ΕΙΣ ΤΗΝ ΚΛΕΦΤΙΚΗ ΖΩΗ
Ο κλέφτης του βουνού στο τραχύ λημέρι του θυμάται τη μανούλα του και
ρωτάει τα δέντρα του δάσους: «Ακούω τα δέντρα και βογγούν και τις οξιές
και τρίζουν Έκατσα και τα ρώτησα γλυκά σαν τη μανούλα» Άλλο τραγούδι
χαρακτηρίζει μαύρη τη ζωή του κλέφτη: «Μαύρη ζωή που κάνουμε εμείς οι μαύροι
κλέφτες με το ντουφέκι αγκαλιά σαν το παιδί η μάνα» Αντίθετα, του Κίτσου η μάνα
θέλει να πάει στα κλέφτικα λημέρια να δει το γιο της και τα βάζει με τα
στοιχεία της φύσης που δεν της το επιτρέπουν. «Του Κίτσου η μάνα κάθονταν, στην
άκρη στο ποτάμι, με το ποτάμι μάλωνε και το πετροβολούσε.– Ποτάμι, για
λιγόστεψε, ποτάμι, γύρνα πίσω, για να περάσω αντίπερα, στα κλέφτικα λημέρια» Και
εις το γνωστό τραγούδι «Τα παιδιά της Σαμαρίνας» ο κλέφτης που πεθαίνει σκέφτεται
τη μάνα του να μη πικραθεί από το θάνατό του και παραγγέλλει εις τους
συντρόφους του, τα κλεφτόπουλα:
«Κι αν σας ρωτήσει η μάνα μου, η δόλια η αδελφή μου, μην πείτε πως σκοτώθηκα,
πως είμαι λαβωμένος. ΕΙΣ ΤΟΝ ΞΕΝΙΤΕΜΟΗ μοίρα πολλών ανθρώπων τους οδήγησε
εις την ξενιτειά. Δύσκολες οι εποχές, τα ταξίδια κουραστικά πολυήμερα.
Χωρίς δρόμους, χωρίς συγκοινωνιακά μέσα λεωφορεία, τραίνα και αεροπλάνα.
Παρά μόνο πεζοπορία και καραβάνια ζώων. Οι τόποι φάνταζαν μακρινοί και ο
ξενιτεμός φαρμάκι. Συγκινητική η ώρα του αποχαιρετισμού με την ευχή της μάνας.–
«Θα φύγω, μάνα, και μην κλαις και δος μου την ευχή σουκι ευχήσου με, μανούλα
μου, να πάω καλά στα ξένα.– Παιδί μου, πάαινε στο καλό, κι όλοι οι αγιοί κοντά
σου». Προτού να περάσει ο κερατζής (ίσως ο Ρόβας), να πάρει το γιο της για
τα ξένα, η μάνα ετοιμάζει να ψήσει ψωμί για το ταξίδι: «Με πόνους βάνει το
νερό, με δάκρυα τ’ αλεύρικαι με τους αναστεναγμούς φωτιά βάνει στο φούρνο.–
Φούρνε μ’, μην κάψεις το ψωμί, στην ώρα μην το βγάλεις, για να περάσει ο
κερατζής, να μείν’ ο γιος μου πίσω» ΕΙΣ ΤΟΝ ΕΡΩΤΑ ΚΑΙ ΕΙΣ ΤΟ ΓΑΜΟΗ μάνα δένεται
με την ερωτικό πόνο του παιδιού της. Ο έρωτας εις το δημοτικό τραγούδι
είναι αγνός και δεν ευτελίζεται. Πρωταγωνιστής, συνήθως, είναι η κόρη. Και
σε άλλο Ηπειρώτικο τραγούδι η κόρη ζητάει το γιατρό, για να της γιατρέψει
τον ερωτικό καημό. «Δεν μπορώ, μανούλα μ΄, δεν μπορώ, σύρε να φέρεις το γιατρό Αγάπησα,
μάνα μ’, αγάπησα, πικρά η δόλια το μετάνιωσα. Φέρτονε, μανούλα, το γιατρό να
μου γιάνει τον καϋμό» Αν τύχει η κόρη κι έχει κρυφό κάποιο ερωτικό δεσμό, η
μάνα που ξέρει καλά την καρδιά της καταλαβαίνει καλά. Η Μαλάμω που γυρίζει
απ’ τη βρύση δικαιολογεί πώς έσπασε τη στάμνα της:– «Μάνα μ’, παραπάτησα
και τη στάμνα μου την τσάκισα.– Δεν είναι παραπάτημα, μόν’ είν’ αντρός
αγκάλιασμα». Όσο αγαπάει η μάνα την κόρη, άλλο τόσο αγαπάει και το γιο της, που
είναι το καμάρι της. «Από τη γης βγαίνει νερό κι απ’ την ελιά το λάδι, κι
από τη μάνα την καλή βγαίνει το παλληκάρι». Συγγενικά με τα ερωτικά τραγούδια,
είναι και τα τραγούδια του γάμου, γιατί εκφράζουν κι αυτά τα ίδια
συναισθήματα. Είναι τραγούδια της χαράς και συνοδεύονται με ευχές και με
παινέματα για τους νεόνυμφους. Μέχρι να φτάσει η χαρούμενη αυτή στιγμή,
από χρόνια η μάνα ετοίμαζε τα προικιά της κόρης της. «Τρεις χρόνους ράβουν
τα προικιά και τρεις τα πανωπροίκια και τα κρυφά της μάνας της λογαριασμό δεν
έχουν». Τα τραγούδια της χαράς δεν παραλείπουν να υπογραμμίσουν και την πίκρα
του χωρισμού. «Αφήνω γεια, μανούλα μου, αφήνω γεια, πατέρα» Ανάμεικτα
συναισθήματα χαράς και λύπης και η μάνα δίνει την ευχή της:
«Είκοσι χρόνια πότιζα μηλίτσα στην αυλή μου, τώρα που μου την πήρανε, ας πάει
με την ευχή μου». Τα παράπονα όλα για την αποτυχία του γάμου τής κόρης τα
φορτώνεται η μάνα: «Θέλω να πάω στη μάνα μου, να πάω στα γονικά μου». ΕΙΣ ΤΟ
ΘΑΝΑΤΟ Εκεί που ξεχειλίζει η μητρική οδύνη και φτάνει στο απόγειό της είναι για
το θάνατο του παιδιού της. Πονάει και θρηνεί η μάνα περισσότερο από κάθε
άλλον. «Αν δε φουσκώσει η θάλασσα, ο βράχος δεν αφρίζει. Αν δε σε κλάψει η μάνα
σου, ο κόσμος δε δακρύζει». Στα μοιρολόγια ξεχύνεται ολάκερος ο ψυχικός πόνος
της μάνας:«Εσύ, παιδί μου, κίνησες να πας στον κάτω κόσμο, κι αφήνεις τη
μανούλα σου πικρή, χαροκαμένη. Παιδάκι μου, τον πόνο σου πού να τον απιθώσω;». Η
μάνα σκέφτεται ακόμη και το δικό της πρόωρο θάνατο. Τρέμει και ανησυχεί πώς
θα βιώσουν αυτό το ενδεχόμενο θλιβερό γεγονός τα παιδιά της: «Με τι καρδιά, με
τι ψυχή, θα πάω εγώ στον Άδη, ν’ αφήσω τα παιδάκια μου, να κλαιν αυγή και
βράδυ; Να κλαίνε, να φωνάζουνε. μανούλα μ’, πού να είσαι; βαριά αποκοιμήθηκες
κι εμάς δε μας θυμάσαι». Η καρδιά της μάνας με την πάροδο του χρόνου δεν έχει
αλλάξει. Πάντα συμπονετική συμπαραστάτης εις τα βλαστάρια της, τα βλέπει
πάντα μικρά, φροντίζει να μη κρυώσουν, να μη αργήσουν. Βοηθός των ως την
τελευταία στιγμή της ζωής της. Να προσφέρει. Να ξεκουράσει τα κουρασμένα
παιδιά της και τα εγγόνια της, τα οποία οι γονείς των είναι κουρασμένοι. Πάρα
πολλά θα μπορούσαμε να γράψουμε για αυτό το υπέροχο, ιερό πρόσωπο την Μάνα
και μάλιστα την Ελληνίδα μάνα. Για αυτή την καταπληκτική Ελληνίδα μάνα και
για κάθε μάνα καθιερώθηκε μόνο μια μέρα κάθε έτος για να εορτάζεται. Της
αξίζει να εορτάζεται κάθε μέρα για την τεράστια προσφορά της. Πολύ σημαντική,
καθοριστική η συμβολή της Μάνας εις την ανάπτυξη και εις την πορεία
του καθενός μας εις την ζωή.
Μυργιώτης Παναγιώτης
Μαθηματικός

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου