– Χθὲς βράδυ, τὴν ὥρα ποὺ πήγαινα στὸν ναὸ γιὰ τὴν ἀγρυπνία, εἶδα σὲ μιὰ
ἄκρη ἕναν πατέρα μὲ ἕνα παιδάκι σὲ ἀναπηρικὸ καροτσάκι. Πλησίασα, ἀγκάλιασα τὸν
μικρὸ καὶ τὸν φίλησα. «Εἶσαι ἕνας ἄγγελος,
τοῦ εἶπα, τὸ ξέρεις;». Καὶ στὸν πατέρα του εἶπα: «Μεγάλη
τιμὴ γιὰ σένα νὰ ὑπηρετῆς ἕναν ἄγγελο. Νὰ χαίρεστε, γιατὶ θὰ πᾶτε καὶ οἱ
δύο στὸν Παράδεισο». Ἔλαμψαν ἀπὸ χαρὰ τὰ πρόσωπά τους, γιατὶ ἔνιωσαν τὴν θεϊκὴ
παρηγοριά.
Αὐτοὶ ποὺ διακονοῦν ἀρρώστους, ἀναπήρους κ.λπ. μὲ ἀγάπη καὶ ὑπομονή, ἂν
ἔχουν ἁμαρτίες, σβήνουν τὶς ἁμαρτίες τους μὲ τὴν θυσία ποὺ κάνουν· ἂν δὲν ἔχουν
ἁμαρτίες, ἁγιάζονται. Κάποτε μιὰ γυναίκα μοῦ διηγήθηκε μερικὰ γεγονότα ἀπὸ τὴν
ζωή της πολὺ θαυμαστά. Ἀπόρησα, γιατὶ ἦταν καταστάσεις ποὺ συναντοῦμε στοὺς βίους
τῶν Ἁγίων καὶ αὐτὴ ἦταν μιὰ ἁπλὴ γυναίκα. Ὅταν μοῦ εἶπε πῶς εἶχε περάσει τὰ
περισσότερα χρόνια τῆς ζωῆς της, εἶδα ὅτι ὅλη ἡ ζωή της ἦταν μιὰ θυσία. Ἀπὸ νέα
ἀκόμη ὑπηρετοῦσε ἀρρώστους, γιατὶ στὸ πατρικό της σπίτι εἶχαν καὶ τὸν παπποῦ καὶ
τὴν γιαγιά, ποὺ ἦταν ἄρρωστοι. Ὅταν παντρεύτηκε, ἔμενε μὲ τὸν πεθερὸ καὶ τὴν
πεθερά της, ποὺ ἦταν ἐπίσης ἄρρωστοι. Μετὰ ἀρρώστησε ὁ ἄνδρας της, ἔμεινε κατάκοιτος
καὶ τὸν ὑπηρετοῦσε. Ὅλη τὴν ζωή της δηλαδὴ αὐτὴ ἡ γυναίκα τὴν πέρασε διακονώντας
ἀρρώστους. Διψοῦσε ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια νὰ μελετήση, νὰ πάη σὲ κάποια ἀγρυπνία, ἀλλὰ
δὲν εἶχε χρόνο. Ἐπειδὴ ὅμως ἦταν δικαιολογημένη, ὁ Θεὸς στὸ τέλος τῆς ἔδωσε
μαζεμένη τὴν Χάρη Του.
– Γέροντα, μερικοὶ ἄνθρωποι, ὅταν ἀρρωσταίνουν,
ἀποκτοῦν πολλὲς παραξενιές.
– Ναί, αὐτὸ συμβαίνει, ἀλλὰ καὶ οἱ ὑγιεῖς πρέπει νὰ δικαιολογοῦν λίγο τὴν
ἀνησυχία, τὴν γκρίνια ἢ τὴν ἰδιοτροπία τῶν ἀρρώστων, γιατὶ αὐτὰ εἶναι φυσικὰ
στοὺς ἀρρώστους. Εἰδικά, ὅποιος δὲν ἔχει ἀρρωστήσει, δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβη τὸν
ἄρρωστο, γιατὶ δὲν ἔχει πονέσει καὶ ἡ καρδιά του εἶναι λίγο σκληρή.
Ὅσοι ὑπηρετοῦν ἕναν ἄρρωστο, ἕναν κατάκοιτο, χρειάζεται πολὺ νὰ προσέξουν
νὰ μὴν τὸν κάνουν νὰ γογγύση. Μπορεῖ νὰ τὸν ὑπηρετοῦν γιὰ χρόνια, ἂν ὅμως μιὰ
φορὰ στὸ τέλος τὸν κάνουν νὰ γογγύση, τὰ χάνουν ὅλα. Εἶναι βαρὺ νὰ φύγη ἡ ψυχὴ
μὲ γογγυσμὸ ἀπὸ αὐτὸν τὸν κόσμο. Ἀλλὰ καὶ ἐκείνους μετὰ ὁ πονηρὸς θὰ τοὺς βασανίζη,
λεπταίνοντας δῆθεν τὴν συνείδησή τους.
– Γέροντα, ὅταν ὑπηρετῆς ἕναν ἄρρωστο, δὲν
σὲ καταβάλλει μόνον ἡ κούραση, ἀλλὰ καὶ ἡ στενοχώρια, γιατὶ βλέπεις ἕναν δικό
σου ἄνθρωπο σιγὰ‐σιγὰ νὰ σβήνη.
– Ναί, ἀλλὰ καὶ ὁ Θεὸς ὅλους τοὺς οἰκονομάει! Βλέπεις, ὅταν ἀρρωσταίνη ἕνα
μέλος ἀπὸ τὴν οἰκογένεια, ὅλη ἡ οἰκογένεια πονάει. Καὶ ἂν τυχὸν εἶναι ὁ πατέρας
καὶ δὲν μπορῆ νὰ ἐργαστῆ, ὁλόκληρη ἡ οἰκογένεια καὶ πονάει καὶ δυστυχεῖ. Ἔχει τὴν
ἀγωνία, «θὰ ζήση ὁ πατέρας, δὲν θὰ ζήση;». Βασανίζεται αὐτός, βασανίζονται καὶ
οἱ ἄλλοι. Σβήνει αὐτός, σβήνουν καὶ οἱ γύρω του. Καὶ ἡ μητέρα τότε πρέπει νὰ
δουλέψη περισσότερο. Νὰ φροντίση τὰ παιδιά, νὰ πάη καὶ στὸ νοσοκομεῖο, γιὰ νὰ
κοιτάξη τὸν ἄρρωστο. Θέλω νὰ πῶ, ὅταν κάποιος ἀρρωστήση ἀπὸ μιὰ βαρειὰ ἀρρώστια,
καὶ ὁ ἴδιος ὑποφέρει, κουράζεται καὶ θέλει νὰ πεθάνη, ἀλλὰ καὶ οἱ δικοί του ποὺ
τὸν ὑπηρετοῦν, στενοχωριοῦνται, ταλαιπωροῦνται καὶ κουράζονται. Καὶ ὅσο περισσότερο
δεμένοι καὶ ἀγαπημένοι εἶναι, ἐπιτρέπει στὸ τέλος ὁ Θεός, καὶ ὁ ἄρρωστος καὶ αὐτοὶ
ποὺ τὸν ὑπηρετοῦν νὰ ταλαιπωροῦνται πιὸ πολύ, νὰ πονοῦν πιὸ πολύ, μέχρι νὰ φθάσουν
νὰ ποῦν: «ἂς τὸν πάρη ὁ Θεός, γιὰ νὰ ξεκουρασθῆ» – ἀλλὰ γιὰ νὰ ξεκουρασθοῦν καὶ
αὐτοί. Βλέπετε, ὅταν μιὰ οἰκογένεια εἶναι πολὺ ἀγαπημένη, καὶ οἱ γονεῖς πεθαίνουν
στὰ καλὰ καθούμενα, χωρὶς νὰ ἀρρωστήσουν, καὶ δὲν ταλαιπωροῦνται οὔτε αὐτοὶ οὔτε
τὰ παιδιά τους, γιατὶ χρειάσθηκε νὰ τοὺς ὑπηρετήσουν, ὁ πόνος τοῦ χωρισμοῦ γιὰ
τὰ παιδιὰ εἶναι πολὺ ὀδυνηρός.
– Γέροντα, ὁ ψυχικὸς παράγων πόσο μπορεῖ
νὰ ἐπηρεάση τὴν σωματικὴ ὑγεία;
– Ὅταν κανεὶς εἶναι ψυχικὰ καλά, ὁ σωματικὸς πόνος ἐλαφρώνει. Ὅταν δὲν
εἶναι καλὰ ψυχικά, ἡ ἄσχημη ψυχικὴ κατάσταση ἐπιδεινώνει τὴν ὑγεία του. Πάρε ἕναν
καρκινοπαθῆ ποὺ τὸν ἔχουν ξεγραμμένο οἱ γιατροί. Ἂν πιστεύη στὸν Θεὸ καὶ βρεθῆ
σὲ μιὰ χαρούμενη πνευματικὴ ἀτμόσφαιρα, μπορεῖ νὰ ζήση περισσότερο, ἐνῶ
διαφορετικὰ μπορεῖ νὰ λειώση ἀπὸ τὴν στενοχώρια του καὶ νὰ σβήση μέσα σὲ λίγες ἑβδομάδες.
Καμμιὰ φορὰ μπορεῖ κάποιος ἀπὸ ἰατρικῆς πλευρᾶς νὰ εἶναι ὑγιής, οἱ ἐξετάσεις νὰ
μὴ δείχνουν τίποτε, ἀλλά, ἂν ἔχη κάτι ποὺ τὸν σακατεύει ψυχικά, τότε νὰ μὴν εἶναι
πραγματικὰ καλά. Γιατὶ οἱ περισσότερες ἀρρώστιες ἀπὸ τὴν στενοχώρια ξεκινοῦν. Ὅλοι
οἱ ἄνθρωποι ἔχουν κάποιο εὐαίσθητο σημεῖο. Μιὰ στενοχώρια ἄλλον θὰ τὸν χτυπήση
στὸ στομάχι, ἄλλον στὸ κεφάλι.
Τὸ καλύτερο φάρμακο γιὰ μιὰ ἀρρώστια εἶναι ἡ πνευματικὴ χαρά, γιατὶ
σκορπάει τὴν θεία Χάρη στὴν ψυχή. Ἡ πνευματικὴ χαρὰ ἔχει τὴν μεγαλύτερη ἰαματικὴ
δύναμη γιὰ ὅλες τὶς ἀρρώστιες. Εἶναι ἡ θεϊκὴ ἀλοιφὴ ποὺ ἐπουλώνει τὶς πληγές, ἐνῶ
ἡ στενοχώρια τὶς ἐρεθίζει.
Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Δ’ «Οἰκογενειακή Ζωή»

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου