Απόσπασμα:
«Τὸ
κήρυγμα διχάζει. Ὅπου δὲν ἀκούγεται λόγος Θεοῦ, οἱ ἄνθρωποι μένουν ἀνενόχλητοι·
μπορεῖ νὰ πηγαίνουν στὴν ἐκκλησία, ἀλλ᾽ ὅπως μπαίνουν ἔτσι καὶ βγαίνουν. Ὅπου ὅμως
ἀκούγεται κήρυγμα ζωντανό, ῥιζοσπαστικό, ἐλεγκτικὸ τῶν ἀνθρωπίνων παθῶν, ἐλαττωμάτων
καὶ κακιῶν, ἐκεῖ ὁ κόσμος ἀμέσως διχάζεται. Ἄλλοι δέχονται, ἄλλοι δὲν δέχονται·
ἄλλοι εὐλογοῦν τὴν ὥρα ποὺ ἦρθε ὁ ἱεροκήρυκας, καὶ ἄλλοι τὴ βλαστημοῦν.
Βλέπετε τὰ λόγια τοῦ Εὐαγγελίου; «Σχίσμα», λέει, «ἐγένετο». Ὅπου κήρυγμα, ὅπου
κατήχησις, ὅπου ἐξομολόγησις, ὅπου ζωντανὴ Ἐκκλησία, ἐκεῖ διαίρεσις. Ἀλλ᾽ αὐτὸ
δὲν ἀποτελεῖ κατηγορία γι᾽ αὐτήν. Στὸ νεκροταφεῖο ὑπάρχει ἡσυχία, ἄκρα ἡσυχία· ὅπου
ὑπάρχει ζωή, πνευματικὴ ζωή, ἐκεῖ οἱ ἄνθρωποι διχάζονται.
Ἐπὶ 20 αἰῶνες ἡ ἐκκλησιαστικὴ καὶ ἡ παγκόσμιος ἱστορία, ὅπως εἶπε ἕνας
φιλόσοφος, εἶνε ἱστορία δύο παρατάξεων· μία εἶνε οἱ πιστοί, καὶ ἡ ἄλλη οἱ ἄπιστοι.
Ἡ μία λατρεύει, προσκυνεῖ εὐλογεῖ τὸ Χριστό, ἡ ἄλλη ἀσεβεῖ, βλασφημεῖ,
πολεμεῖ τὸ Χριστό· ἡ μία εἶνε ἡ Ἐκκλησία, ἡ ἄλλη εἶνε ὁ κόσμος. Καὶ ὅλη ἡ ἱστορία
εἶνε μία σύγκρουσι μεταξὺ πίστεως καὶ ἀπιστίας, μεταξὺ ἀληθείας καὶ ψεύδους,
μεταξὺ φωτὸς καὶ σκότους, μεταξὺ Ἐκκλησίας καὶ κόσμου, μεταξὺ Χριστοῦ καὶ σατανᾶ.
«Ἡ ἀλήθεια εἶνε μαλώτρα» δὲ λέει ὁ λαός;
Ν᾽ ἀναφέρω κ᾽ ἕνα ἄλλο παράδειγμα; Γιὰ ὅλους τὸ μύρο – τὸ ἄρωμα εἶνε εὐχάριστο. Ἀλλ᾽ ἂν στάξῃ κανεὶς λίγο μύρο ἐκεῖ ποὺ φωλιάζουν οἱ γῦπες, τὰ ἀκάθαρτα ὄρνεα ποὺ τρῶνε πτώματα, οἱ γῦπες ψοφοῦν! Τὸ ἄρωμα, ποὺ ζωογονεῖ τὸν ἄνθρωπο, γιὰ τοὺς γῦπες εἶνε θάνατος.
Ἔτσι καὶ ἡ διδασκαλία τοῦ Χριστοῦ· εἶνε εὐάρεστη σὲ ὅσους ἔχουν
ἀγαθὴ προαίρεσι, μὰ γιὰ τοὺς ἄλλους εἶνε ὅ,τι πιὸ μισητό.
Ὁ διχασμὸς παρατηρεῖται καὶ στὶς ἡμέρες μας. Ἡ τελικὴ νίκη ὅμως ἀνήκει
στὴν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ. Ἀναφέρω 2 παραδείγματα.
Σπεῖρα ὑλιστῶν καὶ ἀθέων στὴν ἁγία ῾Ρωσία τὸ 1917 εἶπαν· Θὰ διαλύσουμε τὴν Ἐκκλησία.
Κ᾽ ἔβαλαν τὰ δυνατά τους. Τελικῶς τὴ διέλυσαν; Ὄχι. Ὁ διωγμός, ὄχι μόνο δὲν ἔβλαψε,
ἀλλὰ καὶ θέρμανε τὴν πίστι τῶν ῾Ρώσων.
Καὶ γιὰ τὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος ἕνας ἄθεος ὑπουργὸς ἔλεγε· Τί εἶνε Ἐκκλησία; μιὰ σακκούλα ἀνοιχτή· ὅποτε θέλουμε βάζουμε τὸ χέρι καὶ παίρνουμε ὅ,τι μᾶς ἀρέσει. Ἦρθε ὅμως ὥρα ποὺ ἀπεδείχθη, ὅτι ἡ Ἐκκλησία δὲν εἶνε ἔτσι. Στὴν Πάτρα, σὲ μία πρωτοφανῆ κοσμοσυρροὴ στὶς 3 Ἰουνίου 1987, ἐπάνω σὲ πανὼ ἔγραφαν· «Ζητοῦμε ἐλευθέρα καὶ ζῶσα Ἐκκλησία», «Κάτω τὰ χέρια ἀπὸ τὴν Ἐκκλησία», «Πατέρες, προχωρεῖτε· μὴ ὀπισθοχωρεῖτε»…
Ἀγαπητοί μου, τὰ σχέδια τῶν πολεμίων θ᾽ ἀποτύχουν. Ἡ Ἐκκλησία εἶνε δένδρο ποὺ τὸ φύτευσε ὁ Θεὸς καὶ τὸ πότισαν μὲ τὸ αἷμα τους μυριάδες μάρτυρες. Δὲ μπορεῖ νὰ τὸ ξερριζώσῃ ποτέ κανείς! Ὅλοι οἱ δαίμονες νὰ τὸ χτυποῦν, τὰ τσεκούρια τους θὰ σπάσουν, μὰ αὐτὸ θὰ αὐξάνῃ. Διότι κυβερνήτης τῆς Ἐκκλησίας εἶνε ὁ Ἰησοῦς Χριστός, ὁ σταυρωθεὶς καὶ ἀναστάς· ὅν, παῖδες Ἑλλήνων, ὑμνεῖτε καὶ ὑπερυψοῦτε εἰς πάντας τοὺς αἰῶνας· ἀμήν.»
† ἐπίσκοπος Αὐγουστῖνος
Ἀπομαγνητοφωνημένη ὁμιλία, ἡ ὁποία ἔγινε στὸν ἱ. ναὸ Ἁγ. Παντελεήμονος Φλωρίνης
τὴν 7-6-1987

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου