Ἦρθαν δυὸ‐τρεῖς φοιτήτριες σήμερα καὶ μοῦ εἶπαν: «Γέροντα, κάντε
προσευχή νὰ περάσουμε στὶς ἐξετάσεις». Καὶ ἐγώ τὶς εἶπα: «Θὰ εὐχηθῶ νὰ περάσετε
στὶς ἐξετάσεις τῆς ἁγνότητος. Αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ βασικό. Ὅλα τὰ ἄλλα βολεύονται
μετά». Καλά δὲν τὶς εἶπα; Ναί, εἶναι μεγάλο πράγμα νὰ βλέπης στὰ πρόσωπα τῶν νέων
σήμερα τὴν σεμνότητα, τὴν ἁγνότητα! Πολύ μεγάλο
πράγμα!
Ἔρχονται μερικές κοπέλες οἱ καημένες τραυματισμένες. Ζοῦν ἄτακτα μὲ νέους,
δὲν καταλαβαίνουν πώς ὁ σκοπός τους δὲν εἶναι καθαρός καὶ σακατεύονται. «Τί νὰ
κάνω, Πάτερ;», μὲ ρωτοῦν.
«Ὁ ταβερνιάρης, τὶς λέω, ἔχει φίλο τὸν μπεκρή, ἀλλὰ γαμπρό δὲν τὸν κάνει στὴν κόρη
του. Νὰ σταματήσετε τὶς σχέσεις. Ἄν σᾶς ἀγαποῦν πραγματικά, θὰ τὸ ἐκτιμήσουν. Ἄν
σᾶς ἀφήσουν, σημαίνει ὅτι δὲν σᾶς ἀγαποῦν καὶ θὰ κερδίσετε χρόνο».
Ὁ πονηρός ἐκμεταλλεύεται
τὴν νεανική ἡλικία, ποὺ ἔχει ἐπί πλέον καὶ τὴν σαρκική ἐπανάσταση, καὶ προσπαθεῖ
νὰ καταστρέψη τὰ παιδιά στὴν δύσκολη αὐτή περίοδο ποὺ περνοῦν. Τὸ μυαλό εἶναι ἀνώριμο
ἀκόμη, ὑπάρχει ἀπειρία μεγάλη καὶ ἀπόθεμα πνευματικό καθόλου. Γι’ αὐτὸ ὁ νέος
πρέπει πάντα νὰ αἰσθάνεται ὡς ἀνάγκη τὶς συμβουλές τῶν μεγαλυτέρων σ΄ αὐτήν τὴν
κρίσιμη ἡλικία, γιὰ νὰ μή γλιστρήση στὸν γλυκό κατήφορο τῆς κοσμικῆς κατηφόρας, ποὺ στὴν συνέχεια γεμίζει τὴν
ψυχή ἀπὸ ἄγχος καὶ τὴν ἀπομακρύνει αἰώνια ἀπὸ τὸν Θεό.
Καταλαβαίνω ὅτι ἕνα φυσιολογικό παιδί, στὴν νεανική ἡλικία, δὲν εἶναι εὔκολο
νὰ βρίσκεται σὲ τέτοια πνευματική κατάσταση, ὥστε νὰ μήν κάνη διάκριση, «οὐκ ἔνι
ἄρσεν καὶ θῆλυ» 128. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ πνευματικοί
Πατέρες συνιστοῦν νὰ μήν κάνουν συντροφιά τὰ ἀγόρια μὲ τὰ κορίτσια, ὅσο
καὶ πνευματικά καὶ ἐὰν εἶναι, γιατί ἡ ἡλικία εἶναι τέτοια ποὺ δὲν βοηθάει, καὶ ὁ
πειρασμός ἐκμεταλλεύεται τὴν νεότητα. Γι’ αὐτὸ συμφερώτερο εἶναι ὁ νέος νὰ
θεωρηθῆ ἀκόμη καὶ κουτός ἀπὸ τὰ κορίτσια (ἤ ἡ νέα ἀπὸ τὰ ἀγόρια) γιὰ τὴν
πνευματική του φρονιμάδα καὶ ἁγνότητα καὶ νὰ σηκώνη καὶ αὐτόν τὸν βαρύ σταυρό.
Γιατί αὐτός ὁ βαρύς σταυρός κρύβει ὅλη τὴν δύναμη καὶ τὴν σοφία τοῦ Θεοῦ καὶ τότε
ὁ νέος θὰ εἶναι πιὸ δυνατός ἀπὸ τὸν Σαμψῶν129 καὶ πιὸ σοφός ἀπὸ τὸν σοφό Σολομώντα130.
Καλύτερα εἶναι, ὅταν βαδίζη, νὰ προσεύχεται
καὶ νὰ μήν κοιτᾶ δεξιά καὶ ἀριστερά, ἀκόμη καὶ ἄν πρόκειται νὰ παρεξηγηθῆ ἀπὸ
συγγενικά πρόσωπα, γιατί δῆθεν τούς περιφρόνησε καὶ δὲν τούς μίλησε, παρά νὰ
περιεργάζεται καὶ νὰ βλάπτεται καὶ νὰ παρεξηγηθῆ ἀκόμη καὶ ἀπὸ τούς κοσμικούς ἀνθρώπους ποὺ σκέφτονται ὅλο πονηρά.
Χίλιες φορές καλύτερα νὰ φεύγη σάν τὸ ἀγρίμι ἀπὸ τούς ἀνθρώπους μετά τὸν ἐκκλησιασμό,
γιὰ νὰ διατηρήση τὴν πνευματική του φρονιμάδα καὶ ὅ,τι ἀπεκόμισε ἀπὸ τὸν ἐκκλησιασμό,
παρά νὰ κάθεται καὶ νὰ χαζεύη στὶς γοῦνες (ἤ στὶς γραβάτες ἡ νέα) καὶ νὰ ἀγριέψη
πνευματικά ἀπὸ τὸ γρατσούνισμα ποὺ θὰ τοῦ κάνη ὁ ἐχθρός στὴν καρδιά.
Εἶναι ἀλήθεια ὅτι ὁ κόσμος δυστυχῶς ἔχει
σαπίσει καὶ, ἀπὸ ὅπου καὶ ἄν περάση μία ψυχή ποὺ θέλει νὰ διατηρηθῆ ἁγνή,
θὰ λερωθῆ. Μὲ τὴν διαφορά ὅμως ὅτι ὁ Θεὸς δὲν θὰ ζητήση τὰ ἴδια μὲ αὐτὰ ποὺ
ζητοῦσε τὴν παλιά ἐποχή ἀπὸ ἕναν Χριστιανό ποὺ ἤθελε νὰ διατηρηθῆ ἁγνός. Χρειάζεται
ψυχραιμία, καὶ ὁ νέος νὰ κάνη ὅ,τι μπορεῖ, νὰ ἀγωνισθῆ, γιὰ νὰ ἀποφεύγη τὰ αἴτια,
καὶ ὁ Χριστός μας θὰ βοηθήση ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα.
Ὁ θεῖος ἔρως, ἄν φουντώση στὴν ψυχή του, εἶναι τόσο πολύ θερμός ποὺ ἔχει τὴν δύναμη
νὰ καίη κάθε ἄλλη ἐπιθυμία καὶ κάθε ἄσχημη εἰκόνα. Ὅταν ἀνάψη αὐτή ἡ φωτιά, τότε
αἰσθάνεται καὶ τὶς θεῖες ἐκεῖνες ἡδονές, ποὺ δὲν μπορεῖ κανεὶς νὰ τὶς συγκρίνη
μὲ καμμιά ἄλλη ἡδονή. Ὅταν γευθῆ τὸ οὐράνιο ἐκεῖνο μάννα, δὲν θὰ τοῦ κάνουν
καμμιά ἐντύπωση πλέον τὰ ἄγρια ξυλοκέρατα. Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ πιάση γερά τὸ τιμόνι
καὶ νὰ κάνη τὸν σταυρό του καὶ νὰ μή φοβᾶται. Μετά ἀπὸ τὸν μικρό του ἀγώνα θὰ λάβη
καὶ τὴν οὐράνια τρυφή. Τὴν ὥρα τοῦ πειρασμοῦ θέλει παλληκαριά, καὶ ὁ Θεὸς
θαυματουργικά θὰ βοηθήση.
Μοῦ εἶχε διηγηθῆ ὁ Γερό‐Αὐγουστίνος131: Εἶχε πάει σάν ἀρχάριος σὲ ἕνα
Μοναστήρι στὴν Ρωσία, στὴν πατρίδα του. Ἐκεῖ ἦταν ὅλοι σχεδόν γεροντάκια καὶ ἔστειλαν
αὐτόν ὡς διακονητή, γιὰ νὰ βοηθάη ἕναν ὑπάλληλο τῆς Μονῆς στὸ ψάρεμα, γιατί ἡ
Μονή συντηρεῖτο ἀπὸ τὴν ἁλιεία. Μία μέρα λοιπόν ἦρθε ἡ κόρη τοῦ ὑπαλλήλου καὶ εἶπε
στὸν πατέρα της νὰ πάη γρήγορα στὸ σπίτι γιὰ μία ἐπείγουσα δουλειά καὶ κάθησε ἐκείνη
νὰ βοηθήση. Ὁ πειρασμός ὅμως τὴν εἶχε κυριεύσει τὴν ταλαίπωρη καὶ, χωρίς νὰ
σκεφθῆ, ὄρμισε ἐπάνω στὸν δόκιμο μὲ ἁμαρτωλές διαθέσεις. Ἐκείνη τὴν στιγμή τὰ ἔχασε
ὁ Ἀντώνιος –αὐτὸ ἦταν τὸ κατὰ κόσμον ὄνομά του‐, γιατί ἦταν ξαφνικό. Ἔκανε τὸν
σταυρό του καὶ εἶπε: «Χριστέ μου, καλύτερα νὰ πνιγῶ παρά νὰ ἁμαρτήσω»καὶ πετάχτηκε
ἀπὸ τὴν ὄχθη μέσα στὸ βαθύ ποτάμι! Ἀλλά ὁ Καλός Θεὸς βλέποντας τὸν μεγάλο ἡρωισμό
τοῦ ἁγνοῦ νέου, ποὺ ἐνήργησε σάν νέος Ἅγιος Μαρτινιανός132, γιὰ νὰ διατηρηθῆ ἁγνός,
τὸν κράτησε ἐπάνω στὸ νερό, χωρίς καν νὰ βραχῆ! «Ἐνῶ πετάχθηκα, μοῦ ἔλεγε, μὲ τὸ
κεφάλι κάτω, δὲν κατάλαβα πῶς βρέθηκα ὄρθιος ἐπάνω στὸ νερό, χωρίς νὰ βραχοῦν οὔτε
τὰ ροῦχα μου!».Ἐκείνη τὴν στιγμή ἐνίωσε καὶ μία ἐσωτερική γαλήνη μὲ μία ἀνέκφραστη
γλυκύτητα, ποὺ ἐξαφάνισε τελείως κάθε λογισμό ἁμαρτωλό καὶ κάθε ἐρεθισμό σαρκικό,
ποὺ τοῦ εἶχε δημιουργήσει προηγουμένως μὲ τὶς ἄσεμνες χειρονομίες της ἡ κοπέλα.
Ὅταν εἶδε μετά ἡ κοπέλα ἐπάνω στὸ νερό ὄρθιο τὸν Ἀντώνιο, ἄρχισε νὰ κλαίη
μετανοιωμένη γιὰ τὸ σφάλμα της καὶ συγκινημένη γιὰ τὸ μεγάλο αὐτὸ θαῦμα.
Ὁ Χριστός δὲν ζητάει μεγάλα πράγματα, γιὰ νὰ μᾶς βοηθήση στὸν ἀγώνα
μας. Τιποτένια πράγματα περιμένει ἀπὸ μας. Μοῦ ἔλεγε ἕνας νέος ὅτι πῆγε στὴν Πάτμο
νὰ προσκυνήση καὶ ὁ πειρασμός τοῦ ἔστησε ἐκεῖ μία παγίδα. Καθώς προχωροῦσε, μία
τουρίστρια ὅρμησε καὶ τὸν ἀγκαλίασε. Αὐτός τὴν ἔσπρωξε πέρα καὶ εἶπε: «Χριστέ
μου, ἐγώ ἦρθα ἐδῶ νὰ προσκυνήσω, δὲν ἦρθα γιὰ ἔρωτα» καὶ ἔφυγε. Τὸ βράδυ στὸ
ξενοδοχεῖο, τὴν ὥρα ποὺ ἔκανε τὴν προσευχή του, εἶδε τὸν Χριστό μέσα στὸ ἄκτιστο
φῶς. Εἴδατε μὲ ἕνα σπρώξιμο τί ἀξιώθηκε; Ἄλλος χρόνια ἀγωνίζεται καὶ κάνει ἄσκηση
μεγάλη, καὶ ἄν ἀξιωθῆ κάτι τέτοιο! Καὶ αὐτός εἶδε τὸν Χριστό, μόνο γιατί ἀντέδρασε
στὸν πειρασμό. Φυσικά αὐτὸ πολύ τὸν δυνάμωσε πνευματικά. Μετά εἶδε τὴν Ἁγία
Μαρκέλλα, τὸν Ἅγιο Ραφαήλ, τὸν Ἅγιο Γεώργιο δυὸ‐τρεῖς φορές. Ἦρθε μία μέρα καὶ
μοῦ λέει: «Κάνε προσευχή, Πάτερ, νὰ δῶ πάλι τὸν Ἅγιο Γεώργιο. Θέλω λίγη
παρηγοριά, δὲν ἔχω παρηγοριά ἄπ΄ αὐτόν τὸν κόσμο!».
Καὶ βλέπεις ἄλλα παιδιά σὲ τί κατάσταση φθάνουν! Εἶχε ἔρθει μία φορά στὸ
Καλύβι ἕνας νεαρός μὲ τὸν θεῖο του ποὺ ἦταν ἡλικιωμένος καὶ μοῦ λέει: «Κάνε
προσευχή γιὰ μία κοπέλα. Ἔσπασε τὴν σπονδυλική της στήλη σὲ δυστύχημα. Ὁδηγοῦσε
ὁ πατέρας της καὶ τὸν πῆρε ὁ ὕπνος. Ἐκεῖνος σκοτώθηκε καὶ ἡ κοπέλα χτύπησε. Νὰ
σοῦ δώσω καὶ μία φωτογραφία της». «Δὲν χρειάζεται», λέω. Αὐτός ἐν τῷ μεταξύ ἐπέμενε,
ὅποτε παίρνω τὴν φωτογραφία καὶ τί νὰ δῶ! Ἡ κοπέλα ἦταν ξαπλωμένη κάτω καὶ τὴν
κρατοῦσαν δύο. «Τί τὴν ἔχει αὐτός;», ρωτάω τὸν νεαρό. «Φίλη», μοῦ λέει. «Αὐτός
τί εἶναι; Θὰ τὴν πάρη;». «Ὄχι, λέει, εἶναι φίλοι». «Μήν τὰ παρεξηγῆς τὰ παιδιά,
μοῦ λέει ὁ θεῖος του, ἔτσι εἶναι σήμερα οἱ νέοι». «Θὰ κάνω προσευχή, εἶπα ἀπὸ μέσα
μου, νὰ διορθωθῆ ὄχι ἡ σπονδυλική της στήλη ἀλλὰ τὸ μυαλό της καὶ τὸ δικό σου τὸ
μυαλό, χαμένε ἄνθρωπε». Ποῦ εἶναι ὁ σεβασμός; Ἔπρεπε νὰ τὸν βρίση ὁ θεῖος του.
Πνευματικά παιδιά…, νὰ ἔχει Πνευματικό καὶ νὰ φθάση σὲ τέτοια κατάσταση! Ἀκόμη
καὶ νὰ τὴν πάρη, δὲν ὑπῆρχε λόγος νὰ εἶναι τεντωμένη ἔτσι καὶ στούς δύο καὶ ὁ ἄλλος
νὰ μοῦ δείχνη τὴν φωτογραφία! Καὶ δὲν σκέφτεται ὅτι δὲν εἶναι σωστό αὐτὸ τὸ πράγμα.
Ἐμένα δὲν μὲ πειράζει, ἀλλὰ δὲν εἶναι σωστό. Τί οἰκογένεια θὰ δημιουργήσουν αὐτὰ
τὰ παιδιά; Ὁ Θεὸς νὰ φωτίση τὴν νεολαία νὰ συνέλθη.
Παλιά μὲ τί θυσίες κρατοῦσαν τὴν ἁγνότητά τους οἱ κοπέλες! Θυμᾶμαι, στὸν
πόλεμο εἶχαν ἀγγαρέψει μερικούς χωρικούς μὲ τὰ ζῶα τους καὶ εἶχαν ἀποκλεισθῆ σὲ
ἕνα ὕψωμα ἀπὸ τὰ χιόνια. Οἱ κάτω ἀπὸ τὰ χιονισμένα ἔλατα ἔκαναν κάτι ὑπόστεγα μὲ
κλωνάρια ἀπὸ ἔλατα, γιὰ νὰ προφυλαχθοῦν ἀπὸ τὸ κρύο. Οἱ γυναῖκες πάλι ἀναγκάσθηκαν
νὰ προστατευθοῦν ἀπὸ συγχωριανούς, γνωστούς ἀνθρώπους. Μία κοπέλα καὶ μία γριά ἦταν
ἀπὸ κάποιο μακρινό χωριό καὶ ἀναγκάσθηκαν καὶ αὐτές νὰ μποῦν σὲ ἕνα ἀπὸ αὐτὰ τὰ
ἐλάτινα ὑπόστεγα. Ἀλλά δυστυχῶς ὑπάρχουν μερικοί ἄπιστοι καὶ δειλοί. Οἱ ὁποῖοι
δὲν συγκλονίζονται ἀκόμη καὶ ἐν καιρῶ πολέμου. Δὲν πονᾶνε γιὰ τούς διπλανούς
τους ποὺ τραυματίζονται ἤ σκοτώνονται, ἀλλά, ἐὰν βροῦν εὐκαιρία, ἐπιδιώκουν ἀκόμη
καὶ νὰ ἁμαρτήσουν, γιατί φοβοῦνται μήπως σκοτωθοῦν καὶ δὲν προλάβουν νὰ γλεντήσουν,
ἐνῶ ἔπρεπε, τουλάχιστον ἐν ὥρα κινδύνου, νὰ μετανοήσουν. Ἕνας σάν καὶ αὐτούς ποὺ
ἐν καιρῶ πολέμου, ὅπως ἀνέφερα, δὲν σκέφτονται νὰ μετανοήσουν, ἀλλὰ νὰ ἁμαρτήσουν,
ἐνοχλοῦσε τὴν κοπέλα τόσο ἄσχημα ποὺ ἀναγκάσθηκε νὰ φύγη. Προτίμησε νὰ ξυλιάση,
ἀκόμη καὶ νὰ πεθάνη ἔξω στὰ χιόνια, παρά νὰ χάση τὴν τιμή της. Βλέποντας ἡ καημένη
ἡ γριά ὅτι ἔφυγε ἡ κοπέλα, ἀκολούθησε καὶ αὐτή τὰ ἴχνη της καὶ τὴν βρῆκε τριάντα
λεπτά μακριά, κάτω ἀπὸ ἕνα μικρό ὑπόστεγο ἑνός ἐξωκκλησιοῦ τοῦ Τιμίου Προδρόμου.
Ὁ Τίμιος Πρόδρομος ἐνδιαφέρθηκε γιὰ τὴν τίμια κοπέλα καὶ τὴν ὁδήγησε στὸ ἐξωκκλησάκι
του ποὺ ἡ κοπέλα οὔτε καν τὸ ἤξερε. Καὶ στὴν συνέχεια τί ἔκανε ὁ Τίμιος Πρόδρομος!
Παρουσιάσθηκε σ΄ ἕναν στρατιώτη133, στὸν ὕπνο του, καὶ τοῦ εἶπε νὰ πάη στὸ ἐξωκκλήσι
τοῦ τὸ συντομώτερο. Σηκώνεται λοιπόν ὁ στρατιώτης καὶ ξεκινάει μέσα στὴν φωτισμένη
νύχτα ἀπὸ τὰ χιόνια καὶ πάει στὸ ἐξωκκλήσι, ἤξερε περίπου ποὺ εἶναι. Τί νὰ δή ὅμως!
Μία γριά καὶ μία κοπέλα καρφωμένες μέσα στὸ χιόνι μέχρι τὰ γόνατα, μελανιασμένες
καὶ ξυλιασμένες ἀπὸ τὸ κρύο. Ἄνοιξε ἀμέσως τὸ ἐκκλησάκι, μπῆκαν μέσα καὶ συνῆλθαν
κάπως. Δὲν εἶχε τίποτε ἄλλο νὰ τούς προσφέρη ὁ στρατιώτης παρά τὸ κασκόλ του στὴν
γριά καὶ ἀπὸ ἕνα γάντι στὴν καθεμία καὶ τὶς εἶπε νὰ τὸ ἀλλάζουν τὰ χέρια. Τοῦ
διηγήθηκαν μετά τὸν πειρασμό ποὺ συνάντησαν. «Καλά, λέει στὴν κοπέλα ὁ στρατιώτης,
πῶς ἀποφάσισες νὰ φύγης νύχτα, μέσα στὰ χιόνια καὶ σὲ ἄγνωστο μέρος;». Καὶ ἐκείνη
ἀπάντησε: «Ἐγώ μόνον αὐτὸ μποροῦσα νὰ κάνω καὶ πίστευα
ὅτι ὁ Χριστός θὰ μὲ βοηθοῦσε ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα». Τότε ὁ στρατιώτης τελείως αὐθόρμητα, ἀπὸ πόνο καὶ ὄχι ἁπλῶς
γιὰ νὰ τὶς παρηγορήση, λέει: «Τελείωσαν πιά τὰ βάσανά σας. Αὔριο θὰ εἶσθε στὰ
σπίτια σας». Μὲ τὰ λόγια αὐτὰ χάρηκαν πολύ καὶ ζεστὰθηκαν περισσότερο. Καὶ πράγματι,
ξεκίνησαν τὰ Λ.Ὁ.Μ.134, ἄνοιξαν τὸν δρόμο καὶ τὴν ἄλλη μέρα τὸ πρωί τὰ
στρατιωτικά μεταγωγικά ἦταν ἐκεῖ, καὶ οἱ καημένες πῆγαν στὰ σπίτια τους.
Τέτοιες Ἑλληνοποῦλες ποὺ εἶναι ντυμένες καὶ μὲ θεία Χάρη –καὶ ὄχι οἱ ἀπογυμνωμένες
καὶ ἀπὸ θεία Χάρη – πρέπει νὰ θαυμάζωνται καὶ νὰ ἐπαινοῦνται. Μετά ἐκεῖνο τὸ κτῆνος
–ὁ Θεὸς νὰ μὲ συγχωρήση – πῆγε καὶ ἀνέφερε στὸν Διοικητή ὅτι ὁ τάδε στρατιώτης ἔσπασε τὴν πόρτα ἀπὸ τὸ ἐξωκκλήσι καὶ ἔβαλε
μέσα τούς μεταγωγικούς, δηλαδή τὰ μουλάρια! Τοῦ λέει ὁ Διοικητής: «Δὲν πιστεύω
αὐτός νὰ ἔκανε τέτοιο πράγμα!».Καὶ τελικά κατέληξε στὴν φυλακή.
128. Γάλ. 3, 28.
129. Βλ. Κρίτ. 15, 14 κ.ε.
130. Βλ. Γ΄ Βασ. 3, 9‐12.
131. Βλ. Ἁγιορεῖται Πατέρες καὶ Ἁγιορείτικα, σ. 74‐75.
132. Στὸν βίο τοῦ Ὅσιου Μαρτινιανοῦ (ἡ μνήμη τοῦ ἑορτάζεται στὶς 13
Φεβρουαρίου) ἀναφέρεται ὅτι, ὅταν ἀσκήτευε σὲ ἕναν βράχο μέσα στὴν θάλασσα,
πλησίασε σ΄ αὐτόν ἐπάνω σὲ μία σχεδία μία κοπέλα, ἡ ὁποία εἶχε ναυαγήσει καὶ
παρακαλοῦσε τὸν Ἅγιο νὰ τὴν σώση ἀπὸ τὴν θάλασσα. Ὁ Ὅσιος ἀναγκάσθηκε νὰ τὴν
τραβήξη ἔξω ἀπὸ τὸ νερό καὶ, ἀφοῦ προσευχήθηκε, πήδηξε στὴν θάλασσα. Ἀλλά ἀπὸ
θεία Πρόνοια ἦλθαν δελφίνια, τὸν πῆραν ἐπάνω τους καὶ τὸν ἔβγαλαν στὴν στεριά.
133. Ὁ στρατιώτης ἦταν ὁ ἴδιος ὁ Γέροντας.
Τὸ περιστατικό συνέβη, ὅταν ὑπηρετοῦσε τὴν θητεία του, στὸν ἀνταρτοπόλεμο.
134. Λ.Ο.Μ. = Λόχος Ὀρεινῶν Μεταφορῶν.
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Α’ «Μὲ Πόνο καὶ Ἀγάπη»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου