– Στὸ Καλύβι σας, Γέροντα, τί δυσκολίες ἔχετε!
Ἔρχονται ψυχοπαθεῖς, ναρκομανεῖς...
– Ἐκεῖ ὅμως φαίνεται ἂν ἔχουμε πραγματικὴ ἀγάπη. Στὸ πρόσωπο τοῦ ἀδελφοῦ
μας βλέπουμε τὸν Χριστό. Γιατί, ὅ,τι κάνουμε, γιὰ νὰ ἀναπαύσουμε τὸν ἀδελφό
μας, εἶναι σὰν νὰ τὸ κάνουμε στὸν Ἴδιο τὸν Χριστό. «Ἐφ᾿
ὅσον ἐποιήσατε ἑνὶ τούτων τῶν ἀδελφῶν μου τῶν ἐλαχίστων, εἶπε ὁ Χριστός, ἐμοὶ ἐποιήσατε»19.
Μιὰ μέρα ἦρθε στὸ Καλύβι ἕνα δαιμονισμένο παιδὶ μὲ τὸν πατέρα του. Ἐκείνη
τὴν ὥρα ἦρθε καὶ κάποιος γνωστός μου κι ἐγὼ πῆρα τὸν πατέρα παράμερα, γιὰ νὰ τοῦ
πῶ μερικὰ πράγματα, ἐπειδὴ αὐτὸς ἦταν αἰτία ποὺ εἶχε δαιμονισθῆ τὸ παιδί. Τὸ
καημένο ἦταν χάλια! Κοτζὰμ παλληκάρι, ἔτρεχαν οἱ μύξες του... Ὅταν τὸ εἶδε ὁ
γνωστός μου, τὸ πλησίασε, ἔβγαλε τὸ μαντήλι του, τοῦ σκούπισε τὴν μύτη καὶ τὸ
ξαναέβαλε στὴν τσέπη του. Ἔβγαλε ὕστερα τὸν σταυρό του – χρυσὸ σταυρὸ – καὶ τὸν
ἔβαλε στὸν λαιμὸ τοῦ παιδιοῦ. Ἀλλὰ δὲν ἦταν τόσο αὐτό, ὅσο μὲ τί ἀγάπη, μὲ τί
στοργὴ σκούπισε τὸ παιδὶ – νὰ βλέπατε σὲ τί χάλια ἦταν! Μοῦ ἔκανε ἐντύπωση! Τὸν
πόνεσε σὰν ἀδελφό του· ἂν δὲν τὸν ἔνιωθε ἀδελφό, θὰ τὸ ἔκανε αὐτό; Ἂν ἀγαπήσης
τὸν ἄλλον σὰν ἀδελφό, μὲ τὸ μαντήλι τὸ δικό σου σκουπίζεις καὶ τὴν μύτη του καὶ
τὸ ξαναβάζεις στὴν τσέπη σου! Ἀλλά, ἂν δὲν τὸν νιώθης ἀδελφό, εἶναι σὰν ἕνα ξένο
σῶμα, γι᾿ αὐτὸ λίγο νὰ σὲ ἀγγίξη, ἀμέσως τινάζεσαι· λίγο σάλιο νὰ πέση ἐπάνω
σου, θὰ πᾶς νὰ πλυθῆς.
Ἀφοῦ σ᾿ ἐμᾶς ὁ Καλὸς Θεὸς ἔδωσε ἄφθονες δωρεὲς καὶ δὲν ἐπέτρεψε νὰ
ταλαιπωρηθοῦμε, πρέπει νὰ πονέσουμε γιὰ τὸν πλησίον μας ποὺ ταλαιπωρεῖται. Βλέπουμε
λ.χ. ἕναν ἀνάπηρο. Ἐὰν σκεφθοῦμε: «ἂν ἐγὼ ἤμουν
ἀνάπηρος καὶ δὲν μποροῦσα νὰ περπατήσω, πῶς θὰ ἔνιωθα;», θὰ τὸν πονέσουμε. Ἤ, ἂν
ζητήση τὴν βοήθειά μας κάποιος ποὺ ἔχει προβλήματα, ἀμέσως πρέπει νὰ σκεφθοῦμε:
«Ἂν εἶχα ἐγὼ τὰ δικά του προβλήματα, δὲν θὰ ἤθελα νὰ μὲ βοηθήσουν;», κι ἔτσι θὰ
τὸν πονέσουμε. Ἀλλὰ καὶ δοκιμασίες νὰ περνᾶ κανείς, ὅταν ἔχη ἀγάπη ἀληθινή, μὲ
πόνο, τὸν δικό του πόνο τὸν ξεχνάει καὶ πονάει γιὰ τὸν ἄλλον. Ἐγώ, ὅταν μοῦ μιλάη
ὁ ἄλλος γιὰ τὸν πόνο του, κι ἐπάνω σὲ σπασμένα γυαλιὰ νὰ κάθωμαι ἢ σὲ ἀγκάθια νὰ
πατάω, δὲν καταλαβαίνω τίποτε.
– Γέροντα, ὁ Ἅγιος Μᾶρκος ὁ Ἀσκητὴς γράφει:
«Ἕνα μόνον πάθος ἐμποδίζει νὰ κάμωμεν τὸ κατὰ δύναμιν καλόν, ἡ ἀμέλεια. Τὸ πάθος
τοῦτο θεραπεύεται διὰ προσευχῆς καὶ ἐλεημοσύνης»20. Γιατί ἀναφέρει σ᾿ αὐτὴν τὴν
περίπτωση τὴν ἐλεημοσύνη;
– Γιατὶ ἡ ἐλεημοσύνη, ἡ καλωσύνη, μαλακώνει τὴν καρδιά· ἐνεργεῖ ὅπως τὸ
λάδι στὴν σκουριασμένη κλειδαριά. Ἡ σκληρὴ καρδιὰ μαλακώνει κοντὰ στὶς πληγωμένες
ψυχές· γίνεται εὐαίσθητη καὶ ταπεινή. Ὁ Θεὸς δὲν ἔκανε ἄνθρωπο σκληρὸ καὶ ἄσπλαχνο,
ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι δὲν καλλιεργοῦν τὴν εὐσπλαχνία ποὺ τοὺς ἔδωσε ὁ Θεός· δὲν πονοῦν τὸν συνάνθρωπό τους καὶ ἀπὸ τὴν ἀμέλεια
γίνονται σιγὰ‐σιγὰ σκληροί.
– Γέροντα, τί βοηθάει νὰ μαλακώση ἡ
καρδιά μας;
– Γιὰ νὰ μαλακώση ἡ καρδιά μας, πρέπει νὰ ἔρθουμε
στὴν θέση ὄχι μόνον τῶν ἄλλων ἀνθρώπων ἀλλὰ καὶ τῶν ζώων, ἀκόμη καὶ τοῦ φιδιοῦ.
Νὰ σκεφθοῦμε: «Θὰ μοῦ ἄρεζε νὰ ἤμουν φίδι, νὰ ἔβγαινα λίγο στὴν λιακάδα νὰ
ζεσταθῶ καὶ νὰ ἐρχόταν ὁ ἄλλος νὰ μὲ χτυπήση, νὰ μοῦ σπάση τὸ κεφάλι; Ὄχι». Τότε
θὰ λυπηθοῦμε καὶ θὰ ἀγαπήσουμε ἀκόμη καὶ τὰ φίδια. Ἂν δὲν ἔρχεται ὁ ἄνθρωπος στὴν
θέση τῶν ἄλλων, ἀκόμη καὶ τῶν ζώων καὶ τῶν ἐντόμων, δὲν γίνεται «ἄνθρωπος».
Μέσα στὸν πόνο κρύβεται ἡ περισσότερη ἀγάπη ἀπὸ τὴν κανονική. Γιατί, ὅταν
πονᾶς τὸν ἄλλον, τὸν ἀγαπᾶς λίγο παραπάνω. Ἀγάπη μὲ πόνο εἶναι νὰ σφίξης στὴν ἀγκαλιά
σου ἕναν ἀδελφό σου ποὺ ἔχει δαιμόνιο καὶ τὸ δαιμόνιο νὰ φύγη. Γιατὶ ἡ «σφιχτὴ»
ἀγάπη, ἡ πνευματικὴ ἀγάπη μὲ πόνο, δίνει παρηγοριὰ θεϊκὴ στὰ πλάσματα τοῦ Θεοῦ,
πνίγει δαίμονες, ἐλευθερώνει ψυχὲς καὶ θεραπεύει τραύματα μὲ τὸ βάλσαμο τῆς ἀγάπης
τοῦ Χριστοῦ ποὺ χύνει.
Ὁ πνευματικὸς ἄνθρωπος εἶναι ὅλος ἕνας πόνος. Λειώνει ἀπὸ τὸν πόνο γιὰ
τοὺς ἄλλους, εὔχεται, παρηγορεῖ. Καὶ ἐνῶ παίρνει τὸν πόνο τῶν ἄλλων, εἶναι πάντα
χαρούμενος, γιατὶ ὁ Χριστὸς τοῦ παίρνει τὸν πόνο καὶ τὸν παρηγορεῖ πνευματικά.
19 Ματθ. 25, 40.
20 Τοῦ Ὁσίου καὶ θεοφόρου Πατρὸς ἡμῶν Μάρκου τοῦ ἀσκητοῦ, Τὰ 200 κεφάλαια
περὶ πνευματικοῦ νόμου, ξδ´, ἐκδ. «Ὀρθόδοξος Κυψέλη», Θεσσαλονίκη 1974, σ. 21.
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Ε’ «Πάθη καὶ Ἀρετὲς»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου