Μεγάλη ὑπόθεση νὰ ἔχη ὁ ἄνθρωπος τὴν εὐλογία τοῦ Θεοῦ! Πλοῦτος εἶναι! Ὅ,τι
ἔχει εὐλογία, στέκει, δὲν γκρεμίζεται. Ὅ,τι δὲν ἔχει εὐλογία, δὲν στέκει. Ἡ
ἀδικία εἶναι μεγάλη ἁμαρτία. Ὅλες οἱ ἁμαρτίες
ἔχουν ἐλαφρυντικά, ἡ ἀδικία δὲν ἔχει, μαζεύει ὀργή Θεοῦ. Φοβερό! Αὐτοί ποὺ
ἀδικοῦν, βάζουν φωτιά στὸ κεφάλι τους. Ἀπὸ τὴν μία μεριά βλέπεις νὰ κάνουν
μία ἀδικία καὶ ἀπὸ τὴν ἄλλη νὰ πεθαίνουν δικοί τους ἄνθρωποι καὶ νὰ μή δίνουν
σημασία. Πῶς νὰ κάνουν προκοπή οἱ ἄνθρωποι μὲ τόσες ἀδικίες; Κάνουν αὐτὰ ποὺ κάνουν,
δίνουν δικαιώματα καὶ στὸν διάβολο, γιʹ αὐτὸ μετά περνοῦν δοκιμασίες, τούς βρίσκουν
ἀρρώστιες κ.λπ. καὶ σοῦ λένε: «Κάνε προσευχή νὰ γίνω καλά».
Τὰ περισσότερα κακά ποὺ συμβαίνουν εἶναι ἀπὸ ἀδικίες. Ὅταν λ.χ. μαζεύεται
μὲ ἀδικία ἡ περιουσία, ζοῦν οἱ ἄνθρωποι λίγα χρόνια σάν ἀρχοντόπουλα καὶ μετά τὰ
δίνουν, ὅσα μάζεψαν, στούς γιατρούς. Τί λέει ὁ Ψαλμός; «Κρεῖσσον ὀλίγον τῷ δικαίω
ὑπέρ πλοῦτον ἁμαρτωλῶν πολύν». «Ανεμομαζώματα, ἀνεμοσκορπίσματα». Ὅσα μαζεύουν,
φεύγουν, ὅλα ἐξανεμίζονται. Σπάνια, σὲ πολύ λίγους συμβαίνει νὰ εἶναι οἱ ἀρρώστιες,
οἱ χρεωκοπίες κ.λπ. μία δοκιμασία τοῦ Θεοῦ. Αὐτοί θὰ ἔχουν καθαρό μισθό. Σʹ αὐτήν
τὴν περίπτωση συνήθως γίνονται ὕστερα πιὸ πλούσιοι, σάν τὸν Ἰωβ. Ἀλλά, καὶ
πολλοί ἄνθρωποι ποὺ βγαίνουν ἄλειωτοι, εἶναι καὶ ἀπὸ αὐτό, κάποια ἀδικία ἔχουν
κάνει.
Ὁ ἄδικος βασανίζεται
Ὁ ἄδικος, καὶ γενικά κάθε ἔνοχος, ὅταν δὲν
ζητήση συγχώρηση, ταλαιπωρεῖται ἀπὸ τὴν συνείδησή του καὶ ἐπιπλέον ἀπὸ τὴν ἀγανάκτηση
τοῦ ἀδικημένου. Γιατί, ὅταν ὁ ἀδικημένος
δὲν τὸν συγχωρήση καὶ γογγύζη, τότε ὁ ἄδικος ταλαιπωρεῖται πολύ, βασανίζεται. Δὲν
μπορεῖ νὰ κοιμηθῆ. Σάν νὰ τὸν χτυποῦν κύματα καὶ τὸν φέρνουν σβούρα. Εἶναι μυστήριο
πράγμα τὸ πῶς τὸ πληροφορεῖται! Ὅπως, ὅταν ἕνας ἀγαπᾶ κάποιον καὶ τὸν σκέφτεται
μὲ τὴν καλή ἔννοια, ἐκεῖνος τὸ πληροφορεῖται, ἔτσι καὶ σʹ αὐτήν τὴν περίπτωση. Ὤ,
ὁ γογγυσμός τοῦ ἄλλου τὸν κάνει ἄνω‐κάτω! Καὶ μακριά νὰ εἶναι, τί στὴν Αὐστραλία,
τί στὸ Γιοχάννεμπουργκ, δὲν μπορεῖ νὰ ἡσυχάση, ὅταν εἶναι ἀγανακτισμένος ὁ ἄλλος
ἐξ αἰτίας του.
– Ἄν εἶναι ἀναίσθητος;
– Οἱ ἀναίσθητοι λές ὅτι δὲν ὑποφέρουν;
Τὸ πολύ‐πολύ νὰ καταφύγουν σὲ καμμιά ψυχαγωγία, γιὰ νὰ ξεχασθοῦν. Μπορεῖ πάλι ὁ
ἀδικημένος νὰ τὸν συγχώρησε τὸν ἔνοχο, ἀλλὰ νὰ ἔχη μείνει λίγη ἀγανάκτηση μέσα
του, τότε καὶ ὁ ἴδιος ταλαιπωρεῖται σὲ ἕναν βαθμό, ἀλλὰ ὁ ἔνοχος ταλαιπωρεῖται
πολύ ἀπὸ τὴν ἀγανάκτηση τοῦ ἄλλου. Ἄν ὅμως
ὁ ἔνοχος ζητήση συγνώμη καὶ δὲν τοῦ τὴν δώση ὁ ἀδικημένος, τότε ταλαιπωρεῖται ἐκεῖνος.
Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη φωτιά ἀπὸ τὸ ἐσωτερικό κάψιμο τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὴν συνείδηση. Τὴν βασανίζει καὶ τὴν τρώει συνέχεια μὲ τὸ σαράκι σʹ ἐτούτη τὴν ζωή καὶ πιὸ πολύ φυσικά θὰ τὴν τρώη στὴν ἄλλη ζωή, τὴν αἰώνια, «ὁ ἀκοίμητος σκώληξ», ἄν δὲν μετανοήση ὁ ἄνθρωπος σʹ αὐτήν τὴν ζωή καὶ δὲν ἐπιστρέψη τὶς ἀδικίες του στούς συνανθρώπους του, ἔστω καὶ μὲ τὴν ἀγαθή του προαίρεση, σὲ περίπτωση ποὺ δὲν μπορεῖ μὲ ἄλλον τρόπο.
Δὲν ὑπάρχει μεγαλύτερη φωτιά ἀπὸ τὸ ἐσωτερικό κάψιμο τῆς ψυχῆς ἀπὸ τὴν συνείδηση. Τὴν βασανίζει καὶ τὴν τρώει συνέχεια μὲ τὸ σαράκι σʹ ἐτούτη τὴν ζωή καὶ πιὸ πολύ φυσικά θὰ τὴν τρώη στὴν ἄλλη ζωή, τὴν αἰώνια, «ὁ ἀκοίμητος σκώληξ», ἄν δὲν μετανοήση ὁ ἄνθρωπος σʹ αὐτήν τὴν ζωή καὶ δὲν ἐπιστρέψη τὶς ἀδικίες του στούς συνανθρώπους του, ἔστω καὶ μὲ τὴν ἀγαθή του προαίρεση, σὲ περίπτωση ποὺ δὲν μπορεῖ μὲ ἄλλον τρόπο.
Θυμᾶμαι ἕνας δικηγόρος, ποὺ ἔκανε πολλές ἀδικίες, πόσο βασανίσθηκε στὸ
τέλος τῆς ζωῆς του. ἐξασκοῦσε τὸ ἐπάγγελμά του σὲ μία ἐπαρχία ποὺ εἶχε πολλούς
κτηνοτρόφους. Ἐκεῖ, φυσικά, γίνονταν καὶ ἀγροζημίες καὶ πολλοί βοσκοί ἔτρεχαν
σʹ αὐτόν τὸν δικηγόρο, γιατί μὲ πονηρά ἐπιχειρήματα ἔπειθε καὶ τὸν ἀγρονόμο καὶ
τὸν εἰρηνοδίκη.
