Δευτέρα, 3 Ιουλίου 2017

Η στάσις του αγίου Ιωάννου της Κρονστάνδης έναντι των μη ορθόδοξων ομολογιών

"Ο μη Ορθόδοξος, ακόμη και μια μεγάλη μη ορθόδοξη κοινότης, δεν μπορεί να στρατευθή στον πόλεμο αυτόν, χωρίς τον Χριστό ως Κεφαλή του δεν μπορεί να κάνη τίποτε με τέτοιους πανούργους, οξυδερκείς εχθρούς, οι οποίοι είναι συνεχώς άγρυπνοι και έχουν μάθει τέλεια την επιστήμη του πολέμου τους.
Ο Ορθόδοξος Χριστιανός έχει δυνατή υποστήριξι στον αγώνα αυτόν: πρώτα από τον Θεό και από τους αγίους Αθλητάς Του, οι οποίοι ενίκησαν τους εχθρούς με την δύναμι της Χάριτος του Χριστού, και έπειτα από την επί γης Ορθόδοξο Εκκλησία, από τους ποιμένας και διδασκάλους της και από την κοινή προσευχή και τα μυστήρια. Η Εκκλησία του Χριστού, στην οποία ελέει Θεού ανήκουμε κι’ εμείς, είναι ένας τέτοιος βοηθός στον αγώνα του Χριστιανού εναντίον των αοράτων και ορατών εχθρών» (1, σελ. 52)."
*******
"«Θλίβομαι βαθειά», γράφει ο άγιος Ιωάννης, «που η αγία ενότης της Εκκλησίας του Χριστού διερράγη στην Δύσι και από την Δύσι, από τον περιβόητο Ρωμαιοκαθολικισμό και μαζί μ’ αυτόν από τον Λουθηρανισμό και την Μεταρρύθμισι, καθώς επίσης σε μας από σχίσματα και κομματισμούς».
Κάθε πτώσις, σύμφωνα με την διδασκαλία των αγίων Πατέρων, αρχίζει από την υπερηφάνεια: περιφρονεί κάποιος μία εντολή και τότε αμαρτάνει στην πράξι. Έτσι έγινε και με το αποσκίρτημα της Δύσεως: «Πριν απ’ αυτό, ο πάπας και οι παπικοί έγιναν υπερήφανοι και εξύψωσαν τους εαυτούς των τόσο, ώστε εσκέφθηκαν να κρίνουν τον ίδιο τον Χριστό, την ίδια την Ενυπόστατο Σοφία του Θεού» (1, σελ 59), τον ουράνιο Διδάσκαλο, χωρίς τον Οποίον «ουδέ τον Πατέρα τις επιγινώσκει, ει μη ο Υιός» (2, σελ. 38). Η υπερηφάνειά τους έφθασε στο σημείο να διαστρέψουν μερικούς από τους λόγους, εντολές και θεσπίσματά Του (1, σελ. 59). Ο Χριστός λέγει ότι το Πνεύμα εκπορεύεται από τον Πατέρα, ενώ οι Ρωμαιοκαθολικοί και οι Λουθηρανοί μαζί με τους Αγγλικανούς λέγουν ότι εκπορεύεται από τον Πατέρα και τον Υιό (2, σελ. 38 – 39).
Έχοντας αποκοπή από την Παράδοσι του Αγίου Πνεύματος, έχοντας χάσει το εσωτερικό κριτήριο της αληθείας και την συνοδική αρχή εν τη Εκκλησία, οι Λατίνοι, επειδή έχουν ανάγκη από κάποιο είδος εξουσίας, ήγειραν μια νέα εξουσία για να διδάσκεται η Πίστις: τον «αλάθητο Πάπα της Ρώμης, τον «αντιπρόσωπο του Χριστού».
«Εγώ μεθ’ υμών ειμί… έως της συντελείας του αιώνος» (Ματθ. κη’ 20). Ο ίδιος ο Κύριος είναι πάντοτε παρών στην Εκκλησία Του. Τι χρειάζεται τότε ένας αντιπρόσωπος – πάπας;», γράφει ο άγιος Ιωάννης της Κρονστάνδης καταγγέλοντας την αίρεσι του παπισμού.
Ως μια κεφαλαιώδης αίρεσις, ο Λατινισμός προσπαθεί να εντάξη κάτω από το θεολογικό του σύστημα κείμενα από την Αγία Γραφή, κατανοούμενα φυσικά έξω από την Ιερά Παράδοσι την οποία στερείται: «Το κεντρικό σημείο της ρωμαιοκαθολικής υπερηφάνειας και των ρωμαιοκαθολικών ψευδών στα δόγματα, στην διοίκησι και στην ηθική διδασκαλία είναι το πρωτείον του πάπα, η φανταστική και εσφαλμένη κατανόησις του λόγου του Σωτήρος: Συ ει Πέτρος, και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την εκκλησίαν, και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν αυτής (Ματθ. ιστ’ 18). Ανεγνωρίσθη από όλους τους Αγίους Πατέρας των πρώτων και μεταγενεστέρων αιώνων, ως επίσης και από τους πολύ πρώτους ορθόδοξους πάπας, ότι πρέπει κανείς να εννοή ως πέτρα θεμελιώσεως τον ίδιο τον Ιησού Χριστό – η δε πέτρα ην ο Χριστός» (Α’ Κορινθ. ι’ 4).
«Ο πάπας και οι παπικοί, – κάλαμος υπό ανέμου σαλευόμενος – έχοντας υποδουλώσει όλον τον Καθολικισμό στην αίρεσι, τον κατέστησαν αδιόρθωτο, διότι ο πάπας παρ’ όλες τις αιρέσεις του αναγνωρίζεται ως αλάθητος από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία και έτσι δεν είναι δυνατόν να διορθωθή από κάποιον που σκέπτεται αντίθετα».
Η Μεταρρύθμισις, η οποία προήλθε από τον Λατινισμό, ήταν μια αντίδρασις εναντίον των διαστροφών του Λατινισμού. Αντί να επανέλθη στην συνοδική βάσι της Ορθοδοξίας, από αντίθεσι στον παπισμό απέρριψε την ιεραρχία, δίδοντας στον κάθε πιστό το δικαίωμα να σκέπτεται «αλάνθαστα» περί της Πίστεως. Ο νομικισμός της Ρώμης και τα ξένα προς τον πατερικό ασκητισμό συστήματα πνευματικής ζωής, που οδηγούν στην πλάνη, παρεχώρησαν την θέσι τους στον ηθικό σχετικισμό και την ακολασία. «Οι Ρωμαιοκαθολικοί, με το να αναγνωρίζουν τον πάπα ως κεφαλή της Εκκλησίας, έχασαν την πραγματική Κεφαλή της Εκκλησίας – τον Χριστό – και παρέμειναν χωρίς Κεφαλή…» (2, σελ. 37). «Οι Λουθηρανοί απεκόπησαν και παρέμειναν χωρίς την Κεφαλή, οι Αγγλικανοί επίσης. Δεν έχουν την Εκκλησία…και ο Βελίαλ τους πολεμά με την δύναμι και τις μηχανορραφίες του και τους κρατά στην πλάνη του και την απώλεια. Ένα πλήθος ανθρώπων χάνονται στην αθεΐα και την φαυλότητα». (1, σελ.52).
«Ο Λουθηρανισμός, καλυπτόμενος υπό το όνομα της Χριστιανικής Πίστεως, είναι στην πραγματικότητα άρνησις της Πίστεως. Απορρίπτοντας τις νηστείες και το μοναχισμό ή την εν παρθενία ζωή την αφιερωμένη αποκλειστικά στην υπηρεσία του Θεού, παραδίδεται στην φιληδονία. Είναι παράδοσις στην ψευδώνυμο ανθρωπίνη λογική με τις φιλοσοφικές της ασυναρτησίες και την θεοποίησή της, άρνησις της θείας αυθεντίας των Οικουμενικών Συνόδων και των Αγίων Πατέρων, αυθαίρετη συνάθροισις υπό το όνομα της κεκαθαρμένης, μεταρρυθμισμένης Εκκλησίας».
Ο άγιος Ιωάννης θρηνούσε εν πνεύματι «τις μεγάλες κοινότητες που αστόχησαν στην Πίστι». Δεν έβλεπε να λύνεται η τραγική αυτή κατάστασις με συμβιβασμούς, με την αναζήτησι κοινών στοιχείων στην Πίστι της αδιαιρέτου Εκκλησίας. Κατενόησε ότι μια τεχνητή ένωσις, με θεμέλια γήινα, είναι ένας πύργος της Βαβέλ. «Είναι πράγματι δυνατόν να ενώση κανείς κάτι που δεν μπορεί να ενωθή, το ψεύδος με την αλήθεια;», αναρρωτιόταν (2, σελ. 31)."
Aποσπάσματα - agiameteora.net

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Τι πρέπει να ξέρουμε για τους λογισμούς

Σωφρόνιος Σαχάρωφ (Ἀρχιμανδρίτης) Ὅποιος θέλει νὰ προσεύχεται μὲ καθαρὸ νοῦ, πρέπει νὰ μὴ μαθαίνει τὰ νέα τῶν ἐφημερίδων, νὰ μὴ διαβάζει...