– Γέροντα, βλέπω ὅτι δὲν πάω καλά.
– Βρῆκες τὴν αἰτία; Τὴν προηγούμενη φορὰ ποὺ εἶχα ἔρθει, εἶδα ὅτι, ἐπειδὴ
σκεφτόσουν σωστὰ καὶ ἐνεργοῦσες μὲ σύνεση, σὲ βοηθοῦσε καὶ ὁ Χριστός. Μήπως τώρα
ὑπερηφανεύθηκες γι᾿ αὐτό, ὁπότε πῆρε τὴν Χάρη Του ὁ Χριστός;
– Ναί, Γέροντα, ἔτσι εἶναι.
– Ὅταν δὲν καταλαβαίνουμε ὅτι προοδεύουμε μὲ τὴν βοήθεια τοῦ Θεοῦ καὶ
νομίζουμε ὅτι τὰ καταφέρνουμε μόνοι μας καὶ ὑπερηφανευώμαστε, παίρνει ὁ Θεὸς τὴν
Χάρη Του, γιὰ νὰ καταλάβουμε ὅτι μόνον ἡ θέληση καὶ ἡ προσπάθεια εἶναι δικά
μας· ἡ δύναμη καὶ τὸ ἀποτέλεσμα εἶναι τοῦ Θεοῦ. Μόλις ἀναγνωρίσουμε ὅτι ὁ Θεὸς μᾶς βοηθοῦσε καὶ γι᾿ αὐτὸ προοδεύαμε,
ἀνοίγουν τὰ μάτια μας, ταπεινωνόμαστε, κλαῖμε γιὰ τὴν πτώση μας, μᾶς λυπᾶται ὁ
Θεός, μᾶς ξαναδίνει τὴν Χάρη Του καὶ προχωροῦμε.
– Γέροντα, ὅταν ἕνας ἄνθρωπος ὑπερηφανευθῆ,
ἡ θεία Χάρις φεύγει ἀμέσως;
– Φυσικά! Τί νομίζεις, χρειάσθηκαν ὧρες γιὰ νὰ γίνη ὁ Ἑωσφόρος ἀπὸ Ἄγγελος
διάβολος; Μέσα σὲ δευτερόλεπτα ἔγινε. Λίγο ἕνας λογισμὸς ἂν περάση στὸν ἄνθρωπο
ὅτι κάτι εἶναι, ἀμέσως φεύγει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ. Γιατὶ τί δουλειὰ ἔχει ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ μὲ τὴν ὑπερηφάνεια; Ὁ Θεὸς εἶναι ταπείνωση.
Καὶ ὅταν φύγη ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ, ἔρχεται ὁ διάβολος καὶ ζαλίζει τὸν ἄνθρωπο.
Μπορεῖ μετὰ νὰ δεχθῆ ὁ ἄνθρωπος μιὰ ἐπίδραση δαιμονικὴ ἐξωτερικὴ καὶ νὰ ἔχη μέσα
του σκοτάδι πνευματικό.
Ὁ ὑπερήφανος δὲν ἔχει Χάρη Θεοῦ, γι᾿ αὐτὸ ὑπάρχει κίνδυνος νὰ πάρη – Θεὸς
φυλάξοι! – τὸν μεγάλο κατήφορο. Εἶναι χωρισμένος ἀπὸ τὸν Θεό, γιατὶ ἡ ὑπερηφάνεια
εἶναι κακὸς ἀγωγός, μονωτικό, ποὺ δὲν ἀφήνει τὴν Χάρη τοῦ Θεοῦ νὰ περάση καὶ μᾶς
ἀπομονώνει ἀπὸ τὸν Θεό.
Ὅταν φέρνουμε ὑπερήφανο λογισμό, τὰ κάνουμε
θάλασσα
– Γέροντα, εἶμαι πολὺ ἀπρόσεκτη· ὅλο
ζημιὲς κάνω.
– Φαίνεται, θὰ ὑπάρχη μέσα σου κρυφὴ ὑπερηφάνεια. Ἐπειδὴ ὁ Θεὸς σὲ ἀγαπάει,
λειτουργοῦν οἱ πνευματικοὶ νόμοι1· κάνεις
μιὰ ζημιὰ καὶ ταπεινώνεσαι. «Ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται»2.
– Γέροντα, φοβᾶμαι νὰ ξανασιδερώσω, γιατὶ
ἔκαψα ἕνα ξένο ράσο.
– Νὰ κάνης τὸν σταυρό σου καὶ νὰ σιδερώνης.
– Μήπως ἦταν τοῦ πειρασμοῦ;
– Σπάνια μιὰ ζημιὰ εἶναι ἀπὸ φθόνο τοῦ διαβόλου· συνήθως εἶναι ἀπὸ ὑπερήφανο
λογισμό. Ὅταν φέρνουμε ὑπερήφανο λογισμό, τὰ κάνουμε θάλασσα. Κι ἐσύ, φαίνεται,
ἔφερες ὑπερήφανο λογισμό.
– Γιατί κάηκε τὸ ράσο καὶ δὲν ἔπαθα ἐγὼ
ζημιά;
– Γιατὶ τὸ ράσο πῆγε στὸν ἄλλον, ἔγινε γνωστὴ ἡ ζημιά, ὁπότε ἔτσι
ρεζιλεύτηκες καὶ ταπεινώθηκες. Ἐνῶ, ἂν πάθαινες ἐσὺ κάτι, δὲν θὰ ρεζιλευόσουν. Γιατί ἐξομολογεῖται κανείς; Γιὰ νὰ
θεατρινισθῆ ἡ ἁμαρτία· ἔτσι σκάζει ὁ διάβολος.
– Ὅταν, Γέροντα, πάη κάποιος νὰ κάνη μιὰ
δουλειὰ καὶ τελικὰ γίνεται ζημιά, τί συμβαίνει; Δὲν δούλεψε σωστά; δὲν εἶχε
καθαρὴ διάθεση;
– Εἶναι πολλὲς περιπτώσεις. Πρέπει νὰ ἐξετάση ἀπὸ ποῦ ξεκίνησε.
– Μπορεῖ, Γέροντα, κάποιος νὰ κάνη ζημιὲς
ἀπὸ ἀφηρημάδα;
– Τί θὰ πῆ ἀφηρημάδα; Ἂν ἐξετάσης, θὰ δῆς ὅτι τὶς περισσότερες φορὲς οἱ
ζημιὲς στὴν ὑπερηφάνεια ὀφείλονται. Ἂν σὲ μιὰ νοικοκυρὰ περάση ὁ λογισμὸς ὅτι
καμμιὰ ἄλλη δὲν πλένει τὰ πιάτα τόσο καλὰ ὅσο αὐτή, μπορεῖ νὰ ρίξη ὅλο τὸ ράφι
μὲ τὰ πιάτα καὶ νὰ σπάσουν ὅλα.
Μιὰ φορὰ κάποια ποὺ ἐργαζόταν σὲ ἕνα ὑαλοπωλεῖο σκέφθηκε: «Τί εὔκολα κατεβάζω τὰ κουτιὰ μὲ τὰ ποτήρια!». Μόλις ἔβαλε αὐτὸν τὸν λογισμό, τῆς ἔφυγαν τὰ κουτιὰ ἀπὸ τὰ χέρια καὶ ἔσπασαν ὅλα τὰ ποτήρια.
Ἤ, ἂς ποῦμε, ἕνας ὁδηγὸς βλέπει ἕνα γεροντάκι ἀνήμπορο καὶ τὸ παίρνει νὰ τὸ πάη στὸν προορισμό του. Ἂν τοῦ περάση ὁ λογισμός: «γιά δές, ἄλλος θὰ τὸ ἔκανε αὐτό; τί καλὰ λόγια θὰ λέη τώρα τὸ γεροντάκι γιὰ μένα!», θὰ τὸν ἐγκαταλείψη ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ μπορεῖ νὰ πέση πάνω σὲ καμμιὰ κολόνα ἢ νὰ ἀνεβῆ πάνω στὸ πεζοδρόμιο, νὰ χτυπήση καὶ κανέναν!
Μιὰ φορὰ κάποια ποὺ ἐργαζόταν σὲ ἕνα ὑαλοπωλεῖο σκέφθηκε: «Τί εὔκολα κατεβάζω τὰ κουτιὰ μὲ τὰ ποτήρια!». Μόλις ἔβαλε αὐτὸν τὸν λογισμό, τῆς ἔφυγαν τὰ κουτιὰ ἀπὸ τὰ χέρια καὶ ἔσπασαν ὅλα τὰ ποτήρια.
Ἤ, ἂς ποῦμε, ἕνας ὁδηγὸς βλέπει ἕνα γεροντάκι ἀνήμπορο καὶ τὸ παίρνει νὰ τὸ πάη στὸν προορισμό του. Ἂν τοῦ περάση ὁ λογισμός: «γιά δές, ἄλλος θὰ τὸ ἔκανε αὐτό; τί καλὰ λόγια θὰ λέη τώρα τὸ γεροντάκι γιὰ μένα!», θὰ τὸν ἐγκαταλείψη ἡ Χάρις τοῦ Θεοῦ καὶ μπορεῖ νὰ πέση πάνω σὲ καμμιὰ κολόνα ἢ νὰ ἀνεβῆ πάνω στὸ πεζοδρόμιο, νὰ χτυπήση καὶ κανέναν!
1 Ὁ Γέροντας συχνὰ ἀναφερόταν στοὺς πνευματικοὺς νόμους, γιὰ τοὺς ὁποίους
ἔγραψε ἐκτενέστερα στὸ βιβλίο «Ὁ Γέρων Χατζη‐Γεώργης ὁ Ἀθωνίτης», σ. 70 (Βλ. καὶ
Γέροντος Παϊσίου Ἁγιορείτου, Λόγοι, Τόμος Δ’, «Οἰκογενειακὴ ζωή», Ἱ. Ἡσυχ. Εὐαγγ.
Ἰωάννης ὁ Θεολόγος, Σουρωτὴ Θεσσαλονίκης, 72006, σ. 243).
2
Λουκ. 14, 11.
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Ε’ «Πάθη
καὶ Ἀρετὲς»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου