Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2021

"Όσοι πεθαίνουν παλληκαρίσια, δεν πεθαίνουν"

– Θυμᾶμαι, στὸν στρατὸ τὸ σύνολο εἶχε ἕναν κοινὸ σκοπό. Προσπαθοῦσα ἐγώ, ἀλλὰ ἡ θυσία ὑπῆρχε καὶ στοὺς ἄλλους, ἄσχετα ἂν πίστευαν ἢ ὄχι στὴν ἄλλη ζωή. «Γιατί νὰ σκοτωθῆ ὁ ἄλλος; εἶναι οἰκογενειάρχης», ἔλεγαν, καὶ πήγαιναν αὐτοὶ σὲ μιὰ ἐπικίνδυνη ἐπιχείρηση. Ἡ θυσία ποὺ ἔκαναν αὐτοὶ εἶχε μεγαλύτερη ἀξία ἀπὸ τὴν θυσία ποὺ ἔκανε ἕνας πιστός. Ὁ πιστὸς πίστευε στὴν θεία δικαιοσύνη, στὴν θεία ἀνταπόδοση, ἐνῶ αὐτοὶ δὲν γνώριζαν ὅτι δὲν πάει χαμένη ἡ θυσία ποὺ ἔκαναν καὶ ὅτι θὰ ἔχουν νὰ λάβουν γιʹ αὐτὴν στὴν ἄλλη ζωή. 

Στὴν Κατοχή, τότε μὲ τὸν Δαβάκη, οἱ Ἰταλοὶ εἶχαν κάνει συλλήψεις νέων ἀξιωματικῶν, τοὺς ἔβαλαν σὲ ἕνα καράβι καὶ τοὺς βούλιαξαν. Ὕστερα, τοὺς πρώτους ποὺ ἔπιασαν, τοὺς βασάνισαν, γιὰ νὰ μαρτυρήσουν ποιοί ἔχουν ὅπλα. Ἐκεῖ νὰ δῆτε κοσμικοὶ ἄνθρωποι τί θυσία ἔκαναν! Στὴν Κόνιτσα, κοντὰ στὸ σπίτι μας, ἐκεῖ ποὺ ἔχτισαν τώρα τὸν Ναὸ τοῦ Ἁγίου Κοσμᾶ τοῦ Αἰτωλοῦ, πρῶτα ἦταν τζαμί. Τοὺς ἔκλειναν μέσα στὸ τζαμὶ καὶ τοὺς ἔδερναν ὅλη τὴν νύχτα μὲ βούρδουλα ποὺ εἶχε ἐπάνω κολτσίδες ὅλο ἀγκάθια ἢ μὲ καλώδια γδαρμένα· ἔβγαιναν ἔξω τὰ σύρματα, ἔδεναν καὶ στὴν ἄκρη μολύβια καὶ μʹ αὐτὰ τοὺς χτυποῦσαν· καὶ αὐτὸ τὸ ἀτσαλένιο σύρμα πήγαινε καὶ ἔγδερνε τὸ δέρμα. Γιὰ νὰ μὴν ἀκούγωνται οἱ φωνές, τραγουδοῦσαν ἢ ἔβαζαν μουσική. Ἀπὸ ᾿δῶ βγῆκε τὸ «ξύλο μετὰ μουσικῆς». Τοὺς κρεμοῦσαν καὶ ἀνάποδα καὶ ἔβγαζαν οἱ καημένοι αἷμα ἀπὸ τὸ στόμα, ἀλλὰ δὲν μιλοῦσαν, γιατὶ σκέφτονταν: «Ἂν μαρτυρήσουμε ἐμεῖς – ἤξεραν ποιοί εἶχαν ντουφέκια –, ὕστερα θὰ χτυποῦν τὸν καθέναν, γιὰ νὰ μαρτυρήση». Γιʹ αὐτὸ οἱ πρῶτοι εἶπαν: «Ἂς πεθάνουμε ἐμεῖς, γιὰ νὰ τοὺς ἀποδείξουμε ὅτι δὲν ἔχουν οἱ ἄλλοι ντουφέκια». Καὶ ἦταν μερικοὶ ποὺ γιὰ μιὰ ὀκὰ ἢ γιὰ πέντε ὀκάδες ἀλεύρι ἔλεγαν ὅτι ὁ τάδε π.χ. ἔχει δύο ντουφέκια. Πεινοῦσε ὁ κόσμος καὶ πρόδιδαν τοὺς ἄλλους. Ὁπότε καὶ μερικοὶ Ἰταλοὶ ἀπὸ ἕνα τάγμα ποὺ ἦταν νόθα παιδιὰ καὶ ἦταν βάρβαροι μὲ ὅλα τὰ κόμπλεξ ποὺ εἶχαν, ἔβγαζαν τὸ ἄχτι τους. Ἔπαιρναν τὰ μικρὰ παιδιά, τὰ ἔβαζαν τὰ καημένα γυμνὰ πάνω στὴν μασίνα ποὺ ἔκαιγε καὶ τὰ πατοῦσαν νὰ καοῦν. Τὰ ἔκαιγαν, γιὰ νὰ μαρτυρήσουν οἱ γονεῖς ποῦ ἔχουν τὸ ντουφέκι. «Δὲν ἔχω, δὲν ἔχω», ἔλεγαν οἱ μεγάλοι καὶ ἐκεῖνοι ἔκαιγαν τὰ παιδάκια.

Θέλω νὰ πῶ, ἐκεῖνοι προτίμησαν νὰ πεθάνουν, ἂν καὶ ἦταν κοσμικοὶ ἄνθρωποι, γιὰ νὰ μὴ φᾶνε καὶ οἱ ἄλλοι ξύλο ἢ γιὰ νὰ μὴν τοὺς σκοτώσουν. Μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο ἔσωσαν πολὺ κόσμο. Ἔτσι ἀπὸ μερικὰ παλληκάρια κρατήθηκε τὸ Ἔθνος!

Ὅσοι πεθαίνουν παλληκαρίσια, δὲν πεθαίνουν. Ἂν δὲν ὑπάρχη ἡρωισμός, δὲν γίνεται τίποτε. Καὶ νὰ ξέρετε, ὁ πιστὸς εἶναι καὶ γενναῖος. Ὁ Μακρυγιάννης ὁ καημένος τί τράβηξε! Καὶ σὲ τί χρόνια!

– «Κάπνισαν τὰ μάτια μου», λέει κάπου, Γέροντα.

– Ναί, κάπνισαν τὰ μάτια του. Ἀπὸ τὴν ἔνταση καὶ τὴν ἀγωνία ποὺ εἶχε, ἦταν σὰν νὰ ἔβγαζαν ὑδρατμοὺς τὰ μάτια του. Βρέθηκε σ᾿ ἐκείνη τὴν κατάσταση καὶ ἀπὸ πόνο καὶ ἀγάπη θυσιαζόταν συνέχεια. Δὲν σκέφθηκε, δὲν ὑπολόγισε ποτὲ τὸν ἑαυτό του. Δὲν φοβήθηκε μὴν τὸν σκοτώσουν, ὅταν ἀγωνιζόταν γιὰ τὴν πατρίδα.

Ὁ Μακρυγιάννης ζοῦσε πνευματικὲς καταστάσεις. Ἂν γινόταν καλόγερος, πιστεύω ὅτι ἀπὸ τὸν Ἅγιο Ἀντώνιο δὲν θὰ εἶχε μεγάλη διαφορά. Τρεῖς χιλιάδες μετάνοιες ἔκανε καὶ εἶχε καὶ τραύματα καὶ πληγές. Ἄνοιγαν οἱ πληγές του, ἔβγαιναν τὰ ἔντερά του, ὅταν ἔκανε μετάνοιες, καὶ τὰ ἔβαζε μέσα. Τρεῖς δικές μου μετάνοιες κάνουν μία δική του. Ἔβρεχε τὸ πάτωμα μὲ τὰ δάκρυά του. Ἐμεῖς, ἂν ἤμασταν στὴν θέση του, θὰ πηγαίναμε στὸ νοσοκομεῖο νὰ μᾶς ὑπηρετοῦν.

Θὰ μᾶς κρίνουν οἱ κοσμικοί!

Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Β’ «Πνευματικὴ Ἀφύπνιση»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: Το διαχρονικό πρότυπο αληθινού ποιμένα και διδασκάλου της Εκκλησίας

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού (Εισήγηση στην Ι.Μ. Αγίου Θεοδοσίου Αγ. Στεφάνου Αττικής 28-1-2024)       Αισθάνομαι την ανάγκη...