ανθρώπων όλων των γενεών· ότι ο θάνατος κατέτρωγε τους ανθρώπους. Και ο αληθινός Μεσσίας και ελευθερωτής θα ήταν εκείνος ο οποίος θα νικούσε τον θάνατο. Είδαν λοιπόν οι άνθρωποι ότι φάνηκε κάποιος που νικάει τον θάνατο, και γι’ αυτό έτρεξαν να τον επευφημήσουν. Και μάλιστα αυτή η νίκη ήταν μία πρώτη νίκη, μία μικρότερη νίκη εκείνης που επρόκειτο να ακολουθήσει μετά από λίγες ημέρες, όταν αυτός ο Ιησούς θα νικούσε και τον δικό Του θάνατο και αυτοδυνάμως θα ανίστατο εκ των νεκρών.

Άρα ο λαός φωτιζόμενος από το Άγιο Πνεύμα, και τα παιδιά της Ιερουσαλήμ και αυτά φωτιζόμενα από το Άγιο Πνεύμα, πήγαν να επευφημήσουν και να δοξάσουν Αυτόν που νίκησε τον θάνατο στον Λάζαρο και Αυτόν που επρόκειτο να νικήσει τον θάνατο στον εαυτό Του.

+++

Αλλά η πρόσκληση της Εκκλησίας να στρώσουμε και εμείς τα πάθη μας, για να περάσει επάνω από αυτά ο Ιησούς, και να φέρουμε τα βαΐα των κλάδων των αρετών μας, για να τον υποδεχθούμε, νομίζω ότι έχει μία στενή σχέση με το γεγονός ότι ο Κύριος νίκησε τον θάνατο. Αξίζει να αγωνίζεται ο άνθρωπος να ελευθερωθεί από τα πάθη του και να αποκτήσει αρετές, διότι ο θάνατος έχει νικηθεί. Διότι, αν δεν υπάρχει ανάσταση, εάν δεν υπάρχει αιώνια ζωή, τι νόημα έχουν οι αγώνες και οι αρετές και η απαλλαγή από τα πάθη; Επειδή υπάρχει ανάσταση, «ανάστασις εις ζωήν» και «ανάστασις εις κρίσιν». Όλοι θα αναστηθούμε, αλλά, όπως λέγει ο άγιος Ευαγγελιστής Ιωάννης, άλλοι θα αναστηθούν εις κρίσιν και άλλοι εις ζωήν αιώνιον (Ιω. 5:29). Επειδή λοιπόν υπάρχει ανάστασις εις κρίσιν και ανάστασις εις ζωήν, πρέπει εμείς οι Χριστιανοί να αγωνισθούμε να ελευθερωθούμε από τα πάθη μας και να αποκτήσουμε αρετές. Διότι τότε, εάν δεν ελευθερωθούμε από τα πάθη, εάν δεν αποκτήσουμε τις αρετές, δεν θα μπορούμε να ζήσουμε αιώνια μαζί με τον νικητή του θανάτου και της αμαρτίας, που είναι ο Σωτήρας μας Χριστός. Αλλά επειδή ο Χριστός ανέστη, εμείς από Εκείνον μπορούμε να πάρουμε δύναμη για να ελευθερωθούμε από τα πάθη και από την αμαρτία που είναι θάνατος – διότι η αμαρτία είναι θάνατος – και να ζήσουμε μία αναστημένη εν Χριστώ ζωή, διότι ο αναστάς Κύριος θα μας δώσει την δύναμη.

Εάν δεν είχε αναστηθεί ο Χριστός εκ νεκρών, δεν θα μπορούσαμε – και να το θέλαμε, δεν θα μπορούσαμε – να ζήσουμε μία νέα ζωή, να «περιπατήσωμεν εν καινότητι ζωής» (Ρωμ. 6:4), να απαλλαγούμε από τον παλαιό άνθρωπο και να ενδυθούμε τον «καινόν άνθρωπον» της αναστάσεως, «τον κατά Θεόν κτισθέντα» (Εφ. 4:24). Άρα λοιπόν, επειδή ανέστη ο Κύριος και νίκησε την αμαρτία και τον θάνατο, δίνει και σε μας την δυνατότητα να νικήσουμε στην πρώτη φάση τις αμαρτίες και τα πάθη μας, να αποκτήσουμε τις αρετές, και έτσι να γίνουμε μέτοχοι και της αιωνίου ζωής Του και της αναστάσεως.

+++

Ας παρακαλούμε λοιπόν τον Κύριο, τον οποίο σήμερα μυστικώς και εμείς υποδεχθήκαμε μαζί με τα παιδιά και τον λαό της Ιερουσαλήμ στην αγία Πόλη, να μας αξιώσει πάντοτε να είμαστε έτοιμοι εις υποδοχήν, πάντοτε να τον καλούμε να έλθει, πάντοτε να του φωνάζουμε· «ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου» (Ιω. 12:13) – “ωσαννά” θα πει· σώσε με – πάντοτε να είμαστε οι δοξάζοντες τον Κύριο. Και μη γένοιτο ποτέ στην ζωή μας δια των πράξεών μας να πάθουμε ό,τι έπαθαν μερικοί από αυτούς, οι οποίοι σήμερα τον δόξαζαν, αλλά αύριο φώναζαν· «άρον, άρον, σταύρωσον Αυτόν» (Ιω. 19:15). Διότι δυστυχώς συμβαίνει και στους χριστιανούς και στους μοναχούς κάποτε μεν να δοξάζουν και να επευφημούν τον Κύριο, αλλά κάποτε, λόγω αμελείας και ραθυμίας και απροσεξίας πνευματικής, να σταυρώνουν τον Υιό του Θεού. Συμβαίνει να υποκύπτουμε σε κάποια πάθη και αμαρτίες, με τα οποία όμως σταυρώνομε τον Υιό του Θεού. Ο Θεός να φυλάξει κάθε χριστιανό και κάθε μοναχό από αυτή την πολύ θλιβερή κατάσταση, να σταυρώνει δια των αμαρτιών του, δια της φιλαυτίας του, δια του εγωισμού του τον Υιό του Θεού.

Ευλογημένος, λοιπόν, ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου!

(Από το βιβλίο: † Αρχιμανδρίτου Γεωργίου, Ομιλίες σε Εορτές του Τριωδίου και περί αρετών (των ετών 1981-1991) Γ’. Έκδ. Ι.Μ. Οσίου Γρηγορίου, Άγιον Όρος 2017, σελ. 165)

(Πηγή ψηφ. κειμένου: koinoniaorthodoxias.org)

alopsis.gr

Λόγος εις την Κυριακήν των Βαΐων (Αγ. Λουκάς Αρχιεπίσκοπος Κριμαίας)

Η Ιερουσαλήμ ήταν γεμάτη κόσμο που ήλθε από παντού για να γιορτάσει τη μεγάλη γιορτή του Πάσχα. Όλη η πόλη μιλούσε για τον μεγάλο προφήτη και θαυματουργό από τη Ναζαρέτ, ο οποίος μόλις τώρα έκανε το μεγαλύτερο από όλα τα άλλα αμέτρητα θαύματά Του, ανέστησε τον Λάζαρο, ο οποίος τέσσερεις ολόκληρες ημέρες βρισκόταν στον τάφο. Τον περίμεναν να έλθει στην πόλη και προετοιμάζονταν για τη θερμή υποδοχή Του.
Αυτός, συνοδευόμενος από τους μαθητές Του, δεν περπατούσε πεζός, όπως πάντα, αλλά, ξεκινώντας από τη Βηθσφαγή, ανέβηκε σ’ ένα θηλυκό γαϊδούρι και το πουλάρι του, για να πληρωθεί το ρηθέν του προφήτη Ζαχαρία: «Χαίρε σφόδρα, θύγατερ Σιών κήρυσσε, θύγατερ Ιερουσαλήμ• ιδού ο βασιλεύς σου έρχεταί σοι, δίκαιος και σώζων αυτός, πραϋς και επιβεβηκώς επί υποζύγιον και πώλον νέον» (Ζαχ. 9, 9). Οι απόστολοι έβαλαν πάνω στο γαϊδούρι και το πουλάρι του τα ρούχα τους, ενώ ο λαός πήρε κλαδιά φοινίκων και έστρωνε τα ρούχα του στον δρόμο, στα πόδια των ζώων, κραυγάζοντας με μεγάλη χαρά: «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, βασιλεύς του Ισραήλ».

Οι Αρχιερείς, οι Φαρισαίοι και οι Γραμματείς άκουγαν με τρόμο τις κραυγές αυτές, που προανάγγελλαν την πτώση της πνευματικής τους εξουσίας στον λαό. Ας στρέψουμε και εμείς τώρα το βλέμμα μας και ας δούμε τον Κύριο Ιησού Χριστό τη στιγμή αυτή. Με έκπληξη θα δούμε ότι δεν χαίρεται την πανηγυρική αυτή υποδοχή. Αντίθετα σκύβει το κεφάλι Του και κλαίει με λυγμούς. Ω, Κύριέ μας! Γιατί κλαις τώρα, όταν όλος ο λαός χαίρεται; Το ήξερε μόνο Αυτός ο Παντογνώστης. Δεν έκλαιγε για τον Εαυτό Του αλλά για τον λαό Του. Για το ότι δεν πίστεψε στον Μεσσία Χριστό, ο οποίος ήλθε γι’ αυτόν, για το ότι σκότωνε τους προφήτες που έστελνε σ’ αυτόν και για το ότι πέντε μέρες μετά από αυτή την υποδοχή ως Βασιλιά, θα ζητήσει από τον Πιλάτο να Τον σταυρώσει! για όλα αυτά, θα τον βρουν τον λαό αυτό πολλά δεινά.

Άραγε ο Θεός, που είναι Βασιλιάς όλου του κόσμου, διεκδικούσε την εξουσία και προσδοκούσε να γίνει βασιλιάς του μικρού αυτού και σκληροτράχηλου λαού του Ισραήλ, ο οποίος δεν γνώρισε και δεν δέχθηκε τον Μεσσία του και τώρα ετοιμαζόταν να Τον παραδώσει στο φρικτό και βασανιστικότατο σταυρικό θάνατο; Όλες οι αγίες επουράνιες ασώματες δυνάμεις θα θρηνούσαν κατά την πανηγυρική Του είσοδο στην Ιερουσαλήμ, αν ήξεραν για τον φρικτό σταυρό που Του ετοιμαζόταν στον Γολγοθά.

Μόνο για τους σύγχρονούς Του Εβραίους έκλαιγε ο Κύριος Ιησούς Χριστός; Ασφαλώς όχι! Αυτός ο Παντογνώστης ήξερε ακόμα και αυτά που βλέπουμε εμείς στις ημέρες μας. Ήξερε ότι με το πέρασμα των αιώνων το ανθρώπινο γένος όλο και περισσότερο θα Τον ξεχνούσε, ότι θα Τον βλασφημούσε και θα έβριζε το άγιο όνομά Του. Το ήξερε, γι’ αυτό και έλεγε ότι ο Υιός του ανθρώπου, όταν θα έλθει για δεύτερη φορά, πιθανώς, δεν θα βρει την πίστη πάνω στη γη.

Πρέπει να κλαίμε και εμείς που τόσο συχνά ξεχνάμε τον σταυρό του Χριστού και ιδιαίτερα αυτοί για τους οποίους λέει ο απόστολος Παύλος: «ο τον Υιόν του Θεού καταπατήσας και το αίμα της διαθήκης κοινόν ηγησάμενος, εν ω ηγιάσθη, και το Πνεύμα της χάριτος ενυβρίσας!» (Έβρ. 10, 29). Και τόσο πολλοί, και σε ποιο τρομερό βαθμό, υπάρχουν μεταξύ μας τέτοιοι κακότυχοι αδελφοί μας!

Σώσε τους, Κύριε!
Σώσε τους, Κύριε!
Σώσε τους, Κύριε!

Αμήν.

(Από την συλλογή: «Αγίου Λουκά Αρχιεπισκόπου Κριμαίας, Λόγοι και ομιλίες που εκφωνήθηκαν στην Συμφερούπολη κατά την περίοδο 1955-1957.» τόμος Α. Σελ. 126 – 128. Μετάφραση από τα ρωσικά. ΕΚΔΟΣΕΙΣ «ΟΡΘΟΔΟΞΟΣ ΚΥΨΕΛΗ», Θεσσαλονίκη. επιμέλεια κειμένου: Δημήτρης Δημουλάς)
(Πηγή ηλ. κειμένου: orp.gr)

alopsis.gr 

Σάββατο 4 Απριλίου 2026

Η Ανάσταση του Λαζάρου και η πορεία προς το εκούσιο σταυρικό πάθος του Κυρίου μας.

Σάββατο του Λαζάρου, Κυριακή τω Βαΐων, δυο σημαντικές και κομβικές ημέρες της εκκλησιαστικής ζωής της Ορθοδοξίας. Εορτές Δεσποτικές. Αναφερόμενες στο πρόσωπο του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού. Την Παρασκευή, παραμονή του Σαββάτου του Λαζάρου τελειώνει η νηστεία της Σαρακοστής και την Κυριακή αρχίζει η νηστεία της Μεγάλης Εβδομάδας. Το Σάββατο του Λαζάρου εορτάζουμε, ως γνωστό, την Ανάσταση του τετραημέρου Λάζαρου. Ο Λάζαρος ήταν φίλος του Κυρίου και είχε δυο αδελφές, τη Μάρθα και τη Μαρία. Γνωστές σε μας από περικοπή του ιερού ευαγγελίου όπου αναφέρεται η φιλοξενία του Κυρίου από εκείνες. Κάποια στιγμή ο Λάζαρος αρρώστησε και οι αδελφές  του ειδοποίησαν τον Κύριο ότι ο Λάζαρος ήταν άρρωστος και Του ζήτησαν να πάει να τον θεραπεύσει. Ο Κύριος  δεν ανταποκρίθηκε άμεσα στο κάλεσμά τους. Μετά από δυο ημέρες λέει ο παντογνώστης Κύριος στους μαθητές Του: «Ο Λάζαρος  κοιμήθηκε, πάμε να τον ξυπνήσω». Όταν στο σπίτι του Λαζάρου, στη Βηθανία, ο Λάζαρος συμπλήρωσε τέσσερις ημέρες νεκρός. Πολλής κόσμος βρίσκονταν στο σπίτι του για να συμπαρασταθεί στις αδερφές του. Η Μάρθα, μόλις έμαθε ότι ο Χριστός έρχεται, έτρεξε να τον προϋπαντήσει. Στον μεταξύ τους διάλογο η Μάρθα εκφράζει την πίστη της στην παντοδυναμία Του και διατρανώνονται σπουδαίες θεολογικές αλήθειες για την αιώνια ζωή. Εκεί ο Χριστός λέγει ότι Εκείνος είναι η ζωή και η ανάσταση!         

        Πράγματι, κύριος της ζωής και του θανάτου είναι ο Χριστός, πλάστης και δημιουργός μας. Ουδείς άλλος εξουσιάζει την ανθρώπινη ζωή. Δεν μας ανήκει η ζωή, γι’ αυτό η αυτοκτονία είναι θανάσιμο αμάρτημα. Όταν έφθασαν στον τάφο, ο Κύριος ως άνθρωπος δάκρυσε. Kαι ζήτησε να ανοικτεί ο τάφος. Η Μάρθα προσπάθησε να το αποτρέψει γιατί μετά από τέσσερεις ημέρες η σάρκα του νεκρού θα είχε αρχίσει να σήπεται και θα είχε άσχημη μυρωδιά. Ο Χριστός, αφού προσευχήθηκε στον ουράνιο Πατέρα, δίνοντας παράδειγμα σε όλους μας, με δυνατή φωνή διατάζει τον Λάζαρο: «Λάζαρε, δεύρο έξω» . Βλέπουμε τον Κύριο να προσεύχεται πριν επιτελέσει το θαύμα. Δίνει το παράδειγμα σε όλους τους χριστιανούς και το μήνυμα να μην επιχειρούμε ένα έργο πριν ζητήσουμε τη βοήθεια του Θεού.  Με αφορμή αυτό, προσθέτουμε ότι είναι καλό, πριν προχωρήσουμε σε κάτι σημαντικό στη ζωή μας ή πράξουμε κάποιο έργο, να ζητούμε την ευλογία του πνευματικού μας. Αφού, λοιπόν, προσευχήθηκε στον ουράνιο Πατέρα και Θεό μας, με δυνατή φωνή διατάζει τον Λάζαρο: «Λάζαρε, δεύρο έξω». Αμέσως ο νεκρός Λάζαρος εξέρχεται του τάφου ζωντανός. Ο Κύριος λέει να τον λύσουν από τα νεκρικά σάβανα και να τον αφήσουν να φύγει. Ένα, ακόμη, θαύμα επετέλεσε ο Κύριος. Θαύματα πολλά έκανε ο Χριστός, όχι μόνο αυτά που είναι καταγεγραμμένα στο Ιερό Ευαγγέλιο. Αν όλη η διδασκαλία Του και όλα τα θαύματα καταγράφονταν οι τόμοι γραφής των θα ήταν τόσοι που δεν θα χωρούσαν σε όλο τον πλανήτη. Το συγκεκριμένο θαύμα είναι μία ακόμη απόδειξη, για τους άπιστους και ολιγόψυχους, της κυριαρχίας του Κυρίου επί της ζωής και του θανάτου. Οι παρευρισκόμενοι χάρηκαν για την Ανάσταση του Λαζάρου. Οι γνωστοί Φαρισαίοι και γραμματείς στεναχωρήθηκαν σφόδρα και απεφάσισαν εκτός από τον Χριστό να φονεύσουν και τον Λάζαρο. Να μην υπάρχει απόδειξη του μεγάλου θαύματος. Ανθρώπινη μωρία και βλακεία. Ο Λάζαρος, μετά την ανάστασή του, αναχώρησε από την πατρίδα του Βηθανία για να αποφύγει το μίσος των Φαρισαίων και Γραμματέων. Έφθασε στην Κύπρο και χειροτονήθηκε επίσκοπος στην εκκλησία του Κιτίου, την οποία ο ίδιος ίδρυσε. Η ιερά παράδοση αναφέρει για τον Λάζαρο τα εξής: Όταν αναστήθηκε ήταν τριάντα ετών και έζησε άλλα τριάντα έτη. Μετά την ανάστασή του,  δεν γέλασε ποτέ. Αιτία ήταν αυτά που είδε και ένιωσε κατά την τετραήμερο παραμονή του στον Άδη. Μόνο μία φορά χαμογέλασε, όταν είδε έναν άνθρωπο να κλέβει μια στάμνα. Είπε: ̎το «χώμα » κλέβει «χώμα» ̎. Ανθρώπινη πλεονεξία και ατιμία. Η Ανάσταση του Λαζάρου πιστοποιεί και τη δική μας ανάσταση κατά τη Δευτέρα παρουσία του Κυρίου επί της γης. Όπως ξύπνησε ο Λάζαρος, έτσι θα ξυπνήσουν όλοι οι κεκοιμημένοι. Ο Κύριος βρίσκεται στην πορεία προς το εκούσιο πάθος. Για να εκπληρώσει τον σκοπό κατάβασής Του από τους ουρανούς στη γη, τη σωτηρία και τη θέωση των ανθρώπων. Λίγα 24ωρα Τον χωρίζουν από τον, κατά την ανθρώπινη φύση Του, θάνατο και μάλιστα θάνατο ατιμωτικό. Ο θάνατος δια του σταυρού εθεωρείτο ατιμωτικός εκείνη την εποχή. Όμως, το τίμιο αίμα του Χριστού καθαγίασε τον σταυρό, διότι επάνω του Εκείνος νίκησε τον θάνατο και λύτρωσε το ανθρώπινο γένος από τη δουλεία της αμαρτίας. Πλησιάζει και το Πάσχα των εβραίων. Ο Χριστός αναθέτει στους μαθητές Του να Του φέρουν ένα πουλάρι όνου και καθήμενος επ αυτού πορεύεται προς το εκούσιο πάθος. Φθάνει στα Ιεροσόλυμα και οι κάτοικοί τους, πληροφορηθέντες το θαύμα της Ανάστασης του Λαζάρου και γνωρίζοντες την τρίχρονη δημόσια δράση με τα θαύματα και τις ομιλίες Του, τρέχουν να τον υποδεκτούν. Τον φαντάζονται επίγειο αρχηγό και ελευθερωτή. Εκείνος, όμως, ο δημιουργός του παντός, έρχεται καθήμενος πάνω στο ταπεινό. Δεν φθάνει στη Ιερουσαλήμ με δόξα και με τους αγγέλους και τους αρχαγγέλους, ταπεινά και σεμνά πορεύεται. Όπως πρέπει στον μονογενή Υιό του Θεού. Με βάγια στα χέρια όλοι στην υποδοχή νέοι, γέροι, άνδρες και γυναίκες. Ζητωκραυγάζουν και επευφημούν: «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος». Στρώνουν τα ρούχα τους και κλαδιά φοινίκων στο διάβα του. Δεν είχαν αντιληφθεί ότι μπροστά τους ήταν για τριάντα τρία ολόκληρα χρόνια, από τα οποία τρία σε δημόσια δράση, ο σαρκωθείς μονογενής Υιός του Θεού. Για αυτόν τον λόγο τον υποδέχονται με αυτό τον τρόπο, που κάνει γραμματείς και Φαρισαίους να λυσσάνε από το κακό και να ψάχνουν τρόπους εξοντώσεως του Θεανθρώπου. Ανθρώπινη υπερηφάνεια και εγωισμός. Η κακία και ο φθόνος των ανθρώπων νεκρώνει τον νου και δεν βλέπει ότι γίνονται θαυμαστά πράγματα. Σήμερα τον υποδέχονται ως μεσσία, ελευθερωτή και βασιλιά. Μετά από μερικές ημέρες ο ίδιος λαός, ο όχλος φωνάζει στον Πιλάτο: «σταύρωσον, σταύρωσον αυτόν». Ποιόν; Αυτόν που σήμερα ζητωκραυγάζει και βροντοφωνάζει «Ωσαννά, ευλογημένος ο ερχόμενος». Η ευμετάβλητος ανθρώπινη φύση του πεπτωκότος ανθρώπου από την αποθέωση και τα «ζήτω» στο «σταύρωσον» και στη λήθη. Ωραίο παράδειγμα που πρέπει οι άρχοντες των ανθρώπων να μην ξεχνούν. Οι άνθρωποι αλλάζουν γνώμη και προτιμήσεις. Βρίσκονται από τη μία στιγμή στην άλλη από το ζενίθ στο ναδίρ και το αντίστροφο. Σάββατο του Λαζάρου και Κυριακή των Βαΐων κατέχουν σημαντική θέση στο ορθόδοξο εορτολόγιο ως Δεσποτικές εορτές. Τις τιμά ο ελληνικός με ιδιαίτερο τρόπο και κατάνυξη. Η εκκλησία την Κυριακή των Βαΐων μοιράζει ευλογημένα βάγια στο τέλος της θείας λειτουργίας δια των χειρών των ιερέων. Το Σάββατο του Λαζάρου σε πολλές ελληνικές περιοχές τα παιδιά, κυρίως τα κορίτσια, λένε τα  ̎κάλαντα¨ του Λαζάρου περιερχόμενα τα σπίτια με καλάθια στολισμένα και οι οικοδεσπότες προσφέρουν χρήματα, αυγά, ξηρούς καρπούς κλπ. Έθιμο που τείνει να εκλείψει στις ημέρες μας.

1ο απολυτίκιο (Ήχος α΄)
Τὴν κοινὴν ἀνάστασιν πρὸ τοῦ σου πάθους πιστούμενος, ἐκ νεκρῶν ἤγειρας τὸν Λάζαρον, Χριστὲ ὁ Θεός· ὅθεν καὶ ἡμεῖς ὡς οἱ παῖδες, τὰ τῆς νίκης σύμβολα φέροντες, σοὶ τῷ νικητῇ τοῦ θανάτου βοῶμεν: «Ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου».

2ο απολυτίκιο (Ήχος δ΄)
Συνταφέντες σοι διὰ τοῦ βαπτίσματος, Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, τῆς ἀθανάτου ζωῆς ἠξιώθημεν τῇ Ἀναστάσει σου καὶ ἀνυμνοῦντες κράζομεν: «Ὡσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος ἐν ὀνόματι Κυρίου».

3ο απολυτίκιο (Ήχος πλαγιος β΄)
Μετὰ κλάδων ὑμνήσαντες πρότερον, μετὰ ξύλων συνέλαβον ύστερον, οἱ ἀγνώμονες Χριστόν, Ἰουδαῖοι τὸν Θεόν. Ἡμεῖς δὲ πίστει ἀμεταθέτῳ, ἀεὶ τιμῶντες ὡς εὐεργέτην, διὰ παντὸς βοήσωμεν αὐτῷ: «Εὐλογημένος εἶ ὁ ἐρχόμενος τὸν Ἀδὰμ ἀνακαλέσασθαι».

Κοντάκιο (αυτόμελο)*, (Ήχος πλάγιος β΄)
Τῷ θρόνῳ ἐν οὐρανῷ, τῷ πώλῳ ἐπὶ τῆς γῆς ἐποχούμενος Χριστὲ Θεός. Τῶν ἀγγέλων τὴν αἴνεσιν καὶ τῶν παίδων ἀνύμνησιν προσεδέξω βοῶντός σοι: «Εὐλογημένος εἶ ὁ ἐρχόμενος, τὸν Ἀδὰμ ἀνακαλέσασθαι».

(*) αυτόμελο = ψάλλεται με δική του μουσικότητα, κατ' ίδιον μέλος.

Μυργιώτης  Παναγιώτης
Μαθηματικός

Γιατί ο Χριστός ίδρωσε στον κήπο με ιδρώτα που έμοιαζε με θρόμβους αίματος; (Άγιος Νικόδημος Αγιορείτης)

ΜΕΛΕΤΗ ΚΖ’ Α’. Διότι προέβλεπε όλα τα πάθη που επρόκειτο να πάθη. Β’. Διότι λυπόταν για τις αμαρτίες μας. Γ’. Διότι προγνώριζε την αχα...