Ἔτσι οἱ καημένοι γεωργοί πολλές φορές ὄχι μόνο δὲν ἔβρισκαν τὸ δίκαιο γιὰ τὰ σπαρτά ποὺ τούς κατέστρεφαν τὰ κοπάδια, ἀλλὰ ἔβρισκαν καὶ τὸν μελά τους. Ὅλοι τὸν ἤξεραν τὸν δικηγόρο αὐτόν καὶ κανεὶς τίμιος ἄνθρωπος δὲν τὸν πλησίαζε. Ἀκόμη καὶ ὁ Πνευματικός νὰ δῆτε τί συμβούλεψε ἕναν εὐαίσθητο βοσκό. Ὁ βοσκός αὐτός εἶχε ἕνα μικρό κοπάδι καὶ μία σκύλα. Μία φορά ποὺ ἡ σκύλα εἶχε γεννήσει, ἔδωσε τὰ κουταβάκια σὲ ἄλλους καὶ κράτησε μόνον τὴν μάνα. Ἐκεῖνο τὸ διάστημα εἶχε χαθῆ μία προβατίνα καὶ εἶχε ἀφήσει τὸ ἀρνάκι της ποὺ θήλαζε. Αὐτό, ἐπειδή δὲν εἶχε μάνα, ἔτρεχε πίσω ἀπὸ τὴν σκύλα καὶ θήλαζε ἀπὸ αὐτήν, ἡ ὁποία ἐνίωθε καὶ ἡ ἴδια ἀνακούφιση. Ἔτσι τὰ δύο ζῶα εἶχαν συνηθίσει καὶ τὸ ἕνα ἔβρισκε τὸ ἄλλο.
Ὁ καημένος ὁ βοσκός, ὅσο καὶ νὰ προσπαθοῦσε νὰ τὰ ξεχωρίση, ἐκεῖνα ἔσμιγαν. Ἐπειδή ἦταν εὐαίσθητος ὁ βοσκός, σκέφθηκε νὰ ρωτήση τὸν Πνευματικό ἐὰν τελικά τρώγεται τὸ κρέας τοῦ ἀρνιοῦ ἤ ὄχι. Ὁ Πνευματικός, ἔχοντας ὑπʹ ὄψιν του καὶ τὴν φτώχεια τοῦ βοσκοῦ, σκέφτηκε λίγο καὶ τοῦ εἶπε: «Τὸ ἀρνί αὐτό, παιδί μου, δὲν τρώγεται, γιατί θήλασε ἀπὸ τὴν σκύλα, ἀλλὰ ξέρεις τί νὰ κάνεις; Ἐπειδή ὅλοι οἱ ἄλλοι βοσκοί πηγαίνουν δῶρα στὸν δικηγόρο τὸν δείνα ἀρνιά καὶ τυριά, νὰ τοῦ πᾶς καὶ σύ αὐτὸ τὸ ἀρνί νὰ τὸ φάη. Μόνον αὐτός ἔχει εὐλογία νὰ τὸ φάη, γιατί ὅλος ὁ κόσμος ξέρει ποὺ εἶναι ἄδικος».
Ὅταν εἶχε γεράσει πιά ὁ ἄδικος αὐτός δικηγόρος καὶ ἔπεσε στὸ κρεββάτι, ὑπέφερε χρόνια ἀπὸ ἐφιάλτες καὶ δὲν μποροῦσε νὰ κοιμηθῆ. Τὸν χτύπησε καὶ ἡμιπληγία καὶ δὲν μποροῦσε οὔτε νὰ μιλήση. Προσπάθησε ὁ Πνευματικός νὰ τὸν κάνη τουλάχιστον νὰ γράψη τὶς ἁμαρτίες του, ἀλλὰ εἶχε χάσει καὶ τὸν ἔλεγχο, καὶ ἀναγκαζόταν νὰ τοῦ διαβάζη τὴν εὐχή τῶν Ἑπτὰ Παίδων, γιὰ νὰ κλείση λίγο τὰ μάτια του νὰ κοιμηθῆ. Τοῦ διάβαζε καὶ ἐξορκισμούς, γιὰ νὰ γαληνέψη λίγο, μέχρι ποὺ ἀναπαύθηκε, καὶ ἄς εὐχηθοῦμε ὁ Θεὸς νὰ τὸν ἀναπαύση πραγματικά.
Ἔτσι οἱ καημένοι γεωργοί πολλές φορές ὄχι μόνο δὲν ἔβρισκαν τὸ δίκαιο γιὰ τὰ σπαρτά ποὺ τούς κατέστρεφαν τὰ κοπάδια, ἀλλὰ ἔβρισκαν καὶ τὸν μελά τους. Ὅλοι τὸν ἤξεραν τὸν δικηγόρο αὐτόν καὶ κανεὶς τίμιος ἄνθρωπος δὲν τὸν πλησίαζε. Ἀκόμη καὶ ὁ Πνευματικός νὰ δῆτε τί συμβούλεψε ἕναν εὐαίσθητο βοσκό. Ὁ βοσκός αὐτός εἶχε ἕνα μικρό κοπάδι καὶ μία σκύλα. Μία φορά ποὺ ἡ σκύλα εἶχε γεννήσει, ἔδωσε τὰ κουταβάκια σὲ ἄλλους καὶ κράτησε μόνον τὴν μάνα. Ἐκεῖνο τὸ διάστημα εἶχε χαθῆ μία προβατίνα καὶ εἶχε ἀφήσει τὸ ἀρνάκι της ποὺ θήλαζε. Αὐτό, ἐπειδή δὲν εἶχε μάνα, ἔτρεχε πίσω ἀπὸ τὴν σκύλα καὶ θήλαζε ἀπὸ αὐτήν, ἡ ὁποία ἐνίωθε καὶ ἡ ἴδια ἀνακούφιση. Ἔτσι τὰ δύο ζῶα εἶχαν συνηθίσει καὶ τὸ ἕνα ἔβρισκε τὸ ἄλλο.
Ὁ καημένος ὁ βοσκός, ὅσο καὶ νὰ προσπαθοῦσε νὰ τὰ ξεχωρίση, ἐκεῖνα ἔσμιγαν. Ἐπειδή ἦταν εὐαίσθητος ὁ βοσκός, σκέφθηκε νὰ ρωτήση τὸν Πνευματικό ἐὰν τελικά τρώγεται τὸ κρέας τοῦ ἀρνιοῦ ἤ ὄχι. Ὁ Πνευματικός, ἔχοντας ὑπʹ ὄψιν του καὶ τὴν φτώχεια τοῦ βοσκοῦ, σκέφτηκε λίγο καὶ τοῦ εἶπε: «Τὸ ἀρνί αὐτό, παιδί μου, δὲν τρώγεται, γιατί θήλασε ἀπὸ τὴν σκύλα, ἀλλὰ ξέρεις τί νὰ κάνεις; Ἐπειδή ὅλοι οἱ ἄλλοι βοσκοί πηγαίνουν δῶρα στὸν δικηγόρο τὸν δείνα ἀρνιά καὶ τυριά, νὰ τοῦ πᾶς καὶ σύ αὐτὸ τὸ ἀρνί νὰ τὸ φάη. Μόνον αὐτός ἔχει εὐλογία νὰ τὸ φάη, γιατί ὅλος ὁ κόσμος ξέρει ποὺ εἶναι ἄδικος».
Ὅταν εἶχε γεράσει πιά ὁ ἄδικος αὐτός δικηγόρος καὶ ἔπεσε στὸ κρεββάτι, ὑπέφερε χρόνια ἀπὸ ἐφιάλτες καὶ δὲν μποροῦσε νὰ κοιμηθῆ. Τὸν χτύπησε καὶ ἡμιπληγία καὶ δὲν μποροῦσε οὔτε νὰ μιλήση. Προσπάθησε ὁ Πνευματικός νὰ τὸν κάνη τουλάχιστον νὰ γράψη τὶς ἁμαρτίες του, ἀλλὰ εἶχε χάσει καὶ τὸν ἔλεγχο, καὶ ἀναγκαζόταν νὰ τοῦ διαβάζη τὴν εὐχή τῶν Ἑπτὰ Παίδων, γιὰ νὰ κλείση λίγο τὰ μάτια του νὰ κοιμηθῆ. Τοῦ διάβαζε καὶ ἐξορκισμούς, γιὰ νὰ γαληνέψη λίγο, μέχρι ποὺ ἀναπαύθηκε, καὶ ἄς εὐχηθοῦμε ὁ Θεὸς νὰ τὸν ἀναπαύση πραγματικά.
– Γέροντα, πολλοί πιστεύουν ὅτι τούς ἔχουν
κάνει μάγια. Πιάνουν τὰ μάγια;
– Ἐὰν ὁ ἄνθρωπος ἔχη μετάνοια καὶ
ἐξομολογῆται, δὲν πιάνουν. Γιὰ νὰ πιάσουν τὰ μάγια, θὰ ἔχη δώσει κάποιο
δικαίωμα ὁ ἄνθρωπος. Θὰ ἀδίκησε κάποιον, θὰ κοροϊδεύη καμμιά κοπέλα κ.λπ. Τότε
θὰ πρέπη νὰ μετανοήση, νὰ ζητήση συγχώρηση, νὰ ἐξομολογηθῆ, νὰ τακτοποιηθῆ καὶ
νὰ ἐπανορθώση αὐτὸ ποὺ ἔκανε. Γιατί ἀλλιῶς, καὶ ὅλοι οἱ παπάδες νὰ τοῦ διαβάσουν
ἐξορκισμούς, δὲν λύνονται τὰ μάγια. Ἀλλά καὶ μάγια νὰ μήν τοῦ ἔκαναν, καὶ μόνον
τὸ ἄχτι τῆς ἀδικημένης ψυχῆς ἀρκεῖ γιὰ νὰ τὸν βασανίζη.
Ὑπάρχουν δύο μορφές ἀδικίας, ἡ ὑλική καὶ
ἡ ἠθική. Ὑλική ἀδικία εἶναι, ὅταν ἀδικῆ
κανεὶς τὸν ἄλλον σὲ ὑλικά πράγματα. Ἠθική εἶναι, ὅταν λ.χ. κάποιος γελάση μία
κοπέλα, καὶ ἄν μάλιστα εἶναι ὀρφανή, μὲ πενταπλάσιο βάρος βαραίνει τὴν ψυχή
του. στὸν πόλεμο ἡ σφαίρα ξέρεις πῶς κυνηγάει τούς ἀνήθικους; ἐκεῖ βλέπεις ἔντονα
τὴν θεία δικαιοσύνη, τὴν προστασία τοῦ Θεοῦ. Ἀτιμία στὸν πόλεμο δὲν σηκώνει. Ἀνήθικο
ἄνθρωπο θὰ τὸν βρῆ σφαίρα.
Μία φορά πηγαίναμε μὲ τὴν διλοχία μας νὰ ἀντικαταστησουμε ἕνα τάγμα. Ἐν τῷ μεταξύ ὅμως μᾶς χτύπησαν καὶ ριχτήκαμε στὴν μάχη. Ἕνας, θυμᾶμαι, ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ τάγμα εἶχε κάνει τὴν προηγούμενη μέρα μία ἀτιμία, εἶχε βιάσει μία ἔγκυο, τὴν καημένη. Ἔ, σʹ ἐκείνη τὴν ἐπιχείρηση μόνον αὐτός σκοτώθηκε!! Φοβερό! Ὅλοι ἔλεγαν μετά: «Τὸ κτῆνος, καλά ἔπαθε καὶ σκοτώθηκε!». Ἰδίως αὐτοί ποὺ κάνουν πονηριές, ποὺ κοιτάζουν νὰ ξεφύγουν ἀπὸ ʹδω, νὰ ξεφύγουν ἀπὸ ʹκει, τελικά δὲν γλυτώνουν. Εἶναι παρατηρημένο ὅτι ὅσοι πιστεύουν πολύ, φυσικά ζοῦνε καὶ τίμια, χριστιανικά, καὶ τὸ σῶμα τούς τὸ τίμιο προστατεύεται ἀπὸ τὰ πυρά περισσότερο ἀπʹ ὅ,τι ἄν φοροῦσαν Τιμιόξυλο.
Μία φορά πηγαίναμε μὲ τὴν διλοχία μας νὰ ἀντικαταστησουμε ἕνα τάγμα. Ἐν τῷ μεταξύ ὅμως μᾶς χτύπησαν καὶ ριχτήκαμε στὴν μάχη. Ἕνας, θυμᾶμαι, ἀπὸ ἐκεῖνο τὸ τάγμα εἶχε κάνει τὴν προηγούμενη μέρα μία ἀτιμία, εἶχε βιάσει μία ἔγκυο, τὴν καημένη. Ἔ, σʹ ἐκείνη τὴν ἐπιχείρηση μόνον αὐτός σκοτώθηκε!! Φοβερό! Ὅλοι ἔλεγαν μετά: «Τὸ κτῆνος, καλά ἔπαθε καὶ σκοτώθηκε!». Ἰδίως αὐτοί ποὺ κάνουν πονηριές, ποὺ κοιτάζουν νὰ ξεφύγουν ἀπὸ ʹδω, νὰ ξεφύγουν ἀπὸ ʹκει, τελικά δὲν γλυτώνουν. Εἶναι παρατηρημένο ὅτι ὅσοι πιστεύουν πολύ, φυσικά ζοῦνε καὶ τίμια, χριστιανικά, καὶ τὸ σῶμα τούς τὸ τίμιο προστατεύεται ἀπὸ τὰ πυρά περισσότερο ἀπʹ ὅ,τι ἄν φοροῦσαν Τιμιόξυλο.
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Α’ «Μὲ Πόνο
καὶ Ἀγάπη»
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου