Μαζί με τη
μέριμνά του για να έχουν οι υπόδουλοι σχολείο και δάσκαλο, ο άγιος Κοσμάς
φρόντιζε και για τον ι. κλήρο. Διεζωγράφιζε το αγγελικό ύψος του λειτουργήματος
της ιερωσύνης, την ασύγκριτη εξουσία του ιερέως να
τελή τα ιερά μυστήρια και να συγχωρή αμαρτήματα, την απαιτουμένη
καθαρότητά του, την άψογη προσωπική του ζωή και την υποδειγματική οικογενειακή
του κατάστασι. Υπεδείκνυε κριτήρια για την επιλογή των καταλλήλων ως υποψηφίων
για χειροτονία και την ανάγκη αυτοί να γνωρίζουν γράμματα.
Απέκλειε
την αυτοπροβολή και τη σιμωνία. Στις ψυχές των κληρικών προσπαθούσε να
αναζωπυρώνη το χάρισμα που είχαν λάβει, για να εκτελούν τη διακονία τους όχι ως αγγαρεία και βιοπορισμό αλλά με αγάπη στο
ποίμνιό τους και όσο το δυνατόν περισσότερο αποδοτικά. Τους ήθελε φιλακόλουθους
και εργατικούς, να λειτουργούν καθημερινώς.
«Η αγία μας Εκκλησία», έλεγε, «είνε μία πηγή, και ποτίζει όλους
τους διψασμένους· και πρέπει κάθε ημέραν να λειτουργούν οι ιερείς, διά να
ευλογή ο Χριστός τους ανθρώπους και να φυλάγη την χώραν από πάσαν νόσον και
πάσαν μαλακίαν» (Κ. 298).
Ως προς
την εγκυρότητα, τέλος, των μυστηρίων που τελούν οι ιερείς, ο άγιος Κοσμάς,
χωρίς να δικαιολογή και να αμνηστεύη προσωπικά τους αμαρτήματα, την αποσυνδέει
από αυτά και την θεωρεί δεδομένη, όπως δείχνει το γνωστό παράδειγμα της βρύσης
και του ψόφιου σκύλου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου