Τρίτη 21 Ιουνίου 2022

«εἶπεν ἄφρων ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ· οὐκ ἔστιν Θεός»

«….3. Ποιὰ ἦταν τὰ γνωρίσματα τῆς ζωῆς τοῦ ἄφρονος πλουσίου, ποὺ ὁδήγησαν στὸν χαρακτηρισμό του ὡς ἄφρονος καὶ ἀνοήτου; Πότε συνεπῶς κάποιος ζεῖ ἀνόητα, κατὰ τὴν κρίση τοῦ ἴδιου τοῦ Θεοῦ;

(α) Ὄχι ἀσφαλῶς ἐπειδὴ «εὐφόρησεν ἡ χώρα του». Ἡ εὐφορία αὐτὴ τῶν χωραφιῶν του ὑπῆρξε μία εὐλογία ποὺ τοῦ δόθηκε ἀπὸ τὸν Θεὸ – δὲν φαίνεται νὰ κοπίασε γι’ αὐτὴν ὁ πλούσιος· ὁ Θεὸς ἁπλῶς ἐπέτρεψε νὰ συμβεῖ, προφανῶς γιὰ νὰ τοῦ δώσει εὐκαιρία νὰ ἀνοιχτεῖ στὸν συνάνθρωπο. Ἀλλὰ ἐκεῖνος πῶς τὴν ἀντιμετώπισε; Μ’ ἕναν ἀπόλυτα ἐγωιστικὸ τρόπο. Πέντε «μου» τῆς προσωπικῆς ἀντωνυμίας μετρᾶμε στὸν προβληματισμό του: «ποῦ συνάξω τοὺς καρπούς μου;..Καθελῶ μου τὰς ἀποθήκας…καὶ συνάξω ἐκεῖ πάντα τὰ γεννήματά μου καὶ τὰ ἀγαθά μου, καὶ ἐρῶ τὴ ψυχή μου». Τὰ πάντα περιστρέφονται γύρω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Δὲν ὑπάρχει ἴχνος προβληματισμοῦ γιὰ τὸν ὁποιονδήποτε συνάνθρωπό του, ἔστω καὶ συγγενῆ του. Ἔτσι ἡ ἀφροσύνη του ἦταν ὁ ἐγωιστικὸς τρόπος σκέψεως καὶ ζωῆς του.

(β) Αὐτὸς ὁ ἐγωισμός του, ὡς νοσηρὴ στροφὴ μόνον στὸν ἑαυτό του, δὲν περιέχει ἴχνος ἀναφορᾶς καὶ πρὸς τὸν Θεό. Συνήθως, ἀκόμη καὶ σὲ ἀσχέτους πρὸς τὴν πίστη τοῦ Θεοῦ ἀνθρώπους, σὲ στιγμὲς εὐτυχίας τοὺς ἀκοῦμε καὶ ἕνα «δόξα τῷ Θεῷ». Ἐδῶ, δὲν ὑπάρχει τίποτε τέτοιο: καμία δοξολογικὴ ἐνατένιση τοῦ Θεοῦ, γιὰ κάτι ποὺ ἐξώφθαλμα σχετιζόταν μ’ Ἐκεῖνον: εἴπαμε ὅτι ἡ εὐφορία τῆς γῆς του δὲν εἶχε νὰ κάνει μὲ καμία ἀπὸ τὶς δικές του προσπάθειες. Ἦταν μία δωρεὰ τοῦ Θεοῦ. Τί σημαίνει αὐτό; Ὅτι ἡ ἀφροσύνη του δὲν ἔχει ἀποκλείσει μόνον τὸν συνάνθρωπο, ἀλλὰ καὶ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, τὸν χορηγό τοῦ πλούτου του. Κι εἶναι τοῦτο πράγματι ποὺ ἐπισημαίνει ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ: «εἶπεν ἄφρων ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ· οὐκ ἔστιν Θεός». Μπορεῖ θεωρητικὰ νὰ μὴν ἀκούγεται στὴν παραβολὴ ἡ ἀθεΐα τοῦ πλουσίου, διαπρυσίως ὅμως καταγγέλλεται αὐτὴ στὸ ἐπίπεδο τῆς ζωῆς του. Κι αὐτὸ εἶναι τὸ πιὸ καθοριστικό.

(γ) Ἡ διαγραφὴ τοῦ Θεοῦ καὶ τοῦ ἀνθρώπου ὅμως φέρνει ἄγχος. Ἀντὶ ὁ πλουτισμὸς νὰ τοῦ δίνει χαρὰ – ὡς εὐκαιρία, εἴπαμε, προσφορᾶς χαρᾶς σὲ ἄλλους – τοῦ προσθέτει θλίψη καὶ στενοχώρια. Ἀλλὰ πάντοτε αὐτὸ εἶναι τὸ τίμημα τοῦ ἐπιλέγοντος τὸν ἐγωιστικό, δηλαδὴ τὸν ἁμαρτωλό, τρόπο ζωῆς. Τὸ σημειώνει ὁ ἀπόστολος Παῦλος: «θλίψις καὶ στενοχωρία παντὶ τῷ ἐργαζομένῳ τὸ κακόν». Ὁ ἄφρων πλούσιος, δηλαδή, ἤδη ἀπὸ τὴ ζωὴ αὐτὴ ζοῦσε μὲ στοιχεῖα κόλασης. Ἡ πορεία του ἦταν προδιαγεγραμμένη, ἐφόσον δὲν ἔδειχνε σημεῖα μετάνοιας. Κι ἐπιπλέον: τὸ ἄγχος του γιὰ τὸ «ἔχει» του, σὰν τοῦ «ἔκλεβε» καὶ τὸ μυαλό του: τὸν ἔκανε νὰ ἀδυνατεῖ νὰ σκεφτεῖ τὸ αὐτονόητο, ὅτι δηλαδὴ τὰ γεννήματά του, κλεισμένα σὲ ἀποθῆκες, θὰ σάπιζαν. Συνήθως ὁ ἐγωιστὴς ἄνθρωπος χάνει καὶ τὴν ὅποια «ἐξυπνάδα» του.

(δ) Ἡ ἀφροσύνη του ὅμως ἔγκειται καὶ στὴν ψευδαίσθηση τῆς ἀληθινῆς ζωῆς. Ὁ πλούσιος δὲν ἐλάμβανε ὑπόψη του τὸ πιὸ βέβαιο γεγονὸς τῆς ζωῆς: τὴν ὕπαρξη τοῦ θανάτου. Ὁ προβληματισμός του, βλέπουμε, κινεῖται σὲ ἐπίπεδο σχεδὸν «αἰωνιότητας» γι’ αὐτὸν τῆς παρούσας ζωῆς. «Ψυχή, ἔχεις πολλὰ ἀγαθά, κείμενα εἰς ἔτη πολλά». Πράγματι, θὰ μπορούσαμε νὰ ποῦμε ὅτι κυριολεκτικὰ «πετάει στὰ σύννεφα». Τὸ φαντασιακὸ ἐπίπεδο εἶναι ὁ χῶρος τῆς ζωῆς του. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ «προσγείωση» ἔρχεται τόσο ἀπότομα καὶ «ἀνώμαλα» γι’ αὐτόν.

4. Τὰ κύρια αὐτὰ στοιχεῖα τῆς ἀφροσύνης τοῦ πλουσίου, ποὺ ὁδηγοῦν, ὅπως εἴπαμε, σ’ ἕνα τέλος τραγικὸ – ὄχι μόνον ἔρχεται ὁ θάνατος, ἀλλὰ ἔρχεται μὲ μία συνοδεία «δυνάμεων» ξένων πρὸς τὸν Θεό: «τὴν ψυχήν σου ἀπαιτοῦσιν ἀπό σοῦ», ἄρα δείχνουν καὶ τὴν αἰώνια συνέχεια ἐκτὸς Θεοῦ – μᾶς ὁδηγοῦν ἐκ τοῦ ἀντιθέτου στὴν ἐπισήμανση τῶν στοιχείων ποὺ ἐπαινοῦνται ἀπὸ τὸν Θεὸ καὶ μποροῦν νὰ χαρακτηριστοῦν ὡς ἐμφροσύνη καὶ σωφροσύνη. Πρόκειται γιὰ τὸν «πλουτισμὸν κατὰ Θεόν», ποὺ λέει ὁ Κύριος στὴν κατακλείδα τῆς παραβολῆς, ποὺ κάνει τὸν ἄνθρωπο ποὺ τὸν ἔχει νὰ βρίσκεται μὲ τὸν Θεὸ καὶ νὰ χαίρεται ἀενάως τὴ χαρὰ τῆς παρουσίας Του. Πῶς λοιπὸν πρέπει νὰ ζεῖ ὁ ἄνθρωπος, ὥστε στὸ τέλος του νὰ ἀκούσει μὲ χαρὰ ὅτι εὐαρέστησε τὸν Θεό; Μά, ἀσφαλῶς, πρῶτον, νὰ στέκεται καλὰ ἔναντι τοῦ συνανθρώπου του, δηλαδὴ μὲ ἀνιδιοτελῆ ἀγάπη καὶ εἰλικρινὲς ἐνδιαφέρον, ἔστω κι ἂν τοῦτο μπορεῖ νὰ σημαίνει καὶ θυσία γι’ αὐτόν. Τὸ παράδειγμα τοῦ καλοῦ Σαμαρείτη, ὅπως εἴπαμε, συνιστᾶ καθοδηγητικὸ στοιχεῖο ἐπ’ αὐτοῦ. Δεύτερον, νὰ πιστεύει καὶ νὰ ἀγαπᾶ τὸν Θεό. Γιὰ τὸν σώφρονα ἄνθρωπο, ὁ Θεὸς δὲν εἶναι ἀμελητέα ἢ ἀνύπαρκτη κατάσταση, ἀλλὰ τὸ κέντρο τῆς ζωῆς του. Προτεραιότητά του συνεπῶς εἶναι τὸ πῶς θὰ θεμελιώνει ἀδιάκοπα τὴ ζωή του, τὶς σκέψεις του, τὰ λόγια του, τὴ συμπεριφορά του, στὸ θέλημα Ἐκείνου. Μὲ ἀποτέλεσμα νὰ νιώθει ὡς τὸ παιδὶ στὴν ἀγκαλιὰ τοῦ Πατέρα του. Ὁ σώφρων ἄνθρωπος, ἔτσι, τρίτον, δὲν ζεῖ μὲ ἄγχη καὶ ἀνασφάλειες, ἀλλὰ ἡ πάντα νοῦν ὑπερέχουσα εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ βραβεύει τὸν νοῦ καὶ τὴν καρδιά του. Καὶ βεβαίως, τέλος, ὁ σώφρων, στὸν ὁποῖο εὐαρεστεῖται ὁ Θεός, ἔχει συναίσθηση τῆς προσωρινότητας καὶ τῆς φθαρτότητάς του. «Καθ’ ἡμέραν ἀποθνήσκει», ὅπως λέει καὶ ὁ ἀπόστολος, μὲ τὴν ἔννοια ὅτι δὲν τρέμει τὸν θάνατο, ἀλλὰ τὸν προσδοκᾶ μὲ χαρά, γνωρίζοντας ὅτι ὁ ἴδιος ὁ Θεὸς θὰ παραλάβει τὴν ψυχή του καὶ ὄχι κάποιοι ποὺ τὸ μόνο ποὺ ἐπιζητοῦν εἶναι ἡ δυστυχία του.

γ. Τί ἄραγε ἐπιθυμοῦμε νὰ ἀκούσουμε καὶ ἐμεῖς στὸ τέλος τῆς ζωῆς μας ὡς κριτικὴ γι’ αὐτὴν ἀπὸ τὸν Θεό; «Ἄφρων» ἢ «σώφρων καὶ ἔμφρων;» Τὸ ἐρώτημα μεταφράζεται: θησαυρίζουμε γιὰ τὸν ἑαυτό μας ἢ πλουτίζουμε κατὰ Θεόν; Κι εἶναι τοῦτο ἡ καθημερινὴ καὶ ἀδιάκοπη πρόκληση ἐπιλογῆς μας σὲ κάθε κίνηση τῆς ὕπαρξής μας. Στὴ μία περίπτωση, τὸ κέντρο βάρους εἶναι ὁ κόσμος μὲ τὴ φθαρτότητά του καὶ τὴ διαρκῆ ταραχή του, ὑπὸ τὴν κυριαρχία τοῦ διαβόλου, τοῦ ἄρχοντος τοῦ κόσμου τούτου. Στὴν ἄλλη, τὸ κέντρο βάρους εἶναι ὁ Θεὸς καὶ τὸ ἅγιο θέλημά Του, μὲ ὅλες τὶς χαρὲς καὶ τὴ δόξα ποὺ συνοδεύουν τὴν παρουσία Του. Ὁ Χριστιανὸς βεβαίως δὲν προβληματίζεται: ἐπιλέγει πάντοτε τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ. Ἐπιλέγει δηλαδὴ ὄχι μόνον τὸ αἰώνιο, ἀλλὰ καὶ τοῦ κόσμου τούτου ἀληθινὸ συμφέρον του.»

Απόσπασμα

Πηγή

πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Στάρετς Ιωσήφ. Τι να θυμάσαι όταν χάνεις την ειρήνη τής ψυχής σου.

Μιὰ μοναχὴ τοῦ εἶχε γράψει [στὸν Στάρετς Ἰωσήφ], ἐκθέτοντάς του τὶς στενοχώριες της, τοὺς πειρασμούς της ἀπὸ ἀνθρώπους, καὶ τοὺς λογισμούς τ...