Τρίτη 31 Αυγούστου 2021

"Σιγά‐σιγά χάνεται τελείως ο σεβασμός"

Σιγά‐σιγὰ χάνεται τελείως ὁ σεβασμός. Ἔρχονται στὸ Καλύβι νέα παιδιά καὶ τὰ περισσότερα κάθονται μὲ τὸ ἕνα πόδι πάνω στὸ ἄλλο καὶ οἱ γέροι δὲν ἔχουν ποὺ νὰ καθήσουν. Ἀλλά, ἐνῶ βλέπουν ὅτι τὰ κούτσουρα εἶναι πιὸ πέρα, βαριοῦνται νὰ πᾶνε δυὸ βήματα νὰ τὰ μεταφέρουν, γιὰ νὰ καθήσουν. Πρέπει ἐγώ νὰ τὰ φέρω. Καὶ ἐνῶ μὲ βλέπουν ποὺ τὰ κουβαλάω, δὲν ἔρχονται νὰ τὰ πάρουν. Νερό θέλουν νὰ πιοῦν καὶ δὲν πηγαίνουν μόνα τους νὰ πάρουν. Πρέπει ἐγώ νὰ τούς φέρω καὶ δεύτερο κύπελλο. 

Ὄχι, ἀλήθεια, μοῦ κάνει ἐντύπωση∙ κοτζάμ παλληκάρια∙ ἔρχονται παρέα τριάντα ἄτομα, μὲ βλέπουν νὰ φέρνω μία κάσα λουκούμια καὶ ἕνα μπετόνι νερό, νὰ κουβαλῶ καὶ τὰ κύπελλα, γιὰ νὰ τούς βολέψω, νὰ κουτσαίνω, καὶ νὰ μήν κουνιοῦνται, καὶ νὰ σηκώνεται νὰ μὲ βοηθήση ἕνας ταξίαρχος, ποὺ ἔχει μπαρουτοκαπνισθῆ. Νομίζουν ὅτι ὅπως πᾶνε σὲ ἕνα ἑστιατόριο ἤ σὲ ἕνα ξενοδοχεῖο καὶ πάει τὸ γκαρσόν, ἔτσι καὶ στὸ Καλύβι θὰ ἔρθη τὸ γκαρσόν. Πέντε‐ἔξι φορές ἔχω κάνει τὸ ἑξῆς: κάνω τὸν κόπο, φέρνω τὸ νερό καὶ τὸ χύνω μπροστὰ τους. «Ἐγώ νὰ σᾶς φέρω τὸ νερό, παλληκάρια, τούς λέω, ἀλλὰ δὲν σᾶς βοηθάει αὐτό!».

Στὰ ἀστικά αὐτοκίνητα βλέπεις μικρά παιδιά νὰ κάθωνται καὶ οἱ γέροι νὰ στέκωνται ὄρθιοι. Νέοι νὰ κάθωνται μὲ τὸ ἕνα πόδι πάνω στὸ ἄλλο καὶ μεγάλοι νὰ σηκώνωνται, γιὰ νὰ δώσουν τὴν θέση τους σὲ ἕναν γέρο. Οἱ νέοι δὲν τὴν δίνουν. «Τὴν πλήρωσα, λένε, τὴν θέση» καὶ κάθονται χωρίς νὰ ὑπολογίζουν κανέναν. Παλιότερα τί πνεῦμα ὑπῆρχε! Οἱ γυναῖκες κάθονταν στὰ σοκάκια δεξιά καὶ ἀριστερά καὶ, ὅταν περνοῦσε ὁ παπάς ἤ ἕνας ἡλικιωμένος, σηκώνονταν καὶ αὐτὸ μάθαιναν καὶ στὰ παιδιά τους.

Πόσες φορές ἀγανακτῶ! Νὰ εἶναι ἡλικιωμένοι, σοβαροί ἄνθρωποι καὶ μὲ ἀξιώματα καὶ νὰ βλέπης κάτι παιδιά μὲ μία ἀναίδιεα νὰ διακόπτουν τὴν συζήτηση, νὰ λένε χαζομάρες καὶ νὰ τὸ θεωροῦν κατόρθωμα. Τὰ κάνω νόημα νὰ σταματήσουν, τίποτε. Πρέπει νὰ τὰ κάνης ρεζίλι, γιὰ νὰ σταματήσουν∙ ἀλλιῶς δὲν γίνεται!

Σὲ κανένα Πατερικό δὲν γράφει νὰ μιλοῦν ἔτσι οἱ νέοι. Τὸ Γεροντικό λέει, «εἶπε Γέρων», δὲν λέει «εἶπε νέος».

Παλιά οἱ μικροί δὲν μιλοῦσαν μπροστὰ στούς μεγάλους καὶ χαίρονταν ποὺ δὲν μιλοῦσαν. Οὔτε κάθονταν ἐκεῖ ποὺ κάθονταν οἱ μεγάλοι. Εἶχαν μία συστολή, μία εὐλάβεια, κοκκίνιζαν, ὅταν μιλοῦσαν σὲ ἕναν μεγαλύτερο. Καὶ ἄν μιλοῦσε κανένα παιδί ἄσχημα στούς γονεῖς του, δὲν θὰ ἔβγαινε στὴν ἀγορά ἀπὸ ντροπή.

Ἁγ. Παϊσίου Ἁγιορείτου: ΛΟΓΟΙ Α’ «Μὲ Πόνο καὶ Ἀγάπη» 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Άγιος Λουκάς αρχιεπίσκοπος Κριμαίας. «Η βασιλεία του Θεού εντός υμών εστίν».

Είπεν ο Κύριος· «Ούτως εστίν η βασιλεία του Θεού, ως αν άνθρωπος βάλη τον σπόρον επί της γης, και καθεύδη και εγείρηται νύκτα και ημέραν, κα...